4. Παιχνίδι της μοίρας;

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δεκέμβριος 2002. Σταυρός του Νότου. Κεντρική σκηνή. Κόσμος να λικνίζεται και να τραγουδά. Παντού! Εκείνη στα σκαλιά στο βάθος. Εκείνος στο πάνω πατάρι. Τη βλέπει όλο το βράδυ να τραγουδάει, να πίνει, να καπνίζει και να διασκεδάζει με τους φίλους της. Η ανάγκη της φύσης τον καλεί και έτσι πρέπει να περάσει από αυτή τη σκάλα. Η πρώτη επαφή έγινε όταν κατέβαινε. Στο ανέβα ήταν η τέλεια αφορμή να μιλήσουν.
Φεβρουάριος 2007. Ένα ζευγάρι μέσα σε μία γκαρσονιέρα στου Ζωγράφου, αγκαλιασμένο και κλαμένο αποφασίζει ότι δεν μπορούν να είναι άλλο μαζί. Τα όνειρα, οι επαγγελματικοί στόχοι, τα θέλω για περαιτέρω σπουδές και ο εγωισμός τους (ο φόβος τους, θα έλεγα καλύτερα), δεν επιτρέπουν να είναι άλλο πια μαζί για να ξεκινήσει το δικό τους «και ζήσαμε εμείς καλύτερα». Ξέρουν όμως και οι δύο ότι αγαπήθηκαν πολύ!
Ιανουάριος 2018, Ελ. Βενιζέλος, Σπάτα. Η βαλίτσα παραδόθηκε στο check-in και κρατά την κάρτα επιβίβασης. Την κοιτάει σα χαμένη, άδεια. Δεν ξέρει καν τι πάει να κάνει. Ο τρόπος που διάλεξε τον προορισμό ήταν σαν τη ρώσικη ρουλέτα που συνέχεια της παίζει η ζωή της. Απλά έβαλε σε ένα χαρτί τις χώρες που δεν είχε επισκεφτεί και διάλεξε έναν αριθμό. «Δεν βαριέσαι» σκέφτηκε. Κινήθηκε προς το πλησιέστερο κιόσκι, πήρε έναν freddo cappuccino και κατευθύνθηκε προς την έξοδο για μία ακόμα δόση νικοτίνης. Δεν ήξερε αν είχε ανάγκη αυτήν ή απλά να βγει στο καθαρό αέρα και να συνειδητοποιήσει τι είχε κάνει.
Κινήθηκε προς τα έξω βιαστικά, κρατώντας τον καφέ στο ένα χέρι και με το άλλο να ψάχνει μηχανικά τα τσιγάρα. Ανοίγοντας οι πόρτες ένιωσε να σταματάει πάνω σε κάτι. Οκ, ο καφές στο χέρι είναι, σκέφτηκε. Σηκώνει τα μάτια και βλέπει έναν νεαρό βιαστικό να της ζητάει γρήγορα και μέσα από τα δόντια του «συγγνώμη» και να φεύγει προς τη σειρά για το check in. Κοντοστάθηκε λίγο κι έπειτα προχώρησε. Κάτι μέσα της την ανατρίχιασε. Άναψε το τσιγάρο που τόση ώρα έψαχνε. Στην δεύτερη τζούρα αναταράχτηκε. Δεν μπορεί, σκέφτηκε. Ο Ορέστης! Αν και δεν είδε τα μάτια του, ήταν σίγουρη για το άρωμα του. Πέταξε το τσιγάρο και ξαναμπήκε μέσα προσπαθώντας να τον βρει. Μάταιο. Έπειτα από 20 λεπτά αναζήτησης στα γκισέ και στα καφέ, βγήκε για ένα τελευταίο τσιγάρο.
Στην αίθουσα αναχώρησης, προσπαθώντας να ηρεμήσει, έβγαλε το βιβλίο της μπας και καταφέρει να ταξιδέψει την σκέψη της. Δίπλα της ήρθε και έκατσε κάποιος που άκουγε μουσική. Και αυτό το άρωμα πάλι! Σηκώνει το βλέμμα της και τον βλέπει ζωντανό, δίπλα της. Πόσα χρόνια Θεέ μου; Όλες οι αναμνήσεις πέρασαν μπροστά της σαν ταινία μικρού μήκους. Δεν άντεξε, του μίλησε. Αυτός όμως δεν άκουσε. Χάζευε και στο κινητό. Τον σκούντηξε. Σηκώνει τα μάτια ενοχλημένος και εκεί παγώνει. Ο χρόνος σταματάει. Όλα γύρισαν πίσω σε εκείνη τη γκαρσονιέρα. Φάνηκαν στα γαλαζομελιά μάτια του. Υγράθηκαν. Πήγε να μιλήσει αλλά δεν έβγαινε η φωνή. Εκείνη αναθάρρησε.
«Ναι εγώ είμαι, η Κυβέλη», τον πρόλαβε και ένα χαμόγελο ζωγράφισε το πρόσωπο της.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε.
«Ν… Ναι…. πού πας;»
«Για να είμαι εδώ, λογικά εκεί που πας και εσύ. Ζυρίχη. Εσύ;»
«Κι εγώ. Έχω ένα συνέδριο που πρέπει να παρευρεθώ.»
« Ενδιαφέρον. Τελικά τα κατάφερες ε; Χαίρομαι που έκανες πράξη αυτό που έλεγες, να δεις πως ήταν;… “Οι στόχοι είναι για να πραγματοποιούνται και όχι για να μένουν απωθημένα!”. Σωστά;»
«Χαίρομαι που δεν έχασες την σπιρτάδα στις απαντήσεις σου. Οι πρόκες παραμένουν ε;»
«Όχι, η αλήθεια είναι.».
Η ανακοίνωση για το boarding τους διέκοψε. «Η πύλη άνοιξε. Παρακαλούνται οι επιβάτες του business class να προσέλθουν πρώτοι!» .
Κοιτάχτηκαν χωρίς να πουν κουβέντα, αλλά με τα βλέμμα τους ζύγιζαν ο ένας τον άλλον. Άλλωστε ήταν τόσα πολλά τα ερωτήματα, τόσος πολύς καιρός. Και πάντα μια ερώτηση που έτρωγε τη Κυβέλη τόσα χρόνια. «Άραγε άξιζε τόσος πόνος με αυτόν το χωρισμό;» Σηκώθηκαν και οι δυο τους, προς έκπληξη του άλλου, και κατευθύνθηκαν προς την πύλη. Περπάτησαν δίπλα δίπλα. Δεν μίλαγαν, μόνο περπάταγαν. Ασυναίσθητα έδειξαν ο ένας στον άλλον τις κάρτες τους. Είχαν μόλις 2 θέσεις διαφορά. Απογοήτευση σχηματίστηκε στο πρόσωπό τους. Έκατσαν στις θέσεις τους, δέθηκαν, απογειώθηκαν, έλυσαν τις ζώνες. Ξαφνικά έρχεται η αεροσυνοδός και δίνει ένα σημείωμα στον κύριο δίπλα στην Κυβέλη. Το ανοίγει, το διαβάζει το διπλώνει, γυρνάει πίσω, γνέφει καταφατικά λέγοντας στην Κυβέλη «Καλό υπόλοιπο κυρία μου», και σηκώνεται και φεύγει.
Εντός ολίγον λεπτών ο Ορέστης ήταν δίπλα της. Σε όλη τη διάρκεια της πτήσης της είπε τι είχε κατορθώσει να κάνει επαγγελματικά, τι είχε κερδίσει σε γνώση, εμπειρίες, χρήματα! Αλλά ναι, ήταν ακόμα ελεύθερος. Το «εγώ» του είχε ανορθωθεί τόσο όσο ήταν και τα πόδια που πέταγε το αεροπλάνο. Βέβαια κατέβηκε απότομα, όταν επιτέλους της απηύθυνε το λόγο και, εκτός από τα επιτυχημένα επαγγελματικά της, έμαθε ότι παντρεύτηκε, είχε δύο αποτυχημένες εγκυμοσύνες και χώρισε καθώς βρήκε το σύζυγο της σε τελείως άπρεπη στάση πάνω στο γραφείο του την ημέρα της επετείου τους. Και για αυτό το λόγο έκανε το ταξίδι. Είχε ανάγκη να βρει τον εαυτό της, να δει καθαρά τι θέλει και πως θα ανασυγκροτηθεί. Κάπου εκεί ανακοινώθηκε και ότι έφτασαν Ζυρίχη και ότι ήταν έτοιμοι για προσγείωση.
«Που θα μείνεις;», ρώτησε ο Ορέστης.
«Δεν έχω κλείσει κάτι. Θα πήγαινα όπου μου έκανε κλικ.».
«Πάντα ανέμελη και όπου βγει!».
«Είδα και που ήθελα να σχεδιάσω πως μου βγήκε…» απάντησε η Κυβέλη, δίνοντάς του ένα ύπουλο χτύπημα κάτω από τη ζώνη.
Και οι δυο με τις βαλίτσες ανά χείρας μπαίνουν στο τρένο για να βγουν στην επόμενη στάση. Εκεί απλά της ζητάει να πάει μαζί του. Και έτσι εκστασιασμένη όπως ήταν παραδόθηκε και είπε «ναι». Καταλήξανε στο ξενοδοχείο, οπού ακόμα μια φορά κορδώθηκε σαν παγώνι… «Baur au Lac» 5άστερο, με θέα τη λίμνη, πολυτελές δωμάτιο. Προτίμησαν να φάνε στο δωμάτιο και να πιούνε το κρασί τους. Και κάπου εκεί, στο δεύτερο μπουκάλι, απλά ξεκίνησαν να αγγίζονται. Στην αρχή σαν τα μαθητούδια που πρώτη φορά παραδίδονται στο θεό έρωτα, κι έπειτα καθώς περνούσε κάθε δευτερόλεπτο, η ένταση μεγάλωνε και θέριευε όλα αυτά που χρόνια είχαν μείνει ανείπωτα και θαμμένα βαθιά.
