Την Τρίτη 7 / 7 / 1987 γέννησε η Σοφία τον μικρό Στέφανο. Είχε δίπλα της τον πατέρα της, τον κυρ Στέφανο από όπου και πήρε το όνομα το μωρό.

Ζούσαν οι δυο τους σε ένα ορεινό χωριό των Ιωαννίνων. Η μαμά της Σοφίας, η Ανδρονίκη, πέθανε όταν εκείνη ήταν 7 χρονών. Από τότε έμειναν μόνοι τους. Ο μπαμπάς της την μεγάλωνε με πολλή αγάπη και στοργή.

Η Σοφία ήταν ερωτευμένη με τον Αντώνη που ήταν ο ωραίος του χωριού. Ψηλός, μελαχρινός, με τεράστια πράσινα μάτια! Αυτός ήταν τότε 27 χρονών και η Σοφία 17. Περνούσε απαρατήρητη, ήταν κοντούλα, με σγουρά μαλλιά αλλά είχε το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου. Ο Αντώνης αποφάσισε να την ρίξει στο κρεβάτι του, είχε μπει ο Οκτώβριος και είχαν περιοριστεί τα δρομολόγια των λεωφορείων για την πόλη και έπρεπε κάπως να σκοτώνει την ώρα του. Δεν θα δυσκολευόταν πολύ με την Σοφία. Είχε καταλάβει πως τον κοίταζε και πως κοκκίνιζε όταν της μιλούσε. Έτσι άρχισε να τη φλερτάρει και να την διεκδικεί.

Εκείνη άμαθη όπως ήταν δεν άργησε να πέσει στην παγίδα του. Τον ερωτεύτηκε, καρδιοχτυπούσε για τον Αντώνη της. Μετά από λίγο καιρό την έπεισε να ολοκληρώσουν Εκεί μέσα σε μια βρόμικη αποθήκη! Μέρες μετά τη βαρέθηκε, είχε βάλει στο μάτι μια παντρεμένη κι έτσι την παράτησε. Η Σοφία απαρηγόρητη. Κλείστηκε μέσα στο σπίτι και μαράζωνε. Ο κυρ Στέφανος δεν μπορούσε να κάνει πολλά, δεν ήξερε τον τρόπο. Τη ρώτησε πολλές φορές τι της συμβαίνει, αλλά απάντηση δεν πήρε.

Πέρασαν τρεις μήνες και εκεί η Σοφία κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν είχε περίοδο και έκανε συνέχεια εμετό. Ήταν έγκυος! Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Άλλωστε σε ποιον θα μπορούσε να μιλήσει. Η κοιλιά άρχισε να φουσκώνει και κάπου τότε κατάλαβε ο πατέρας της την αλήθεια. Αναγκάστηκε να του τα πει όλα!

Ο κυρ Στέφανος όλα αυτά τα χρόνια ήταν στήριγμα για την Σοφία. Δεν ήξερε πως να είναι μάνα, αλλά σίγουρα ήταν ένας πολύ καλός πατέρας. Μετά το πρώτο σοκ, στάθηκε δίπλα στην κόρη του. Θα τη βοηθούσε να μεγαλώσει το παιδί της. Ο Αντώνης είχε φύγει πια από το χωριό, κατέβηκε στην Αθήνα για δουλειά, όπου ξελόγιασε μια πλούσια και έμεινε μαζί της.

Μετά από πέντε μήνες γεννήθηκε ο γιος της. Ο μικρός ήταν ίδιος ο πατέρας του. Μελαχρινός με καταπράσινα μάτια. Κι εκείνη επιτέλους χαμογελούσε ξανά. Ζούσαν όλοι μαζί στο χωριό, το παιδί μεγάλωνε με πολλή αγάπη, ήταν και οι τρεις τους ευτυχισμένοι. Μετά από 7 χρόνια ο παππούς, ο κυρ Στέφανος έφυγε ξαφνικά από εγκεφαλικό. Έμειναν οι δυο τους. Και έτσι πήραν την απόφαση να μετακομίσουν στη Θεσσαλονίκη. Η Σοφία βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο, δύσκολη δουλειά μεν αλλά της έδινε καλό μεροκάματο, αρκετό για να ζούνε αξιοπρεπώς και να μην τρώνε από αυτά που είχαν στην άκρη. Αφοσιώθηκε στον γιο της, ζούσε μόνο για εκείνον. Έγινε υπερβολική και υπερπροστατευτική. Μην κρυώσει, μην πεινάσει, μην τον πειράξουν στο σχολείο, μην χτυπήσει. Δεν τον άφηνε να παίζει έξω, να κάνει παρέες, παρά μόνο όταν ήταν σίγουρη ότι εκείνος δεν κινδυνεύει. Ήταν ο μονάκριβός της και έτσι άθελά της τον έκλεισε σε ένα χρυσό κλουβί.

Μεγάλωσε ο Στέφανος, είχε γίνει ένας όμορφος, ευγενικός άντρας τελείωσε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, σπούδασε μαθηματικός. Ζούσε καταπιεσμένος από τη μάνα του. Όμως τη λάτρευε και δεν της χαλούσε χατίρι και πάντα δικαιολογούσε την αυστηρότητα της.

Ήταν 27 χρονών όταν ερωτεύθηκε την συνομήλική του Χλόη. Μια όμορφη ξανθιά κοπέλα. Ήταν η πρώτη φορά που ερωτευόταν τόσο πολύ, ένιωθε ότι είναι η γυναίκα της ζωής του… Κι έτσι τη γνώρισε στη μάνα του.

Η Σοφία δεν είδε με καλό μάτι τη σχέση τους. Όχι επειδή είχε κάποιο κουσούρι η Χλόη. Αλλά επειδή εκείνη αγαπούσε παθολογικά το παιδί της. Έβλεπε έναν τέλειο άνθρωπο, το δημιούργημά της και καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του, καμία δεν ήταν αντάξιά του. Άρχισε να του δημιουργεί προβλήματα, οι καβγάδες τους ήταν σχεδόν καθημερινοί. Έφτασε στο σημείο να συναντήσει τη Χλόη και να της ζητήσει με απειλές να αφήσει ήσυχο τον γιο της. Η κατάσταση ήταν αφόρητη.

Μετά από έναν καβγά με τον Στέφανο εκείνος έφυγε εξαγριωμένος από το σπίτι. Καβάλησε τη μηχανή του και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει όταν πετάχτηκε από το stop εκείνο το κόκκινο φορτηγάκι. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Ο Στέφανος είχε τραυματιστεί σοβαρά και διασωληνώθηκε στην εντατική. Οι δύο γυναίκες απ’ έξω, να περιμένουν να ακούσουν μια αισιόδοξη κουβέντα από τους γιατρούς. Τίποτα! Σβηνόταν κάθε ελπίδα να τα καταφέρει. Η Χλόη έγινε συμπαθής στα μάτια της Σοφίας. Αυτό το κορίτσι τελικά αγαπούσε πολύ τον γιο της. Στιγμή δεν έφυγε από το νοσοκομείο.
Η μικρή συνειδητοποιώντας ότι ο άνθρωπός τους δεν θα τα καταφέρει, βρήκε το θάρρος και μίλησε στη Σοφία για τη δωρεά οργάνων. Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να μείνει ζωντανό ένα κομμάτι του Στέφανου.

Η Σοφία ήταν ανένδοτη στην αρχή. Πίστευε όπως πιστεύουν πολλοί ότι θα σκοτώσουν το παιδί της για να πάρουν τα όργανα του. Όταν κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να ελπίζει, την 17η ημέρα, έκανε την πιο γενναιόδωρη πράξη της ζωής της. δώρισε τα όργανα του θησαυρού της, του Στεφανή της. Κι έτσι χάρισε ζωή σε 7 άλλους ανθρώπους!

Οι γυναίκες δέθηκαν πολύ μετά τον θάνατο του Στέφανου. Η Χλόη ήταν η παρηγοριά της, η παρέα της, η κόρη που δεν είχε. Μετά από σχεδόν ένα χρόνο η κοπέλα γνώρισε τον Γιάννη. Έβγαιναν κάμποσους μήνες όταν εκείνος της έκανε πρόταση γάμου. Η Σοφία γνώριζε για την σχέση τους και όταν της ανακοίνωσαν τον γάμο τους εκείνη έδωσε την ευχή της .

Ένα χρόνο μετά στις 27 Δεκεμβρίου, 2 μέρες μετά τα Χριστούγεννα, ανήμερα του Αγίου Στέφανου η Χλόη έφερε στη ζωή τα δίδυμα αγόρια της.

Η ευτυχία της Σοφίας ήταν απερίγραπτη. Είχε γίνει “γιαγιά”. Είχε αποκτήσει δύο όμορφα εγγόνια που έδωσαν νόημα στη ζωή της. Εκείνη τα φρόντιζε, εκείνη τα κρατούσε τις ώρες που οι γονείς τους δούλευαν. Ήταν μια κανονική, πραγματική, στοργική γιαγιά!

Ο πόνος από τον θάνατο του παιδιού της δεν έφυγε ποτέ, ζούσε πάντα με το βάρος ότι εκείνη ευθύνεται γι’ αυτόν. Όμως την παρηγορούσε και την γαλήνευε ότι εκείνος ζει στα σώματα των 7 ανθρώπων που πήραν τα όργανά του!

 

*Το κείμενο βασίζεται σε αληθινή ιστορία

 

Ντίνα Ρούσσου