Ο Γιάννης μπήκε στο σπίτι μετά από μία δύσκολη μέρα στη δουλειά. Κοίταξε την Ελευθερία που, ως συνήθως, καθόταν κουρνιασμένη στην παλιά πολυθρόνα της γιαγιάς της. Χάζευε μπροστά στη μικρή τηλεόραση, με τα πόδια λυγισμένα να ακουμπούν το στήθος, και τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από αυτά. Η παλιά ασπρόμαυρη ταινία την είχε απορροφήσει τόσο, που ούτε καν κατάλαβε πως ο Γιάννης είχε γυρίσει.

«Έχει τίποτα για φαγητό;», ρώτησε ο Γιάννης βγάζοντας το σακάκι του.
«Άργησες πάλι…», είπε η Ελευθερία χωρίς να πάρει τα μάτια της από την τηλεόραση. «Έχει λαχανόπιτα. Σου έχω ήδη σερβίρει», συνέχισε δίχως να τον αφήσει να απαντήσει. Όχι ότι θα προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, αν τον άφηνε. Εδώ και αρκετούς μήνες απαξιούσε να απαντήσει στις «γκρίνιες» της.
Πριν δύο χρόνια ο Γιάννης πήρε προαγωγή. Η χαρά τους ήταν τεράστια. Επιτέλους θα κατάφερναν να κάνουν όλα όσα ήθελαν. Θα πήγαιναν σε ένα καλύτερο σπίτι, θα ζούσαν με περισσότερη άνεση, θα έπαιρναν μία σύγχρονη τηλεόραση, θα έβαζαν επιτέλους μπροστά και για εκείνο το παιδάκι που τόσο λαχταρούσαν. Δύο χρόνια πέρασαν από εκείνη την ημέρα που γλέντησαν και έριξαν στο τραπέζι όλα τα «θα» που ονειρευόντουσαν να κάνουν.

Κι όμως τίποτα δεν άλλαξε. Δεν πήγαν ποτέ σε καλύτερο σπίτι. Ο Γιάννης έλεγε πως έπρεπε να μαζέψει λεφτά για να αγοράσουν και όχι να νοικιάσουν καλύτερο. Δεν ζούσαν με περισσότερη άνεση. Ή μάλλον η Ελευθερία δεν ζούσε. Έπρεπε να κάνουν οικονομία για το καινούριο σπίτι. Ο Γιάννης από την άλλη πήρε καινούριο αμάξι. Ήταν πλέον στέλεχος και δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορεί με ένα απλό Fiatάκι. Κάθε βδομάδα έπαιρνε καινούρια κουστούμια. Η νέα του θέση του επέβαλε να είναι πάντα καλοντυμένος. Αυτά ήταν απαραίτητα έξοδα. Όσο για την τηλεόραση που ήθελε η Ελευθερία;! «Μια χαρά έπαιζε και αυτή της γιαγιάς της που είχαν», δεν γινόταν να δώσουν τζάμπα λεφτά.

Το παιδί μπήκε στο χρονοντούλαπο, μιας και ο Γιάννης γυρνούσε κάθε μέρα πολύ αργά και πολύ κουρασμένος. Άσε δε, που δεν είναι μέρος αυτό να μεγαλώσει ένα παιδί. Να αγοράσουν πρώτα ένα καινούριο σπίτι και έχει ο Θεός. Είκοσι δύο μήνες είχαν να βρεθούν σαν ζευγάρι. Είκοσι δύο μήνες ήταν κουρασμένος ο Γιάννης. Είκοσι δύο μήνες πέρασαν από το πρώτο βράδυ που ο Γιάννης γύρισε σπίτι και το κουστούμι του μύριζε ακριβό γυναικείο άρωμα. Εκείνο το βράδυ βρήκε και την πρώτη ξένη τρίχα πάνω στο σακάκι του. Μία ξανθιά γυαλιστερή τρίχα που μοσχοβολούσε Channel No 5. Στην μύτη της Ελευθερίας έφτασε σαν το χειρότερο άρωμα. Ανακατεύτηκε τόσο πολύ που έκανε εμετό. Ήταν η πρώτη φορά αλλά όχι και η τελευταία.

Ο Γιάννης πήγε στη μικρή κουζινούλα. Τρία κεριά φωτίζανε τον χώρο. «Να θυμηθώ να αλλάξω την λάμπα αλλιώς θα αρχίσει πάλι να με σκοτίζει» μουρμούρισε. Πήρε το πιάτο με την λαχανόπιτα και κατευθύνθηκε προς το μικρό σαλονάκι. Ένας διθέσιος καναπές, μία πολυθρόνα και ένα τραπεζάκι. Αυτά ήταν όλα κι όλα τα έπιπλα. Ο καναπές ξεχαρβαλωμένος με τα ελατήρια να τρυπάνε την μέση του κάθε φορά που καθόταν. Αλλά δεν τον ένοιαζε.

Η πολυθρόνα της Ελευθερίας ήταν σκισμένη με το εσωτερικό κίτρινο υλικό να τρίβεται στο πάτωμα. Όμως δεν την άλλαζε με τίποτα. Να την φτιάξει ήθελε. Αυτή και το όνομα της ήταν όλα όσα της άφησε η γιαγιά της. Το τραπεζάκι είχε χάσει το ένα του πόδι, πάνω σε ένα καυγά για μία ακόμα τρίχα στο παντελόνι του Γιάννη. Πλέον στη θέση του ποδιού είχαν μπει τα βιβλία από την σχολή της. Ίσα – ίσα να στέκεται όρθιο. Ναι, σπούδαζε η Ελευθερία όταν γνωρίστηκαν. Ιατρική. Αλλά θυσιάστηκαν όλα στο βωμό του έρωτα. Την παράτησε στο πέμπτο έτος για να ακολουθήσει τον Γιάννη. Είχε βρει δουλειά σε άλλη πόλη και δεν ήθελε να τον αφήσει μόνο του.
«Μη μου κάνεις χάλια το σαλόνι» είπε, με σχεδόν ρομποτική φωνή, η Ελευθερία.

Εκείνος πήρε ένα κομμάτι από το πιάτο και άρχισε να τρώει όσο πιο ατσούμπαλα μπορούσε μόνο και μόνο για να γεμίσει τρίμματα όλον τον τόπο. Η Ελευθερία τον λοξοκοίταξε και ένα μειδίαμα χαράχτηκε στα χείλη της. Εκείνος δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να τρώει σαν άγριο ζώο.

«Τι σκατά;» αναφώνησε ξαφνικά ο Γιάννης. «Καλά μωρή δεν προσέχεις όταν μαγειρεύεις; Σου έπεσε τρίχα στο φαγητό», είπε καθώς έβγαζε μία μακριά μαύρη τρίχα από την μπουκιά του.
«Δεν έχει καλό φωτισμό στην κουζίνα, ας άλλαζες την λάμπα», είπε απαθέστατα η Ελευθερία.
«Μα αυτό είναι γεμάτο τρίχες. Δεν είναι μία και δύο. Είναι πολλές», ούρλιαξε γεμάτος αηδία ο Γιάννης.
«Είναι ακριβώς 22. Μία για κάθε γυναίκα που σε συντρόφευε τους 22 μήνες που έχεις να με αγγίξεις», απάντησε η Ελευθερία με μία αδικαιολόγητη ηρεμία στη φωνή της.
«Και αυτά τα .. τα άσπρα κομματάκια; Τι είναι;», ρώτησε ο Γιάννης, σε μία ύστατη προσπάθεια να κρύψει την ταραχή του και να αλλάξει θέμα.
«Αμύγδαλα αγάπη μου … Κρύβουν την γεύση από το υδροκυάνιο», είπε η Ελευθερία και δυνάμωσε την τηλεόραση.