Τόσα στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Ανέβαινες την ανηφόρα και τους έβλεπες δίπλα στο χωματόδρομο, μισό μέτρο απόσταση ο ένας από τον άλλο αλλά ένιωθες ότι δεν ήταν τυχαίο, τόση ήταν η απόσταση που χρειάζονταν για να είναι μαζί, το δέσιμο ήταν αόρατο.

Κάθε μέρα περνούσες και τους χάζευες. Τριγύρω ήταν ερημιά, αδυνατούσες να καταλάβεις πως ρίζωσαν μαζί σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο, δίπλα στο δρόμο, ενώ δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Το μόνο που έβλεπες σε απόσταση ήταν κάτι τσακισμένα δέντρα, χαμένα που δεν τα έπιανε το μάτι. Άλλα μόνα τους, άλλα σε ζευγάρια αλλά νεκρά. Το βλέμμα σου τα προσπερνούσε και ξαναγύριζε σ’ αυτούς εμμονικά. Τους παρατηρούσες να τρικλίζουν από τους δυνατούς ανέμους μέσα στο βαρύ χειμώνα αλλά δεν επηρεάζονταν, ένιωθες ότι είχαν συνηθίσει τις ταλαιπωρίες. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να είναι μαζί, να είναι δίπλα ο ένας στον άλλο. Αυτό το μισό μέτρο ήταν τεράστια απόσταση μεταξύ τους αλλά οι ρίζες τους κάτω από το έδαφος ήταν μπλεγμένες και χαϊδεύονταν με σεβασμό και με αγάπη μεταξύ τους. Στέκονταν περήφανοι ο ένας δίπλα στον άλλο και το ήξεραν. Κι ας ήταν μόνοι τους γύρω, δεν τους ένοιαζε, ποτέ δεν τους ένοιαξε αυτό. Είχαν ο ένας τον άλλον κι αυτό ήταν αρκετό. Δεν το επιδίωξαν. Δεν «έτυχε». Ήταν το πεπρωμένο τους. Στα κιτάπια της μοίρας είχε γραφτεί αυτός ο δεσμός και τίποτα δεν μπορούσε να τον σβήσει.

Όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία ήταν πολύ μικροί. Άγουροι ακόμα, δεν παρατηρούσαν τι υπήρχε στο προσκήνιο. Ήταν επικεντρωμένοι στον εαυτό τους και στο πως θα περάσει άλλη μία μέρα με τα βασικά. Η γη τους έτρεφε, το νερό τους δυνάμωνε και ο ήλιος τους γέμιζε με ενέργεια. Δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν ότι ο κόσμος θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Καμάρωναν κάτω από τον ουρανό, άφηναν τον άνεμο να τους διαπερνάει και εύχονταν στους αστερισμούς της νύχτας να τους φέρει ό,τι καλύτερο υπήρχε γι’ αυτούς εκεί έξω.

Εκείνος ήταν μαχητής. Κάθε αυγή τεντωνόταν, φορούσε τα λαμπερά του χρώματα και αντλούσε δύναμη από τις ακτίνες του ηλίου. Δεν ανησυχούσε για το αύριο, η κάθε μέρα ήταν μοναδική και μία ευκαιρία να μεγαλώσει και να γίνει πιο δυνατός, πιο ψηλός, να φτάσει τα σύννεφα. Αλλά καθώς μεγάλωνε, μέσα του ένιωθε πως κάτι έλειπε. Αυτή θα ήταν η ζωή του από δω και πέρα; Δεν του έφτανε. Ήθελε περισσότερα. Ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο, Να γίνει ο καλύτερος. Αλλά με κάποιον δίπλα του να τον στηρίζει στο κάθε βήμα, το ζητούσε απεγνωσμένα αλλά δεν τολμούσε να το ψιθυρίσει ούτε στην ίδια του την ύπαρξη.

Εκείνη ήταν γενναία. Είχε δυσκολευτεί πάρα πολύ να μεγαλώσει, παιδεύτηκε μόνη της. Προσπαθούσε να αντλήσει κάθε σταγόνα από τη ζωή γύρω της για να επιβιώσει. Ήξερε πως η ζωή ήταν δύσκολη, το ένιωθε σε κάθε κύτταρο της ύπαρξης της αλλά με μία βαθιά πίστη γνώριζε πως θα τα καταφέρει, παρά τις αντιξοότητες. Είχε μάθει να παλεύει από μικρή, βασιζόταν στον εαυτό της και ήξερε πως θα τα καταφέρει με οποιοδήποτε κόστος. Κάθε πρωί άπλωνε τα κλαδιά της στο φως του ήλιου σκεφτόμενη την επόμενη κίνηση της και συνέχιζε να μεγαλώνει. Αλλά καθώς συνέβαινε αυτό, ένιωθε πως κάτι της έλειπε. Η ασφάλεια μίας άλλης ύπαρξης. Η κατανόηση της μάχης που έδινε καθημερινά μόνη της. Και η φροντίδα.

Ένα πρωί κοίταξε δίπλα του και την είδε. Ήταν σαν κι αυτόν, απλά πιο όμορφη, πιο λυγερή. Έτσι όπως μπερδευόταν το φως του ήλιου στα φύλλα της ένιωσε κάτι που δεν είχε ξανανιώσει. Μία βαθιά επιθυμία να μοιραστεί κάτι μαζί της. Αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό. Αυτός που είχε μάθει να είναι ο κυρίαρχος του κόσμου πως μπορούσε να νιώθει έτσι, τόσο ευάλωτος; Και τι ήταν αυτό που ένιωθε; Μπερδεύτηκε. Έριξε όμως άλλη μία ματιά. Ναι, το συναίσθημα παρέμενε οπότε συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να το αγνοήσει.


Ένα πρωί κοίταξε δίπλα της και τον είδε. Ήταν σαν κι αυτή, απλά πιο δυνατός, πιο ρωμαλέος. Εξέπεμπε μία ασφάλεια, μία αυτοπεποίθηση που δεν είχε ξαναβιώσει. Άρχισε να παρατηρεί τον κορμό του. Ήταν στιβαρός, ταλαιπωρημένος μεν, αλλά ένιωσε την ενέργεια του. Ένιωσε ενστικτωδώς ότι αυτός θα μπορούσε να της δώσει αυτό ακριβώς που χρειαζόταν. Ασφάλεια. Ένα μέρος να ξαποστάσει. Είχε κουραστεί τόσα χρόνια, ο άνεμος και η παγωνιά γύρω της την είχαν εξουθενώσει. Είχε ανάγκη να ξαποστάσει, να νιώσει ότι μπορεί να βασιστεί και σε κάποιον άλλο.
Κοιτάχτηκαν και ο ήλιος έπαιξε μαγικά παιχνίδια γύρω τους. Αργά και με μία παιδική δειλία οι ρίζες της πλησίασαν προς το μέρος του. Αυτός κάλυψε γρήγορα τη διαφορά. Μπλέχτηκαν και ξαφνικά ένιωσαν κάτι πρωτόγνωρο. Ένα ρεύμα ξεκίνησε από αυτό το άγγιγμα και εξαπλώθηκε σε όλο τους το είναι. Αισθάνθηκαν ότι αυτό δεν ήταν κάτι τυχαίο, ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό άγγιγμα. Ήταν η ζωή. Και αφέθηκαν.

Πέρασαν πολλές δυσκολίες. Τα χτυπήματα των καιρών διαδέχονταν το ένα το άλλο και πολλές φορές σκέφτηκαν μήπως ήταν καλύτερο και για τους δύο τους να απομακρυνθούν. Ίσως αν ήταν μόνοι τους να μπορούσαν να αντιστρέψουν τη μοίρα και τα καμώματα της. Αλλά δεν το έβαλαν κάτω, δεν δείλιασαν. Έδιωξαν αμέσως αυτή τη σκέψη, δέθηκαν περισσότερο και ορκίστηκαν πως ό,τι και να γινόταν, αυτοί θα έμεναν μαζί. Τόσα χρόνια τα κατάφερναν, τι κι αν ερχόταν άλλη μία μπόρα, αυτοί ήξεραν πως η δύναμη τους προερχόταν από το δέσιμο που είχαν κάτω από την επιφάνεια. Αυτό το βαθύ, άνευ όρων δέσιμο. Και θα τα κατάφερναν άλλη μία φορά. Πόση αγάπη και τρυφερότητα μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα άγγιγμα; Πόσο πάθος μπορεί να κρύβεται πίσω από μία ματιά; Πόσες ανάγκες καλύπτονται μέσα σε μία επαφή; Πόσες λέξεις μπορούν να περιγράψουν την ολοκλήρωση; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να βιωθεί το απόλυτο συναίσθημα;

50 χρόνια είναι μαζί. Σαν μία ύπαρξη. Κι ας τους χώριζε θεωρητικά μισό μέτρο. Δεν εγκατέλειψαν ποτέ ο ένας τον άλλον. Μέχρι και σήμερα.

(Αφιερωμένο σε δύο μοναδικούς ανθρώπους της ζωής μου. Τους ευχαριστώ που είναι αυτοί που είναι)

Photo credits: VDouros