Παραμύθι αλλιώτικο (Διαγωνισμός Ιστορίας Αγάπης)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μέσα από το μικρό διαμέρισμα, στην οδό Κοδριγκτώνος 8, ακούγεται δυνατή μουσική και μυρίζει βαρύ τσιγάρο. Τα τζάμια του είναι θαμπά από τη νικοτίνη και οι τοίχοι του είναι ντυμένοι με βαριά υφαντά που απεικονίζουν διάφορα μοτίβα ή παραστάσεις από ερωτικές πράξεις.

Είναι απογευματάκι, περασμένες εφτά, και ο Μάριος κάθεται ακίνητος και ατενίζει, καπνίζοντας, την αφίσα που είναι κολλημένη στον τοίχο μπροστά του. Το παράθυρό του είναι ελαφρώς ανοιχτό κάτι που τον κάνει να τουρτουρίζει ώστε να τον κάνει να βγει απότομα από την ονειροπόλησή του. Είναι αποφασισμένος εδώ και καιρό να κάνει το επόμενο βήμα και να βγει από τη μιζέρια του, να αναζητήσει λίγη χαρά και, γιατί όχι, και τον ίδιο τον έρωτα.

Ναι, αυτόν τον σκληρό καραφλό καργιόλη που, αφού σου γαμήσει πρώτα το μυαλό με τα βελάκια του, σε παρατάει στα σκουπίδια για να δει αν αντέχεις. Αν αντέξεις, έχει καλώς. Αν όχι όμως, την πάτησες φίλε μου. Σε περιμένει ο ίδιος ο Δάντης στην πόρτα της προσωπικής σου κόλασης, που για σένα και μόνο έχει χτίσει με αγάπη και προδέρμ. Και αν ποτέ καταφέρεις να βγεις από εκεί, τότε είσαι τόσο βλάκας που αναζητάς το ξεβράκωτο αγοράκι και φτου κι απ΄ την αρχή ξανά∙ γιατί μυαλό δε βάζεις… Αλλά έτσι είναι η ζωή, έτσι πρέπει να είναι και όχι αυτό το χάλι που έχει για ζωή.

Ένα μικρό χαμογελάκι αυτοπεποίθησης είχε σχηματιστεί στην άκρη των χειλιών του όταν χτύπησε το τηλέφωνο. «Έλα», απάντησε ξεφυσώντας ένα βουνό από καπνό, «θα μου κλείσεις τελικά αυτή τη θέση για την παράσταση; Και όπως είπαμε, τη θέλω μπροστά, στις κανονικές θέσεις. Έτσι;». Η φωνή από την άλλη πλευρά κάτι είπε που τον εκνεύρισε και βλαστήμησε δυνατά. «Όχι, δε θέλω στις άλλες. Στο έχω ξαναπεί δεν είναι το ίδιο. Θέλω στις κανονικές. Εσύ κλείσ’ τη μου και τα άλλα άσ’ τα πάνω μου.».

Η ώρα είναι περασμένες 8 και η Μαρία έχει ήδη τελειώσει την προθέρμανσή της για την παράσταση. Εισπνέει και εκπνέει βαθιά ώστε να μπορεί να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Τo άγχος της είναι τεράστιο. Είναι η πρώτη της παράσταση στο μπαλέτο, μετά τον τραυματισμό, και το μόνο που θέλει είναι να θριαμβεύσει. Οι νότες του Τσαϊκόφσκι έχουν ήδη πλημμυρίσει την αίθουσα και έχουν αρχίσει να προετοιμάζουν το κοινό της για το παραμύθι των παραμυθιών, τη Λίμνη των Κύκνων. Την ενσάρκωση όλων των ανθρώπινων συναισθημάτων, από τον έρωτα και την αγάπη μέχρι την απόγνωση, τον πόνο, την απόρριψη, και τέλος την ελπίδα, το συναίσθημα οδηγό της ανθρώπινης ύπαρξης για την επιβίωση και την αναγέννηση.

Αυτά σκεφτόταν μαγεμένη βελτιώνοντας το μακιγιάζ της, όταν άκουσε φασαρία και φωνές να έρχονται μέσα από την αίθουσα. Βγαίνοντας από το καμαρίνι της στα παρασκήνια μαζί με όλους τους άλλους συγχορευτές της, εμφανώς ταραγμένη, αντίκρισε κάτι που θα τη στιγμάτιζε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Ένας άνθρωπος προσπαθούσε να κατέβει στις πρώτες θέσεις του θεάτρου χρησιμοποιώντας μόνο τα χέρια του, μιας και τα πόδια του ήταν εμφανώς ανήμπορα για κάτι τέτοιο. Οι φωνές ερχόταν από τον ίδιο και τους ταξιθέτες, που ενώ εκείνοι είχαν προθυμοποιηθεί να τον βάλουν στις θέσεις αναπήρων ή έστω να τον βοηθήσουν μέχρι την κρατημένη θέση του, εκείνος φώναζε με στόμφο ότι δεν είναι κανένας ανάπηρος για να χρειάζεται κάτι τέτοιο και ότι μια χαρά μπορεί να φτάσει στην αναθεματισμένη τη θέση και μόνος του.

Κάτι όμως στο παρουσιαστικό του νέου, κάτι στη χροιά της μεταλλικής φωνής του έκανε τη Μαρία να ακούσει την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Την ήξερε αυτή τη φωνή, είχε μεγαλώσει μαζί με αυτή τη φωνή, είχε σκιρτήσει για πρώτη φορά με αυτή τη φωνή. Ήταν δυνατόν μετά από τόσα χρόνια να είναι εκείνος; Μια στιγμή μόνο χρειάστηκε για να βρεθεί έξω από τα καμαρίνια, ανάμεσα στους ανήσυχους ταξιθέτες και τον Μάριο. Χαμήλωσε στα γόνατα, λερώνοντας το ολόλευκο καλσόν της, για να έρθει στο ύψος των ματιών του ψάχνοντας κάτι που ούτε η ίδια ακόμη δεν ήξερε. Δυο στιγμές και ίσως και ακόμη μία να χρειάστηκαν για να σταματήσουν οι φωνές γύρω τους, και να ειπωθούν λόγια και σκέψεις που ακόμη δεν είχαν ειπωθεί. Η θύελλα γύρω τους μαινόταν αλλά αυτοί βρίσκονταν στο κέντρο της, εκεί που όλα είχαν κοπάσει, εκεί που μόνο εκκωφαντική ησυχία επικρατούσε, εκεί που το μόνο που ακούγονταν ήταν δυο καρδιές συντονισμένες στο χτύπο της μιας…

Αχ! Άτιμε Έρωτα, τα κατάφερες πάλι! Μα κοίτα τί έφτιαξες; Πώς τα ταίριαξες έτσι; Τί μαινάδες θα εξαπολύσεις πάλι;…

Μετά το τέλος της παράστασης η Μαρία εμφανίστηκε μπροστά του σπρώχνοντας το αναπηρικό του καρότσι.
– Έλα, του είπε, ξέρω ένα πιο σύντομο δρόμο για έξω, και του ‘κλεισε το μάτι πονηρά.
Θα χρειαστεί όμως να σταματήσουμε μια στιγμή από το καμαρίνι μου για να αλλάξω. Με φαντάζεσαι να κυκλοφορώ στο δρόμο σαν την Οντέτ;
– Και εγώ που νόμιζα ότι ήθελες να γίνεις η Οντίλ, της απάντησε μεθυσμένος από την παρουσία της ο Μάριος.
– Πολλά έχουν αλλάξει από τότε που ήμασταν παιδιά, Μάριε, είπε με αποθυμιά η Μαρία. Ελπίζω να έχεις λίγο χρόνο να μου πεις τις ιστορίες σου…

Όμως δεν τις είπανε. Πριν να κλείσει η πόρτα από το καμαρίνι της, του είχε ήδη παραδοθεί. Όπως εκείνη την πρώτη φορά της ζωής της…

Ο Μάριος για τη Μαρία ήταν κάτι σαν την βαρύτητα. Όπου ήταν εκείνος η Μαρία του παραδινόταν, άνευ όρων, με κάθε πιθανό τρόπο. Με μεγάλο κόπο ξεκόλλησαν ο ένας από τον άλλο εκείνο το βράδυ, μόνο και μόνο για να συνεχίσουν το επόμενο και το επόμενο και το μεθεπόμενο. Οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες περνούσαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ στο παρελθόν ο ένας για τον άλλον. Σαν να μην ξέραν πόσο καταστροφικοί ήταν ο ένας για τον άλλο. Έκαναν έρωτα λες και θέλαν να φάνε τις σάρκες ο ένας του άλλου, ριγούσαν ο ένας μέσα στον άλλον αναζητώντας την απόλυτη κορύφωση, την ταύτιση του ενός μέσα στον άλλο…

Και οι πρώτες βροχές ήρθαν. Και τα μάτια γεμίσαν λογική, και ο μικρός Έρωτας θαυμάζει με χαιρεκακία το έργο του…

«Χόρεψέ μου γυμνή, μωρό μου, φορώντας μόνο τις ροζ σατέν πουέντ σου», της είπε ένα βράδυ. Και εκείνη το έκανε. Χόρευε και το σμιλεμένο από το χορό αλαβάστρινο κορμί της πότε έσφιγγε και πότε χαλάρωνε στους ήχους του αγαπημένου τους Τσαϊκόφσκι, και εκείνος την κοιτούσε με ένα τσιγάρο στο στόμα και τα μελιά του μάτια έλιωναν σε κάθε στροφή, σε κάθε αλέγκρο χτύπημα του ποδιού της, σε κάθε τίναγμα του χεριού της.

Ένα πρωί η Μαρία σηκώθηκε και δίπλα της στο κρεβάτι της, το μόνο που υπήρχε ήταν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Τον περίμενε να γυρίσει, αλλά εκείνος δε γύρισε. Τον κάλεσε στο κινητό, αλλά εκείνος δεν το σήκωσε. Πέρασαν έτσι μέρες πολλές και το τριαντάφυλλο που της είχε αφήσει είχε αρχίσει να χάνει τα πέταλά του και σαν άλλου παραμυθιού ιστορία, η Μαρία τον έψαξε ευχόμενη να τον βρει, πριν χαθούν όλα τα πέταλα και μαζί με αυτό χαθεί και εκείνος. Αυτός που την ήξερε…

Δέκα χρόνια πριν…
«Μάριε, ξέρεις τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω;»
«Νεράιδα, μωρό μου, εμένα με έχεις ήδη μαγέψει, θα είμαι δικός σου για πάντα, στο ορκίζομαι εδώ στην κόκκινη τριανταφυλλιά που μου χάρισες για πρώτη φορά τον εαυτό σου» και τη σήκωσε στην αγκαλιά του για να τη φιλήσει.
Όσα δε φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η στιγμή λένε, και εκείνη η στιγμή ήταν αρκετή για να τους χωρίσει. Το κατάφερε το αυτοκίνητο που είχε ξεφύγει από την πορεία του και έπεφτε με δύναμη στη μάντρα, πάνω τους. Εκείνη τα κατάφερε με λίγα τραύματα. Εκείνος όχι. Έχασε την κινητικότητα στα κάτω άκρα, και λίγο από τον εαυτό του, επιλέγοντας να αποκοπεί από κάθε τι που μπορούσε να του προσφέρει ευτυχία.

Ο Δάντης στέκεται αγέρωχος και μειδιά τρίβοντας τα χέρια του στην πύλη της προσωπικής κόλασης του μελένιου στρατιώτη του.. Άλλη μια ψυχή δική του∙ άλλωστε την περίμενε εδώ και καιρό. Τη δικαιούται. Το στόμα του έχει ανοίξει για να ρουφήξει την τελευταία σταγόνα ανθρωπιάς που έχει απομείνει∙ τη λαχταρά τόσο που του τρέχουν τα σάλια και χτυπά με δύναμη τη γλώσσα του στον ουρανίσκο… Και όπως είναι έτοιμος να τον καταπιεί νιώθει κάτι να τον σταματά. Μια μικρή αχτίδα φωτός που όλο δυναμώνει… «Μα πως δεν είναι δυνατόν;» ουρλιάζει και ξεφυσά… Είναι όμως ήδη αργά. Η μικρή νεράιδα έχει μπει ανάμεσα σε αυτόν και το μελένιο του στρατιώτη…

Η Μαρία τον βρήκε πεσμένο από το αναπηρικό του αμαξίδιο, σχεδόν πνιγμένο μέσα στον εμετό του, με τα μάτια του ανοιχτά και τις κόρες του διεσταλμένες. Στο χέρι του ήταν καρφωμένη μία παραμορφωμένη σύριγγά και στα ηχεία του σπιτιού του έπαιζε στη διαπασών ο αγαπημένος τους Τσαϊκόφσκι.
– Τι νομίζεις ότι κάνεις; τον ρωτάει ξέπνοα με λυγμούς που τραντάζουν σε κύματα το σώμα της.
– Μαρία φύγε, δε χρειάζεσαι ένα σακάτη δίπλα σου. Ζήσε τη ζωή σου, γίνε η Οντέτ και παντρέψου τον πρίγκιπα.
– Μαζί με τα πόδια σου σακατεύτηκε και η καρδιά σου Μάριε;

– Αυτή την είχες πάντα δική σου μωρό μου για να τη φυλάς στο μαγικό παλάτι σου.
– Τότε πάμε να φύγουμε από αυτό το κολαστήριο γαμώτο, γιατί δε σκοπεύω να μεγαλώσω το παιδί σου εδώ μέσα!

.. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook