,

Το καλοκαίρι που σε συνάντησα

Το καλοκαίρι που σε συνάντησα, ήταν όταν έμαθα να βλέπω τη ζωή αλλιώς.
Το καλοκαίρι που σε γνώρισα, ήταν που κατάφερα και γνώρισα καλύτερα και τον ίδιο μου τον εαυτό.
Το καλοκαίρι που σε βρήκα, ήταν το καλοκαίρι που αποφάσισα να ζω χωρίς απωθημένα. Που κατάλαβα πως περισσότερο πονάει το να μένεις στάσιμος, παρά να τολμάς κάτι διαφορετικό.

Ήταν το καλοκαίρι των αλλαγών, των ρίσκων, των περιπετειών και των ονείρων. Γιατί τότε είδα πως αν δεν κάνεις το βήμα, όσο τρελό και παράλογο κι αν είναι, ποτέ δε θα μάθεις μέχρι πού μπορείς να φτάσεις. Γιατί αναγνώρισα πως εμείς έχουμε ευθύνη να εκπληρώσουμε τα όνειρα που κάνουμε και πως αν δεν βάλουμε στόχους και θέσουμε πλάνο, απλά θα τα κρύψουμε (και αυτά) σε ένα συρτάρι και θα μεμψιμοιρούμε για τις ευκαιρίες που χάσαμε.

Το καλοκαίρι που σε γνώρισα, έγραψες το όνομά μου στην άμμο. Δεν το είχε ξανακάνει κανείς και μου φάνηκε αστείο. Μα μου χαμογέλασες και μου έκλεισες το μάτι όταν πρόσθεσες μια καρδιά. Και εγώ κοκκίνισα σαν παιδάκι στο πρώτο του φλερτ. Εκεί όμως ένιωσα πως τελικά δεν θέλουμε πολλά για να είμαστε ευτυχισμένοι. Απλά δίνουμε πολλή σημασία στα περιττά και αφαιρούμε το νόημα από τα απλά που έχουν και περισσότερη αξία. Ξεχνάμε τι θέλουμε, γιατί αφήνουμε να μας το καθορίσουν άλλοι και στην πορεία χάνουμε ακόμα κι εμάς τους ίδιους.

Το καλοκαίρι που σε συνάντησα, είδα να ανοίγεται μπροστά μου ένας απέραντος κόσμος και ενθουσιάστηκα για το τι μπορεί να βρω εκεί έξω. Μου κράταγες το χέρι κι ένιωθα να πετάω. Γιατί είδα πώς είναι να σε προσέχει κάποιος πιο πολύ κι από τον ίδιο του τον εαυτό, να σου δίνει νερό κι ας διψάει, να σε έχει έννοια όταν λείπει και ξέρει πως δεν ήσουν καλά. Είδα πως είναι να συμβαίνουν τα αυτονόητα χωρίς να χρειάζεται να τα εξηγείς. Να σε νοιάζονται και να στο δείχνουν.

Το καλοκαίρι που σε συνάντησα, μύριζε αγάπη και όλα γύρω ήταν πιο πολύχρωμα, πιο ζωντανά, πιο μουσικά, πιο όμορφα. Ίσως γιατί ήρθες εσύ. Ίσως γιατί βρήκα εμένα.

Το καλοκαίρι εκείνο κάναμε ταξίδια. Και μαζί και μόνοι. Ανακαλύψαμε μέρη που ούτε στο χάρτη δεν εντοπίζαμε. Βρήκαμε γωνιές που απογείωναν τις αισθήσεις και ηρεμούσαν το μυαλό. Εξερευνήσαμε τοπία αλλά και εμάς. Εισχωρήσαμε στις σκέψεις, στα συναισθήματα, στους στόχους και τα όνειρά μας. Δώσαμε υποσχέσεις που πιθανόν να μην κρατήσουμε, μα είδαμε πως ακολουθούμε μια κοινή πορεία. Πως μπορεί να γίνει αυτό – να συνυπάρξουν δυο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί κι όμως τόσο όμοιοι στον τρόπο που σκέφτονται και στο τι ζητούν από τη ζωή.

Το καλοκαίρι που βρεθήκαμε, γέλασα τόσο πολύ που πόνεσε η κοιλιά μου. Κι εσύ γελούσες που γελούσα τόσο. Και χαμογελούσα σε σημείο που πονούσαν τα μάγουλά μου. Μα τα μάτια σου έλαμπαν όταν με έβλεπες και αυτό μόνο άξιζε. Με έκανες χαρούμενη και το ένιωθα βαθιά μέσα μου. Το καλοκαίρι αυτό άγγιξα την ευτυχία και αναγνώρισα πως υπάρχει.

