Αφέντρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πρώτα ένιωσε τα άκρα του μουδιασμένα. Και ύστερα με τρόμο διαπίστωσε πως δυσκολευόταν να ανοίξει τα βλέφαρα του. Και ένα κρύο διάχυτο και αφύσικο να διαπερνά κάθε πόρο του κορμιού του. Μα τι στο διάολο του συνέβαινε; Που σκατά βρισκόταν; Και γιατί ένιωθε το κεφάλι του τόσο βαρύ;

Θέλησε να τρίψει το πρόσωπο του μήπως και καταφέρει να ανοίξει τα μάτια του, αλλά πανικός τον κυρίεψε μόλις αντιλήφθηκε πως ήταν δεμένος πισθάγκωνα. Επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη του εγκεφάλου του, έδωσε αμετάκλητη εντολή στα μάτια του να ανοίξουν. Έπρεπε να δει που βρισκόταν! Ακόμα όμως και όταν επιτέλους εκείνα υπάκουσαν, οι πληροφορίες που πήρε, ήταν ελάχιστες. Σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο που μια ασθενική λάμπα τρεμόπαιζε βρισκόταν. Και ούτε μισό παράθυρο για δείγμα, μόνο μια σφαλιστή πόρτα . Και εκείνος γυμνός και καθισμένος σε μια καρέκλα που ήταν καρφωμένη στο πάτωμα , ακριβώς στη μέση του δωματίου . Δοκίμασε να φωνάξει για βοήθεια, μα ο ήχος της φωνής του έμοιαζε να κάνει γκελ στους τοίχους και να επιστρέφει ατόφια πίσω στα αυτιά του. Κανένας δεν θα τον άκουγε…Μόνος του έπρεπε να ξεμπλέξει από αυτή την αλλόκοτη κατάσταση.

Και ύστερα άρχισε με μένος να παλεύει με τα δεσμά του. Οι μύες, που με τόσο κόπο συντηρούσε για να ρίχνει τις γυναίκες στο κρεβάτι του, ώρα είχε έρθει να φανούν και κάπου αλλού χρήσιμοι. Άδικος κόπος όμως… Πλέον οι δεμένοι του καρποί εκτός από μουδιασμένοι πρέπει να αιμορραγούσαν κιόλας. “Έλα μην κάνεις σαν αδελφούλα! Θα βρεθεί λύση!” άκουσε τον υπερφίαλο εγωισμό του να τον μαλώνει και τα δάκρυα που ετοιμαζόντουσαν να τρέξουν από τα μάτια του, πισωγύρισαν ενοχλημένα.

Μα τι ήταν αυτό που είχε ακουστεί; Ήχος από αναπτήρα! Κάποιος ήταν μέσα στο δωμάτιο μαζί του. Προσπάθησε να στρέψει το κεφάλι του προς τα πίσω, αλλά το φως δεν βοηθούσε καθόλου. Και ύστερα άκουσε έναν ήχο από τακούνια και μέσα στο οπτικό του πεδίο, μπήκε μια γυναίκα ντυμένη σε μαύρο δέρμα, που φορούσε μια μάσκα και κρατούσε ένα τσιγάρο.

Ανακουφισμένος ένιωσε τα πνευμόνια του να γεμίζουν και πάλι αέρα. Το τελευταίο που θυμόταν από το χθεσινό βράδυ, ήταν οι άπειρες ποσότητες αλκοόλ που είχε καταναλώσει. Προφανώς λιώμα από το οινόπνευμα, είχε συναινέσει σε κάποιου είδους ερωτικό παιχνίδι από αυτά που ήταν τόσο της μόδας. “Εύγε αγόρι μου, πρώτο το κομμάτι! Ακόμα και μες τη σούρα σου, δεν ρίχνεις τα στάνταρ σου!” τον επιβράβευσαι το εγώ του και εκείνος χαμογέλασε λάγνα, αποκαλύπτοντας τα 2/3 της λευκής οδοντοστοιχίας του.

Και όσο εκείνη καθόταν σιωπηλή απέναντι του και κάπνιζε σαλιώνοντας τα κατακόκκινα χείλη της, τόσο εκείνου το σώμα άρχιζε να μπαίνει σε εντελώς διαφορετική διάθεση από αυτή που βρισκόταν λίγα λεπτά πριν. Η θερμοκρασία του δωματίου λες και είχε ανέβει δέκα βαθμούς και τα μουδιασμένα του άκρα δεν έμοιαζαν πλέον τόσο μουδιασμένα. Ειδικά ένα συγκεκριμένο. Εκείνο που είχε αποτελέσει το “διαβατήριο” του στην ευτυχία, όπως του άρεσε να το αποκαλεί. Δεκαεφτά πόντοι ήταν αυτοί που για χάρη τους άπειρες κορασίδες είχαν κλάψει στα σεντόνια του. Αυτό θα έκανε και ετούτη μόλις το γευόταν. Θα παρακαλούσε και για άλλο… Αλλά εκείνος δεν ήταν για χόρταση. Θα της το εξηγούσε μόλις τελείωνε μαζί της. “Κακόμοιρη αφέντρα που νομίζεις πως εσύ ορίζεις το παιχνίδι!” , θέλησε να της πει αλλά το κατάπιε. Κάθε πράγμα στον καιρό του.

Βλέποντας την να πετάει τη γόπα στο πάτωμα και να την σβήνει με το τακούνι, μια σταγόνα ιδρώτας έτρεξε από το μέτωπο του. Η πουτάνα έπαιζε καλά! Υπερβολικά καλά! Ίσως να της καθόταν και δεύτερη φορά, αν στην πράξη ήταν τόσο καλή όσο έδειχνε. Και όπως εκείνη γονάτιζε ανάμεσα στα πόδια του και τα άνοιγε αποφασιστικά, βεβαιώθηκε πως σίγουρα θα έπαιζαν στο μέλλον και δεύτερο ημίχρονο.
Ένας αναστεναγμός πρόλαβε να δραπετεύσει από το στόμα του, μόλις εκείνη ακούμπησε τα κόκκινα χείλη της πάνω στο γυμνό του δέρμα. Και όσο εκείνη περίτεχνα ξεδίπλωνε χιλιοστό χιλιοστό, όλο το μεγαλείο των 17 εκατοστών του, μια αδιόρατη ανάγκη τον έκανε να την ρωτήσει λιγωμένα το όνομα της
“Νέμεσις” του απάντησε με μια φωνή απόκοσμη, που εκείνος θεώρησε πως οφειλόταν στο μπουκωμένο της στόμα.
“Έτσι μωρό μου. Πάρτο όλο μέσα σου. Κάνε μετάνοιες στο απόλυτο!” μούγκρισε θολωμένος από την τεστοστερόνη, χαζεύοντας το κόκκινο των χειλιών της να κοσμεί το διαβατήριο της ευτυχίας του. Μόνο που το κόκκινο άξαφνα έμοιαζε πιο κόκκινο. Έμοιαζε με πλημμύρα από κόκκινο. Και το ουρλιαχτό του, δεν ήταν το ουρλιαχτό που έβγαζε συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις. Και εκείνη χαμογελούσε ευχαριστημένη, φτύνοντας τα 17 εκατοστά του στο πάτωμα μέσα σε μια λιμνούλα από αίμα.

“Ψάξε , ψάξε , δεν θα με βρεις”

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook