,

Η καφέ βαλίτσα με τις λεβάντες

Η Διαμάντω γύρισε το κεφάλι δεξιά, έριξε μια τελευταία ματιά στην καταβεβλημένη αντρική φιγούρα που στεκόταν στην άκρη του λιμανιού και αναστενάζοντας βαθιά σήκωσε την μικρή καφέ βαλίτσα με τα μικροσκοπικά της δάχτυλα. Με βαριά καρδιά ανέβηκε την ξύλινη σκάλα του πλοίου «ΙΟΝΙΟΝ», που θα την μετέφερε σε έναν άλλο, άγνωστο για αυτή, κόσμο.

Ο λευκός δαντελένιος γιακάς που στόλιζε το μπλε φόρεμα, είχε μουσκέψει από τα δάκρυά της. Ήταν μόλις δεκαπέντε και αυτό που την χαρακτήριζε, εκτός της δροσιάς των νεανικών της χρόνων, ήταν το κοφτερό μυαλό της. Για αυτό και ο πατέρας της την είχε επιλέξει ανάμεσα στα τρία παιδιά του να φύγει στην πρωτεύουσα για την αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, αφού ήταν η μόνη που θα μπορούσε να τα καταφέρει μακριά από το σπίτι.

Ο μπάρμπα Θόδωρος ήταν ένας άντρας γύρω στα πενήντα, μετρίου αναστήματος, με μουστάκια και μαλλιά λευκά σαν το μπαμπάκι. Ήταν ψαράς στο επάγγελμα, με την δική του βάρκα, που της είχε δώσει το όνομα της μάνας του «Μαρουσώ». Το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο από την αλμύρα της θάλασσας και το καυτό του ήλιου, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να αφήνεται στην αγκαλιά της με τις ώρες και αν δεν ανησυχούσε η δόλια η μάνα και αργότερα η γυναίκα, δεν θα γύριζε πίσω την ίδια μέρα.

Τρία παιδιά έκανε και αυτά όλο κορίτσια. Πώς να τα βγάλει πέρα; Τα χρόνια είχαν περάσει χωρίς να το καταλάβει και έπρεπε να φροντίσει για την προίκα τουλάχιστον της μεγάλης, της Κατίνας, που είχε πατήσει τα είκοσι. Βιαζόταν να της βρει γρήγορα γαμπρό αν δεν ήθελε να την δει να κάθεται στο ράφι πολύ σύντομα. Έτσι αποφάσισε να στείλει την δευτερότοκη κόρη στην Αθήνα για δουλειά.

Η Διαμάντω ήταν η αγαπημένη του, γιατί είχε έναν διαφορετικό αέρα από τα υπόλοιπα κορίτσια, μπορεί να ήταν μικροκαμωμένη, αλλά ήταν δουλευταρού, δραστήρια και πολύ καπάτσα. Ένα μόνο πράγμα φοβόταν, την θάλασσα! Πού ακούστηκε παιδί δικό του να φοβάται το νερό; Έτσι με δυσκολία είπε το ναι για να φύγει για την πρωτεύουσα, όχι γιατί την τρόμαζε η μεγάλη πόλη, αλλά γιατί την φόβιζε το ταξίδι με το πλοίο. Με κόπο ανέβηκε την σκάλα, πήρε την βαλιτσούλα της αγκαλιά και έψαξε με τα μάτια της, που ακόμα ήταν υγρά και κόκκινα από το κλάμα, να βρει μια θέση μακριά από παράθυρο για να μην βλέπει τα κύματα και την πιάσει καμιά ζάλη.

Πώς είναι δυνατόν να χωρέσει όλο της το βιός σε μια βαλίτσα; Κι όμως, δυο φουστάνια είχε όλα κι όλα, το ένα το φόραγε ήδη, μαζί με μερικές αλλαξιές, ένα καπέλο και ένα ζευγάρι γάντια. Αυτό όμως που ήταν για την Διαμάντω το πιο πολύτιμο μέσα στην βαλίτσα, δεν ήταν ούτε τα φορέματα, ούτε οι αλλαξιές, ούτε τα γάντια. Ήταν ένα ματσάκι από λεβάντα. Το αγαπούσε αυτό το φυτό με τα μωβ λουλούδια, την ιδιαίτερη μυρωδιά του και όταν ήταν η εποχή που άνθιζε, αφού πρώτα τα χάζευε μέσα στις κόκκινες γλάστρες του κήπου, τα έκοβε προσεκτικά και τα τοποθετούσε με επιμέλεια σε μικρά πάνινα λευκά σακουλάκια που τα είχε ράψει μόνη της από παλιές μαξιλαροθήκες που είχαν λιώσει πια και τα έβαζε στα συρτάρια με τα ρούχα και τα λευκά τραπεζομάντηλα για να μυρίζουν όμορφα. Κάποιες φορές γέμιζε τις τσέπες της για να μοσχομυρίζουν τα χέρια της όταν τα έχωνε μέσα.

Πριν φύγει από το σπίτι της, μάζεψε λίγα κλωνάρια. Για να θυμάται το χωριό και το σπίτι που άφηνε πίσω, έβαλε τις λεβάντες στην καφέ βαλίτσα και πάνω πάνω έριξε μια φωτογραφία, την μοναδική που είχε με την οικογένειά της.

Το πλοίο έφυγε με καθυστέρηση, ήταν γεμάτο με κόσμο και από τα γύρω νησιά, ένα βουητό από ομιλίες μαζί με τον θόρυβο που έκαναν οι μηχανές γέμισαν τα αυτιά της και δεν άκουσε την ερώτηση που της έκανε ο νεαρός άντρας.
– Καλημέρα. Η θέση εδώ να είναι πιασμένη; δείχνοντας με τα χέρια του την θέση δίπλα της.

Σήκωσε το κεφάλι και αντίκρισε ένα ζευγάρι καστανά μάτια να την κοιτάζουν με απορία. Εκείνη του έκανε νεύμα με το βλέμμα να καθίσει δίπλα της και αυθόρμητα έσκυψε το κεφάλι για να μην δει ο ξένος άντρας τα κόκκινα από ντροπή μάγουλά της.

– Όχι, μπορείτε να καθίσετε… απάντησε στον ξένο και στο δευτερόλεπτο γύρισε το κεφάλι της στα δεξιά κοιτώντας την θάλασσα από το παράθυρο.

Δεν τα πήγε ποτέ καλά με το υγρό στοιχείο, σε αντίθεση με τις αδελφές της που έψαχναν ευκαιρία να χωθούν κρυφά στην βάρκα του πατέρα. Εκείνης της άρεσε η γη, το χώμα, ιδιαίτερα μετά την βροχή. Ήταν βουνίσια η Διαμάντω κι ας είχε γεννηθεί σε νησί και τώρα που έπρεπε να φύγει μακριά από το σπίτι, την μίσησε ακόμη περισσότερο. Δέκα ώρες ήταν το ταξίδι μέχρι τον Πειραιά, πώς θα περνούσε ο χρόνος αναρωτιόταν, οι δέκα ώρες της φάνηκαν δέκα χρόνια. Το μυαλό της ήταν στο χωριό και στην οικογένεια που άφησε πίσω. Τα μάτια ήταν ερμητικά κλειστά σε όλο το ταξίδι και ευτυχώς ο ύπνος υπήρξε σύμμαχός της για πολλές ώρες. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε το κούνημα του πλοίου και ξύπνησε από το θόρυβο των κυμάτων που χτυπούσαν τα πλαϊνά του. Κρύος ιδρώτας την περίλουσε, τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν και τα μάτια της θόλωσαν από τα δάκρυα.

-Μη σε πιάνει πανικός, δεν θα κρατήσει πολύ… της είπε ο άντρας και της έπιασε το χέρι απαλά για να την ηρεμήσει.

Εκείνη τον κοίταξε επίμονα χωρίς να πει κουβέντα, τα μάτια της τα έλεγαν όλα. Δεν πέρασε πολύ ώρα και η θάλασσα άλλαξε χρώμα από το σκούρο φουρτουνιασμένο, αφρισμένο σκούρο μπλε, σε ένα πιο γαλήνιο, πιο ήρεμο. Πόσο γρήγορα αλλάζει αυτή η θάλασσα! Τώρα κατάλαβε τον πατέρα της όταν μίλαγε συνέχεια για τα πολλαπλά πρόσωπά της, τη μια να είναι γλυκιά και απαλή και την άλλη απειλητική. Πώς να εμπιστευτεί τα κύματα που θα την οδηγούσαν σε ένα άλλο μέρος, όταν είχε ακούσει τόσες ιστορίες από τον γέρο Θόδωρο; Ευτυχώς βρέθηκε αυτός ο ξένος να την ηρεμήσει, έτσι αφέθηκε στους απαλούς τόνους της φωνής του και ξέχασε τις αγωνίες της μέχρι να φτάσει στο λιμάνι.

Επιτέλους φάνηκε η στεριά και όταν το πόδι της ακούμπησε το έδαφος, η αγαλλίαση που αισθάνθηκε ήταν μεγάλη. Ευτυχώς την περίμενε ο οδηγός της οικογένειας που θα πήγαινε να δουλέψει, έτσι δεν χρειάστηκε να ανησυχήσει για την μεταφορά της στο νέο της σπίτι.

Όσο πλησίαζε σε αυτό, τόσο πιο σφιχτά κρατούσε την βαλίτσα πάνω της. Με το που αντίκρισε τον κήπο, αμέσως χαλάρωσε, της θύμιζε τον δικό της στο νησί. Φυσούσε εκείνη την ημέρα και στα ρουθούνια της ήρθε μια γνώριμη μυρωδιά, γύρισε το κεφάλι να ψάξει το αγαπημένο της λουλούδι και τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα χαράς όταν είδε τις αγαπημένες της λεβάντες να χορεύουν στον ρυθμό του αέρα.

Όταν μπήκε στο σπίτι, την υποδέχτηκε η οικονόμος, της έδειξε το δωμάτιό της, τακτοποίησε τα πράγματά της και ακολούθησε την γυναίκα με τα γκρίζα μαλλιά στην κουζίνα για να πάρει μία πρώτη γεύση από τους χώρους που θα δούλευε από εδώ και στο εξής. Ευτυχώς οι δουλειές του σπιτιού της ήταν οικείες και πολύ σύντομα είχε εξοικειωθεί με τον χώρο. Δεν είχε πολλές επαφές με τα αφεντικά της, καλύτερα, έλεγε από μέσα της. Όταν έβρισκε χρόνο ασχολούνταν με την κηπουρική και βοηθούσε τον καημένο τον κηπουρό, έναν υπέροχο ασπρομάλλη άνθρωπο που τις θύμιζε τον πατέρα της.

Πέρασε ο πρώτος καιρός και μπόρεσε να στείλει το πρώτο γράμμα στους δικούς της, μαζί με τα πρώτα χρήματα που είχε κερδίσει με τόσο κόπο, προσθέτοντας μέσα ένα κλωναράκι λεβάντα για να την θυμούνται.

Ήρθαν τα πρώτα Χριστούγεννα και οι προετοιμασίες για το οικογενειακό γεύμα είχαν αρχίσει από πολύ νωρίς. Η κουζίνα είχε γεμίσει με τρόφιμα που δεν είχε δει ποτέ στην ζωή της, φρούτα, κρέατα, ψαρικά, κρασιά και ό,τι άλλο μπορούσε να ικανοποιήσει και τον πιο δύστροπο άνθρωπο. Το σπίτι είχε φορέσει τα γιορτινά του με το τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο να κυριαρχεί στο σαλόνι δίπλα στο τζάκι.

Μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι καλεσμένοι. Συγγενείς, φίλοι, με τις γυναίκες να πρωταγωνιστούν με τις τουαλέτες τους, τα τούλια, τους ταφτάδες και φυσικά τα πολύτιμα κοσμήματα που στόλιζαν τους λαιμούς τους. Ο τελευταίος καλεσμένος που έφτασε, ήταν ο ξάδελφος του κυρίου της, ένας ένστολος, ψηλός, επιβλητικός άντρας, που έκανε μία εντυπωσιακή είσοδο στο σπίτι. Μπήκε μέσα και όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν με θαυμασμό. Αλλά δεν ήταν μόνος, είχε και συνοδεία έναν ναύτη που ήταν ο οδηγός του. Η Διαμάντω κοιτούσε από το μικρό άνοιγμα της πόρτας που οδηγούσε στο σαλόνι και με έκπληξη αναγνώρισε τον νεαρό. Ήταν ο ίδιος που την είχε συντροφεύσει στο ταξίδι της από το νησί. Πόσο μικρός είναι ο κόσμος, σκέφτηκε.

Ήρθε η ώρα του σερβιρίσματος και μαζί με τις υπόλοιπες υπηρέτριες βγήκε να σερβίρει. Όταν έσκυψε πάνω από τον στρατιωτικό, έχασε για λίγο την ισορροπία της και θα γινόταν ατύχημα αν δεν την έπιανε από το χέρι η οικονόμος. Η Διαμάντω κοκκίνισε και αμήχανα ζήτησε συγνώμη. Ο καλεσμένος της χαμογέλασε παρατηρώντας την ομορφιά της και τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια. Τι περίεργο κορίτσι, σκέφτηκε.

Η μέρα κύλησε ομαλά και η μικρή επέστρεψε στην κουζίνα για ένα σύντομο διάλειμμα. Εκεί συνάντησε τον νεαρό ναύτη που καθόταν στο τραπέζι απολαμβάνοντας ένα εύγεστο γεύμα. Εκείνος σήκωσε τα μάτια του την αντίκρισε και αμέσως την θυμήθηκε. Πώς να ξεχάσει αυτά τα μάτια; Η κοπέλα του ευχήθηκε καλά Χριστούγεννα και του πρόσθεσε λίγο φαγητό ακόμη στο πιάτο, στην προσπάθειά της να διώξει την αμηχανία της. Σε λίγο έγιναν οι συστάσεις και οι λέξεις έβγαιναν από τα χείλη τόσο άνετα, σαν να ήταν φίλοι από καιρό.

Ήταν η σειρά της Διαμάντως να σερβίρει τον καφέ στους καλεσμένους. Όταν στάθηκε μπροστά στο παραλίγο θύμα της, εκείνος την ρώτησε το όνομά της και εκείνη απάντησε κοιτώντας τον δίσκο με τους καφέδες. Πώς να τολμήσει να σηκώσει το βλέμμα και να κοιτάξει έναν τόσο επιβλητικό και συγχρόνως όμορφο άντρα ανάμεσα σε τόσο κόσμο;

Ο Αργύρης, αυτό ήταν το όνομα του στρατιωτικού, ήταν ένας ικανότατος άντρας με πολλές επιτυχίες στην μέχρι τώρα θητεία του, αλλά είχε τη φήμη του πιο σκληρόκαρδου εργένη, γιατί άλλαζε τις γυναίκες πολύ εύκολα. Εκείνες με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να σταθούν στο πλάι ενός τόσου σημαντικού προσώπου με δόξα και τιμή όπως το απαιτούσε η εποχή, έπεφταν στην παγίδα που τόσο εύκολα έστηνε εις βάρος τους. Ο Αργύρης είχε κανονίσει να μείνει για λίγες μέρες στο σπίτι μέχρι την Πρωτοχρονιά, έτσι θα είχε την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα την μικρή που του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ήταν έξυπνος και η εμπειρία του τον βοήθησε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της μικρής που μύριζε λεβάντα κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της. Αυτή η μυρωδιά τον ζάλιζε, ούτε το πιο ακριβό άρωμα δεν συγκρινόταν με αυτό το μωβ λουλούδι που ήταν τόσο όμορφο και τόσο απλό. Ύστερα από τρεις βραδιές, κατάφερε να μπει στο δωμάτιό της και την έκανε δικιά του. Ήξερε πώς να ρίξει μια κοπέλα σαν την Διαμάντω στο κρεβάτι, δεν ήταν πρωτάρης, είχε σπουδάσει, όχι μόνο την τέχνη του έρωτα, αλλά και την τέχνη του ξεμυαλίσματος.

Η μικρή αισθάνθηκε ντροπή, αποκάλυψε στην κυρία της το συμβάν και χωρίς να το σκεφτεί, μαζί με τον άντρα της στρίμωξαν τον Αργύρη να την παντρευτεί άμεσα. Σιγά μην υπέκυπτε σε τέτοιες πιέσεις. Αυτός που είχε επιβιώσει στον μεγάλο πόλεμο, που διοικούσε τόσους ναύτες, δεν υπήρχε περίπτωση να παντρευτεί χωρίς την θέλησή του. Η εξασφάλιση της ελευθερίας του ήταν το πιο πολύτιμο που έπρεπε να διατηρήσει με οποιοδήποτε κόστος. Έτσι κι έγινε κι ας ήταν όλοι εναντίον του, ακόμη και όταν η Διαμάντω ανακοίνωσε με ντροπή ότι ήταν έγκυος. Κι εκείνη δεν ήθελε να παντρευτεί κάτω από τέτοιες συνθήκες, ήθελε έναν γάμο σαν κι εκείνο των γονιών της, φτωχοί μεν αλλά σπουδαίοι, γεμάτοι αγάπη και συντροφικότητα. Ένα κρύο βράδυ με πανσέληνο, κάθισε στον κήπο δίπλα στην αγαπημένη της γλάστρα με την πιο φουντωτή λεβάντα, έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε τον εαυτό της δίπλα στον Αργύρη. Ίσως ένας γάμος να έλυνε το βιοποριστικό της πρόβλημα, αλλά η ψυχή της θα ήταν μαύρη. Όχι, θα το πάλευε μέχρι το τέλος, στην ανάγκη θα έφευγε μακριά, είχε λίγα χρήματα στην άκρη για τον πρώτο καιρό, γνωρίζοντας πόσο δύσκολο θα ήταν να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της. Το επόμενο πρωινό ανακοίνωσε στα αφεντικά της την απόφασή της να απαλλάξει τον «σπουδαίο» άντρα από την υποχρέωση της αποκατάστασής της και ότι ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει όλες τις πιθανές δυσκολίες. Ανακούφιση και χαρά γέμισε την ψυχή του Αργύρη και χωρίς δεύτερη σκέψη εξαφανίστηκε από την ζωή της μικρής και των συγγενών του. Η Διαμάντω δέχτηκε την μοίρα της και σε λίγο καιρό κρατούσε στην αγκαλιά της μία όμορφη κόρη. Ευτυχώς έμεινε στο σπίτι αυτό και η διαμονή της ήταν ήρεμη και ασφαλής, όλοι αγάπησαν το μωρό κι ας μην υπήρχε πατέρας να φροντίσει για αυτό.

Τα επόμενα Χριστούγεννα ήταν πολύ διαφορετικά για την Διαμάντω, που μέσα σε δύο χρόνια είχε αλλάξει η ζωή της και εκείνη είχε μεγαλώσει απότομα. Εκείνο το πρωινό άκουσε το κουδούνι της πόρτας της κουζίνας και άνοιξε γρήγορα γιατί περίμενε τον φούρναρη με τα φρέσκα ψωμιά για το δείπνο της ημέρας. Με έκπληξη αντίκρισε τον Αντώνη, τον καλό της φίλο, που ήξερε να την ηρεμεί στις δύσκολες στιγμές της. Είχε ακούσει για την περιπέτειά της, αλλά μέχρι εκείνη την ημέρα δεν είχε βρει το θάρρος να την βρει και να της εκφράσει τα συναισθήματά του. Η Διαμάντω τον άκουγε με προσοχή και δεν πίστευε στα αυτιά της, στην καλή της τύχη, γιατί τον συμπαθούσε υπερβολικά αυτόν τον νέο και όταν αυτός της πρότεινε να παντρευτούν, εκείνη δέχτηκε με χαρά, όχι γιατί θα είχε έναν πατέρα το παιδί της, αλλά γιατί αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να απομακρύνει τους φόβους της.

Ο γάμος τους έγινε μετά από έναν μήνα και οι μπομπονιέρες ήταν λευκά μικρά σακουλάκια από λινό ύφασμα, γεμισμένα με κουφέτα και λεβάντα. Λίγο αργότερα, στον ερχομό της άνοιξης, έγινε και η βάφτιση της μικρής, που της έδωσε το όνομα της μάνας της, Δέσποινα.

Τα χρόνια πέρασαν και μοιάζανε σεντόνι, η Διαμάντω έμεινε χήρα, γέρασε κι αυτή και άφησε προίκα στην κόρη της την καφέ βαλίτσα, το μπλε φόρεμα με τον δαντελένιο λευκό γιακά, τα γάντια, τις φωτογραφίες με την οικογένεια στο νησί, τους παππούδες της και τις θείες, τα σακουλάκια με τις λεβάντες και κάθε φορά που η Δέσποινα φοβόταν την ίδια την ζωή με τις δυσκολίες της, τον κόσμο που ήταν σκληρός και απόμακρος, την άνοιγε και κοίταζε με θαυμασμό τα ρούχα της μάνας της που αντιστάθηκε σε έναν δυστυχισμένο γάμο. Σαν να την έβλεπε να ανεβαίνει την σκάλα του πλοίου κρατώντας την σφιχτά με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα. Ήταν η ίδια γυναίκα με το πανέμορφο νυφικό κρατώντας τα λευκά τριαντάφυλλα από το ένα χέρι και από το άλλο εκείνη μωρό, δίπλα στον Αντώνη της, τον πατέρα της! Πόσο τυχερή ήταν πραγματικά! Πόσο όμορφες ήταν οι λεβάντες της μέσα στις κόκκινες γλάστρες της!

Δήμητρα Καμπόλη

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: