TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » 28η Οκτωβρίου 2019

28η Οκτωβρίου 2019

Κυριακή πρωί σ’ ένα χωριό στην καρδιά της Ηπείρου. Πίνω τον καφέ μου παρέα με κατοίκους του, που ούτε έχω ξαναδεί και ίσως να μην ξαναδώ ποτέ στην ζωή μου. Aκούω με θαυμασμό όσα μου εξιστορούν. Mπροστά μας περνάει ένα στρατιωτικό φορτηγό και σταματάει να ρωτήσει αν γνωρίζουμε πού βρίσκεται το αστυνομικό τμήμα. Δεν έχω δει, μα τω Θεώ, να ασπρίζουν τόσα πρόσωπα ταυτόχρονα μπροστά στη θέα ενός αυτοκινήτου.

Αυτό είδα εγώ. Εκείνοι δεν ξέρουν τι είδαν, τι ένιωσαν, τι έζησαν, μα αναρωτιόντουσαν πραγματικά:
«Τι δουλειά έχει εδώ ο στρατός;» Εγώ, η έξυπνη πρωτευουσιάνα, τους ζήτησα να χαλαρώσουν. Τους είπα την πρώτη μου σκέψη, πως ίσως ήρθαν να παραδώσουν κάποιο έγγραφο και μάλλον έτσι ήταν τελικά. Αλλά στην ψύχραιμή μου απάντηση, εκείνοι μου είπαν πως ποτέ δεν βλέπουν τέτοια οχήματα εκεί.
Ο «στρατός εδώ δεν έρχεται παρά μόνον σε σοβαρά γεγονότα. Η τελευταία φορά που τους αντικρίσαμε ξανά ήταν στην επιστράτευση του 73».

Δεν μπορώ να γράψω όσα μου είπαν. Δεν έχω την δύναμη να επαναλάβω όσα μου περιγράψανε. Έφευγαν οι άντρες του χωριού και δεν είχαν να πουν σε ποιο λογαριασμό τράπεζας είχαν αφήσει τους παράδες τους, γιατί δεν είχαν τέτοιους. Μόνο άφηναν παραγγελιές: «θα πας στην Κυρα-Λένη δυο αυγά κι αυτή θα σου δώσει γάλα για το παιδί. Στον Δήμο θα πλέξεις δύο παπούτσια και θα σου δώσει λίγο κρέας. Γέρος είναι, δόντια δεν έχει και και με τι να μασήσει, κρυώνει κιόλας, θα στο δώσει το κρεατάκι. Να πας. Κι όταν το φτιάξεις όμως, δώκε και λίγο ζωμό να πιει να δυναμώσει. Θα φτιάξεις βούτυρο και γιαούρτι με το γάλα της κυρα-Λένης και θα το πας στην Μαρία του Παναγιώτη. Έχει δυο μωρά παιδιά, το ένα ‘σθενικό. Κι αυτή ξέρει τι να σου δώσει. Κι αυτό που θα σου δώσει να το φυλάξεις καλά. Ποτέ δεν ξέρεις…»

Κι αυτό έκαναν. Όλες τους. Και κράτησαν το χωριό γυναίκες μόνες με παιδιά για 6 μήνες περίπου. Για 6 μήνες. Και πόλεμος δεν υπήρχε. Και το ρεύμα τους, αυτό που είχαν τελοσπάντων, δεν κόπηκε ποτέ. Και το νερό δεν το στερήθηκαν. Και ήχους πολέμου από τα τουφέκια δεν είχαν να ακούσουν γιατί αυτός ήταν πέρα… μακριά. Μα η πατρίδα τους κάλεσε κι έπρεπε να πάνε. Ήταν ηθικό τους χρέος σαν να τους φώναξε η γριά μάνα τους πως θέλει ένα ποτήρι νερό. Τόσο απλό. Ήταν χρέος τους ηθικό σαν να γεννούσε η γυναίκα τους και κινδύνευε στην γέννα. Τόσο σημαντικό. Αυτό μου είπαν. Αυτό είπαν.

72 χιλιόμετρα πιο ‘κει, σε ένα άλλο φορτηγό είχαν μαζώξει τους άντρες των Ιωαννίνων για να τους μεταφέρουν στο ίδιο γεγονός. Κι ο Πέτρος έδωσε μία και πήδηξε από το ΡΕΟ γιατί νόμιζε πως θα του πεθάνει η άρρωστη γυναίκα και ποιος θα μεγαλώσει τα δύο παιδιά και το κορίτσι του. Με δάκρυα στα μάτια το έκανε, αλλά είχε κλάσματα του δευτερολέπτου μπροστά του για να πάρει την απόφαση. Κι όπως του είπε ο κυρ-Παναγιώτης όταν γύρισε τελικά, έκανε πολύ καλά και του έδιωξε και την ντροπή και το δίλημμα και την θλίψη που φάνηκε «λίγος» στην πατρίδα του… Και δεν είχαν πόλεμο.

Παρασκευή πρωί στην σχολική γιορτή κι η Μάρω, η μαμά του Άγγελου, βάζει τα κλάματα στο σκετσάκι όπου δείχνει τον γιο της να αποχαιρετάει την οικογένεια του. Της φεύγει λυγμός εκεί που, τάχα μου, ο γιος στέλνει το γράμμα στο πατέρα και του λέει να πει στην μάνα να μην ανησυχεί, να μην φοβάται, πως δεν περνάει καλά και να μην σκέφτεται τις δυσκολίες. Ψέματα λέω. Δεν έκλαιγε μόνο η Μάρω, η μάνα του Άγγελου. Όλες οι μανάδες κλαίγαμε. Και σκεφτείτε πως δεν το ζήσαμε ποτέ. Μότο το γράψαμε ή το διαβάσαμε, μα δεν το ζήσαμε. Δεν αποχαιρετήσαμε με φόβο το εν δυνάμει νεκρό παιδί μας. Κάποιοι όμως το ένιωσαν γερά στο πετσί τους. Και δεν ήταν σκετσάκι. Δεν ήταν βιβλίο. Ήταν πόλεμος.

Σάββατο απόγευμα, του Αγίου Δημητρίου μεγάλη η χάρη του, κι ο πατέρας μου πίνει τον καφέ του. Και κάνω το λάθος να τον ρωτήσω για τον πόλεμο. Αν θυμάται κάτι, γεννημένος το 1936 ήταν τότε νήπιο, και πως βίωσε τον πόλεμο. Ρώτησα αυτόν γιατί δεν είναι γκρινιάρης, δεν είναι κακομοίρης, δεν είναι αυτό που λέμε κλάψας άνθρωπος. Κι εγώ ήθελα να ξορκίσω από πάνω μου αυτά που άκουσα τις δύο τελευταίος εβδομάδες για τον πόλεμο.

Και εκείνος πράγματι έτσι απάντησε, πως δεν πέρασε, λέει, άσχημα γιατί ο μπαμπάς του ήταν στρατιωτικός και είχε ψωμί να φάει. Ψωμί. Βέβαια μια μέρα ξεκίνησε ο παππούς μου, ο πατέρας του, για να πάει στην βάση του μαζί με τον μεγάλο του γιο, η γιαγιά μου, ήξερε καλά να ράβει κι είχε αναλάβει τις στολές κάποιων Γερμανών να τις σιάχνει. Γιατί είχαν μείνει πίσω αυτή με το αγόρι της το μικρό και το κορίτσι της. Γιατί οι Γερμανοί στρατιώτες γιοι ήταν κι αυτοί που είχαν αποχαιρετίσει τις δικές τους ανάσες. Γιατί έπρεπε να φάνε. Γιατί έπρεπε να ταΐσει τα παιδιά της και τον εαυτό της. Τον ρώτησα αν έφαγε πατατόφλουδες όπως έχω ακούσει από πολλούς. Κι εκείνος ήρεμα και χαμογελαστά μου απάντησε: «Παιδί μου είσαι χαζό; Για να βρούμε πατατόφλουδες έπρεπε να κυκλοφορούν πατάτες. Πατάτες δεν είχαμε. Δεν είχε κανείς». Όμως επιμένει πως δεν πέρασε άσχημα κι ας έσκασε βόμβα πάνω στην γέφυρα. Βόμβα; Στο κέντρο της Κηφισιάς; Βόμβα;

Όμως δεν ήταν άσχημα. Γιατί έζησε. Τα κατάφερε. Η αδερφή του πέθανε στα 13. Δεν την γνώρισα ποτέ αυτή την θεία. Και την γιαγιά μου, την μάνα του δεν την γνώρισα. Πέθανε κι αυτή.

Ο πόλεμος είναι έγκλημα. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα έγκλημα. Και όσοι συμμετέχουν σ αυτόν, είτε επιτίθενται είτε αμύνονται δυστυχώς πράττουν εγκλήματα. Αυτή είναι η μόνη λέξη που εκφράζει τον πόλεμο. Κανένας ένοχος και κανείς αθώος. Υπηρετεί ο καθένας την πατρίδα του σκοτώνοντας. Στο τέλος μένει μόνο αίμα. Κι εμείς εδώ καλύτερα να μην το αγγίζουμε αυτό το θέμα. Είναι κάρβουνο έλεγε η άλλη μου γιαγιά. Σαν το πιάσεις αναμμένο θα καείς. Σαν το πιάσεις σβησμένο θα λερωθείς. Πόλεμος δεν είναι αυτό που έχεις διαβάσει αλλά αυτό που έχεις ζήσει. Κι αν το έζησες δεν μπορείς να πεις όλα. Αν άκουσες σώπα. Απλώς σιωπή. Όσοι κι αν σου είναι δύσκολο. Σώπασε.

Σήμερα, την 28η Οκτωβρίου 2019, αν δεν θες να πας στην παρέλαση μην πας. Αν όμως πας, σεβάσου την. Είτε ως συμμετέχων, είτε ως θεατής. Μην την προσβάλλεις. Η παρέλαση δεν ήταν ανακάλυψη του Μεταξά. Η παρέλαση δεν είναι για να τιμήσει ζωντανούς. Πρόσωπα τιμής εκείνη την ώρα είναι ΟΛΟΙ οι νεκροί του πολέμου ανεξαρτήτως χώρας. Τιμούνται οι νεκροί και οι μανάδες τους. Και την Ελλάδα τιμούμε. Αυτή που κάποιος, κάπου, κάποτε φαίνεται να είπε: «Εγώ ελληνικά έχω σκεφτεί και έχω ζήσει».

28η Οκτωβρίου 1940. Ότι κι αν συνέβη, όπως κι αν γράφτηκε η ιστορία, υπήρξε πόλεμος. Πόλεμος θα πει πείνα. Πόλεμος θα πει αίμα. Πόλεμος θα πει έγκλημα. Κι όσο δύσκολα κι αν έχουμε περάσει, κι όσες φουρτούνες κι α μας ξημερώσουν, όσοι δεν ζήσαμε το πόλεμο ας σιωπήσουμε.

Να χαιρετάς το γιο σου ή το πατέρα του κα να φαντάζεσαι πως είναι η τελευταία φορά που το κάνεις.

Να πεινάει το παιδί σου και να μην βρίσκεις πόρτα να χτυπήσεις γιατί ούτε δίπλα σου υπάρχει φαι και μπορεί να μην υπάρχει καν πόρτα.

Πείνα. Τέτοια που να πεθαίνεις από αυτήν. Αυτό έζησαν αυτοί. Εμείς ΟΧΙ. Εμείς ΣΙΩΠΗ.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Βίκυ Ροδοπούλου

Ειμαι η Βικυ και αγαπώ ό.τι περιέχει δύο όψεις. Αγαπώ τις σχέσεις και μου αρέσει να γράφω γι'αυτές και να βλέπω την καλή τους πλευρά. Δεν μου αρέσει η μοναξιά παρά μόνο αν την επιλέξω και επιδιώκω να ζω μέσα σε αγέλες. Φύσει θηλαστικό, θέσει ομαδική. Τίποτα στην ζωή μου δεν ήταν όμορφο αν δεν μοιράστηκε με κάποιον κι όπως όλοι μας σχεδόν, γράφω για όσα δεν μπορώ πάντα να πω.
Βίκυ Ροδοπούλου

Latest posts by Βίκυ Ροδοπούλου (see all)