Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Τζέφρυ θέλει να κανονίσουμε ώρα για το βράδυ. Ναι, καλά είναι κατά τις 12. Σε αυτά τα κλαμπ, τα ωραία αρχίζουν μετά τη μία. Τι θα βάλω;

Μπαίνουμε μέσα. Ο Τζέφρυ με άνεση, εγώ μαγκωμένα. Θα είναι κι αυτός απόψε εδώ. Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να ξεράσω. Μάλλον το δεύτερο. Το κάνω απείρως καλύτερα.

Τα φώτα με ενοχλούν. Η μπάντα βγαίνει στη σκηνή και όλοι παραληρούν. Άζωτο για να μη βλεπόμαστε, μονοξείδιο του άνθρακα για να μην ντρεπόμαστε και πλήθος αλκοολών για να μην νοιαζόμαστε. Ποίηση.

Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Δεν ήταν εκεί τελικά. Άλλη μια βραδιά ανώφελης ποίησης κατέληξε στον βόθρο. Έπρεπε να προσπαθήσω περισσότερο το πρωί. Νιώθω το κορμί μου βαρύ. Ίσως πρέπει να κόψω το πρωινό. Ούτε την προθέρμανση δεν μπορώ να κάνω αξιοπρεπώς. Ίσως πρέπει να δοκιμάσω εκείνο το υπακτικό που παίρνει η Σέριλ.

«Τρώω ισορροπημένα γεύματα, πίνω πολύ νερό, τηρώ ευλαβικά τις οδηγίες των δασκάλων μου».
Αν δεν έβλεπα τον εαυτό μου στη φωτογραφία, δεν θα πίστευα ότι εγώ είπα αυτές τις μπούρδες. Πώς διατηρώ το σώμα μου λέει. Ξερνάω, χρυσέ μου. Απλώς ξερνάω.

Με τυφλώνει ο προβολέας. Τα αυτιά μου βουίζουν από το χειροκρότημα. Η πρίμα μπαλαρίνα υποκλίνεται βαθιά. Θαυμάστε μας. Ίσως αύριο να μας αντικαταστήσουν γιατί δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε. Τα κορμιά μας δεν μπορούν να ανταποκριθούν και τα μυαλά μας πρέπει να σταματήσουν να μπάζουν. Θα πουντιάσουν.

Ο τύπος με κοιτάζει έντονα. Όλες τις φορές που έρχομαι αργά στο γυμναστήριο, είναι εδώ. Με πλησιάζει. Πώς έχω τέτοιο σώμα. Πώς το έχτισα. Τι παίρνω. Τι τρώω. Βάζω μπρος την ίδια κασέτα. Ξαφνιάζεται με το μπαλέτο. Βλέπω «το βλέμμα». Τώρα αναρωτιέται. Ακούω το μυαλό του να δουλεύει. Ξέρει να κάνει πρόσθεση, πόσο αναζωογονητικό. Καληνυχτίζει μουδιασμένα. Πριν φύγω, κάνω μια επίσκεψη στο μπάνιο. Ανακούφιση.

Ο Τζέφρυ χτυπιέται να βγούμε κι απόψε. Είναι σίγουρο, θα είναι κι εκείνος. Σε γουστάρει, άσε τους εγωισμούς. Θα πάμε; Ναι; Ναι.

Παραγγέλνω μπέργκερ και πατάτες. Και μια κόλα. Βάζω βότκα. Τρώω λαίμαργα. Το άγχος πάντα με «πεινάει». Και, τις περισσότερες φορές, με καταβροχθίζει. Τα βγάζω στο πάτωμα του μπάνιου. Το στομάχι μου δεν αντέχει να φτάσει ως την τουαλέτα. Αδημονεί. Τι θα βάλω;

Είναι εδώ. Η ίδια μουσική, η ίδια νικοτίνη, η ίδια τεκίλα. Άλλη ποίηση. Με φιλάει. Χορεύουμε.

«Σου πάει να χορεύεις στην πλατεία, με εμάς, τους κοινούς θνητούς». Τα λέει ωραία. Ποιητεύει. Κλείνω τα μάτια και βλέπω την επιτροπή. Δεν τους κάνω πια. Όχι αρκετή ενέργεια. Όχι αρκετοί μύες. Όχι αρκετοί εμετοί. Θα κάνω κι άλλους. Μόνο να μείνω. Αλλά δεν τους θέλουν. Τώρα που φαίνεται ότι λύγισα από την πίεση, τώρα οι εμετοί δεν τους κάνουν. Είναι μιαροί. Εγώ είμαι ένα μιαρό αντικαταστάσιμο κουκλάκι στο θέατρο του ορθολογιστικού μπαλέτου. Οπότε, γλυκέ μου, αναγκαστικά μόνο στην πλατεία πλέον. Μα ας είναι μαζί σου. Έτσι το αντέχω.

Πίνω κι άλλη τεκίλα. Κι άλλο τσιγάρο καίει τις αναπνοές μου και σβήνει τις ανάσες μου, μία μία. Κι άλλα χρωματιστά φώτα με τυφλώνουν. Δεν τα αντέχω. Πρέπει να πάω στο μπάνιο. Να βγάλω τα σωθικά μου, μήπως κι έτσι τα γλιτώσω. Μου χαμογελάει.

Βγάζω το αλκοόλ. Την νικοτίνη. Τη σαβούρα που κουβαλάω τόσα χρόνια. Κλαίω.

Είμαι ξαπλωμένος στα λερά πλακάκια της τουαλέτας του κλαμπ. Κοιτάζω το ταβάνι. Είναι άσπρο. Άσπρα τετράγωνα πεπιεσμένου φελιζόλ. Το κορμί μου κρυώνει αλλά, Θεέ μου, πόσο μου αρέσει που το κορμί μου νιώθει. Male ballerina. Ποιος θα φανταζόταν ότι εγώ, ο ασήμαντος πιτσιρικάς που ήθελε να γίνει «μπαλαρίνος», θα γινόμουν χορευτής τρανός στα μπαλέτα του κόσμου. Ποιος θα φανταζόταν ότι θα τιμωρούσα έτσι το κορμί μου. Ποιος θα πίστευε ότι θα έφτανα ως εδώ. Και πιο κάτω. Κι άλλο. Λίγο ακόμη. Κανείς. Το μόνο απόλυτα και ανορθόδοξα ορθόδοξο στην γνώμη των άλλων για τη ζωή μου είναι η ίδια μου η ζωή.

Είμαι ξαπλωμένος στα λερά πλακάκια μια ασήμαντης ανδρικής τουαλέτας, σε ένα ασήμαντο κλαμπ, με ασήμαντους ανθρώπους. Μετράω τις μαύρες κουκκίδες στο άσπρο ταβάνι. Σε κάθε τετράγωνο πεπιεσμένου φελιζόλ είναι 47.

47 πουά. Ποίηση.