,

Τα λέμε… ή μήπως όχι;

Πόσες αποχρώσεις έχει μια φράση; Σε πόσους χρωματισμούς μπορείς να πεις κάτι; Κάτι τόσο μικρό και απλό.
Το ακούς συνέχεια: «Τα λέμε». Μα συχνά, δεν τα λέμε ποτέ. Και ούτε είχαμε εξαρχής σκοπό.

Όταν συναντηθήκαμε όμως, όταν τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν σαν κυματισμοί από ηλεκτροσόκ, αυτή τη φράση περιμέναμε και οι δυο να ακούσουμε. Μα προπάντων να υλοποιήσουμε.

Μιλούσαμε για μια ώρα μετά το ‘χάρηκα’ της πρώτης γνωριμίας. Γιατί αληθινά είχαμε χαρεί και οι δυο. Το θυμάσαι; Το έβλεπες στα μάτια μου και το πρόδιδε η γλώσσα του σώματός σου: εκείνο το τεράστιο χαμόγελο που δεν έλεγε να σβήσει από τα χείλη σου και η αφορμή που έβρισκες να συνεχίζουμε για λίγο ακόμη την κουβέντα, ακόμα κι όταν φαινομενικά δεν είχαμε κάτι άλλο να πούμε.

Το κατάλαβα ότι θα τα ξαναπούμε. Το νιώθεις εξάλλου όταν κάτι πάει καλά. Το αισθάνεται η ψυχή σου, το ένστικτό σου, η καρδιά σου. Είναι εκείνη η ευφορία που σε πλημμυρίζει και οι πεταλούδες – όπως τις ονομάζουμε – που ξαφνικά φτερουγίζουν μέσα σου.
Θυμάσαι;

Θυμάσαι πώς φώτιζες με κάθε μήνυμα που σου έστελνα και πως μπλέκαμε σε ένα διάλογο κωδικοποιημένο μόνο για μας; Που με έκανες και γελούσα μόνη μου στο γραφείο, στο δρόμο, στη σκέψη και μόνο του τι μου είπες; Θυμάσαι; Γιατί ήταν ίσως η καλύτερη στιγμή της ημέρας – έτσι παραδέχτηκες κι εσύ – μέχρι την στιγμή που θα με αντίκριζες μπροστά σου και θα μπορούσες να δεις δια ζώσης το διάπλατο χαμόγελό μου που εσύ είχες δημιουργήσει.
«Τα λέμε μετά». «Τα λέμε το βράδυ». «Τα λέμε το πρωί».

Ήθελα να τα λέμε συνέχεια. Όπως κι εσύ. Και τα λέγαμε πολύ. Τόσο που όλοι αναρωτιόντουσαν τι λέγαμε τόσο τελικά;
Και εγώ φοβόμουν πως ξαφνικά δε θα είχαμε κάτι άλλο να πούμε. Μα έτρεμα τη σκέψη και την έδιωχνα όπως τινάζεις ιστούς αράχνης από τις γωνιές του σπιτιού. Δεν ήθελα να υπάρχει αυτή η πιθανότητα.
Εμείς θα τα λέμε. Συνέχεια και πάντα.
Έτσι υποσχέθηκες, κρατώντας μου το χέρι και κοιτάζοντας με στα μάτια.
Μα κανείς δεν ξέρει τι μέλλει η μοίρα. Απλά το δέχεσαι, το αποδέχεσαι και προχωράς.
Γιατί όλο κάτι συμβαίνει. Δεν είναι στο χέρι μας να ελέγξουμε μερικά πράγματα.

Η ζωή έχει τους δικούς της ρυθμούς και συχνά μας παρασέρνει. Τα λέγαμε όλο και αραιότερα. Γιατί ήσουν κουρασμένος, γιατί με έπαιρνε ο ύπνος χωρίς καν να προλάβω να κάνω όσα ήθελα μετά τη δουλειά. Γιατί… έτσι. Για χίλιους δυο λόγους που μπορεί να μην είχαν ουσία, που στα αυτιά όσων θέλουν πραγματικά ακούγονται κούφιες δικαιολογίες.
Κι έτσι απλά δεν τα λέγαμε πια. Τουλάχιστον όχι τόσο.

Ώσπου δεν τα λέγαμε και καθόλου.
Μας έκοψε την επικοινωνία εκείνο το αμάξι που με χτύπησε. Που με λύγισε στη μέση και μου έσβησε το φως.
Μα δεν ήσουν εσύ εκείνος που κάλεσαν πρώτα. Γιατί δεν ήσουν εσύ εκείνος με τον οποίο τελευταία αντάλλαζα συχνότερα κλήσεις.
Κι ας ήσουν εσύ αυτός που ήθελα εκεί.

Σε ειδοποίησαν αρκετά αργότερα. Μα άργησες να έρθεις. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί. Κι αυτό μια ανούσια δικαιολογία μου ακούστηκε. Τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από μια ανθρώπινη ζωή. Κι όποιος θέλει πάντα βρίσκει και τρόπο και χρόνο και ενέργεια να σε δει. Ήταν πλέον ξεκάθαρο αυτό.

Όταν ήρθες να τα πούμε, πλέον δεν ήθελα εγώ.
Γιατί ήταν το δικό σου μήνυμα που διάβαζα όταν μπήκα στο δρόμο, κόβοντας απότομα τη διέλευση ενός οχήματος που δεν πρόλαβε να φρενάρει. Προσπαθούσα ακόμα να καταλάβω πώς από τα πάντα μπορούμε να καταλήξουμε να μη λέμε τίποτα. Πώς κόβεται η επικοινωνία ξαφνικά. Πώς από δυο άτομα που μοιράζονται τόσα, προοδευτικά γινόμαστε πάλι δυο ξένοι που αδιαφορούν ο ένας για τον άλλον, συνεχίζοντας παράλληλες υπάρξεις σαν να μην διασταύρωσαν ποτέ ζωές.

Δε φταις. Μα φταις και συνάμα. Όσο φταίω κι εγώ. Εμείς το επιτρέψαμε. Και γινόμαστε εν τέλει θύματα των επιλογών μας. Των όσων αφήνουμε να μας συμβούν. Των όσων επιτρέπουμε να μας επηρεάσουν. Των όσων ανεχόμαστε.

Σκέφτομαι εκείνο το καρδιοχτύπι της πρώτης μας ματιάς και πώς έφτασε να γίνεται ένα ιδρωμένο μέτωπο και ένα σφιγμένο στομάχι. Πώς από εκεί που ανυπομονούσαμε να ιδωθούμε, ξαφνικά παρακαλούμε να μην πέσουμε ο ένας στον άλλον γιατί θα είναι αμήχανα και δεν θα ξέραμε πώς να αντιδράσουμε.

Μερικές φορές τελικά είναι όντως καλύτερα να μην ξέρεις.
Και αληθεύει πως το καινούργιο καρδιοχτύπι που θα ‘ρθει, θα αναιρέσει όλα τα προηγούμενα. Μα παραμένουν όμως όλα τα αισθήματα εκεί, σαν ουλές από τραύματα που δε επουλώνονται εντελώς, αλλά απλά σου θυμίζουν να μην παρασυρθείς.

Για να ακούς ‘τα λέμε’ και να μην το παίρνεις πια τοις μετρητοίς.
Γιατί όταν αρχίζει κάτι ωραίο, για αυτό το ‘τα λέμε’ αναπνέεις. Περιμένεις να τ’ ακούσεις και μετέπειτα να το δεις να υλοποιείται. Σαν μια υπόσχεση που καραδοκείς να εκπληρώσει ο κάτοχός της.

Μα αργότερα, όσο ξεθωριάζουν τα λόγια, προδομένα από τις πράξεις που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν, φθείρεται και η έννοια της ίδιας της φράσης αυτής.
«Τα λέμε» ακούς και ξέρεις πια πως λέγεται απλά για να ειπωθεί κάτι. Να καλύψει την άβολη, σχεδόν ένοχη σιωπή, ανάμεσα σε δυο ψυχές που ενώθηκαν για μια στιγμή και απλά έγιναν ξένες πάλι, ή άλλες που δεν έμελλαν και ποτέ να ενωθούν.

Το ‘τα λέμε’ εσωκλείει όλες τις εκφάνσεις του ‘μπορεί’.
Μπορεί να τα πούμε και να χαίρεσαι για αυτό και να είναι και αμοιβαίο. Αλλά ίσως και να μην ξαναϊδωθούμε και να είμαστε και εντάξει και με αυτό.

Είναι όπως το πάρεις, όπως το αισθάνεσαι, όπως το προσδοκείς και γενικά, όπως το φέρει και η μοίρα μερικές φορές.
«Τα λέμε», λοιπόν.
Μα ίσως κι όχι…

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: