364

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τικ-Τακ… Τικ-Τακ… Μοναχά ο μονότονος ήχος του ρολογιού έσπαγε την ησυχία μέσα στο δωμάτιο. Αυτός και οι ανάσες τους, που συγχρονισμένες με τον δείκτη των δευτερολέπτων, εναλλάσσονταν ρυθμικά. 364 μέρες. Τόση ήταν κάθε φορά η απόσταση μεταξύ τους. Σταθερή και αδιαπραγμάτευτη.

Η βροχή απ’ έξω είχε κοπάσει. Μια καλοκαιρινή μπόρα ήταν, μεγάλης έντασης και μικρής διάρκειας. Η υγρασία σε συνδυασμό με τη ζέστη έκανε την ατμόσφαιρα πνιγηρή. Τα βρεγμένα ρούχα κολλούσαν πάνω της και μπροστά στα πόδια της, σταγόνες από νερό σχημάτιζαν μικρές λίμνες. Κοίταξε για λίγο την γυρισμένη του πλάτη και την επεξεργάστηκε. Οι ώμοι του σαν να κύρτωναν. Το ύψος του δεν βοηθούσε. “Χρόνο το χρόνο μικραίνει”, διαπίστωσε μελαγχολικά και έκανε δύο βήματα προς το μέρος του. Εκείνος όμως έμοιαζε φαινομενικά ασυγκίνητος από την παρουσία της στον χώρο. Εκεί, βρεγμένος, ακίνητος, να στέκει με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Την ξύλινη πόρτα που μια μέρα το χρόνο, την ίδια πάντα ώρα, εκείνος σταθερά άφηνε μισάνοιχτη και εκείνη πάντοτε έσπρωχνε. Το ήξερε πως είχε μπει στο δωμάτιο. Την είχε ακούσει. Την είχε μυρίσει. Αλλά σφιγμένος επέμενε να στέκει ακλόνητος μπροστά στο παράθυρο. Πάντα έτσι έκανε. Σαν να το πάλευε. Εκείνη όμως είχε πάψει να το παλεύει, χρόνια τώρα. Αυτό ήταν οι δυο τους. Το είχε αποδεχτεί. Ένα πήδημα το χρόνο. Ένα γαμημένο πήδημα, από το οποίο κανένας τους δεν μπορούσε να ελευθερωθεί.

Τον πλησίασε αργά και ακούμπησε τις παλάμες της στην κυρτή του πλάτη. Στο άγγιγμα της, η πλάτη του αντανακλαστικά τεντώθηκε και τα χέρια του σφίχτηκαν σε δύο γροθιές, κάνοντας τους κόμπους ανάμεσα στα δάχτυλα να ασπρίσουν από την ένταση. Με ήρεμες κινήσεις, προχώρησε τα χέρια της στο στέρνο του, σχεδόν αγκαλιάζοντάς τον. Με μια απότομη κίνηση όμως, εκείνος την σταμάτησε. «Με πονάς», ψιθύρισε κάνοντάς τον να σφίξει ακόμα πιο δυνατά τους λεπτούς καρπούς της, βάφοντας τους με μελανά σημάδια. «Τουλάχιστον να με κοιτάς, όταν με πονάς», τον παρακάλεσε και εκείνος σχεδόν την έσυρε μπροστά του, χωρίς να χαλαρώνει τη λαβή του. «Στα μάτια!», τον διέταξε μορφάζοντας από τον πόνο και εκείνος υπάκουσε, σηκώνοντας το βλέμμα του για να συναντήσει το δικό της. Μόλις όμως αντίκρισε το πρόσωπό της, τα χέρια του αμέσως ελευθέρωσαν τα δικά της και απελπισμένα έτριψαν τα γένια του προσώπου του. Αγνοώντας τους φρέσκους μώλωπες, έπιασε την άκρη από την μπλούζα του. Εκείνος έκανε να κινηθεί προς το μέρος της, αλλά αυτή τον έσπρωξε μαλακά πίσω. Αναστενάζοντας, συμμορφώθηκε και την βοήθησε να του βγάλει τη βρεγμένη μπλούζα, σκύβοντας λίγο. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα του, καθώς αποχωρίστηκε το βρεγμένο ρούχο. Μια ουλή λίγο χαμηλά, την είχε ξαναπροσέξει. Ποτέ της δεν είχε ρωτήσει να μάθει. Όσο λιγότερα ήξερε, τόσο καλύτερα και για τους δύο. Με το δάχτυλο της, τη χάιδεψε για λίγα δευτερόλεπτα. Και ύστερα ανέβηκε πιο ψηλά, στο στέρνο του. Μερικές άσπρες τρίχες ανάμεσα στις μαύρες, περισσότερες από πέρσι…. Αναστεναγμός. Σαν πυρακτωμένα σίδερα ένιωθε τα μικρά της χέρια. Γι’ αυτό πάντα προσπαθούσε να τα ελέγχει. Ακούμπησε αποφασιστικά και τις δύο παλάμες της στα πλευρά του. Σαν κάτασπρα φτερά έμοιαζαν πάνω στο σκούρο δέρμα του. Και έγιναν τα «φτερά» εκείνα που άνοιξαν τις πύλες του δικού τους χάους.

Δέρμα, γυμνό δέρμα, γυμνές νευρικές απολήξεις. Ερέθισμα, δράση-αντίδραση, να ξεκινάει από τα ακροδάχτυλα της και να καταλήγει σε νάνο-δευτερόλεπτα στο δικό του εγκέφαλο, για να φύγει η εντολή από εκεί και να ταξιδέψει σε άλλα μέρη του σώματος. Τον εγκέφαλο του άλλου «πηδάς» και ας νομίζεις πως όλα είναι σαρκικά. Η σάρκα μόνο ο φορέας είναι… Ο δέκτης του κωδικοποιημένου μηνύματος. Το μυαλό είναι εκείνο που σπάει τον κώδικα, το μυαλό είναι εκείνο που ορίζει τις βιολογικές αλυσιδωτές αντιδράσεις. Τα χέρια της να ιχνηλατούν με ηρεμία, τα χέρια του θυμωμένα να απαιτούν με βία. Βρεγμένα ρούχα στο πάτωμα, λιγωμένα αναστενάγματα, ακόρεστα θέλω να προσπαθούν να ξεδιψάσουν. Υγρασία παντού. Μέσα, τριγύρω, παντού και η δίψα άσβεστη, αδηφάγα, να ζητάει κι άλλο απεγνωσμένη. Και οι λέξεις αβοήθητες, να μην βρίσκουν σειρά. Να σβήνουν στα ξέπνοα στόματα πριν προλάβουν να δουν το φως. «Στάσου! Κάντο να διαρκέσει», να θέλει να του πει, αλλά να μην μπορεί. Να την λυγίζει ολοσχερώς η δική της αδημονία. Να ξεψυχάει για να τον νιώσει μέσα της, για να τον κρύψει μέσα της, για να ξεμπερδεύει με αυτή τη νεκρανάσταση που όσο επαναλαμβάνεται σε φέρνει όλο και πιο κοντά στη λύτρωση. Είσοδος ζωή, έξοδος θάνατος και επανάληψη. Προεξοχή και υποδοχέας σε απόλυτη αρμονία, σε έναν αρχέγονο χορό χωρίς τέλος και αρχή, εκεί στο παγωμένο πάτωμα.

Παράταιρη ακούστηκε η ιαχή της συγχρονισμένης ανακούφισης, που σπάζοντας εκκωφαντικά τη φούσκα που τους τύλιγε την τελευταία μια ώρα, μηδένιζε ακόμα μια φορά τον μετρητή. Γυμνοί, λαχανιασμένοι και αγκαλιασμένοι, άρχισαν μέσα στο ημίφως να προσπαθούν να ξαναβρούν την αναπνοή τους, όταν τα μάτια της το πρόσεξαν, χαραγμένο στο δεξί του ώμο. Δεν υπήρχε πέρσι…. Ένα μικρό, ανεξίτηλο, μαύρο 364, που μόνο εκείνη ήξερε τι σημαίνει και που όσο και αν το έτριβε με λύσσα, δεν θα έσβηνε… Επέλεξε έτσι να το φιλήσει ευλαβικά σαν εικόνισμα, πριν ξεκολλήσει με δυσκολία το σώμα της από το δικό του. Και όσο πειθήνια φορούσε και πάλι τα ενδύματα της ψυχής της, το μόνο που ακουγόταν μέσα στο δωμάτιο ήταν το αδυσώπητο τικ-τακ του ρολογιού και οι δικές τους ακανόνιστες απελπισμένες ανάσες, που πλέον ήταν αδύνατο να συγχρονιστούν στους χτύπους του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook