Υπεράνω υποψίας (Διαγωνισμός Ιστορίας Αγάπης)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καθόταν στον γωνιακό καναπέ και χάζευε, μαζί με μία κούπα καφέ την βροχή που έπεφτε. Ρεπό σήμερα, τα παιδιά σχολείο, ο σύζυγος στη δουλειά, το φαγητό έτοιμο από χτες. Ευκαιρία για χουχούλιασμα. Σκεπασμένη με τη φλις κουβέρτα και το βιβλίο στα χέρια της, η Ρένια απολάμβανε την ησυχία του σπιτιού. Και ξαφνικά ο ήχος της Πολίτικης Κουζίνας την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ο Μάκης στο τηλέφωνο και ως συνήθως πήρε να την εκνευρίσει. Σκέφτηκε, λέει, ότι δεν είχε όρεξη για φασολάκια μεσημεριανό και θα το εκτιμούσε ιδιαιτέρως αν έφτιαχνε ένα σουφλέ. Άντε τώρα να ξεκινήσει να μαγειρεύει. Μα κάμερες είχε αυτός ο άνθρωπος στο σπίτι και την έβλεπε; Και είπε «Ας την κάνω να ξεχαλαρώσει». Πραγματικά, κατάφερνε και την έκανε έξω φρενών σε δευτερόλεπτα. Δεκατρία χρόνια μαζί, 3 παιδιά και από τη μία ήθελε να του φέρει το τηγάνι στο κεφάλι και από την άλλη να τον γεμίζει φιλιά.

Θα μου πεις, σκέφτηκε, έπρεπε να το περιμένει. Έτσι ταραχώδης ήταν και η σχέση τους από την πρώτη στιγμή. 2005 και η 19χρονη Ρένια μόλις είχε περάσει στη Σχολή Αστυφυλάκων στην Κομοτηνή. Επιτέλους, θα έφευγε από την πόλη της, που τόσο πολύ την πονούσε. Μόλις είχε βγει από μία σχέση ζόρικη, περιπετειώδη και σκληρή (από κάθε άποψη) και η μετακόμιση σε ένα άλλο μέρος ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να της τύχει. Ένα καινούργιο κεφάλαιο ξεκινούσε στη ζωή της και οι λευκές σελίδες του την περίμεναν να γράψει τη δική της νέα αρχή.

Από την πρώτη στιγμή αγάπησε την Κομοτηνή. Την όμορφη αυτή πόλη όπου η Ανατολή συναντά τη Δύση. Τα καλντερίμια της, το τζαμί Κιρ Μαχαλά, το Ηρώο με το τεράστιο σπαθί, το παζάρι του Σαββάτου, οι μουσουλμάνες με τις μαντήλες, οι χριστιανές με τη δυτική νοοτροπία, είχαν μαγέψει τη Ρένια και ένιωθε ότι η Κομοτηνή θα αποτελούσε ένα όμορφο, ξεχωριστό και πάντα αγαπημένο κομμάτι της ζωής της. Γιατί πέρα από τα φοιτητικά χρόνια, τις σπουδές, τις ομορφιές της, η Κομοτηνή θα την έστελνε και στη μοναδική αγάπη της ζωής της, τον Μάκη.

Εκεί, λοιπόν, σε αυτή την τόσο ξεχωριστή πόλη, ξεκίνησε η αστυνομική της δράση. Σχολή, εκπαίδευση, βόλτες, αλλά και διάβασμα, εξετάσεις, καψόνια, χαρακτήριζαν τα πρώτα έτη της σχολής. Μέχρι που ήρθε το καλοκαίρι του 2007 και την έστειλαν για πρακτική στην πατρίδα της, το Αίγιο. Μες την τρελή χαρά αφού θα ήταν μαζί με τον καλό της (τον Μανώλη, πω πω, που τον θυμήθηκε! Τι να κάνει άραγε;) και μες την απογοήτευση όταν της είπε ότι τον περισσότερο καιρό θα λείπει για διακοπές και για να δουλειές. Είχε, λέει, ένα μέλλον να τακτοποιήσει και έπρεπε να κάνει διάφορα ταξίδια.

Με ανάμεικτα συναισθήματα πήγε στο Αίγιο και στο Γραφείο Διαβατηρίων. Πρακτική, θάλασσα με τις φίλες, βόλτες, υπηρεσίες και οι μέρες κυλούσαν. Απλά κυλούσαν. Και ο Μανώλης να γυρνάει στην Ελλάδα και να της έρχεται ζαλάδα (όπως έλεγε και ένα γνωστό, παλιό άσμα). Ώσπου, ένα απόγευμα – τέλη Ιουλίου περίπου – καθώς καθόταν στο γραφείο της, παρατήρησε κίνηση έξω στο προαύλιο του αστυνομικού τμήματος. Έστριψε το κεφάλι της να δει τι παίζει και αυτό ήταν. Μπαμ και κάτω (όπως λέει και ένα άλλο άσμα).

«Ωπα! Να και κάτι ενδιαφέρον» είπε στον εαυτό της και πριν καν προλάβει να σκεφτεί κάτι άλλο άκουσε ένα γδουπ έξω από το γραφείο. Βγήκε να δει τι είχε γίνει και με τα χίλια ζόρια συγκρατήθηκε να μην ξεσπάσει σε γέλια όταν είδε τον Μάκη να έχει κουτουλήσει στον Πίνακα Ανακοινώσεων και να τρίβει το κεφάλι του. «Πω, ρε φίλε, καλά που δεν άνοιξε» είπε ο Μάκης για να του πετάξει την ατάκα «Μπα, δε νομίζω να πάθει τίποτα ο πίνακας». Ο Μάκης την κοίταξε έκπληκτος λέγοντας της «Το κεφάλι μου εννοούσα». «Α, αυτό κι αν φαίνεται ότι δεν παθαίνει τίποτα» του απάντησε και έτσι επεισοδιακά ξεκίνησε η γνωριμία τους.

Αρχιφύλακας ο Μάκης, 26 χρονών. Από την πρώτη στιγμή ερωτοχτυπήθηκε από την Ρένια, εξ ου και η κουτουλιά στον Πίνακα Ανακοινώσεων. Αλλά! Ως γνήσιο αρσενικό, δεν έπρεπε να δείξει αδυναμία. Την ζόρισε αρκετά η αλήθεια είναι, σκέφτηκε η Ρένια και έσκασε ένα χαμόγελο. Όχι ότι και η ίδια δεν τον ταλαιπώρησε. Το επόμενο βράδυ κιόλας της γνωριμίας τους βγήκαν για καφέ, μετά για σάντουιτς και κατέληξαν να πίνουν ποτά σε ένα παραλιακό μπαράκι. Όλο το βράδυ του μιλούσε για τον Μανώλη. Όλο το βράδυ της μιλούσε για την κοπελιά του. Όλο το βράδυ τσιγκλούσαν ο ένας τον άλλον. Όλο το βράδυ ένα φλερτ πλανιόταν στον αέρα.

Και περνούσαν οι μέρες, με καφέδες παρεούλα στο γραφείο όταν είχαν μαζί υπηρεσία, με βόλτες για μπάνιο, για καφέ, για ποτό, για χίλια δυο. Και πάντα φιλικά. Φιλικά βγαίνανε, φιλικά μιλούσαν για τις σχέσεις τους, φιλικά έδιναν συμβουλές ο ένας στον άλλος, φιλικά της είπε «Την επόμενη βδομάδα πάω διακοπές με την Μαρίνα. Μη με παίρνεις τηλέφωνο και γίνει καμιά στραβή». Φιλικά έμεινε παγοκολόνα η Ρένια. Φιλικά συνειδητοποίησε ότι είναι ερωτευμένη μαζί του μετά από τη δήλωσή του αυτή. «Πω, πω. Πέρασαν 13 χρόνια και ακόμα θυμάμαι το πόσο είχα ζηλέψει εκείνη την στιγμή. Πόσο ήθελα να του αστράψω χαστούκι και να του πω «Ρε βλάκα, ποιες διακοπές με τη Μαρίνα; Δεν βλέπεις ότι λιώνω για πάρτη σου;». Αλλά όοοοοχι. Είχα σταθεί κιουρία. Σιγά μην του έδειχνα ότι θα έπεφτα στα πατώματα για χάρη του. Αυτά σκεφτόταν η Ρένια τριγυρισμένη από κατσαρόλες και τηγάνια.

Ζήλια και τη μέρα που θα έφευγε ο Μάκης για διακοπές με την Μαρίνα. Παρασκευή απόγευμα και η Ρένα να σκέφτεται «Τώρα θα ετοιμάζει την βαλίτσα του. Τώρα αυτή θα του δείχνει το καινούργιο της μαγιό. Τώρα χτυπάει το κινητό. Αχ, τι λέω! Πάει χάζεψα» μονολογούσε και κοίταξε το κινητό της. «1 μήνυμα ελήφθη». «Μου λείπεις». Αποστολέας: Μάκης. Το Νόκια 3510 πήρε φωτιά. Η Ρένια χοροπηδούσε από τη χαρά της και φυσικά δεν παρέλειψε να του απαντήσει «Και μένα μου λείπεις», έγραψε μόλις κατάφερε να ηρεμήσει τα δάχτυλά της που έτρεμαν από τη χαρά της. Και αυτό δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που θα ακολουθούσε το υπόλοιπο βράδυ. Μισή ώρα αργότερα και ο Μάκης στο τηλέφωνο. «Κατέβα τώρα κάτω». Δεν πρόλαβε να του πει τίποτα και επανέλαβε «Τώρα. Είμαι κάτω από το σπίτι σου».

Και φυσικά έτρεξε η Ρένια. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και απλά της είπε «Η Μαρίνα είδε τα μηνύματα, νευρίασε, χωρίσαμε» και έσκυψε και τη φίλησε. «Σειρά σου τώρα να δώσεις πόδι στον άλλον». «Ποιον άλλον;», ρώτησε, «Α ναι, καλέ το Μανώλη». Και επί τόπου τον πήρε τηλέφωνο, μιλήσανε κάνα 10λεπτο και τέλος. «Εντάξει. Τακτοποιήθηκε το θέμα. Και αυτός έχει ξενερώσει. Και έτσι όλα καλά. Ευτυχώς, δεν είχαμε δράματα». Και το λαβ στόρι ξεκίνησε. Το βράδυ αυτό τα είχε όλα. Αγκαλιές, φιλιά, βόλτα στην παραλιακή του Αιγίου, μασούλημα σε γυράδικο (γιατί καλός ο έρωτας, αλλά και η πείνα – πείνα), ποτά και φυσικά έλεγχος αν ταιριάζουν όχι μόνο ψυχικά αλλά και σωματικά. Και το ταίριασμα, αν και άβολο μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν καταπληκτικό.

Τι ωραία που περνούσαν. Καταπληκτικά. Θεσπέσια. Είχε φτάσει ο Αύγουστος και σιγά – σιγά η Ρένια ετοιμαζόταν ψυχολογικά για την επιστροφή της στη σχολή. Εντάξει, ένα χρόνο είχε ακόμα της έλεγε ο Μάκης. Μετά θα είμαστε μαζί της υπενθύμιζε. Εξάλλου, τι είναι Αίγιο – Κομοτηνή ένα πακέτο τσιγάρα δρόμος. Αρκεί να το θες. Έλα, όμως, που δεν το ήθελε ο Θεούλης να είναι όλα εύκολα. Ο Μανώλης, ο πρώην καλέ, που είχαν χωρίσει τόσο πολιτισμένα, έκανε την εμφάνισή του και ήθελε να βρεθούν. Τι το ‘θελε και δέχτηκε; Την ώρα που έπιναν καφέ, εμφανίστηκε ο Μάκης, της έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα και με βλοσυρό ύφος της είπε «Τέρμα. Εξαφανίσου. Δεν θέλω να σε δω ξανά».

Η Ρένια δεν πρόλαβε να του εξηγήσει. Το κινητό του είτε ήταν κλειστό, είτε δεν απαντούσε στις κλήσεις της, είτε της έστελνε μήνυμα «Παράτα με ήσυχο». Και έφυγε με μαύρη καρδιά για Κομοτηνή. Και πέρασαν 3 μήνες χωρίς επικοινωνία και την ίδια να βουλιάζει στη μελαγχολία. Ένα βράδυ, ξαπλωμένη στο δωμάτιο της σχολής, άκουγε μουσική στο mp3 της, όταν χτύπησε το κινητό και έσκασε μύτη ένα μήνυμα. «Βγες έξω. Είμαι στο πάρκο της Νομικής». Η καρδιά χτύπησε κόκκινο. Χίλιοι παλμοί το λεπτό. Η Ρένια ντύθηκε αμέσως, βγήκε σιγά – σιγά, πατώντας στις μύτες των ποδιών της και για πότε έφτασε στο πάρκο, ούτε που το κατάλαβε.

Ο Μάκης ήταν εκεί και την περίμενε. Την αγκάλιασε. Την φίλησε. Την κοίταξε στα μάτια και της είπε «Από εδώ και πέρα θα είσαι μόνο δικιά μου. Τα Χριστούγεννα έρχομαι σε ζητάω από τον πατέρα σου και τέλος». Και την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του. Και κόκκινες, κίτρινες, μωβ, ροζ και μπλε πεταλουδίτσες πετούσαν γύρω – γύρω. Και κάθε Σαββατοκύριακο η Ρένια ήταν στον Αίγιο. Και τα Χριστούγεννα πέρασαν δαχτυλίδι και όλοι έλεγαν στην παρέα «ο ωραίος και η ωραία».

«Γυναίκααααααα!!! Ελπίζω να είναι έτοιμο το σουφλέ». Άκουσε την φωνή του και επανήλθε στην πραγματικότητα! Καλέ! Πότε πέρασαν 3 ώρες! Ρε φιλενάδα, εδώ πέρασαν 13 χρόνια, 3 ώρες δεν θα πέρναγαν, σκέφτηκε. Και με τα πιτσιρίκια να φωνάζουν «Πεινάμε! Πεινάμε! Πεινάμε!» και τον Μάκη να απολαμβάνει τη μυρωδιά του σουφλέ, η Ρένια ένιωσε πόσο ευλογημένη ήταν!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Φυστίκι ΠουΚυλάει
10

Βρείτε μας στο Facebook