Το πρωινό τους βρήκε αγκαλιά, γυμνούς, χαμογελαστούς και ξάγρυπνους. Αυτός ο μαραθώνιος αγάπης ήταν αρκετός για να καλύψουν όλα αυτά τα χρόνια απουσίας. Έπειτα από το μπάνιο που έκαναν μαζί και το πρωινό που πήραν στο δωμάτιο την άφησε να ξεκουραστεί και εκείνος πήρε το memory stick του για να πάει στο συνέδριο, όπου ήταν ο κύριος ομιλητής. Κατά της 4 που επέστρεψε την βρήκε ακόμα με το μπουρνούζι της, με τα μαλλιά της ατημέλητα να πίνει το καφέ της και να ατενίζει τη θέα έξω. «Πάμε για φαΐ σε μισή ώρα.» της είπε και μπήκε για ένα γρήγορο ντουζ. Πλανήθηκαν σαν μαθητούδια χέρι χέρι στην παλιά πόλη. Της έδειξε την εκκλησία του Αγίου Πέτρου, την πέρασε από τη λεωφόρο Bahnhofstrasse που είδε τις ακριβότερες βιτρίνες, και καταλήξανε για φαΐ στο Niederdorf να τρώνε fondie τυριών και raclette.
Την επόμενη μέρα, και αφού συνεννοήθηκε με το βοηθό του, την πήρε και την πήγε στη Λουκέρνη. Η Κυβέλη νόμιζε ότι βγήκε από κάποιο μυθιστόρημα του μεσαίωνα. Κανένα μίσος δεν ένιωθε πια, ούτε πόνο, ούτε πικρία. Ρουφούσε το κάθε λεπτό σαν να ήταν μοναδικό. Ο Ορέστης ήταν ένας πολύ αξιόλογος ξεναγός. Ήξερε σχεδόν τα πάντα, ακόμα και για τις πέτρες απ΄ τις οποίες ήταν φτιαγμένα τα κτίρια. Κρεμόταν από τα χείλη του και ένιωθε ότι τελικά όχι μόνο τον ξαναερωτευόταν, αλλά ότι ποτέ δεν έπαψε να τον αγαπά.
Κάπου εκεί σε ένα καφέ που έκατσαν να ξεκουραστούν από την περατζάδα τους, δεν άντεξε και τον ρώτησε.
«Τελικά άξιζαν όλα αυτά τα χρόνια χώρια;»
«Έχω καταφέρει πολλά πράγματα, Κυβέλη. Έχω κάνει πολλά. Έχω γυρίσει σχεδόν όλη τη Γη, εκτός της Ανταρκτικής, έχω καταφέρει και είμαι μέσα στο top 5 του επαγγελματικού μου κλάδου. Θεωρώ πως ναι, άξιζαν.».
Η Κυβέλη σκυθρώπιασε. Ξαφνικά ξύπνησε από το όνειρο, και προσπαθούσε να καταλάβει αν είναι εφιάλτης ή πραγματικότητα.
«Πως βλέπεις τη ζωή σου σε 5 χρόνια;», τον ρώτησε.
«Ακόμα στο ίδιο επάγγελμα. Ίσως με περισσότερες επιτυχίες και εύχομαι να έχω καταφέρει να ανέβω και το Κιλιμάντζαρο..».
«Συναισθηματικά; Κάποια κοπέλα, οικογένεια, παιδί;».
Τώρα ήταν σειρά του να σκυθρωπιάσει. Τρόμος γράφτηκε στο πρόσωπο του.
«Δεν ανήκουν αυτά στα σχέδια μου. Ποτέ δεν ήταν. Συνεχίζουμε τη βόλτα;».
Στο ξενοδοχείο έφτασαν αργά. Δεν μίλαγαν. Προτίμησαν να μιλήσουν τα σώματά τους. Άλλωστε ήταν τόσα πολλά και η ένταση μεγάλη. Το πρωί που ξύπνησε ο Ορέστης δεν βρήκε την Κυβέλη, παρά μόνο ένα σημείωμα με κόκκινο κραγιόν στον καθρέφτη του δωματίου. Μακάρι να έβλεπες μέσα από τα μάτια μου τον κόσμο! Καλή τύχη buon vivere!
Η Κυβέλη ήδη ταξίδευε με το τρένο για το Μιλάνο. Η Ελβετία δεν την ήθελε τελικά! Άνοιξε το βιβλίο της και έβαλε τα ακουστικά της. Ο Χαρούλης ξεκίνησε να τραγουδά το «Τι λάθος κάνω». Γέλασε σκεφτική. «Όχι, εγώ» είπε, και συνέχισε στο επόμενο τραγούδι. Και εκεί την περίμενε η Μποφίλιου με την «Ασπιρίνη».

Η ζωή μας είναι ανατροπές. Όσο αναπνέουμε και πατάμε στα πόδια μας, όλοι έχουμε δικαίωμα σε όλα! Καλό το «ζήσαμε εμείς καλά», αλλά φίλε μου πάψαμε πια να πιστεύουμε στα παραμύθια! Σήκωσε τα μανίκια και διεκδίκησε ό,τι θέλεις!…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook