Το τελευταίο μήνυμα ήταν μόνο δυο λέξεις. «Σ’ αγαπώ». Όσο μπορούσε πιο γρήγορα, πληκτρολόγησε με τη σειρά της άλλες δυο. «Κι εγώ». Βιάστηκε να κλείσει τα μηνύματα και να ανοίξει ένα καινούριο έγγραφο στον υπολογιστή. Δεν ήθελε να μπορεί κανείς να ρίξει μια τυχαία ματιά και να καταλάβει αυτό που προσπαθούσε να κρύψει τον τελευταίο μήνα. Το καρδιοχτύπι, τη χαρά βαθιά μέσα της, τη σιγουριά, τη ζωντάνια. Όλα όσα ο αποστολέας του μηνύματος είχε καταφέρει να την κάνει να νιώσει ξανά μετά από χρόνια, όσα νόμιζε ότι είχαν χαθεί για πάντα μέσα στη μονοτονία του γάμου της.

Μέτρησε τις ώρες που έμεναν μέχρι το μεσημεριανό της διάλειμμα. Δύο ώρες και πενήντα λεπτά, τρεις ώρες πες. Πώς να τις κάνει να περάσουν γρήγορα, σα μια ανάσα, σαν αστραπή, σαν ένα μόνο δευτερόλεπτο. Να δουλέψει, ναι. Μα ταυτόχρονα και να σκεφτεί, να αναπολήσει, να θυμηθεί, να ντραπεί, να κοκκινίσει. Όλα να τα κάνει. Και μόλις μπορέσει, να διαβάσει και τα παλιά του μηνύματα, και τα άλλα τα δικά της, αυτά που τους έκαναν να γνωριστούν πάλι, να γελάσουν, να πονέσουν, να αγαπηθούν. Να χαμογελάσει από μέσα της και απ’ έξω της και η καρδιά της να χτυπήσει γρήγορα και δυνατά, σαν την πρώτη φορά που τον είδε, σαν την πρώτη φορά που της χαμογέλασε.

Το τηλεφώνημα του άντρα της τη διέκοψε από τις σκέψεις της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και απάντησε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε.
«Ναι;… Έλα, καλά είμαι, εσύ;… Όχι, όλα καλά… Ναι, στην ώρα μου θα γυρίσω… Ναι, πάρε και ψωμί, δεν έχουμε… Όχι, δε θ’ αργήσω… Εντάξει, τα λέμε, φιλιά».
Όλα σαν μια πρόταση σχεδόν, με μια ανάσα, όλα τα ανούσια και τα στεγνά και τα ουδέτερα του γάμου τους. Η καθημερινή τους ρουτίνα μέσα σε ένα τηλεφώνημα, χωρίς πάνω και κάτω, χωρίς σκαμπανεβάσματα, χωρίς ουσία σχεδόν. Πόσο την είχε κουράσει αυτή η επανάληψη τόσον καιρό που την είχε αντέξει. Πόσο κόπο έκανε για να του πει ότι δεν άντεχε άλλο, ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι, ότι χάνονταν οι δυο τους, όσο κι αν αγαπιούνταν κάποτε. Κι αυτός; Την κοίταξε, την άκουσε. Και κλείστηκε στο γραφείο του. Στον υπολογιστή του, στα βιβλία του, στο καταφύγιό του.

Και μετά ήρθε εκείνος.

Κουκουλωμένη με το μπουφάν και το κασκόλ της, με το μεσημεριανό της σάντουιτς τυλιγμένο στο αλουμινόχαρτο και το κινητό στο χέρι, κατηφόρισε προς το αγαπημένο της παγκάκι. Επιτέλους, λίγη ώρα ελευθερίας. Βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε, δάγκωσε την πρώτη μπουκιά του φαγητού της, άνοιξε το κινητό και βούτηξε με λαχτάρα στα μηνύματά τους. Είχε ανάγκη να τα διαβάσει όλα από την αρχή, να θυμηθεί και να νιώσει πώς είναι να σε αγαπάει κάποιος με όλο του το είναι.

“Δε σε ξέχασα ποτέ. Εσύ με θυμάσαι;”
Η απάντησή της είχε έρθει διστακτική.
“Ναι.”
“Είσαι καλά;”
“Προσπαθώ. Εσύ;”
“Κι εγώ το ίδιο.”
“Σου φέρεται καλά;”

Σ’ εκείνο το μήνυμα είχε παιδευτεί πολύ. Δεν είχε απαντήσει αμέσως, η απάντησή της φαινόταν ότι στάλθηκε πάνω από δυο ώρες αφού της είχε έρθει το μήνυμά του.
“Πολύ καλά.”

Αυτή τη φορά άργησε εκείνος να της ξαναστείλει. Για μια στιγμή φοβήθηκε ότι τον είχε αποθαρρύνει, ότι είχε κλείσει την πόρτα της επικοινωνίας τους. Η καρδιά της πήγε στη θέση της όταν άκουσε τον ήχο του μηνύματος, όταν σιγουρεύτηκε ότι ήταν εκείνος και πάλι.
“Σκέφτηκα πολύ για να σου στείλω το πρώτο μήνυμα. Δεν ήμουν σίγουρος πώς θα το πάρεις. Μη με παρεξηγήσεις για το θάρρος μου, μα το ήθελα πολύ.”
“Δε σε παρεξηγώ. Χαίρομαι που επικοινωνούμε, είχε περάσει πολύς καιρός στ’ αλήθεια.”
“Τον αγαπάς;”

Για μια στιγμή σήκωσε το βλέμμα της από το τηλέφωνο και έμεινε να κοιτάζει πέρα στον ορίζοντα. Έσφιξε ακόμα περισσότερο γύρω της το κασκόλ και τυλίχτηκε λίγο καλύτερα με το μπουφάν της. Θυμήθηκε ότι είχε χαμογελάσει όταν είχε διαβάσει την ερώτηση. Πώς μπορείς να απαντήσεις σε κάτι τέτοιο, κάτω από τέτοιες συνθήκες; Πώς μπορείς να περιγράψεις τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου, και το κυριότερο, γιατί να το κάνεις; Όμως θυμόταν ξεκάθαρα και το πόσο γρήγορα απάντησε.

“Ναι.”
“Κι εμένα; Μ’ αγάπησες ποτέ;”

Τότε ήταν που ξεχύθηκε ο καταρράκτης. Μετά από εκείνη την ερώτηση όλα έμοιαζαν αυτονόητα. Ότι ένιωθε όλα τα προηγούμενα χρόνια, όλα όσα ένιωθε να την πνίγουν, όσα ήθελε να πει και δεν έλεγε ποτέ, τα είπε. Τα έγραψε, τα διάβασε και τα έστειλε, με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της και να θολώνουν ότι έβλεπε.

“Σ’ αγάπησα με όλη μου την καρδιά, με όλο μου το μυαλό και σ’ αγαπώ ακόμα. Αγάπησα τα μάτια σου, το βλέμμα σου, τη μιλιά σου, το χαμόγελό σου. Την καλοσύνη σου, την ευαισθησία σου, την ευγένειά σου. Δεν έχω ξεχάσει τίποτα.”

Σκέφτηκε ότι θα χαμογέλασε κι εκείνος καθώς θα διάβαζε τα λόγια της. Ίσως ένα γλυκόπικρο χαμόγελο, μια θύμηση από τα παλιά. Ή ίσως η ευκαιρία για μια καινούρια αρχή…

“Εγώ τα είχα ξεχάσει, μα τώρα τα θυμήθηκα. Αν θέλεις να τα ζήσουμε μαζί, πάμε ξανά, εγώ είμαι εδώ.”

Σήκωσε και πάλι το βλέμμα της και είδε μια γνώριμη φιγούρα να πλησιάζει στο παγκάκι της. Έφτασε δίπλα της, άνοιξε τη σακούλα που κρατούσε.

“Έφερα το ψωμί”, είπε. “Τι κάνεις;”
“Διαβάζω κάτι μηνύματα”, του απάντησε.
“Τίποτα ενδιαφέρον;” ρώτησε εκείνος.
Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
“Ναι, πολύ.”
“Να δω;”

Αντί για απάντηση του άπλωσε το χέρι της με το κινητό, ανοιχτό στα μηνύματα που διάβαζε μέχρι εκείνη την ώρα. Όση ώρα αυτός διάβαζε, εκείνη κοιτούσε το πρόσωπό του. Τίποτα δε σκεφτόταν, μόνο κοιτούσε. Όταν τελείωσε, της το έδωσε πίσω, χαμογέλασε και της έκλεισε πονηρά το μάτι.

«Έχεις και ένα καινούριο μήνυμα”, της είπε.

Έψαξε με τα μάτια της γρήγορα να δει ποιο ήταν αυτό που δεν είχε προλάβει να διαβάσει, μα δε βρήκε τίποτα. Τον κοίταξε με την ερώτηση έτοιμη να βγει από τα χείλη της, ήδη ζωγραφισμένη στα μάτια της. Αυτή τη φορά, της έδωσε εκείνος το δικό του κινητό.

Κι εκεί, στην ίδια συνομιλία που διάβαζαν και οι δυο μέχρι τώρα, στο τέλος των μηνυμάτων που αντάλλασσαν τον τελευταίο μήνα μεταξύ τους λες και ήταν καινούριοι εραστές, λες και προσπαθούσαν να ξορκίσουν τη ρουτίνα του γάμου τους, γράφοντας ο ένας στον άλλον ότι δεν τολμούσαν να πουν, υπήρχε ένα καινούριο μήνυμα έτοιμο να της σταλεί.
“Είσαι όλη μου η ζωή, η καρδιά μου, το μυαλό μου, είσαι τα πάντα μου. Σε αγαπούσα και σε αγαπώ, για όλα αυτά που είσαι. Για την καλοσύνη σου, για την ομορφιά σου, την ομορφιά της ψυχής σου. Και αν τα ξέχασα για λίγο, τώρα είμαι εδώ. Σ’ αγαπώ.”

Έσκυψε και τον φίλησε απαλά. Και καθώς αγκαλιάζονταν, με το φαγητό ξεχασμένο και τα κινητά αφημένα στο παγκάκι ανάμεσά τους, ήξερε ότι εδώ ακριβώς ανήκε, εδώ ήταν η θέση της. Και δεν ήθελε να βρίσκεται πουθενά αλλού στον κόσμο.