Το καλοκαίρι που ήρθα στο μονοπάτι σου, μου είπες ότι κάτι σε τράβηξε εκεί. Ή μήπως εμένα είχε ελκύσει και με οδήγησε σε εσένα; Μου αστειευόσουν για το πώς η τύχη μας ένωσε, μα κατά βάθος εμείς την είχαμε οδηγήσει στο να μας συστήσει. Δεν κατάλαβα ποτέ αυτή τη θεωρία συνομωσίας σου, γιατί με είχε καταβάλει η ρακή εκείνο το βράδυ που την αράδιαζες. Μα μου φάνηκε ενδιαφέρον και αρκετά εφικτή ως πιθανότητα, έτσι την ενστερνίστηκα κι εγώ. Έτσι σου είπα δηλαδή κι ας μην θυμόμουν το επόμενο πρωί σε τι είχα συμφωνήσει.

Το καλοκαίρι εκείνο μαζί σου ένιωσα ασφάλεια, γιατί με κοίταζες στα μάτια και το βλέμμα μου εισχωρούσε στα βάθη της ψυχής σου. Γιατί μου έπιανες το χέρι και ένιωθα τον παλμό σου στο δικό μου. Γιατί με κρατούσες αγκαλιά όλες τις στιγμές που ήξερες ότι το ήθελα χωρίς να σου το ζητήσω και μοιραζόμασταν το ίδιο χτύπο καρδιάς. Γιατί με διάβαζες ακόμα κι όταν κλεινόμουν και σε άφηνα στην απ’ έξω.

Το καλοκαίρι που σε συνάντησα, άλλαξε ο κόσμος. Άλλοι το έλεγαν κλιματική αλλαγή, άλλοι εγκληματική πράξη, άλλοι σύμπτωση κι άλλοι καθαρή τύχη, μα τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο. Και το βιώσαμε μαζί. Ζήσαμε κάτι έντονο. Τόσο που πολλοί μας έλεγαν πως δεν μπορεί μια σχέση να βασιστεί σε ένα τόσο δυνατό πλαίσιο αδρεναλίνης. Πως τα αισθήματα ξεθωριάζουν όταν διαφοροποιηθούν οι συνθήκες. Πως δεν γνωρίζεις κάποιον τόσο σύντομα. Πως κανείς δεν είναι αληθινά αυτό που εμφανίζει στην πρώτη γνωριμία. Πως η πρώτη εντύπωση σπάνια είναι η ορθή. Μα δεν ακούσαμε κανέναν. Γιατί κανείς δεν ξέρει καλύτερα από εσένα τον ίδιο τι θες και τι σε κάνει χαρούμενο. Το τι νιώθαμε και τι βλέπαμε, ήταν κάτι αποκλειστικά δικό μας. Κάτι που μοιραστήκαμε εμείς σε εκείνη τη βουνοκορφή, σε εκείνο το ποτάμι, σε εκείνη την παραλία.

Το καλοκαίρι που βρεθήκαμε, ήταν το καλοκαίρι που αποφάσισα να τα αλλάξω όλα. Που διερωτήθηκα αν αξίζει τελικά να πιέζεσαι για να ανήκεις κάπου που δεν σε αντιπροσωπεύει αληθινά, παρά το να ελευθερωθείς κάνοντας αυτό που πραγματικά σου αρέσει ενάντια σε όλα τα κατεστημένα και τις γνώμες των άλλων. Ήταν το καλοκαίρι που αντιλήφθηκα πως δίνουμε πολύ βάρος σε όλους τους άλλους και στα κοινωνικά πρέπει που μας περιβάλλουν, παρά σε εμάς τους ίδιους. Ήταν το καλοκαίρι που πήρα τα ηνία για να υποδείξω εγώ την πορεία μου.

Το καλοκαίρι που με σημάδεψες, χάραξα το όνομά μου στην ψυχή σου κι ας δυσκολευόσουν στην αρχή να το προφέρεις. Δε θα το ξεχάσεις ποτέ τώρα, είμαι σίγουρη. Γιατί ήταν το καλοκαίρι που άκουσες την καρδιά σου και σε κατεύθυνε σε εμένα. Σου έδειξε κάτι άλλο, κάτι πέραν από ό,τι είχες συναντήσει μέχρι τότε. Γέλασες, ερωτεύτηκες, γεύτηκες, κολύμπησες, περπάτησες, ένιωσες, έζησες σαν να τα έκανες όλα για πρώτη φορά.

Το καλοκαίρι που με γνώρισες, μου είπες “τώρα όλα αλλάζουν” και ήξερες πως πλέον τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο.
Το καλοκαίρι που βρεθήκαμε, η πυξίδα άλλαξε γραμμή. Κι αν δεν σε ξαναδώ ποτέ, αυτό και μόνο πια μου αρκεί.

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: