Απόγευμα Σαββάτου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η δική μου στιγμή. Αδειάζω το μυαλό μου από όλες τις περιττές σκέψεις, το μόνο που θέλω να θυμάμαι και να σκέφτομαι είναι ότι τα κατάφερα. Κοντεύω να ξεχάσω αυτά που άφησα πίσω μου. Κοντεύω να ξεχάσω όσα με σημάδεψαν. Επιλέγω να ζήσω ευτυχισμένος. Επιλέγω να μην επιτρέψω σε κανέναν ξανά να με χλευάσει!

Δεκαεπτά χρονών παιδί ήμουν. Άριστος μαθητής ,υπάκουος γιος, πιστός φίλος. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσω, πάντα πρόθυμος ν’ ακούσω. Κι ας μην μ’ άκουγε ποτέ κανείς εμένα. Κι ας μην τολμούσα να φανερώσω σε κανέναν το μυστικό μου. Ένιωθα να πεθαίνω κάθε μέρα. Κάθε πρωί που ξυπνούσα αισθανόμουν πρωταγωνιστής σε μια παράσταση που μου επέβαλλαν άλλοι. Σε ένα ρόλο που μισούσα να υποδύομαι. Δεν άντεχα άλλο. Εδώ και μέρες σκεφτόμουν να μιλήσω στους γονείς μου. Δεν μπορεί ,πάντα μου έλεγαν πόσο μ’ αγαπούν, πόσο περήφανους τους έχω κάνει. Θα τους το έλεγα κι αυτοί θα καταλάβαιναν.

Την ημέρα που επέλεξα να μιλήσω αισθανόμουν υπέροχα. Ένιωθα σαν να είχε φύγει η πέτρα που μου πλάκωνε το στήθος χρόνια τώρα. Η μάνα μου με ρώταγε από το πρωί τι συμβαίνει, ο πατέρας κρυφογελούσε και της έλεγε να μ’ αφήσει ήσυχο. Τους φώναξα στο σαλόνι. Είπα πως θέλω να τους ανακοινώσω κάτι ,κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Ξεκίνησα λέγοντας τους πόσο πολύ τους αγαπάω ,θυμίζοντας τους πόσο περήφανοι μου είπαν ότι νιώθουν όταν πριν λίγες μόνο μέρες είχα επιτύχει να περάσω στο Πολυτεχνείο. Προσπαθούσα να βρω τις κατάλληλες λέξεις ,το στόμα μου στέγνωνε ,η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ο πατέρας με ρώτησε μήπως “έχω τσιμπηθεί με καμία πιτσιρίκα” πως αν είναι αυτό δεν πρέπει να μου σταθεί εμπόδιο στο μέλλον μου, πως είμαι μικρός για έρωτες κι έχω όλη τη ζωή μπροστά μου γι’ αυτό.

Τα μάτια μου βούρκωσαν, τα χέρια μου έτρεμαν ,δεν τολμούσα να σηκώσω το κεφάλι. Αισθανόμουν το θάρρος να με εγκαταλείπει, προσπαθούσα να βρω δύναμη. Αυτό το που το πρωί μου φαινόταν τόσο εύκολο, έφτανε μέχρι το λαιμό μου και μ’ έπνιγε. Πήρα βαθιά ανάσα και ξεκίνησα πριν δειλιάσω πάλι και το βάλω στα πόδια. Τους είπα ότι δεν υπάρχει πιτσιρίκα και δεν θα πρέπει να τους απασχολεί αυτό ,ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Ο πατέρας σταμάτησε να χαμογελάει. Η μάνα μου με ρωτούσε τι εννοώ. Κι εκείνη την ώρα αισθάνθηκα δυνατός. Σε μια στιγμή μέσα ο φόβος χάθηκε. Τους είπα όσο πιο απλά μπορούσα ότι δεν θα υπάρξει ποτέ κοπέλα επειδή δεν μου αρέσουν. Επειδή από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, ένιωθα να έλκομαι από τ’ αγόρια. Τους ανακοίνωσα έτσι απλά την ομοφυλοφιλία μου.

Από κει και πέρα όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Ο πατέρας μου άρχισε να ουρλιάζει. Η μάνα μου να κλαίει για το κακό που την βρήκε. Κι εγώ μάταια να προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι δεν άλλαξε κάτι. Ότι είμαι ο γιος τους ,ο γιος που μέχρι πριν πέντε λεπτά αγαπούσαν και καμάρωναν. Ο πατέρας προσπάθησε να με χτυπήσει, η μάνα μου μπήκε στη μέση. Μου είπε λόγια σκληρά, λόγια που μέχρι σήμερα προσπαθώ να ξεχάσω. Μου έδωσε μια βδομάδα καιρό να φύγω από το σπίτι. Δεν ήθελε να με ξαναδεί ποτέ. Δεν είχε γιο από εκείνη τη στιγμή. Η μάνα δεν έβγαζε μιλιά. Προσπαθούσα να την κοιτάξω στα μάτια. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Πως είναι δυνατόν η ίδια μου η μάνα ,αυτή που πάντα μου έλεγε ότι με λατρεύει, να μην μπορεί να με καταλάβει.

Τους είπα ότι δεν χρειαζόμουν μια βδομάδα. Ότι την επόμενη κιόλας μέρα θα έφευγα. Τους ζήτησα όμως να μου εξηγήσουν την αντίδραση τους. Δεν μου απάντησαν ποτέ. Μόνο που φάνηκαν, όπως αυτοί το είπαν, μεγαλόψυχοι και μου δώσανε χρήματα για τα πρώτα μου έξοδα. Έφυγα το επόμενο πρωί. Ο πατέρας είχε φύγει αξημέρωτα. Η μάνα μου είχε κλειδωθεί στο δωμάτιο της. Έφυγα χωρίς ένα αντίο, ένα φιλί μια αγκαλιά. Έφυγα διωγμένος γι’ αυτό που ήμουν, για κάτι που ήταν η φύση μου ,για κάτι που δεν ήταν επιλογή μου.

Έφτασα βράδυ στη Θεσσαλονίκη. Βρήκα ένα φθηνό ξενοδοχείο κι αποφάσισα από την επόμενη κιόλας μέρα να ψάξω για σπίτι και δουλειά. Στάθηκα τυχερός πολύ. Το πρωί που κατέβηκα για τον καφέ μου έπιασε συζήτηση ο ξενοδόχος. Του είπα ότι είμαι από μακριά ,ότι πέρασα στο πανεπιστήμιο της πόλης. Έπλασα μια ιστορία ,μια ιστορία που θα έλεγα σε όλους από δω και πέρα. Ότι δεν έχω πατέρα κι η χήρα μάνα μου ίσα που τα βγάζει πέρα. Ότι έπρεπε να δουλέψω για να καλύπτω τα έξοδα μου και παράλληλα να σπουδάζω. Δεν ξέρω αν με πίστεψε σίγουρα όμως με λυπήθηκε. Πήρε αμέσως τηλέφωνο το γιο του και του είπε ότι βρήκε άτομο για το μαγαζί.

Το μαγαζί ήταν καφετέρια στο κέντρο της πόλης. Σε πολύ καλό σημείο και πάντα γεμάτη κόσμο. Έψαχνε άτομο για βοηθό στο μπαρ. Του εξήγησα ότι δεν ήξερα τη δουλειά αλλά ήμουν πρόθυμος να προσπαθήσω. Προς το παρόν θα δούλευα και το πρωί αλλά από το Σεπτέμβρη θα έπρεπε να προσαρμόσω το ωράριο μου σύμφωνα με το πρόγραμμα της σχολής. Συμφώνησε και μου είπε να ξεκινήσω από την ίδια κιόλας μέρα. Η καλή μου τύχη συνεχίστηκε. Λίγο πιο πάνω από το μαγαζί νοικιάζονταν μια γκαρσονιέρα ενός φίλου του. Πήγαμε μαζί και το απόγευμα είχα πλέον σπίτι και δουλειά.

Δυσκολεύτηκα στην αρχή. Ήμουν πρόθυμος όμως να προσπαθήσω. Μάθαινα γρήγορα και σύντομα από βοηθός έγινα μπάρμαν. Στη σχολή τα πήγαινα πολύ καλά. Δεν χρωστούσα κανένα μάθημα ,παρέδιδα πάντα εμπρόθεσμα τις εργασίες μου ,βοηθούσα τους συμφοιτητές μου. Νέα δεν είχα από τους γονείς μου. Όσες φορές προσπάθησα να τους πάρω τηλέφωνο, μου το έκλειναν. Μετά από λίγο καιρό έπαψα πια να προσπαθώ. Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ είχα αφοσιωθεί στις σπουδές και τη δουλειά μου. Δεν είχα προσωπική ζωή. Δεν άφηνα ελεύθερο τον εαυτό μου. Φοβόμουν να ανοιχτώ. Φοβόμουν να κάνω φίλους. Κρατούσα φυλαγμένο καλά το μυστικό μου. Ένα μυστικό που με στοίχειωνε ,που μ’ έκανε να θέλω να ουρλιάξω. Αποφάσισα το τελευταίο έτος να καταθέσω τα χαρτιά μου για μεταπτυχιακό και υποτροφία στην Αμερική. Η βαθμολογία μου ήταν άριστη. Το συζήτησα με τους καθηγητές μου και νου υποσχέθηκαν να με βοηθήσουν όπως μπορούσαν.

Όταν με κάλεσε ο πρύτανης στο γραφείο του ήθελα να πάω τρέχοντας. Ήδη είχα μάθει τα αποτελέσματα, ήξερα πως είχα κερδίσει την υποτροφία. Για άλλη μια φορά μάζεψα τα πράγματα μου κι έφυγα. Μη γυρίζοντας να κοιτάξω πίσω ούτε μια φορά. Έτσι πέρασε ο καιρός. Η Αμερική με γοήτευσε από την αρχή. Κι αποφάσισα να μην κρύβομαι πια. Να είμαι απλά ο εαυτός μου. Δεν έκρυβα πια την ομοφυλοφιλία μου ,δεν υποδυόμουν κάποιον άλλον. Τελειώνοντας το μεταπτυχιακό βρήκα δουλειά σε μια μεγάλη κατασκευαστική. Ήταν αυτό που πάντα ήθελα να κάνω. Είχα πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής μου. Μόνος μου χωρίς κανείς να μου το χαρίσει. Σε μια συνάντηση με συναδέλφους γνώρισα τον Michael. Μετά από τις πρώτες συστάσεις τον έπιασα να με κοιτάει επίμονα. Κι ήταν το βλέμμα του που γκρέμισε τους τοίχους που έχτιζα γύρω μου. Αρχίσαμε να βγαίνουμε δειλά. Παρ’ όλη την ηλικία μου δεν είχα καμία εμπειρία από σχέσεις. Κι ήταν αυτός που με ξεκλείδωσε ,που μ’ έμαθε ξανά να μ’ αγαπάω.

Απόγευμα Σαββάτου. Έχω αφήσει πίσω μου ότι με πόνεσε. Βρήκα τον άνθρωπο μου. Είμαι πλέον ευτυχισμένος. Ώρες ώρες σκέφτομαι τη μάνα μου. Δεν ξέρω αν τη συγχώρεσα. Ώρες ώρες νομίζω ότι μου λείπει. Μετά θυμώνω. Που δεν με κατάλαβε. Δεν με αγκάλιασε. Που έπαψε να είναι μάνα μου.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook