6 μέρες μετά την Κυριακή του Πάσχα και ακόμα προσπαθούμε (εις μάτην) να συνέλθουμε από τα αμνοερίφια που συνωστίζονται στο κόλον μας, οπότε θα σας πω μια ιστοριούλα για το φετινό μου Πάσχα που ήταν αλλιώτικο από τ΄ άλλα.

Φέτο το Πάσχα λοιπόν, έγινε η υπέρβαση και δεν πήγα εκεί που συνήθως πάω τα τελευταία 20 Πάσχατα της ζωής μου, ούτε και με την οικογένεια μου τα πέρασα μιας και, πλησιάζοντας τα 40 (χρόνια) και έχοντας περάσει τα 40 (κύματα), αποφεύγω να συναναστραφώ την Αγία Οικογένεια πέραν της Μ. Παρασκευής, υπό τον φόβο ότι τα εντόσθια της Σαββατιάτικης μαγειρίτσας παίζει να είναι και τα δικά μου ή κάποιου άλλου πολύ προσφιλούς ατόμου.

Ο προορισμός ήταν προαποφασισμένος με συνοπτικές διαδικασίες. Η πυξίδα έδειχνε νότια μιας και στα νότια είναι πάντα καλύτερα. Πιο ήλιος, πιο Μεσόγειος, πιο χαλαρή φάση. Το μέρος φαινόταν όμορφο χωρίς να σου ‘χει πει κανείς ότι παίζει να είναι και μόνιμο καρτ-ποστάλ στην προθήκη του μυαλού σου. Φτάνοντας, έπαιξε η απαραίτητη 2ωρη μπαλκονάδα από αυτές που κάνεις ένα πακέτο τσιγάρα αγναντεύοντας το απέραντο γαλάζιο και δε μιλάς πολύ. Αντε λίγο Μπάμπη (Στόκα) που τονε γουστέρνεις γιατί τον έχεις συνδυάσει με άλλα μπαλκόνια κι άλλες θέες. Μα κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα, που λέει και ο φίλος μου ο Κωστάκης (ο Λειβαδάς ντε), έτσι κι αυτή ειν΄αλλιώτικη, επειδή είσαι εσύ πια άλλος άνθρωπος.

Αυτά τα οδοιπορικά ψυχής καλό είναι να τα κάνεις μόνος. Αν είναι όμως να ‘χεις συνταξιδιώτη, πρέπει να είναι αδερφή ψυχή, να μιλάει και να σωπαίνει όταν πρέπει, να διαγράφει με το δάχτυλο χαμόγελα και να σφουγγίζει δάκρυα συγκίνησης κι απελπισίας. Ακόμη και αυτά της ιδιαίτερης ομορφιάς που συνταράσσει τα μέσα σου. Να σε γυρνάει ανάσκελα να χαϊδέψει τις καμπύλες του κορμιού σου, αλλά και στο πλάι μην τύχει και ξεράσεις τον Γαργαντούα που έφαγες, και πας από αναρρόφηση γιορτάρες μέρες. Να είναι πίσω σου να σου κόβει το ξεροβόρι, μη τύχει και σβήσει η λαμπάδα σου στην Ανάσταση και μην αρπάξει η καούκα σου και μετά γυρίσεις το “Τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται (δε σίκουελ”), αλλά και μπρος σου, για το φιλί της αγάπης, αυτό που τόσο έχεις ανάγκη και το τρως στο μέτωπο και ξαφνικά θυμάσαι όλα τα αποθαμένα κι αγαπημένα σου και κλαις σα μωρό.

Και μετά την Σταύρωση, έρχεται η Ανάσταση, και τρως δίχως αύριο όχι από λύσσα λόγω 40ήμερης νηστείας (ποτέ και για κανένα λόγο), αλλά από καθαρή λαιμαργία και το σύνδρομο του πρόωρου και λιποβαρούς που κουβαλάς και τρως, και τρως, και ξαναμανατρώς μέχρι που ο συνταξιδιώτης σκιάζεται γιατί έχεις εγκαταλείψει τρόπους και σκατοευγένειες και ρουφάς ανηλεώς το μεδούλι απ το ρίφι. Και γελάει με την πέτσα που κρέμεται απ τα χείλη σου και τη μαρουλοσαλάτα που ‘χει κολλήσει στα δόντια σου γιατί αν δεν βοσκήσεις μαζί με το ρίφι, δεν κάνεις τουμποφλό στην αρτηρία.
Και είναι και οι συνδαιτυμόνες σ΄ αυτό το τραπέζι της Λαμπρης, που δεν έχεις τυλίξει 32 χιλιόμετρα αντεράκι διπλοξεβγαλμένο για το κοκορέτσι, ούτε έχεις γυρίσει τον μαζοχιστικά τον οβελία , φροντίζοντας η θράκα να ναι καλή στα μπούτια αλλά τελικά είναι τα δικά σου αυτά που καψαλίζονται χωρίς να αδυνατίζουν , ούτε καν να τρώγονται και βρίσκεσαι στην ταβέρνα, χωρίς κράτηση και καπάρο της νεφραμιάς του αμνού, και κάθεσαι γιατί είσαι φίλη του Γουίλιαμ Λώσον και θεωρείς ότι κάτι θα περισσέψει και για σένα αγνοώντας ότι αυτό παίζει να είναι τα καμπανέλια του αρνιού που σβουρίζονται πάνω στην σούβλα. Και κάθεσαι χωρίς καν κουβέρ επί 2ώρου όπου έχεις φάει το πλαστικό τραπεζομάντιλο , αφού πρώτα το ‘χεις χιλιοτρυπήσει ως ψυχαναγκαστική, και καπάκι πίνεις λίγο μπίρα που κατά λάθος σου φέραν μπας και ξεκολλήσει από την καταπιόνα.

Αλλά, στο τραπέζι κάθεσαι με την Αγάπη, αυτή της χριστιανικής διδαχής, που όλα τα ανέχεται και όλα τα μπορεί. Με μια παρέα αλλοπρόσαλλη νηστική και κουρασμένη που δεν τσαμπουκαλεύεται μα γελάει και χωρατεύει, κι εκεί νιώθεις μικρός και λίγος που θες να σουβλίσεις τον ταβερνιάρη να βγουν μερικές έξτρα μερίδες. Και γελάς και συ και χωρατεύεις και τραβάς γι αλλού όπου τρως σαν βασιλιάς και πίνεις και γλεντάς και τραγουδάς και τσουγκράς κι αγκαλιάζεσαι με μια οικογένεια που δεν είναι δικιά σου μα θα θελες, γιατί τα μάτια έχουν φως κι αγάπη και μια μικρή, ανεπαίσθητη θολούρα απ τις μπίρες και τη χοληστερίνη που έχει βαρέσει τίλτ.

Και μετά το τραπέζι, στην σειρά εμφάνισης έρχεται το κρεβάτι, μέχρι εκεί μπορείς να συρθείς με ασφάλεια. Και σε παίρνει ένας ύπνος γλυκός και συνάμα βασανισμένος μιας και η μπάκα σου έχει σε στενό μαρκάρισμα τα ξέπνοα, απ τα τσιγάρα και τα χασαποσέρβικα, πνεμόνια σου. Και ξυπνάς από χάδια και από χείλη που χαρτογραφούν τη ραχοκοκαλιά σου. Και δεν γυρνάς από φόβο μήπως είναι μαγική εικόνα και χαθεί.. μα εκείνη δε χάνεται. Και γυρνάς κι αντικρίζεις 2 μικρά καρβουνάκια να σου καίνε το μυαλό και την ψυχή και κλείνεις εσύ τα δικά σου κι αφήνεσαι στην μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων . Ο χρόνος χάνεται και σταματά, μόνο ένας φάρος που αναβοσβήνει υποδηλώνει ότι δεν έχει παγώσει ο χρόνος. Και μετά, ένα κλάμα λυτρωτικό ανεβαίνει και ξεπλένει όλες τις αμαρτίες σου, διαπραχθείσες και μη. Κλαις κι από χαρά κι από λύπη κι από κατανόηση ότι αυτά είναι στιγμές που θα χαθούν και σκέφτεσαι τη δική σου οικογένεια, αυτή την ιδιότροπη και δυσλειτουργική οικογένεια που άφησες πίσω, και κλαις λίγο παραπάνω, επειδή σου λείπει να σου γανώσει το κεφάλι μέχρι τελικής πτώσεως. Και μετά, κει που νομίζεις πως τέλεψες, χύνεις λίγα δάκρυα ακόμη για αυτή την άλλη οικογένεια που ποτέ δεν θα χεις, για την Αλεξάνδρεια που αποχαιρετάς βλέποντας τη να χάνεται.

Και ξημερώνει ο Πανάγαθος τη μέρα και το φως μπαίνει τόσο δυνατό απ τις γρίλιες που φωτίζει τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Και ξεκινάς μια περιπλάνηση στη θάλασσα , τη πέτρα και το φως. βλέπεις μέρη που εντυπώνονται μέσα σου και μυρίζεις τον αέρα αυτό της άνοιξης που σε μεθά πιότερο κι από το αλκοόλ. ακούς μουσική και σιγοτραγουδάς καθώς οι ρόδες καταπίνουν το κακοτράχαλο οδόστρωμα. Και πού και πού γυρνάς το βλέμμα στο προφίλ του συνταξιδιώτη, αυτό που πρωτοαντίκρυσες πριν χρόνια και δεν ξέχασες ποτέ και χαμογελάς, γιατί ξέρεις χωρίς να σου ‘χει πει κανείς, ούτε αυτός, και μετά γυρνάς το βλέμμα στο γαλάζιο ουρανό και σκέφτεσαι “Πάσχα, Κυρίου Πάσχα”

 

 

*Η φωτογραφία είναι από τα μπαλκόνια του Kalypso Guesthouses

στο Γύθειο.