,

Ο καθρέφτης

Ήταν μεσημέρι μετά τη δουλειά και η Άννυ περπατούσε σε ένα κοντινό στη δουλειά της δρομάκι… Κουρασμένη και αρκετά αγχωμένη για το πλήθος της γραφειοκρατίας που είχε να ετοιμάσει για την επόμενη μέρα, είχε το βλέμμα της χαμένο, δίχως να παρατηρεί γύρω της τους περαστικούς και τις βιτρίνες. Μια βραχνή φωνή όμως, διέκοψε απότομα τις σκέψεις της. «Κοπελιά, αγόρασε έναν καθρέφτη, να βλέπεις κάθε πρωί το όμορφο πρόσωπό σου. Είμαι μόνη στον κόσμο και άρρωστη και είναι ο μόνος μου τρόπος να επιβιώσω…». Γύρισε το κεφάλι της και είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα, μπροστά σε έναν πάγκο γεμάτο καθρέφτες μικρού και μεσαίου μεγέθους. Της έκανε εντύπωση, μιας και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε κάποιον στο δρόμο να πουλάει μονάχα καθρέφτες και δίχως να το σκεφτεί αγόρασε έναν.

Η ηλικιωμένη χαμογέλασε «Χίλια ευχαριστώ, να τον χαρείς σου εύχομαι και ο Θεός να σου ανταποδώσει το καλό που έκανες σήμερα. Θέλω να προσέχεις τον καθρέφτη αυτόν σαν τα μάτια σου όμως, να μη ραγίσει… Εάν ραγίσει, θα ραγίσεις κι εσύ μέσα σου, θα πάθεις μεγάλο κακό. Θα βυθιστείς σε αυταπάτες, θα χάσεις τον εαυτό σου. Αυτός ο καθρέφτης έχει την ιδιότητα να συγχρονίζει τον εσωτερικό σου κόσμο, στην κατάστασή του. Διατήρησέ τον καθαρό και όμορφο για να νιώθεις όμορφα κι εσύ» της είπε τοποθετώντας τον καθρέφτη της σε μια σακούλα. Εκείνη γέλασε, θεωρώντας τις κουβέντες της ως την παραφροσύνη μίας ηλικιωμένης. Όταν έφτασε σπίτι, τοποθέτησε τον καθρέφτη πάνω σε ένα ράφι στο δωμάτιό της. Καθρεφτίστηκε λίγο σε αυτόν ενθυμούμενη τα λόγια της γριάς, μα δεν έβλεπε τίποτα ιδιαίτερο, μήτε ένιωθε διαφορετικά, οπότε πώς εάν έσπαγε θα της έκανε τέτοια ζημιά; Δεν έστεκε με τη λογική…

Πέρασαν οι μέρες και ξέχασε την ύπαρξή του, δεν ήταν πια τίποτε παραπάνω από ένα διακοσμητικό μέσα στο δωμάτιό της. Δεν τον χρησιμοποιούσε συχνά, μιας και είχε και άλλον, μεγαλύτερο καθρέφτη, στον οποίο σπαταλούσε αρκετή ώρα κάθε μέρα για να ετοιμαστεί, αλλά και για να επιβεβαιωθεί πως η εικόνα της είναι αυτή που πρέπει. Την άγχωνε πολύ η εμφάνισή της, μιας και μετά την εγκυμοσύνη της είχε πάρει πολλά κιλά, τα οποία χρειάστηκε πολύ καιρό να χάσει. Ο άντρας της ήταν δίπλα της σε όλο αυτό και δεν έδειχνε να έχει αλλάξει κάτι μήτε στη συμπεριφορά του απέναντί της, μήτε στο πόσο την ήθελε σαν γυναίκα, μα το ανασφαλές μυαλό της έπαιζε διάφορα παιχνίδια, σκαρώνοντας διαρκώς σενάρια. Κάθε φορά που γυρνούσε κουρασμένος το βράδυ από τη δουλειά και πήγαινε κατευθείαν για ύπνο, πίστευε πως θέλει να την αποφύγει, μετρούσε τις λέξεις του, ούσα σε επιφυλακή για κάποιο υποτιμητικό σχόλιο προς το πρόσωπό της, κάθε φορά που έβγαινε με τους φίλους του, η φαντασία της οργίαζε πως συναντάει κάποια ερωμένη… Φυσικά δεν του είχε πει ποτέ καμία από τις σκέψεις της κι εκείνος δικαιολογούσε το ότι ήταν λίγο απόμακρη απέναντί του, λόγω της κούρασης και του άγχους της ως νέα μητέρα. Με τον καιρό όμως, η Άννυ το πήρε απόφαση, να σταματήσει να μεμψιμοιρεί και να αναλάβει δραστικά μέτρα, ώστε να μπορέσει να νιώσει καλύτερα με τον εαυτό της, καταπολεμώντας τη σκιά που είχε δημιουργηθεί στη ζωή και στο γάμο της. Με γυμναστική και το κατάλληλο πρόγραμμα διατροφής, κατάφερε και επανάφερε τη σιλουέτα της ακόμα καλύτερα από πριν και να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της. Άρχισε τότε να περιποιείται περισσότερο τον εαυτό της, έντρομη και μόνο στην ιδέα να νιώσει ξανά κάποια στιγμή, τα ίδια συναισθήματα.

Πλέον είχε μια όμορφη, τακτοποιημένη ζωή, έχοντας ένα υγιές τρίχρονο αγοράκι, έναν άντρα που την αγαπούσε και τη σεβόταν και μία καλοπληρωμένη δουλειά. Δεν υπήρχε κάτι άλλο που θα μπορούσε να ζητήσει. Κάποιες φορές με τον άντρα της θυμόταν την προειδοποίηση της ηλικιωμένης σχετικά με τον καθρέφτη και γελούσαν. Κάθε φορά που την έβλεπε να τον ξεσκονίζει, μαζί με τα υπόλοιπα αντικείμενα του δωματίου της, εκείνος γελώντας της έλεγε «Άρχισες να μη νιώθεις καλά και τον καθαρίζεις για να συνέλθεις;» και ξεκαρδίζονταν μαζί…

Το αστείο τους επαναλήφθηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια ενός χρόνου που πέρασε, ώσπου μια μέρα καθώς ξεσκόνιζε, ο καθρέφτης έπεσε από το ράφι και γέμισε ραγίσματα…Ασυναίσθητα εκείνη τη στιγμή, τα μάτια της γέμισαν τρόμο. Δίχως να πετάξει τον καθρέφτη πήγε και κάθισε στο διπλανό δωμάτιο. Ένιωθε ένα πλάκωμα μέσα της, μα θεώρησε πως είναι μια παραίσθησή της, καθώς είχε μόλις αθετήσει σε υπερθετικό βαθμό την προειδοποίηση της ηλικιωμένης. Προσπάθησε να το βγάλει από το μυαλό της, μα όσο περνούσαν οι μέρες σκοτείνιαζε, νιώθοντας μέσα της ένα ατέρμονο ανεξήγητο κενό, μία έλλειψη νοήματος της ύπαρξής της… Δεν είχε όρεξη να ασχοληθεί με την οικογένειά της, με τη δουλειά της, με τα χόμπι της… Θυμήθηκε την κατάθλιψη που την τυραννούσε για χρόνια, σαν έφηβη, ήταν τόσο ίδια τα συναισθήματα… Πίστευε πως δε θα τα νιώσει ποτέ ξανά, μα ξαφνικά συσσωρεύτηκαν όλα μέσα της επιθετικά. Ο άντρας της είχε καταλάβει πως κάτι συμβαίνει. Έβλεπε πόσο είχε αλλάξει η συμπεριφορά της. Τη μάλωνε, θεωρώντας πως είχε υποβληθεί σε τέτοια συναισθήματα γιατί τη φόβισαν τα ραγίσματα του καθρέφτη, μα εκείνη πια ήταν σίγουρη πως τα λόγια της γριάς δεν ήταν παραφροσύνες… Έπρεπε να πάει να τη βρει σύντομα, μήπως μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό ή έστω να της εξηγήσει.

Έτσι, το επόμενο μεσημέρι μετά τη δουλειά, επισκέφτηκε για πρώτη φορά μετά από ένα χρόνο το μονοπάτι που την είχε συναντήσει τότε και για καλή της τύχη ήταν ακόμη εκεί, με τον πάγκο της και τους καθρέφτες. Αμέσως την αναγνώρισε και η ηλικιωμένη προς έκπληξή της.

-Ήρθες να με δεις γιατί ράγισε ο καθρέφτης σου και αντιμετωπίζεις τις συνέπειες ε; την ρώτησε με σιγουριά…
– Ναι, αλλά πώς γίνεται να με επηρεάζει έτσι ένας καθρέφτης; Μπορεί τώρα να γίνει κάτι γι’ αυτό;
-Κανονικά θα έπρεπε να σε τιμωρήσω γιατί δε με πίστεψες τότε, αλλά μην ανησυχείς, υπάρχει λύση… Αυτοί οι καθρέφτες, έχουν μια μαγική ιδιότητα να συγχρονίζονται με το μέσα σου. Τους κληρονόμησα από κάποιον πρόγονό μου. Αν τους πετούσα ή τους έβαζα στο σπίτι μου, θα συγχρονιζόταν ο δικός μου εσωτερικός κόσμος σε κείνους και αν συνέβαινε το κακό σε μένα, δε θα μπορούσα να κάνω τίποτα. Τους πουλάω για να αλλάξουν κατόχους και να τους ξεφορτωθώ, να συγχρονιστούν με κείνους. Το καλό είναι όμως ότι όταν η ενέργεια πηγαίνει σε ξένους, έχω την ικανότητα να λύσω τα μάγια, αρκεί να καταλάβουν ότι έχουν θέμα και να έρθουν να με βρουν, όπως έκανες εσύ και μπράβο…
Έπειτα της είπε να κοιταχτεί σε έναν άλλον καθρέφτη που είχε στα χέρια και να φύγει κι αμέσως θα λυθούν τα μάγια. Πράγματι το έκανε και έφυγε πια χαρούμενη και ανακουφισμένη…

Ιωάννα Χαντζαρά

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: