, ,

Ένας δολοπλόκος “λυτρωτής”

Όλα ξεκίνησαν, την εποχή που είχα ακόμη ξεγνοιασιά μικρού παιδιού. Το διάβα μου γεμάτο μοσχοβολημένα άνθη, το χαμόγελό μου γνήσιο, οι σκέψεις μου καθαρές, η μοναξιά μια λέξη που αποκτούσε σπάνια υπόσταση, στην τότε ζωή μου. Όλα αυτά, τα διέκοψε εκείνη η μέρα, που όλοι όσοι αγαπούσα εξαφανίστηκαν. Όταν λέω εξαφανίστηκαν, δεν αναφέρομαι σε αποστασιοποίηση, προδοσία ή εγκατάλειψη, μα… στην αληθινή, ακριβή έννοια της λέξης.

Έμοιαζε σαν ξαφνικά να απέκτησαν αορατότητα ή να άνοιξε η γη καταπίνοντάς τους, δίχως να αφεθεί κανένα τους σημάδι στα εγκόσμια. Κινητοποιήθηκαν όσοι ήταν δυνατόν – αρμόδιοι και μη – μα τίποτα, κανένα ίχνος. Δεν είχε ξανασυμβεί στα χρονικά, να εξαφανιστούν τόσα άτομα την ίδια στιγμή και τα περισσότερα γνωστά μεταξύ τους, το γεγονός έμοιαζε αφύσικο. Έτσι, κάποια στιγμή κι εκείνοι παραιτήθηκαν. Είχα μείνει πια ολοκληρωτικά μόνη και δίχως τη δύναμη να χτίσω έστω κάποια κομμάτια της ζωής μου από την αρχή. Το μυαλό μου μπερδεμένο, ανάκατο, οι σκέψεις μου συνήθως σκοτεινές και το χαμόγελο πλέον, ανύπαρκτο σημάδι στο πρόσωπό μου… Από μέσα μου δεν έβγαινε φωνή πια, έμοιαζε σαν τα χείλη μου να ενώθηκαν, για πάντα.

Την βουβή και μονότονη ζωή μου, ήρθε να διακόψει ένας περίεργος ήχος, που έμοιαζε να έρχεται κάτω από το γρασίδι… Έμεινα να κοιτώ σαστισμένη, καθώς ένα κομμάτι του άρχισε σταδιακά να ραγίζει και από μέσα να ξεπροβάλλει…. Ένα νεαρό αγόρι!

«Ουφ, επιτέλους λίγος αέρας να αναπνεύσω, αφού καθαρίσω όλο αυτό το χώμα από πάνω μου… Μπορείς να μου φέρεις κάτι, να το καθαρίσω; Άντε, τι με κοιτάς σαν εξωγήινο;»

Είχα μείνει αποσβολωμένη. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου, έντρομη πως αρχίζω να αποκτάω παραισθήσεις.

«Ίσως τα μανιτάρια που έφαγα το μεσημέρι, να μην ήταν τόσο αθώα τελικά!» μουρμούρισα έπειτα.

Ό,τι και να ήταν, άρχισα να τον παρατηρώ, καλύτερα. Ήταν τόσο παράξενος! Φορούσε μια μαύρη ολόσωμη στολή, η μύτη του γαμψή, τα μάτια σκούρα και άγρια, σαν να είχαν συσσωρεύσει όλη την οργή και κακία του κόσμου. Φοβήθηκα, μα μη μπορώντας να κάνω αλλιώς, έσπευσα να τον βοηθήσω, φέρνοντας μερικά υγρά πανάκια, να καθαρίσει τα χώματα από το πρόσωπό του. Έπειτα με ευχαρίστησε, αρχίζοντας να καθαρίζεται νευρικά.

«Με έστειλε η νεράιδα του δάσους, να σε βοηθήσω να βρεις τους αγαπημένους σου… Ίσως κάποιο ξόρκι τους έκανε αόρατους, αλλά εγώ έχω τη δύναμη να τους διακρίνω, αν βρίσκονται κάπου εδώ. Ξέρεις, έχω μαγικές δυνάμεις και η ιστορία της επίγειας ζωής μου, θυμίζει έντονα τη δική σου, μόνο που… Είχε κατάληξη σκοτεινή και μακάβρια!».

Άρχισε τότε να διηγείται τι προηγήθηκε, ώστε να βρεθεί κάτω από τη γη και να εμφανίζεται μονάχα όταν κάποιος τον έχει ανάγκη. Το κακό έγινε όταν έχασε τα πάντα μία μέρα, από ένα δυστύχημα. Την αγαπημένη του, την αδερφή του, τους γονείς του, καθώς έρχονταν να του κάνουν έκπληξη για τα γενέθλιά του. Όταν το έμαθε, δεν άντεξε τον πόνο και θεωρώντας πως δεν είχε νόημα μια ζωή δίχως όσους αγαπούσε, έκοψε το νήμα της μία για πάντα. Από τότε, η καλή νεράιδα του δάσους, του είχε θέσει αποστολή να βοηθά ανθρώπους να νικήσουν τη μοναξιά τους και ο κλήρος αυτή τη φορά έπεσε σε μένα.

Είχα μείνει έκπληκτη, αυτή τη φορά ακούγοντας την αφήγησή του.

«Λοιπόν είδες; Οι ιστορίες μας έχουν πολλά κοινά! Ελπίζω βέβαια οι δικοί σου να μην είχαν κατάληξη τέτοιου είδους, αλλά θυμήσου… Ό,τι και να γίνει, εγώ είμαι εδώ, δε θα σε αφήσω να νιώσεις απελπισία ή μοναξιά!»

Πράγματι, κράτησε την υπόσχεσή του και από εκείνη τη μέρα δε με άφησε λεπτό, αν και η εξερεύνησή μας αποδείχθηκε ατελέσφορη.

Πλέον βέβαια, είχε πάψει να με απασχολεί. Κάποια στιγμή, μου είπε πως αν φέρει στο μυαλό του ένα πρόσωπο, μπορεί να ακούσει κάθε συζήτηση που φέρει μέσα το όνομά του κι αυτή την ιδιότητα, χρησιμοποίησε πολλάκις και για μένα. Άρχισα τότε να μαθαίνω αλήθειες, από κείνες που σου ανοίγουν τα μάτια, μα φέρνουν καταχνιά στην ψυχή. Όλοι με είχαν κατηγορήσει τόσο πολύ και με τις κουβέντες τους, με χλεύαζαν διαρκώς τονίζοντας ειρωνικά, κάθε ένα μου ψεγάδι. Αναζητούσαν τρόπους να εκμεταλλευτούν την αφέλειά μου, χλεύαζαν την ευπιστία μου και τη συμπάθεια που έτρεφα για κείνους.

Μαζί με την απογοήτευσή μου τότε, άρχισα να χάνω και κάθε ίχνος εμπιστοσύνης και εκτίμησης που έτρεφα για τον εαυτό μου. Τον ρώτησα πολλές φορές αν συμφωνεί με όλα αυτά και μου τα επιβεβαίωσε, τονίζοντας πως η μόνη διαφορά είναι πως εκείνος τα αποδέχεται. Έλεγε πως αγαπά την καλοσύνη που βρίσκεται πίσω απ’ την αφέλεια , την ομορφιά που δίνουν τα ψεγάδια και την ιδιαιτερότητα των ανθρώπων εκείνων, που κάποια στιγμή χάνουν τα πάντα , μα πασχίζουν να χτίσουν τη ζωή απ’ την αρχή. Κάποια στιγμή μου εξομολογήθηκε πως με έχει ερωτευτεί κι εγώ ανταποκρίθηκα αμέσως. Δεν είχα προσδιορίσει τι ήταν ακριβώς αυτό που ένιωθα, μα η αίσθηση της ασφάλειας ήταν ισχυρή και μου αρκούσε. Ήταν άλλωστε ο μόνος άνθρωπος που είχα στη ζωή μου κι όπως αποδείχθηκε, ο μόνος που αποδέχθηκε αληθινά, αυτό που είμαι. Το τελευταίο βέβαια, όσο περνούσε ο καιρός, μου το υπενθύμιζε και τόνιζε όλο και πιο συχνά.

Η διάθεσή μου έπεφτε, η αυτοπεποίθησή μου καταρρακωνόταν όλο πιο πολύ, μα έπειτα δικαιολογούσε τα λόγια του ως επιτονισμούς της αγάπης του και με παρηγορούσε με ενδείξεις τρυφερότητας. Τα χάδια και οι γλυκές παρηγορητικές κουβέντες, μετατόπιζαν την προσοχή μου από τον βούρκο της κακίας και της υποτίμησης, στην στοργή και μέχρι το ίδιο σενάριο να επαναληφθεί, παρέμενε εκεί και ξανά ο ίδιος φαύλος κύκλος… Ο ίδιος άνθρωπος που έσκαβε πληγές στην καρδιά μου, έπειτα  έδειχνε να πασχίζει με κάθε τρόπο να καταφέρει να τις κλείσει. Φυσικά και δεν έκλειναν στιγμή, μονάχα για λίγο τις ξεχνούσα, με τα τεχνητά καλύμματα που τοποθετούσε πάνω τους.

Ακόμα και μικρές συνήθειες της καθημερινότητάς μου, είχαν στραφεί πλέον εναντίον μου. Ο καθρέφτης μου είχε αποκτήσει πλέον φωνή και κάθε φορά που τον κοιτούσα, μου ψιθύριζε το κάθε μου ψεγάδι. Το αγαπημένο μου τραγούδι πια αποτελούσε έναν διωκτικό συναγερμό, μιας και ήταν χαρούμενο, γεμάτο χρώματα, ενώ εγώ πλέον ένιωθα οικειότητα και ταύτιση με οτιδήποτε θύμιζε σκοτάδι. Αγαπούσα πια μονάχα τα χάρτινα λουλούδια, γιατί τα αληθινά αρχικά σε χαροποιούν με τη μυρωδιά τους, μα  στο τέλος μαραίνονται όπως κάθε φορά γινόταν με τις προσδοκίες μου.

Όλες αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τα μοιραζόμουν και με ‘κείνον, αφού μου είχε τονίσει αρκετές φορές πως δε θα επιτρέψει να νιώσω μοναξιά. Βέβαια πάντοτε η αντίδρασή του ήταν να χλευάζει όλα αυτά, χαρακτηρίζοντάς τα παιδιάστικα, ανώριμα, υπερευαίσθητα. Κάθε φορά μετάνιωνα που του ανοιγόμουν. Μα αυτός έλεγε επίμονα πως χλευάζει και υποβαθμίζει αυτό που νιώθω, για να με ταρακουνήσει, να το ξορκίσει. Τον πίστευα και συνήθιζα να μαλακώνω μαζί του, ανάγοντας τα αρνητικά συναισθήματα σε θετικά… Είχα  άλλωστε πια απομονωθεί μαζί του, πεπεισμένη πως είμαι ανάξια ν’ αγαπηθώ από οποιονδήποτε. Έτσι, αυτή την περίεργη μορφή αγάπης, την εκτιμούσα με το πολύ παραπάνω, θεωρώντας πως η αμφισβήτηση ή απάρνησή της θα αποτελούσε μια μορφή αχαριστίας.

Καθώς περνούσε ο καιρός, είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του, να γίνεται όλο και πιο επιθετικός και να με εκμεταλλεύεται, επιδεικτικά. Ήθελε να ελέγχει την κάθε μου κίνηση, να τον εξυπηρετώ σε κάθε του θέλημα και να μην έχω τίποτα δικό μου, όλα να τα διαχειρίζεται εκείνος. Αρχικά δυσανασχετούσα, μα έπειτα έκανα ό,τι μου ζητούσε, αφού με απειλούσε πως θα εξαφανιστεί μια για πάντα, εάν δεν τον εξυπηρετήσω. Διανύσαμε τον ίδιο φαύλο πολλές φορές, ώσπου βαρέθηκε, κουράστηκε… Μια μέρα, καθώς περνούσαμε από το ίδιο σημείο του κήπου όπου εμφανίστηκε, το είδα να ανοίγει. Ξαφνικά, βρεθήκαμε και οι δυο κάτω από τη γη, σε ένα μεγάλο σκοτεινό κτίριο. Ένα πλήθος γνώριμων φωνών ακουγόταν να φωνάζει το όνομά μου. Γύρισα το κεφάλι μου στο διπλανό δωμάτιο και προς έκπληξή μου, μέσα βρισκόταν όλοι εκείνοι που είχαν χαθεί! Μου είπαν πως ξαφνικά ένα πρωί, ξύπνησαν μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο και αντίκρισαν εκείνον, ο οποίος δεν τους είπε τίποτε παραπάνω, πέρα από το ότι είναι πλέον όμηροί του.

Είχα μείνει άφωνη… Είχε εμφανιστεί στη ζωή μου προσποιούμενος πως θα με βοηθήσει να λύσω το μυστήριο που μου κατέστρεψε τη ζωή, ενώ στην ουσία, το είχε προξενήσει ο ίδιος. Ο μόνος του σκοπός ήταν να εκμεταλλευτεί την αδυναμία μου, ώστε να με εξουθενωθώ ολοκληρωτικά σαν οντότητα, φτάνοντας στο σημείο να μισώ την ύπαρξή μου. Άρχισα έξαλλη να τον ψάχνω σε όλο το κτίριο, μα δεν ήταν πουθενά.

Καθώς ανέβαινα τις σκάλες τις ταραγμένες μου αισθήσεις, ηρέμησε μία όμορφη, γλυκιά μυρωδιά, που θύμιζε τριαντάφυλλο. Άρχισα τότε να την ακολουθώ, αναζητώντας από πού προέρχεται. Βρέθηκα τότε σε ένα ολοφώτεινο δωμάτιο, όπου είδα να στέκεται μία γλυκιά χαμογελαστή νεράιδα.

«Είμαι η νεράιδα του δάσους» είπε…

«Έχω ακούσει  τα πιο όμορφα λόγια για σένα, αλλά γιατί έστειλες στη γη να με βρει, ένα τόσο κακό πλάσμα;»

«Δεν τον έστειλα εγώ, με ανέφερε για να μπορέσει να κάνει πειστικό το σενάριό του… Δηλαδή,  πως είναι ένα καλό πλάσμα, με σκοπό τη βοήθεια. Ήταν πάντα ο αντίπαλός μου,  είχε την αντίρροπη δύναμη από τη δική μου και πάσχιζε να την εξουδετερώσει. Είναι το πνεύμα που εκπροσωπεί το κακό. Μια δύναμη γεμάτη ψεύδος, εκδικητικότητα, χαιρεκακία και πρωτίστως μίσος. Η μόνη αλήθεια που σου είπε, ήταν πως έχασε τα πάντα σε μία μέρα… Δεν έκοψε βέβαια αμέσως το νήμα της ζωή του, όπως σου εξομολογήθηκε. Συνέχισε τη ζωή του, για περίπου ένα χρόνο. Μέσα σε αυτόν, ο φθόνος που ένιωθε για άτομα που περιτριγυρίζονταν από αγαπημένα πρόσωπα, ήταν ατέρμονος. Είχε πλέον ξεχάσει τις δικές του απώλειες και εστίαζε μόνο σ’ αυτά που είχαν οι άλλοι. Μισούσε κάθε άνθρωπο που είχε όσα έλειπαν σ’ εκείνον και η μόνη του επιθυμία ήταν κάποια στιγμή, να συμβεί το ίδιο κακό σε αυτούς που τώρα διασκεδάζουν χαρούμενοι και πλήρεις. Ώσπου κάποια στιγμή, έπαψε να προσπαθεί να επιπλεύσει στον βούρκο της ζήλιας και αποφάσισε να βουλιάξει μια για πάντα. Άρχισε ύπουλα να σκοτώνει έρωτες και οικογένειες, όλων εκείνων που υπήρχαν στη ζωή του από την απώλεια κι έπειτα, ακόμη κι αυτών που τον στήριξαν. Κατόπιν αυτής της αποτρόπαιας πράξης του, έβαλε τέλος στη ζωή του. Τη στιγμή της απολογίας στον άλλο κόσμο όμως, δεν είχε μετανιώσει για καμία πράξη του… Έτσι έγινε ένα κακό πνεύμα, το οποίο κατοικεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο κάτω από τη γη, φυλακισμένο στις σκοτεινές του σκέψεις. Τον είχαμε προειδοποιήσει, πως αν κατορθώσει να δραπετεύσει, θα τον βρούμε και θα τον μετατρέψουμε σε μια απλή πέτρα, στερεωμένη στη βάση του κτιρίου. Μια πέτρα με αισθήσεις, η οποία θα υποφέρει από όλο αυτό το ασήκωτο βάρος, μαζί με αυτό της ψυχής του. Αυτή είναι η κατάληξή του τώρα…».

Είχα μείνει να ακούω  και να παρατηρώ άφωνη, όλα αυτά τα εξωπραγματικά πράγματα. Λίγο καιρό πριν πίστευα πως τέτοια γεγονότα ανήκαν μονάχα, στα παραμύθια. Πως ακόμα και αν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο, δεν έχει καμία αλληλεπίδραση με την γήινη ζωή. Πως η μόνη συσχέτισή τους, θα μπορούσε να είναι τα μηνύματα που λένε, πως στέλνουν στα όνειρά μας εκείνοι που έχουν “φύγει” ή να ακούν τις προσευχές μας και να μας δίνουν δύναμη. Όλα αυτά που σ’ αυτό το μικρό διάστημα είχαν μάθει, είχαν σπάσει ολοκληρωτικά το κέλυφος της πραγματικότητας, στο οποίο νόμιζα πως ζούσα… Της είχα δώσει μια μαγεία σκοτεινή, μα και γεμάτη σπιθαμές φωτός ταυτόχρονα.

«Ξέρω πως όλα αυτά που ζεις, σε έχουν σοκάρει. Να ξέρεις πως η αλληλεπίδραση του καλού και του κακού κάτω από τη γη, δεν έχει καμία απολύτως καμία σχέση με αυτή στο δικό σας κόσμο. Σε εσάς πολλές φορές, μπορεί μια ζωή να καταστραφεί εξαιτίας των ενεργειών, εκδικητικών ανθρώπων. Εδώ όμως, η δικαιοσύνη πάντοτε αποκαθίσταται, με την αληθινή έννοια της λέξης. Οι δυνάμεις του καλού μπορούν να χειρίζονται τις κακές δυνάμεις και εάν δεν σωφρονίζονται, στο τέλος να τις τιμωρούν. Εδώ, η κατάληξη των περισσότερων κακών είναι η τιμωρία, όπως έπαθε κι αυτός που γνώρισες. Υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους και υποτιμούν το καλό, θεωρώντας το αδύναμο και άξιο χλευασμού. Αναγνωρίζουν την ισχύ του μετά την τιμωρία τους, η οποία πια είναι μια οριστική καταδίκη. Στην ουσία τους είχε δοθεί μία ευκαιρία για μια καλύτερη τύχη εδώ κάτω, την οποία δεν σεβάστηκαν και εκτίμησαν, γι’ αυτό έχουν τέτοια κατάληξη.

Έζησες μία από τις χειρότερες εμπειρίες που θα μπορούσε να βιώσει κανείς, μα όπως βλέπεις τελείωσε αισίως και πιστεύω πως σε έμαθε πολλά. Δεν μιλάω φυσικά μόνο για το προφανές κοινότυπο δίδαγμα, πως εκτίμησες αυτά που έχεις, επειδή πίστεψες πως έχασες τα πάντα. Είμαι σίγουρη πως παράλληλα επαναπροσδιόρισες την έννοια του κακού, στο μυαλό σου. Συνειδητοποίησες σε βάθος πως συνήθως ο άνθρωπος που θέλει να μας βλάψει, εκμεταλλεύεται την πιο αδύναμη στιγμή μας προσποιούμενος πως νοιάζεται, πως ο μόνος του σκοπός είναι να μας βοηθήσει. Πολλές φορές παρουσιάζεται και ως θύμα, ώστε να κερδίσει τη συμπόνοια μας, μαζί και με μία δικαιολογία για κάθε του περίεργη αντίδραση. Σταδιακά και ύπουλα, επιχειρεί να μας απομονώσει από τους υπόλοιπους ανθρώπους και να μας γεμίσει φόβους, ώστε να είμαστε αδύναμοι να αναζητήσουμε το οτιδήποτε, αλλά και να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας. Έτσι βρίσκουν τον τρόπο να μας πείθουν κάθε φορά πως θέλουν το καλό μας, ειδικά της στιγμές που μας έρχονται οι πρώτες σπιθαμές αφύπνισης…

Αλήθεια, ποια ήταν η πρώτη σου εντύπωση όταν τον αντίκρισες;» με ρώτησε απορημένη.

«Μου φάνηκε αρκετά κακός και οργισμένος στο βλέμμα, αλλά όταν μιλήσαμε περισσότερο, κατάλαβα πως μάλλον τον αδίκησα»

«Να θυμάσαι πως τα μάτια δε λένε ποτέ ψέματα. Είναι όπως δικαίως λένε, ο καθρέφτης της ψυχής. Συχνά απλώς οι άνθρωποι εθελοτυφλείτε βλέποντας πάνω του την αντανάκλαση των πόθων ή των ανασφαλειών σας. Εμφανίστηκε τη στιγμή που ήθελες ένα στήριγμα όσο οτιδήποτε άλλο, επομένως πίστεψες πως αυτός ήταν ο σωστός “άνθρωπος”. Γαντζώθηκες πάνω του, ανοίχτηκες έδειξες την αδυναμία και τον πόνο σου κι εκείνος σε χτύπησε ακριβώς πάνω στις πληγές που του έδειξες.

Αυτό, δε σημαίνει πως δεν είχε δικές του ανοιχτές φυσικά. Πολλοί όμως, αντί να εστιάσουν στο πώς να κλείσουν τις πληγές τους, εκτονώνονται στο να χαράσσουν νέες πληγές στους άλλους. Η βλάβη που προκαλούν, τους κάνει να αισθάνονται ισχυροί και παντοδύναμοι, ενώ τους αποπροσανατολίζει για λίγο από το δικό τους πόνο…»

Αυτά είπε και μας επέστρεψε όλους ξανά στη γη. Όλα μοιάζαν ίδια, μα με περισσότερο φως και ζεστασιά.

Ιωάννα Χαντζαρά

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: