Απόγευμα και βροχή. Στο μυαλό μου το απόλυτο κενό. Σκέφτομαι τι να κάνω ,πως θα μου έρθει ιδέα για κείμενο. Όσο κι αν προσπαθώ όμως δεν τα καταφέρνω. Αποφασίζω να επισκεφτώ τους γονείς μου. Να περάσει και πιο εύκολα η ώρα.
Τους βρίσκω καθισμένους στον καναπέ ,να απολαμβάνουν τον καφέ τους. Την ίδια πάντα ώρα ,στην ίδια πάντα θέση. Τελετουργικό που σπάνια δεν τηρείται. Με τον ίδιο ξύλινο δίσκο ανάμεσά τους ,δυο φλιτζάνια γεμάτα ελληνικό καφέ κι ένα ποτήρι νερό που μοιράζονται.
Φτιάχνω καφέ κι ανάβω τσιγάρο. Οι κουβέντες μου μετρημένες ,η διάθεση χάλια. Με ρωτάει ο πατέρας μου πως πάει με το γράψιμο ,με πειράζει ρωτώντας με ποτέ θα γίνω διάσημη συγγραφέας. Μου φτιάχνει το κέφι. Εξάλλου έχει έναν τρόπο μαγικό να με ηρεμεί ,ξέρει πάντα να με διαβάζει. Άσε ,του λέω ,και θα μείνεις με τον καημό, ο εγκέφαλός μου δεν συνεργάζεται, άσε που ποτέ δεν μπόρεσα να γράψω κατά παραγγελία.
Η μάνα μου έχει γίνει εξπέρ της τεχνολογίας. Αυτη του δείχνει τα κειμενάκια μου κάθε φορά. Ο πατέρας ένα δημοτικό τελείωσε κι αυτό με βάσανα. Έπρεπε να δουλέψει μετά ,δύσκολα χρόνια ,επέλεξαν να συνεχίσει με τα γράμματα ο αδερφός του. Είχε μεράκι κι αυτός πολύ ,αλλά είχε και δυο πολύ δυνατά χέρια κι ένα σώμα ακούραστο. Δεν το μετάνιωσε ποτέ ,δυο πτυχία πήρε ο θείος ,μέχρι σήμερα καμαρώνει. Ο δικηγόρος ,λέει όταν αναφέρεται σ’ αυτόν και πάντα συγκινείται.
Ανοίγουμε συζήτηση για τα παιδιά,για τη ζωή σήμερα ,το πόσο εύκολη είναι. Θυμάται τα παιδικά του χρόνια.
Χειμώνας του 1948. Σ’ ένα μικρό χωριό των Σερρών. Τέσσερα αδέρφια σ’ένα μικρό σπιτάκι. Πέντε χρονων τότε ο πατέρας μου. Είχαν την ατυχία το χωριό να είναι σε στρατηγική θέση. Η Ελλάδα βάλλονταν από τον εμφύλιο. Το χωριό το διεκδικούσαν οι αντάρτες κι η εθνοφρουρά. Την ημέρα ο στρατός ,τα βράδια πλιάτσικο. Μου λέει πως τον σήκωσαν ένα βράδυ από το πάτωμα στον ύπνο του για να πάρουν οι αντάρτες το στρώμα που κοιμόταν.
Τα διηγείται και γελάει. Τα ακούω και κλαίω. Ωραία χρόνια ,μου λέει, ξένοιαστα Απορώ πως είναι δυνατόν να το λέει αυτό ,τότε που δεν ήξεραν αν θα ξημέρωνε γι’ αυτούς η μέρα. Του το λέω κι απορεί. Θέλεις ,μου λέει ,να σου πω για τότε που ήμουν ναρκαλιευτής ;
Καλοκαίρι 1949 κι η εθνοφρουρά είχε εγκατασταθεί στο χωριό. Οι αντάρτες είχαν ναρκοθετήσει κάποιες περιοχές τριγύρω. Για να μπορεί ο στρατός να μετακινείται ,κάθε μέρα επέλεγαν κάποια άτομα να προχωράνε μπροστά. Αν είχε νάρκες ο δρόμος θα ήταν αυτοί που θα σκοτωνόντουσαν κι οι στρατιώτες θα συνέχιζαν την πορεία τους. Εκείνο το πρωί ήταν η σειρά του παππού μου. Τα σιτάρια ήταν έτοιμα για μάζεμα. Για να μην χάσει το μεροκάματο έστειλε στη θέση του τον πατέρα μου. Εξάλλου χωρίς μεροκάματο θα πέθαιναν από την πείνα. Αν πατούσε ο πατέρας μου νάρκη θα ήταν ένα ακόμη νούμερο στον κατάλογο των θυμάτων.
Ξεκίνησε ,μου είπε ,με χαρά. Έξι χρονών παιδί. Έπρεπε να καλύψει μια απόσταση δυο χιλιομέτρων και μετά συνέχιζε ο επόμενος. Βάδιζε και τραγουδούσε, άγνοια κινδύνου θα πουν κάποιοι ,γεννημένος ήρωας θα πω εγώ. Ευτυχώς ήταν τυχερός. Όχι όμως κι ο επόμενος. Τα διηγείται και χαμογελάει ,όμορφα χρόνια ,μου ξαναλέει ξένοιαστα
Α ρε πατέρα. Πόσο πολύ βασανίστηκες στη ζωή σου για να θεωρείς ξένοιαστα τα χρόνια εκείνα ,τότε που δεν ήξερες αν θα ζήσεις ή αν θα πεθάνεις. Δεν μπορώ να το επεξεργαστώ. Σε παίρνω τηλέφωνο. Σε ρωτάω τι εννοούσες μ’αυτο. Πως μπορούσες να λες εκείνα τα χρόνια ξένοιαστα.
Ξένοιαστα παιδί μου ,μου λες. Φτάνει που είχαμε ένα κομμάτι ψωμί να φάμε. Στον πόλεμο γεννήθηκα ,σ’ αυτόν μεγάλωσα κι ο πόλεμος ήταν το παιχνίδι μας. Οι παλιές χειροβομβίδες ήταν οι μπάλες μας ,το μπαρούτι από τις σφαίρες τα βεγγαλικά μας. Δεν είχα γνωρίσει κάτι άλλο ,ο ήχος από τους πυροβολισμούς μου ήταν οικείος ,να σκοτώνεται κάποιος καθημερινό φαινόμενο. Δεν με τρόμαζε ο πόλεμος ,δεν με φόβιζε ο θάνατος. Κι όταν κάτι δεν το φοβάσαι ,δεν το υπολογίζεις κιόλας.
Α ρε πατέρα. Εσένα δεν σε φόβισε ποτέ. Πάντα ατρόμητος, πάντα στήριγμα για όλους μας. Εγώ τον φοβάμαι όμως μπαμπά μου. Τον φοβάμαι πολύ, μεγαλώνεις και τρέμω. Τρέμω όταν με λες “παιδί μου “, τρέμω μην τυχόν και πάψω να τ’ ακούω. Είσαι ο ήρωας μου. Κι όσο είσαι εδώ ,όσο με λες παιδί μου ,αισθάνομαι πάλι όπως τότε που ήμουν παιδί ,τότε που φώναζα απ’ το δωμάτιο μου μπαμπά φοβάμαι κι απ’τον φόβο δεν μπορούσα να κουνηθώ. Μου φαινόσουν γίγαντας όταν ερχόσουν και μ’ έπαιρνες αγκαλιά. Γίγαντας μου φαίνεσαι και τώρα. Κι αλήθεια σου λέω ,φοβάμαι ακόμη μπαμπά. Πετάγομαι ακόμη στον ύπνο μου. Και ξέρω ότι αν και δεν έρχεσαι μέσα στη νύχτα να με πάρεις αγκαλιά ,φτάνει να σου το ζητήσω και θα’σαι εδώ.
Α ρε πατέρα …