,

Για ένα κούτελο ζούμε

Μια πηχτή σιωπή απλώθηκε στο σπίτι σαν έκλεισε η εξώπορτα. Μάνα και κόρη κοιτάζονταν με μάτια γυάλινα και στόμα σφιγμένο τόσο, που έλεγες πως τα δόντια τους θα γίνουν χίλια κομμάτια από την πίεση. Η ώρα περνούσε. Η λαίμαργη φωτιά στο τζάκι έγλειψε τα ξύλα τόσο, που στο τέλος αυτοκτόνησε. Ξάφνου μια γοερή κραυγή έσκισε σαν μαχαίρι τη σιωπή, η δύναμη της οποίας έριξε την Βιολέτα από την καρέκλα. Η νεαρή κοπέλα γονυπετής έψαχνε την ανάσα της. Οι κάνουλες των ματιών άνοιξαν και καυτά δάκρυα πίκρας, ανακατεμένα με θυμού άρχισαν να ρέουν στ’ όμορφο πρόσωπό της. Η μάνα της έτρεξε και την αγκάλιασε. Την έσφιξε πάνω της τόσο σα να ‘θελε να την ξαναχώσει μέσ’ στην κοιλιά της, όπου κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει κακό στην όμορφη μοναχοκόρη της. Λόγια παρηγοριάς ξεχύθηκαν, προσπαθώντας να μαλάξουν την ψυχή της κόρης της. Τόσα λόγια, τόσες υποσχέσεις, πού βρέθηκαν; Δεν ξέρει. Το παιδί της μόνο να μη στεναχωριέται άλλο. Να μπορούσε να ρουφήξει αυτή, που ήταν συνηθισμένη, όλη της την πίκρα και την στεναχώρια…

Ξημέρωνε πια σαν κατάφερε να βάλει την αναστατωμένη κοπέλα για ύπνο κι απέμεινε η Πηνιώ να την κοιτά καθώς τιναζόταν το κεφάλι της με τα μελιά μαλλιά της από μικρούς λυγμούς μέσα στον ύπνο της. Γύρισε πίσω δεκαπέντε χρόνια η Πηνιώ, τότε που σ’ αυτό το ίδιο κρεβάτι κοιμόταν ένα μικρό λιανό κοριτσάκι με μελιά μαλλιά. Και τότε αποκαμωμένο από το κλάμα το κοριτσάκι έβγαζε μικρούς λυγμούς. Ήταν τη μέρα που κήδευσαν τον πατέρα της. Εκείνη τη μέρα η Πηνιώ ορκίστηκε πως θα έκανε τα πάντα γι’ αυτό το μικρό κοριτσάκι, πως θα στεκόταν μάνα και πατέρας. Κι αυτό έκανε. Δούλεψε σκληρά για να μην της λείψει τίποτα. Ανέλαβε τα λιγοστά κτήματά τους και μέσα σε λίγα χρόνια με την εξυπνάδα της και το εμπορικό της δαιμόνιο, κατάφερε να ζούνε με άνεση από αυτά. Ταυτόχρονα δούλευε σαν μαία και σαν πρακτικός, αφιλοκερδώς όπως διατείνονταν, μα στην ουσία έτσι εξασφάλιζε τον σεβασμό, την υποστήριξη και την βοήθεια των συγχωριανών της… Έμπαινε η Πηνιώ σε όλα τα σπίτια σαν άνθρωπος μπιστικός, που μπορούσαν όλοι να της ανοίξουν την καρδιά τους και να ‘ξομολογηθούν τα μυστικά τους κι αυτή ποτέ δε φανέρωσε κανένα από τα όπλα που της έδιναν απλόχερα. Γιατί υπάρχουν μεγαλύτερα όπλα, από τα μυστικά του καθενός; Μόνο σαν χρειαζόταν, έφθανε να κοιτάξει με ‘κείνο το ύφος το αυστηρό, μα προειδοποιητικό κι αμέσως γινόταν ό,τι ζητούσε. Όλα για τη μοναχοκόρη της. Και τώρα ένας αχρείος πρόσβαλε και πλήγωσε το κοριτσάκι της το μοσχοαναθρεμένο. Πώς τόλμησε; Πώς τόλμησε να μην τις σεβαστεί; Να τις ξεφτιλίσει έτσι; Αυτές που πάντα κρατούσαν τόσα χρόνια τη τιμή τους αλέκιαστη; Πώς τόλμησε να τους φερθεί σαν να ‘ταν τίποτα παρδαλές, από αυτές με τις οποίες συνήθιζε να πηγαίνει. Γιατί η Πηνιώ ήξερε… Στην κόρη της μπορεί να μην είχε πει τίποτα, μα ήξερε τι κουμάσι ήταν ο ακατανόμαστος κι ας διατεινόταν συνέχεια ο πατέρας του, ο μεγαλοτσιφλικάς “Για ένα κούτελο ζούμε”. Αυτό το κούτελο φρόντιζε ο γέρο Παράσχος να το ξεπλένει με μπόλικους παράδες συχνά πυκνά. Ποιος άραγε από τους δυο, πατέρας ή γιος, να σκέφτηκε αυτό το σχέδιο; αναρωτήθηκε για χιλιοστή φορά η Πηνιώ. Το πώς κρατήθηκε να μην ουρλιάξει και η ίδια σαν άκουσε την κυρά Πολυξένη την προξενήτρα, ένας θεός το ξέρει.

Κι ήταν τόση η χαρά της κόρης της σαν της είπε ο ακατανόμαστος ότι θα της στείλει την προξενήτρα να τη ζητήσει σε γάμο! Και πράγματι τους ειδοποίησε η κυρία Πολυξένη πως θα ερχόταν. Κι εκείνες καθάρισαν το σπίτι, πλύθηκαν και ντύθηκαν με τα καλά τους και περίμεναν. Κι ήρθε η κυρά Πολυξένη σέρνοντας τα παχιά της πόδια χαμογελώντας πλατιά, ψεύτικα και σαν κάθισε, όλο αναστέναζε κι απέφευγε να τις κοιτάξει κι όλο μίλαγε για το ένα και το άλλο. Μόνο για ποιο λόγο ήρθε μέχρι εκεί δεν έλεγε. Κι όσο η προξενήτρα δεν μίλαγε, τόσο μεγάλωνε η καχυποψία της Πηνιώς πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σαν πέρασε η ώρα, η προξενήτρα πρώτη φορά στη ζωή της, μη βρίσκοντας λόγια, σηκώθηκε ότι είναι η ώρα να φύγει και ‘κει τους το ξεφούρνισε τραλίζοντας.

«Χαρές και πανηγύρια για το σπίτι σου κυρά Πηνιά! Ο Ζούργος, ο Παντελής σου στέλνει προξενιά για την μονάκριβή σου!»

«Ποιος;» ψέλλισαν έκπληκτες μάνα και κόρη ταυτόχρονα καθώς το σαγόνι τους κρέμασε στο στήθος. Η προξενήτρα δεν τις κοίταξε, μόνο έκανε πως ίσιωνε μια αδιόρατη ζάρα στη μαύρη φούστα της.

«Ο Ζούργος, καλέ! Ο επιστάτης του Παράσχου. Σίγουρη δουλειά! Τόσα χρόνια στη δούλεψη του αφέντη. Δουλευταράααας από τους λίγους! Τόσο που ούτε προίκα θέλει! Σκεφτείτε το…», είπε σαν να έλεγε ποίημα, τράβηξε την πόρτα και βγήκε. Μάνα και κόρη είχαν μείνει στήλη άλατος κι άκουγαν τα βήματα της προξενήτρας που ξεμάκρυνε βιαστική.

Το σκεφτόταν τόση ώρα και ένα μόνο συμπέρασμα έβγαζε κι όταν είδε τη Βιολέτα να πέφτει στα γόνατα ουρλιάζοντας από οργή, ήξερε ότι κι η μοναχοκόρη της είχε φθάσει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνη. Αυτό το σκληρό και άκαρδο πλάσμα, ο Ζούργος, πιστός κι αφοσιωμένος στην οικογένεια του μεγαλοτσιφλικά, έκανε όλες τις βρωμοδουλειές του. Κι αυτή του η πρόταση ήταν μια από αυτές τις βρωμοδουλειές, ήταν σίγουρη πια. Θα την παντρευόταν την κόρη της ο Ζούργος, τον οποίο όλοι υποπτεύονταν κι αυτή ήξερε με σιγουριά ότι προτιμούσε τα νεαρά αγόρια, ώστε να μπορεί να τη χαίρεται ο ακατανόμαστος για όσο κι όποτε ήθελε. Θα της σκάρωνε και κανά μούλικο, ενώ αυτός θα παντρευόταν την πάμπλουτη, μα άχαρη και κακάσχημη κόρη του μεγαλέμπορου που από καιρό του προξένευε ο πατέρας του… Και θα ‘μενε η Βιολέτα της εγκλωβισμένη σε μια κόλαση για την υπόλοιπη ζωή της…

Εκείνη τη νύχτα του θανάτου του άντρα της, είχε ορκιστεί ότι θα ήταν μάνα και πατέρας για την μονάκριβή της. Σαν μάνα και πατέρας λοιπόν έπρεπε να προστατέψει το παιδί της και να εμποδίσει να κυλιστεί το όνομά τους στη λάσπη. Να κρατήσει το κούτελο τους καθαρό και ταυτόχρονα να πάρει εκδίκηση για αυτό τους τον εξευτελισμό. Μπορεί να μην μπορούσε να ξεπλύνει την προσβολή σαν άντρας αιματοκυλώντας το Παρασχεΐκο, μα κι αυτηνής η εκδίκηση θα κηλίδωνε τόσο το φαρδύ πλαδαρό κούτελο του μεγαλοτσιφλικά, που δε θα μπορούσε να το ξεπλύνει μ’ όλα τα λεφτά του κόσμου, σκέφτηκε η Πηνιώ, η οποία σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο αποφασισμένη. Όλα με τη σειρά, πρώτα να προστατέψει την κόρη της κι έπειτα είχε σειρά ο Παράσχος κι ο κλέφτης φιλιών και τιμών γιος του.

*****
Κοιτώντας τη Βιολέτα, η Πηνιώ ένιωθε την περηφάνια να την πλημμυρίζει. Μετά το ξέσπασμά της και τα κλάματα όλο το βράδυ, η κοπέλα σηκώθηκε το πρωί κι ήταν άλλος άνθρωπος. Είχε καταφέρει σε μια νύχτα να αντιμετωπίσει τα συναισθήματά της και να βάλει τη λογική πάνω από την καρδιά της. Κι η λογική επίτασσε την άμεση απομάκρυνσή της από το χωριό, καθώς φοβήθηκαν μήπως ο Ζούργος, κατ’ εντολή του αφέντη του, προσπαθούσε να την κλέψει. Μάνα και κόρη τα συζήτησαν και τ’ αποφάσισαν και το ίδιο εκείνο βράδυ έφυγαν από το χωριό έχοντας το σκοτάδι ως σύμμαχο. Η επόμενη νύχτα τις βρήκε να έχουν βρει καταφύγιο στο σπίτι της αδερφής της Πηνιώς στην πόλη. Η Πηνιώ όμως φοβήθηκε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό για να γλιτώσουν. Έτσι ξεκίνησε να ψάχνει για μέρη όπου θα μπορούσε να μείνει η νεαρή κοπέλα και να είναι ασφαλής. Η τύχη ήταν με το μέρος τους κι η Βιολέτα σύντομα έγινε δεκτή στη Σχολή της Νοσηλευτικής του Ερυθρού Σταυρού και εγκαταστάθηκε στο οικοτροφείο της σχολής.

*****
Όταν πια η Πηνιώ σιγουρεύτηκε ότι η Βιολέτα ήταν ασφαλής, αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να ασχοληθεί με τον Παράσχο και τον γιο του. Τόσες μέρες είχε άλλωστε τον χρόνο να καταστρώσει την εκδίκησή της… Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρεθεί με τα κατάλληλα πρόσωπα, να πει δυο τρία μισόλογα και να χρησιμοποιήσει τις αδυναμίες τους, ώστε να βγάλουν μόνοι τους τα μάτια τους…

Τρεις μέρες παραμόνευε η κυρία Μαρία, την οποία η Πηνιώ είχε βοηθήσει με την κόρη της, τη μάνα της αρραβωνιάρας πια, ώσπου μια Κυριακή πρωί μετά τη λειτουργία, κατάφερε να την “ενημερώσει” ότι στην πόλη τους είχε καταφθάσει μια νέα καταπληκτική καφετζού. Όλη γνώριζαν την αδυναμία της κυρά Ζαμπέτας για τις καφετζούδες, τα μέντιουμ, τις χαρτορίχτρες και όλους τους τσαρλατάνους που εκμεταλλεύονται τις φοβίες και την ανοησία των ανθρώπων. Με την ιδιότητα της καφετζούς λοιπόν εμφανίστηκε στην πίσω πόρτα του αρχοντικού του μεγαλέμπορου η Πηνιώ. Μια νεαρή υπηρέτρια την οδήγησε στην κουζίνα όπου την περίμεναν ανυπόμονες μάνα και κόρη. Και η Πηνιώ τους “είπε” το φλιτζάνι. Δυστυχία και κακοτυχία περίμενε τη νεαρή κοπέλα αν παντρευόταν τον άντρα με το μαύρο σημάδι στο χέρι… τον Βάγγο Παράσχο.

Η Πηνιώ ήθελε να σιγουρευτεί ότι ο μεγαλέμπορος θα υπέκυπτε στις πιέσεις της μάνας και της κόρης να χαλάσουν τον αρραβώνα. Το να πειστεί ο πατέρας της αρραβωνιάρας όμως ήταν πιο δύσκολο και ήθελε λεπτούς χειρισμούς. Έπρεπε να βρει τρόπο ώστε να μάθει για την πραγματική οικονομική κατάσταση του τσιφλικά, που ήταν καταχρεωμένος όχι μόνο στην τράπεζα, μα και στον Εβραίο τοκογλύφο της πόλης, αν και το ιδανικό θα ήταν να προκαλέσει ένα σκάνδαλο. Ένα σκάνδαλο που ο Παράσχος δε θα μάθαινε ποτέ ποιος το προκάλεσε… Το πρώτο ήταν πιο εφικτό και λιγότερο επικίνδυνο γι’ αυτήν να αποκαλυφθεί. Έτσι η Πηνιώ ντύθηκε, σενιαρίστηκε και πήγε στον μεγαλέμπορο να του ζητήσει τάχα μου δουλειά. Του είπε ότι δούλευε πριν στο σπίτι του διευθυντή της τοπικής τράπεζας κι ότι γνώριζε τον συμπέθερό του πολύ καλά και θα μπορούσε κι εκείνος να εγγυηθεί γι’ αυτήν. Πριν φύγει από το γραφείο του φάνηκε να διστάζει, τάχα μου ήθελε να μάθει αν τελικά κατάφερε ο συμπέθερος να πάρει την παράταση στο δάνειο που ζητούσε. Ο μεγαλέμπορος ενδιαφέρθηκε αμέσως. Μα εκείνη μαζεύτηκε, σα να μετάνιωσε που είχε μιλήσει. Λίγα μισόλογα μόνο είπε κι όταν πια έφυγε από το γραφείο, ο μεγαλέμπορος φαινόταν προβληματισμένος και αναστατωμένος. Η Πηνιώ πίστευε πως πότε δε χρειαζόταν να αποκαλύπτεις τα πάντα στους πονηρούς ανθρώπους και ιδίως σε άντρες σαν αυτόν που υποτιμούσαν τις γυναίκες και τα λεγόμενά τους. Αρκεί να τους έδινες την άκρη του σπάγκου κι αυτοί θα τον ξετύλιγαν σαν τα γατσούλια ολόκληρο, για να δουν πάνω σε τι είχε τυλιχτεί.

Η Πηνιώ στήθηκε στον δρόμο κοντά στο γραφείο και περίμενε. Αν τα είχε κανονίσει καλά, όπου να ‘ναι θα κατέφθανε. Η ώρα περνούσε, τα μαγαζιά πήραν να κλείνουν, οι υπάλληλοι από τα γύρω γραφεία να σχολνούν κι η Πηνιώ είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της καθώς το λυκόφως τύλιγε την πόλη. Τότε τον είδε, περπατούσε με βιαστικό βήμα, το κεφάλι σκυμμένο και το μαύρο καπέλο του να σκιάζει τα μάτια του. Ο τοκογλύφος, στον οποίο είχε στείλει μήνυμα ότι τον ήθελε επειγόντως ο μεγαλέμπορος, χώθηκε στο εμπορικό λίγο πριν κατέβουν τα ρολά. Η Πηνιώ χαμογέλασε ευχαριστημένη, συν Αθηνά και χείρα, κάτι… που έλεγε κι ο δάσκαλος! Εδώ είχε τελειώσει… Ήρθε η ώρα να επιστρέψει στο χωριό της, σκέφτηκε καθώς περπατούσε βιαστική στους δρόμους της νέας συνοικίας της μικρής κωμόπολης με τα καινούργια περιποιημένα άχαρα δίπατα σπίτια. Ξάφνου στάθηκε σαστισμένη. Δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια της. Ο γέρο τσιφλικάς έβγαινε από ένα σπίτι και κοντοστάθηκε κάτω από το φως της λάμπας κοιτώντας εξεταστικά γύρω του και σκουπίζοντας νευρικά τα παχιά κοκκινισμένα χείλη του με το μαντήλι του. Μια νεαρή μισογδυτή γυναίκα άπλωσε τα χέρια της πάνω του χαϊδευτικά, τα οποία τραβήχτηκαν απότομα μόλις εκείνος της έγνεψε αυστηρά. Η Πηνιώ τράβηξε το λιανό κορμί της πίσω από ένα φουντωτό θάμνο για να μη τη δουν. Ο γερο Παράσχος κατέβασε το καπέλο του ως τα μάτια και σκυφτός εξαφανίστηκε βιαστικός. Αφού σιγουρεύτηκε ότι ο γέρο τσιφλικάς είχε φύγει, η Πηνιώ βγήκε από την κρυψώνα της και προχώρησε αργά στον δρόμο ώστε να μπορέσει να περιεργαστεί καλύτερα το σπίτι με τα πράσινα κλειστά παντζούρια. Είχε ακούσει διαδόσεις ότι ο Παράσχος είχε σπιτωμένη μια γυναίκα στην κωμόπολη, αλλά από όσο ήξερε αυτή ήταν στην άλλη άκρη της πόλης. Λίγο πιο κάτω συνάντησε μια γνωστή της, μεγάλη κουτσομπόλα που μεταμφίεζε αυτή της την αδυναμία με το ένδυμα της ηθικής. Δεν άργησε να μάθει τα πάντα για το σπίτι με τα πράσινα παράθυρα, μα αυτό που την εξέπληξε ευχάριστα ήταν ότι, επίσημα τουλάχιστον, η κυρία του σπιτιού ήταν η ερωμένη του μεγαλέμπορου. Θεέ μου, αμαρτία το ξέρω, μα σ’ ευχαριστώ, σκέφτηκε η Πηνιώ κι αποφάσισε να καθυστερήσει λίγο την αναχώρησή της. Τελικά ίσως κατάφερνε να δημιουργήσει κι εκείνο το σκάνδαλο…

Την επόμενη μέρα η Πηνιώ κίνησε για τον σύλλογο κυριών για τον οποίο της είχε μιλήσει η κουτσομπόλα. Ο σύλλογος, ο οποίος είχε πρόσφατα ιδρυθεί από μερικές βαριεστημένες ψευτοθρησκευάμενες γεροντοκόρες, εκείνη την ημέρα είχε συνάντηση στο σπίτι της κουτσομπόλας. Όταν η Πηνιώ έφυγε από εκεί, ήταν σίγουρη ότι αυτές οι γυναίκες θα γινόταν το μέσο της για τη δημιουργία του σκανδάλου που τόσο επιθυμούσε.

Λίγες μέρες μετά, έξω από το σπίτι με τα πράσινα παντζούρια, είχαν μαζευτεί κάμποσες “κυρίες” και μιλούσαν συνομωτικά. Ξάφνου μια λιανή γυναίκα, η Πηνιώ, έσπασε την πόρτα του σπιτιού και ήταν σα να δόθηκε το σύνθημα. Οι γυναίκες όρμησαν κι άρχισαν ουρλιάζοντας να τραβολογούν τον γέρο Παράσχο. Η αστυνομία κατεφθασε και εξαναγκασμένη από το οργισμένο πλήθος, μετέφεραν τον μοιχό και την ερωμένη του στο αστυνομικό τμήμα, διασχίζοντας την πόλη κάτω από τις γιουχαρίσματα. Οι φωτογραφίες του Παράσχου να προχωρεί σκυφτός, τυλιγμένος με ένα σεντόνι στους δρόμους, κυκλοφόρησαν σε όλες τις τοπικές εφημερίδες. Κανείς δεν αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε ο φωτογράφος εκείνη την ώρα στο κατάλληλο μέρος.

****

Η Πηνιώ έκανε αέρα με την εφημερίδα, όπου στο εξώφυλλό της υπήρχε μια μεγάλη φωτογραφία με τον γεροτσιφλικά να στέκεται με τα σεντόνια μπροστά στον αστυνομικό, ενώ τα προκοίλια του και τα προγούλια σχημάτιζαν σιχαμερές δίπλες. Το λεωφορείο πλησίαζε το χωριό. Θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένη, όχι μόνο ο αρραβώνας είχε χαλάσει, αλλά ο μεγαλέμπορος είχε ορκιστεί εκδίκηση, η τράπεζα κι ο τοκογλύφος πίεζαν τον Παράσχο, όλοι συζητούσαν για το σκάνδαλο, κανείς δε θα ασχολιόταν πια για τους λόγους φυγής της ίδιας και της μοναχοκόρης της, οι διαδόσεις έπαιρναν και δίναν και τα παλιά σκάνδαλα ξαναβγήκαν στην επιφάνεια κι όμως εκείνη ένιωθε βαλαντωμένη. Μπορεί να είχε καταφέρει να στρέψει την οργή των γυναικών του συλλόγου εναντίον του διαφθορέα φτωχών κοριτσιών, όταν όμως η πομπή βρέθηκε στον δρόμο, το πράγμα ξέφυγε, καθώς εξαγριωμένες γυναίκες και ύπουλοι άντρες, συνήθεις θαμώνες κακόφημων σπιτιών τάχα μου υπερασπιζόμενοι την ηθική, άρχισαν να γιουχάρουν και να φτύνουν τη γυναίκα που περπατούσε ντροπιασμένη σκεπάζοντας το πρόσωπό της δίπλα στον Παράσχο. Ένας μάλιστα κουτοπόνηρος της όρμησε και της τράβηξε το σεντόνι. Η Πηνιώ όμως που ακολουθούσε από κοντά κρυμμένη μέσα στο πλήθος, έβγαλε το ημίπαλτό της, πετάχτηκε και την τύλιξε. Τα μάτια τους διασταυρώθηκαν και η Πηνιώ κόντεψε να λιποθυμήσει. Η γυναίκα… Τη γνώριζε… Ήταν η ανιψιά της και παιδική φίλη της κόρης της, της Βιολέτας, η Λενιώ, η Λέλα όπως τη φώναζαν τώρα.

Το επόμενο πρωί, η Πηνιώ πήγε στα δικαστήρια προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητη. Οι δύο μοιχοί καταδικάστηκαν με πέντε μήνες φυλάκιση. Ο τσιφλικάς πλήρωσε την εγγύηση κι έφυγε αμέσως προσπαθώντας να αποφύγει τους δημοσιογράφους. Για τη Λενιώ όμως κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Η Πηνιώ δεν άντεξε, πλήρωσε ένα γνωστό ρεμάλι να δώσει τα λεφτά της εγγύησης και στήθηκε έξω από τα δικαστήρια ώσπου να βεβαιωθεί ότι θα βγει. Μόλις είδε τη Λενιώ, προχώρησε με ασταθή βήματα προς το μέρος της
«Λυπάμαι…», ψέλλισε η Πηνιώ κι έκανε να φύγει, μα η Λενιώ όρμησε κατά πάνω της, την αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει. Όσο και να ‘θελε να τη σφίξει πάνω της η Πηνιώ, δεν μπορούσε. Κοίταξε γύρω της ανήσυχη. «Λενιώ μου, δεν μπορώ…Έχω κόρη της παντρειάς…». Η Λενιώ τραβήχτηκε σαν καψαλισμένη. «Συγγνώμη», ψέλλισε η Λενιώ τινάζοντας τα βαμμένα μαλλιά της κι άρχισε να τρέχει.

Όλα για ένα κούτελο, σκέφτηκε η Πηνιώ και με το ζόρι συγκράτησε τα δάκρυά της. Πώς γίνεται να θεωρείται σωστός και αποδεκτός στην κοινωνία ένας άνθρωπος που χάνει την ανθρωπιά του; Ήταν τάχα αυτή καλύτερη από τη Λενιώ, που έκανε όλα αυτά ώστε να εκδικηθεί χωρίς να νοιαστεί αν θα πληγωθούν άλλοι άνθρωποι και που αρνήθηκε μια αγκαλιά και να παρηγορήσει έναν πονεμένο άνθρωπο; Πώς θα αντίκριζε την αδερφή της; Τι θα της έλεγε για τη Λενιώ; Πώς γίνεται οι ψεύτες και υποκριτές να είναι πιο αποδεκτοί από έναν ειλικρινή; Ήταν κάποιος από όλους αυτούς, τους όμοιους με λυσσασμένους λύκους, που έλεγαν ψέματα ακόμη και στον εαυτό τους και που ακολουθούσαν την πομπή ουρλιάζοντας περί ηθικής, καλύτεροι άνθρωποι από τη Λενιώ; Ήταν καλύτεροι άνθρωποι όλοι εκείνοι που έκαναν τρισχειροτερα αμαρτήματα πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών τους ή που ήθελαν να κάνουν, μα δεν είχαν τα κότσια; Πώς γίνεται στο τέλος να τιμωρείται το θύμα κι όχι ο θύτης; Γιατί θύμα ήταν η ανιψιά της. Δε θέλησε αυτή να την χαλάσει ο ξάδερφος του Παράσχου. Με τη βια την πήρε. Μα αυτοί είχαν λεφτά, κανείς δεν μπορούσε να τους τιμωρήσει. Το μυρίστηκαν τα θεριά, οι άντρες του χωριού κι ας προσπάθησαν να το κρύψουν η μάνα της και η Πηνιώ. Ακόμη ανατριχιάζει σαν θυμάται την εικόνα της Λενιως πνιγμένη στο αίμα της. Δυο μέρες την έψαχναν, ώσπου βρήκαν το κορμάκι της κομματιασμένο σε μια παλιοαποθήκη. Την είχαν βιάσει ξανά τρεις χωριανοί, αφαιρώντας της το δικαίωμα του να μπορεί να γίνει μάνα. Αντί λοιπόν οι βιαστές της να τιμωρηθούν, τιμωρήθηκε η Λενιώ. Ο πατέρας της την ξαποστείλε. Το τελευταίο που είχαν μάθει είναι ότι έπιασε δουλειά σ’ ένα εμπορικό κι από εκεί έχασαν τα ίχνη της. Αν και δε χρειαζόταν μεγάλη φαντασία για να καταλάβει η Πηνιώ τι συνέβη στο εμπορικό… Ενώ ο θύτης, ο Παράσχος και κάθε Παράσχος θα συνέχιζε τη ζωή του σα να μην έγινε τίποτα, σε λίγο όλα θα ξεχνιόταν ή θα θάβονταν κάτω από τα νέα σκάνδαλα. Έπρεπε να προστατέψει την κόρη της πάση θυσία!

Το λεωφορείο σταμάτησε στην πλατεία του χωριού. Η Πηνιώ κατέβηκε και σαν μην έχει συμβεί τίποτα, άρχισε να χαιρετά τους συγχωριανούς της, οι περισσότεροι ασχολούνταν με τον Παράσχο και σε δυο τρεις περίεργες συγχωριανές της, είπε την ιστορία που είχε ετοιμάσει. Έπρεπε να φύγουν γιατί την ειδοποίησαν ότι η αδερφή της ήταν βαριά άρρωστη και πέθαινε. Ευτυχώς όμως τα κατάφερε, έτσι η Βιολέτα έμεινε μαζί της ώσπου να γίνει τελείως καλά.

****
Σαν επέστρεψε στο χωριό η Πηνιώ ανασκουμπώθηκε κι έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Η απουσία της είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής, μα και κάμποσα ζωντανά, τα οποία οι κουτοπόνηροι συγχωριανοί θεώρησαν ότι είχαν χρέος να την απαλλάξουν από αυτά. Με τόσα χρήματα που είχε χαλάσει γι’ αυτό το ταξίδι και τη χασούρα, με το ζόρι κατάφερε να ξεχρεώσει τη μια δόση του δανείου. Εν τω μεταξύ η τράπεζα κατέσχεσε κάμποσα κτήματα του Παράσχου, τα οποία επίτηδες λες τα αγόρασε ο μεγαλέμπορος. Η Πηνιώ δε θέλησε να το τραβήξει άλλο. Αρκετοί άνθρωποι είχαν πληγωθεί από αυτήν την ιστορία. Άλλωστε κι ο Βάγγος που την είχε βρει, της φάνηκε ειλικρινής για τα αισθήματα που πίστευε ότι είχε για τη Βιολέτα, άλλο που δεν είχε ιδέα τι πάει να πει αληθινή αγάπη.

Μια νύχτα, μαλακά, διστακτικά χτυπήματα στην πόρτα της, την έκαναν να τιναχτεί. Περίμενε από μέρα σε μέρα τη Μάρθα, τη γυναίκα του τσαγκάρη να γεννήσει. Ντύθηκε γρήγορα, άρπαξε την τσάντα της και το φανάρι της κι άνοιξε με φόρα την εξώπορτά της. Η Πηνιώ μαρμάρωσε! Μπροστά της στεκόταν μια μικρή χωριατοπούλα, η Μαριγούλα, το όμορφο πρόσωπό της ήταν καταμέλανο και πρησμένο, τα πάντα καλοχτενισμένα καστανά μαλλιά της ξέπλεκα και αναμαλλιασμένα, στάζανε χοντρές σταγόνες αίμα. Τα ρούχα της βρώμικα και ξεσκισμένα ίσα που στέκονταν πάνω στο ξυλιασμένο της κορμί που έτρεμε σα να γινόταν σεισμός. Η Πηνιώ την τράβηξε γρήγορα μέσα και κοίταξε προσεκτικά αν υπήρχε κανείς τριγύρω. Αφού περιποιήθηκε την κοπέλα η οποία βρισκόταν σε σοκ και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, έτρεξε ως το σπίτι της να ειδοποιήσει τους δικούς της. Ο πατέρας της Μαριγούλας μόλις έμαθε το πάθημα της κόρης του, αντί να νοιαστεί για το πώς είναι το κορίτσι, το πρώτο πράγμα που είπε ήταν «Μας ντρόπιασε η τσούλα, που να μην ξαναπατήσει στο σπίτι μου!»

Ποιος είδε την Πηνιώ και δεν τη φοβήθηκε εκείνη τη νύχτα!

«Τι είπες Αργύρη; Για τόλμα να το ξαναπείς! Η Μαριγούλα σας ντρόπιασε; Τολμάς και μιλάς για τιμή εσύ; Ένας παρολίγον φονιάς, ένας κλέφτης, ένας βιαστής; Ή νομίζεις πως δεν ξέρω ότι ήσουν ένας από τους τρεις που βίασε και σάπισε στο ξύλο τη Λενιώ;»

«Τη χαλασμένη;» της πέταξε με υπεροψία εκείνος και το χαστούκι της Πηνιώς κόντεψε να τον ρίξει κάτω.

«Της χαλασμένης! Γιατί ένα άλλος ξετσίπωτος σας είχε προλάβει και τρέξατε και εσείς σαν τα κοράκια να την αποτελειώσετε! Θεία δίκη το λες το πάθημα της θυγατέρας σου! Αμαρτίες γονέων! Κοίτα λοιπόν να φερθείς σαν άνθρωπος! Ακούς; Γιατί ξέρω! Και ξέρεις ότι ξέρω πολλά και για σένα και για τον κανακάρη σου! Και θα σε κάνω βούκινο!»

«Καλά καλά… Πώς παίρνεις έτσι φωτιά! Μια κουβέντα είπαμε! Ποιος το ‘κανε, σου ‘πε; Να πάω να τον επιάσω, να ξεπλύνω την τιμή μας;»

«Δε μου ΄πε…» εγρουξε η Πηνιώ, «Το κορίτσι είναι σε κακά χάλια. Το χτύπησε πολύ…».

«Αχ παιδί μου!» ακούστηκε η μάνα της που έκλαιγε τόση ώρα με λυγμούς σε μια γωνιά. «Και της το ‘πα! Μακριά από τον γιο του Παράσχου! Δε μ’ άκουσε, της έλεγε πως θα την πάρει! Πως θα γινόταν κυρά, αρχόντισσα!». Η Πηνιώ πάγωσε. Το κορίτσι της. Το κορίτσι θα μπορούσε να είναι στη θέση της Μαριγούλας, αν του είχε δοθεί η ευκαιρία… Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ο Αργύρης έκατσε ξεφυσώντας. Όλη του η σιγουριά και η “αντρίλα” του εξαφανίστηκε. Κοίτα που τον έμπλεξε το παλιοκόριτσο! Τα βάζουν μωρέ με τους Παράσχους; σκεφτόταν. Η Πηνιώ κατάλαβε, του έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα όλο σιχασιά.

«Θα γίνει λοιπόν αρχόντισσα η Μαριγούλα!» είπε και χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι με αποφασιστικότητα η Πηνιώ «θα φροντίσω, εγώ! Εσείς το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να βρείτε μια πειστική δικαιολογία για το που πήγε η Μαριγουλα για καμιά δεκαπενταριά μέρες!» είπε και βγήκε.

*****

Κατηφόριζαν στο πλακόστρωτο καλντερίμι μάνα και κόρη αγκαζέ κι όλοι γυρνούσαν να τις κοιτάξουν έκθαμβοι, καθώς έλαμπαν μέσα στα καινούργια τους καλοσιδερωμένα ρούχα η Πηνιώ και η Βιολέτα. Πιο πίσω ερχόταν ο καλοβαλμένος άντρας της Βιολέτας κουβαλώντας τον μικρό γιο τους. Κατευθύνθηκαν όλοι στην κεντρική εκκλησία του χωριού όπου είχε μαζευτεί κόσμος πολύς.

«Καλώς τους δέχτηκες! Καλώς τους δέχτηκες κυρία Πηνιά» της φώναζαν οι συγχωριανοί της κι εκείνη τους έγνεφε ευχαριστώ χαμογελώντας πλατιά. Κοιτούσε κι αυτή κάθε τόσο την μονάκριβη κόρη της που έλαμπε από ευτυχία, κοίταγε και τον γαμπρό της και τον εγγονό της και με το ζόρι κρατιόταν να μην κλάψει. Μόλις πριν λίγο της είχαν ανακοινώσει ότι θα μετακόμιζαν μόνιμα στο χωριό όπου ο γαμπρός της θα άνοιγε ιατρείο και η Βιολέτα θα δούλευε σαν νοσοκόμα κι όσο αυτοί θα δούλευαν, η Πηνιώ θα κρατούσε τα εγγόνια της. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει;

«Καλώς την κουμπάρα!» της είπε η Σμαρώ, η μάνα της Μαριγούλας και την τραβολόγησε προς το εσωτερικό της εκκλησίας όπου ετοιμάζονταν να ξεκινήσει η βάπτιση του δευτερότοκου μωρού του Βάγγου Παράσχου και της Μαριγούλας. Το ‘πε και το ‘κανε η Πηνιώ, έκανε την Μαριγούλα αρχόντισσα, αν και κανείς ποτέ δεν έμαθε πως αυτή κρυβόταν από πίσω. Του την είχε στήσει μια χαρά η καπάτσα Πηνιώ.

Ο νεαρός Βάγγος Παράσχος συνήθιζε να πηγαίνει συχνά πυκνά στην κοντινή κωμόπολη για να γλεντήσει στα καμπαρέ της και πάντα κουβαλούσε και τον επιστάτη τους τον Ζούργο. Η Πηνιώ φρόντισε ώστε να γίνουν τόσο λιώμα από το πιόμα οι δυο τους που δεν καταλάβαιναν τίποτα. Έπειτα οι δυο ντερβισόμαγκες που είχε προσλάβει, τους μετέφεραν σε ένα πανδοχείο, τους ξάπλωσαν, τους γύμνωσαν και τους φωτογράφησαν σαν να ‘ταν ζευγάρι. Κόντεψε να μείνει στον τόπο ο νεαρός σαν έλαβε ένα ανώνυμο γράμμα με τις φωτογραφίες. Αν δεν παντρευόταν την Μαριγούλα, οι φωτογραφίες θα δημοσιεύονταν σε όλες τις εφημερίδες, όπως και αν τολμούσε να την ξαναχτυπήσει. Δεν είχε άλλη επιλογή. Για ένα κούτελο ζούμε, όπως διατείνονταν πάντα ο πατέρας του κι όπως όλοι ήξεραν καλά, δε χρειαζόταν να ‘ναι κάτι αληθινό για να σε κηλιδώσει. Άλλωστε δε θα άντεχε το Παρασχέικο άλλο σκάνδαλο και τόσο σύντομα. Ο γάμος έγινε χωρίς καθυστέρηση και οι γονείς του Βάγγου δεν κατάφεραν να του αλλάξουν γνώμη, όπως τότε με τη Βιολέτα, μ΄ όλα τα παρακάλια τους και τις απειλές τους. Και να που τώρα είχαν όλοι μαζευτεί για να γιορτάσουν την ονοματοδοσία της μικρής του κόρης. Έλαμπε από χαρά ο Βάγγος σαν παρέδωσε στην Πηνιώ την πολυαγαπημένη κόρη του, ένα καλοθρεμμένο δυνατό μωρό για να τη βαφτίσει ψιθυρίζοντας της «Είχες δίκιο κουμπάρα. Σαν αγαπάς αληθινά, βάζεις το καλό των αγαπημένων σου πάνω από το δικό σου και είσαι διατεθειμένος να κάνεις τα πάντα γι΄αυτούς!».

«Άργησες, μα έμαθες ν΄ αγαπάς, κουμπάρε!» του ψιθύρισε η Πηνιώ χαμογελώντας καθώς ταχτίριζε το μωρό. Σύντομα θα μάθεις και πόσο δύσκολο είναι να διαφυλάξεις τους αγαπημένους σου από όλα αυτά τα μεταμφιεσμένα σε απλοϊκούς ανθρώπους θηρία, συμπλήρωσε τη σκέψη από μέσα της κυκλώνοντας με το σκοτεινό βλέμμα της τους συγχωριανούς της…

Αναστασία Χ.

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: