Αυταπάτη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Σοφία καθόταν μες στο σκοτάδι στην κουζίνα του σπιτιού της. Μόνο το θαμπό φως του απορροφητήρα προσπαθούσε να σπάει λίγο το απόλυτο μαύρο, αλλά ο καπνός από το τσιγάρο της δεν διευκόλυνε το έργο του. Εκείνη ήταν τόσο προσηλωμένη στο χάος που επικρατούσε στο μυαλό της, που δεν την ενδιέφερε καθόλου τι γινόταν γύρω της. Εδώ και καιρό έβλεπε τα σημάδια, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Έλεγε στον εαυτό της ότι έκανε λάθος, ότι ήταν υπερβολική, παράλογη, αλλά βαθιά μέσα της ήξερε την αλήθεια. Ο άντρας της ήταν ερωτευμένος με μια άλλη γυναίκα.
Γνωρίστηκαν όταν ήταν και οι δύο πολύ μικροί. Για εκείνη ήταν η πρώτη της σχέση, το πρώτο σκίρτημα, ο πρώτος έρωτας. Εκείνος από την άλλη ήταν αρκετά περπατημένος, είχε ήδη κάνει κάποιες σχέσεις, και όπως της ξεκαθάρισε από την αρχή, είχε ήδη ολοκληρώσει, και το ίδιο ζητούσε από εκείνη. Δεν δυσκολεύτηκε πολύ να την πείσει, και πολύ σύντομα ο Διονύσης έγινε και ο πρώτος εραστής της. Στην αρχή όλα ήταν όπως η Σοφία φανταζόταν, περνούσαν όμορφα, έβγαιναν, διασκέδαζαν. Στη συνέχεια όμως σαν κάτι να άλλαξε. Όχι κάτι συγκεκριμένο, κάτι αόριστο, αλλά υπήρχε, το ένιωθε.
Μια μέρα αποφάσισε να πάει στο σπίτι του, χωρίς να πάρει τηλέφωνο, όπως έκανε πάντα. Χτύπησε το κουδούνι, και δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει την έκπληξη στο πρόσωπό του όταν άνοιξε την πόρτα. Αμέσως όμως χαμογέλασε και την αγκάλιασε. Μπήκαν στο σαλόνι, όπου καθόταν η φίλη της η Αναστασία. Της είπε ότι η Αναστασία γούσταρε τον κολλητό του Διονύση, και για αυτό τον λόγο είχε περάσει από το σπίτι του, για να τον συμβουλευτεί τι να κάνει. Η Αναστασία κοιτούσε το πάτωμα. Η Σοφία όμως δεν ήταν χαζή. Αμέσως κατάλαβε ότι η φίλη της προσπαθούσε να της κλέψει το αγόρι. Αυτός προφανώς δεν έφταιγε σε τίποτα, αυτή η σουπιά τον είχε βάλει στο μάτι. Της ζήτησε να φύγει από το σπίτι και να μην έχει ποτέ ξανά καμία επαφή, με κανέναν από τους δύο. Η φίλη της την κοίταξε στα μάτια και το μόνο που της είπε ήταν ότι κάνει λάθος. Δεν την πίστεψε.
Την επόμενη κι όλας μέρα έβαλε μπροστά ένα σχέδιο που ήταν σίγουρη ότι θα έκανε τον Διονύση δικό της για πάντα. Σταμάτησε να παίρνει τα αντισυλληπτικά χάπια, χωρίς να του πει τίποτα. Έτσι όταν τον επόμενο μήνα κρατούσε στο χέρι της ένα θετικό τεστ, δεν ένιωσε καμία έκπληξη. Φρόντισε μάλιστα να του το ανακοινώσει παρουσία των γονιών της, για να διασφαλίσει ότι δεν θα της ζητούσε να το ρίξει. Η ημερομηνία του γάμου ορίστηκε όσο το δυνατόν γρηγορότερα, και το ζευγάρι πια ανυπομονούσε να υποδεχτεί το νέο μέλος στην οικογένεια.
Όταν γεννήθηκε ο γιος της, η Σοφία κατάλαβε ότι αυτό ήταν ό,τι πιο σημαντικό είχε κάνει ποτέ στη ζωή της. Αλλά και ο Διονύσης ήταν ένας καταπληκτικός πατέρας. Καθόταν με τις ώρες δίπλα στην κούνια του μωρού, το έκανε μπάνιο, άλλαζε πάνες, μέχρι και το τάιζε όταν η Σοφία ήταν κουρασμένη και δυσκολευόταν να σηκωθεί τις νύχτες. Οι υποχρεώσεις όμως είχαν αυξηθεί, οπότε έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να μπαίνουν περισσότερα χρήματα στο σπίτι. Οι υπερωρίες ήταν μονόδρομος, και ο Διονύσης έφτασε να δουλεύει δώδεκα ώρες την ημέρα. Η Σοφία ήταν όλη τη μέρα σπίτι με το παιδί, αλλά αυτό δεν την ενοχλούσε. Το μόνο που την ενοχλούσε ήταν ότι το παιδί δεν ανταποκρινόταν στα παιχνίδια που του έκανε.
Πέρασαν δυο ολόκληρα χρόνια μέχρι να καταφέρει να παραδεχτεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το παιδί. Ξεκίνησε ένας Γολγοθάς εξετάσεων και το πόρισμα ήταν καταπέλτης. Αυτισμός. Κανείς δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί την εξέλιξη του γιου τους. Ξεκίνησαν φυσιοθεραπείες, εργοθεραπείες, λογοθεραπείες. Όλη της η ημέρα περιστρεφόταν γύρω από το γιο της. Μέχρι που βρήκαν μια παιδαγωγό, εξειδικευμένη σε παιδιά με ειδικές ανάγκες. Ερχόταν κάθε μέρα σπίτι τους και έκανε μάθημα με τον μικρό. Η εξέλιξη του παιδιού ήταν ραγδαία, τόσο σε σωματικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο. Η Σοφία κάποιες φορές ένιωθε ότι ο γιος της αγαπούσε πιο πολύ την δασκάλα του από ότι εκείνη, αλλά το παράπονο αυτό το κατάπινε, γιατί μόνο τις ώρες που ήταν αυτή η γυναίκα στο σπίτι έβλεπε το παιδί της να χαμογελά.
Τότε συνειδητοποίησε ότι δεν χαμογελούσε μόνο ο γιος της, αλλά και ο άντρας της. Με κάποιο τρόπο ο Διονύσης φρόντιζε να είναι πάντα σπίτι όταν ερχόταν η δασκάλα, ή έστω πριν φύγει. Τον έβλεπε πως την κοιτούσε. Ήταν σίγουρη πως του είχε κουνήσει την ουρά της. Τις ήξερε αυτές τις ξανθιές. Δεν ήταν χτεσινή. Το μόνο που ήθελαν ήταν να προκαλούν τους άντρες. Και ο άντρας της είχε πέσει στην παγίδα. Δεν θα τον άφηνε όμως στα νύχια της ξεμυαλίστρας. Έπρεπε με κάθε τρόπο να την ξεφορτωθεί. Δεν την ένοιαζε αν βοηθούσε ουσιαστικά στην εξέλιξη του παιδιού, δεν την ένοιαζε ότι δεν είχε προσέξει ποτέ τίποτα μεμπτό προς τον άντρα της, δεν την ένοιαζε τίποτα. Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρη ήταν πως ο άντρας της αποκλείεται να κοίταζε ποτέ άλλη γυναίκα, εκτός αν εκείνη του έκανε τα γλυκά μάτια. Οπότε έπρεπε να βγει από τη μέση. Δεν είχε σκεφτεί ακόμα τον τρόπο, αλλά σίγουρα κάτι θα σκαρφιζόταν. Ίσως είχε έρθει η ώρα να σταματήσει πάλι τα αντισυλληπτικά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook