Μέρες τώρα σκεφτόταν την μέρα αυτή. Μέρες τώρα διχαζόταν αν έπρεπε να πάει σε εκείνο το ραντεβού που δόθηκε μεταξύ τους πριν από 8 χρόνια. Αν αυτό θα την έσπρωχνε πίσω στα ίδια λάθη. Αν θα ήταν αρκετά δυνατή να αρκεστεί μόνο σε αυτό.

– Θα σε περιμένω , του είχε πει… θα σε περιμένω και το ξέρω πως θα έρθεις και εσύ!
Ήθελε να το σιγουρέψει εκείνο το ραντεβού, περισσότερο για να έχει κάτι να ελπίζει στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, να έχει κάτι να γαντζώνεται τα βράδια που μόνη ή ακόμα και με κάποιον άλλον θα κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι, με κάποιον που δεν θα ήταν απλά εκείνος.

Χάραξε τις συντεταγμένες σε ένα μπρελόκ και του το χάρισε!
– Έτσι θα ξέρεις πάντα που θα με βρεις!
– Και αν ξεχάσω την ημερομηνία?
– 5χ5 25
αναφώνησε εκείνη.

5 Μαΐου του 2025 στις 10 το βράδυ (5+5)

Ηρέμησε πλέον σίγουρη πως κάτι τέτοιο δεν θα ξεχνιόταν τόσο εύκολα.
Από το πρωί είχε μια ανησυχία. Είχε σκεφτεί κάθε δευτερόλεπτο από την συνάντηση αυτή, είχε ονειρευτεί το άγγιγμα του ξανά, το βλέμμα του που τόσο επίμονα ξεγύμνωνε την ψυχή της και την έκανε να νιώθει ζωντανή, διάφανη μα πάνω απ’ όλα εκείνη! Το 8ωρο στο γραφείο της φάνταζε αιώνας! Τα 8 χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά εκείνες οι 8 ώρες στην δουλειά. Μέσα σε εκείνες τις 8 ώρες πέρασε όλη η ιστορία τους μπροστά από τα μάτια της.
Το πρώτο του χάδι στο μάγουλο της, το πρώτο του φιλί που την αιχμαλώτισε για μια ζωή. Ο τρόπος που την διεκδίκησε, που την πόθησε αλλά και την απόκτησε στο τέλος.

-Είσαι δική μου! Κανένας ποτέ δεν θα σε θελήσει περισσότερο από εμένα! Κανένας ποτέ δεν θα σε αγαπήσει περισσότερο.
Και αυτό χαράχτηκε μέσα της, τόσο βαθιά που όπως και αν φερόταν στην πορεία τίποτα άσχημο δεν θα κατάφερνε να το κλονίσει.

Ήταν η σταθερά της! Αυτός ο έρωτας ένιωθε πως ήταν η σταθερά της. Πως πίσω από τους καβγάδες, πίσω από τις άσχημες κουβέντες, πίσω ακόμα και από τις χειρονομίες κρυβόταν μόνο μια αλήθεια… αυτή η αλήθεια του ότι μου ανήκεις και σ’ αγαπώ όσο κανείς.

Είχε πιστέψει πως κανείς δεν θα την αγαπούσε όσο εκείνος. Τόσο, που έπαψε η ίδια να αγαπά τον εαυτό της. Που ζούσε μόνο για να είναι ευτυχισμένος εκείνος, και δίπλα του και εκείνη, υπήρχε μόνο μέσα από την αποδοχή και την αγάπη του! Την δήθεν φαινομενική αγάπη του. Που ποτέ δεν κατάλαβε αν ήταν αληθινή. Αν αγαπούσε εκείνην την ίδια ή μόνο τον τρόπο που τον αγαπούσε και τον λάτρευε, άρα τον εαυτό του!

Λένε πως όταν αγαπάς η αγάπη αντανακλά πάνω στον άλλον και επιστρέφει σε σένα! Μόνο που εκείνος πεινασμένος από αγάπη, τρέφοντας μόνο τον εγωισμό του αντανακλούσε μόνο στεναχώρια, δάκρυα και τον απόλυτο βιασμό της ψυχής της. Έναν βιασμό που εκείνη απέδιδε στην υπερβολική αγάπη! Πόσο χαζή ήταν!

Όχι, όχι έπρεπε να διώξει αυτές τις άσχημες αναμνήσεις από το μυαλό της. Απόψε θα τον έβλεπε και πάλι.
Έκλεισε τον υπολογιστή, μάζεψε τα πράγματα της και κατευθύνθηκε στο σπίτι, ήταν 6 το απόγευμα, σε 4 ώρες επιτέλους θα βρισκόταν κοντά του.

Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη, πόσο είχε γεράσει αυτά τα 8 χρόνια. Ήταν πλέον 43 και όσο καλά και αν της είχε φερθεί ο χρόνος την προηγούμενη δεκαετία, στην τελευταία δεν της έκανε και πάλι το χατίρι. Θυμήθηκε πάλι εκείνον που της έλεγε ότι για αυτόν θα ναι πάντα 25. Τότε τον είχε πρωτοσυναντήσει, στα 25 της, υστέρα χάθηκαν για 10 χρόνια και μετά ήρθε ξανά στα 35 να κάνει την παρουσία του πιο αισθητή στην ζωή της, με ανεξίτηλα σημάδια όχι μόνο στο κορμί αλλά και στην ψυχή της.

Ήταν από εκείνους του έρωτες που βλέπεις στις ταινίες, τους θυελλώδης. Που την μια στιγμή ανταλλάσσεις χαστούκια και το επόμενο δευτερόλεπτο καυτά φιλιά. Από τους έρωτες που βγαίνεις εκτός ορίων, γιατί πολύ απλά τα όρια είναι ανύπαρκτα. Το απόλυτο πάθος και ευτυχία, και η απόλυτη συντριβή και εξευτελισμός. Πόσες φορές είχε πληγωθεί από την συμπεριφορά του, πόσες φορές πέρασε από το μυαλό της να δώσει ένα τέλος στην ζωή της, γιατί την ζωή της δεν μπορούσε να την φανταστεί χωρίς εκείνον. Πόσες φορές σε στιγμές διαύγειας είχε αναρωτηθεί αν η αγάπη που πίστευε μικρή πως ήταν κάτι όμορφο, μπορούσε να είναι ταυτόχρονα κάτι τόσο τοξικό και επίπονο. Πόσες φορές δέχθηκε τα χτυπήματα του και ανταπέδωσε και εκείνη φωνάζοντας του πως τον αγαπάει ή πως τον μισεί για να τον πληγώσει όσο την πλήγωνε.

Όχι σήμερα δεν θα άφηνε όλα εκείνα τα άσχημα να την κατακλύσουν. Σήμερα θα ζούσε πάλι εκείνο το πρώτο ραντεβού. Κανείς δεν είχε καταλάβει πώς μέσα σε όλο αυτό τον όλεθρο εκείνη είχε βρει ένα κομμάτι ευτυχίας που κάποιοι σπάνια καταφέρνουν να γνωρίσουν στην ζωή τους. Γιατί εκείνες τις ελάχιστες στιγμές που εκείνος δεν είχε εμμονές, ανασφάλειες, φοβίες και εγωισμό, εκείνες τις ελάχιστες στιγμές που μόνο την κοιτούσε και χανόταν στο βλέμμα του, εκείνη ένιωθε την απόλυτη ευτυχία και ολοκλήρωση. Μια ευτυχία που δεν είχε βιώσει ποτέ μέχρι τα 35 της. Μια ευτυχία που σταματά τον χρόνο, που ξορκίζει το κακό και σε εξαγνίσει με τρόπο μαγικό σχεδόν απόκοσμο. Μια ευτυχία που αν κατάφερνε πραγματικά να παγώσει τον χρόνο θα μπορούσε να πεθάνει μέσα σε αυτήν, ευτυχισμένη και πλήρης.

Ήξερε καλά όμως πως κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Έτσι και έφυγε τότε την τελευταία φορά. Έτσι κατάφερε να φύγει οριστικά, όχι σε μια στιγμή μίσους ή λύπης ή οργής, αλλά σε μια στιγμή απολυτής συνειδητοποίησης ότι μαζί του δεν θα μπορούσε ποτέ να στεριώσει. Όχι γιατί δεν τον αγαπούσε αρκετά αλλά γιατί τον αγάπησε περισσότερο από τον ίδιο της τον εαυτό, σε σημείο που κατάφερε να τον χάσει. Σε σημείο απόλυτα αυτοκαταστροφικό. Που δεν αναγνώριζε πια το είδωλο της στον καθρέφτη. Και όταν πλέον παύεις να αγαπάς τον εαυτό σου, παύεις και να υπάρχεις.

Και έζησε! Κατάφερε να ζήσει 8 χρόνια μακριά του. Χωρίς όνειρα, χωρίς έντονες συγκινήσεις, χωρίς όμως και πόνο. Έζησε ή απλά επέζησε; Ποτέ δεν μπήκε μέχρι τώρα στην διαδικασία να το σκεφτεί.

Βγήκε από το αμάξι και κατευθύνθηκε στην παραλία… εκείνος γυρισμένος πλάτη με ένα τσιγάρο στο χέρι να κοιτάξει στην θάλασσα. Στάθηκε δίπλα του, την πήρε αγκαλιά χωρίς να αρθρώσει λέξη και έμειναν για ώρα εκεί να κοιτάζουν την θάλασσα.

– Άργησες…
– Κάνεις λάθος, Κωστή… εγώ πάντα εδώ ήμουν. Δεν έφυγα ποτέ από εδώ.

 

Read My Silence