Η ζωή είναι σκληρή εκεί έξω.

Αν είσαι σκύλος όπως εγώ, η ζωή είναι σκληρή εκεί έξω. Χωρίς σπίτι, χωρίς αφεντικό.
Και να πεις πως έχω και κανένα επιβλητικό παράστημα όπως οι άλλοι φίλοι μου, να περνάω και τρίζουν τα πεζοδρόμια και να κάνουν και στην μπάντα οι γάτες ας πούμε, εντάξει. Αλλά εγώ, κοντός είμαι κι αγαπάω τα παιδιά(αχ τα λατρεύω τα παιδιά) κι επειδή είμαι έτσι κοντός, δεν περνούσα καλά εκεί έξω.

Είχε και πείνα και δίψα και κλωτσιές και ξύλο. Είχε και ξάπλες στον ήλιο – καλά, όχι για πολύ είχε και μεζεδάκια (σπανίως) το δροσερό και φρέσκο νεράκι μου έλειπε, είχε κι αλητεία και περιπλάνηση μες στον καυτό ήλιο και τον χειμώνα κρύο και χιόνι. Πόσο χιόνι βρε παιδιά; Είμαι και κοντός και δεν μπορούσα να ξεμυτίσω από εκείνη την τρύπα που λούφαξα για πόσες μέρες. Μόνο το χιόνι έγλυφα να ξεδιψάσω, αλλά για να βγω ούτε λόγος. Το καλοκαίρι ήταν πιο καλά λίγο τα πράγματα. Τουλάχιστον φαινόμουν, ε; Μπορεί να έκανα και πολλά χιλιόμετρα για μια σταλιά νερό, αλλά φαινόμουν.

Κόντευε πια να τελειώσει το καλοκαίρι και περιπλανιόμουν για νερό. Φαΐ έβρισκα, είχε πολλούς τουρίστες ο τόπος που ήμουν, ναι είχα χορτάσει μεζεδάκια και χαδάκια, ευτυχώς κάποιοι δεν φοβόντουσαν να μ αφήσουν να παίξω με τα παιδάκια τους. Είχα μάθει πια να φυλάγομαι κι από τους άγριους κι έφευγα σαν αστραπή όταν έβλεπα να ετοιμάζονται να με χτυπήσουν. Αλλά το νερό, αχ αυτό το νερό πόσο πρόβλημα ήταν.

Εκείνο το πρωί, λες και στέρεψαν τα πάντα. Ένιωθα τις πατούσες μου να σκίζονται και να ματώνουν από το περπάτημα και ο ήλιος έκαιγε και με βάραγε στο κεφάλι. Πώς βρέθηκα στην μεγάλη λεωφόρο δεν κατάλαβα. Τα φοβόμουν τ’αυτοκίνητα, βγάζουν έναν τόσο διαπεραστικό και τρομακτικό ήχο κι εγώ μικρούλης ήμουν όχι μόνο στο μπόι και φοβόμουν. Μάλλον απ την ζέστη κι απ την δίψα θα μπερδεύτηκα, οι σκισμένες πατούσες μου είχαν ματώσει πια κι έτσουζαν κι εγώ στην λεωφόρο να μην μπορώ να κάνω ούτε μπρος ούτε πίσω, τ αυτοκίνητα έτρεχαν, φρέναραν, κόρναραν μ έναν ήχο που κόντευε να με κουφάνει κι ήθελα απλά να περάσω απέναντι εκεί που έβλεπα δέντρα, μπορεί να είχε και νεράκι. Ας μην είχε, μόνο να φύγω από εδώ να γλιτώσω από τα αυτοκίνητα.

Κι εκεί που είχα πια αλαφιάσει και δεν ήξερα προς τα πού πηγαίνω, είχα πια απελπιστεί και δεν μ ένοιαζε αν θα με πατήσουν να ησυχάσω κι εγώ πια, ένα φρενάρισμα μου τρύπησε τ αυτιά κι ένιωσα ένα χέρι να με γραπώνει από το σβέρκο. Κάπου το θυμάμαι αυτό το γράπωμα, μου ξύπνησε ασφάλεια και μνήμες όμορφες, κάποτε με βούταγε η μάνα μου από το σβέρκο, ε; Βρέθηκα σε μια αγκαλιά. Πέθανα; Ονειρεύομαι; Όχι αφού νιώθω το χάδι κι ένα απαλό φιλάκι εκεί ανάμεσα στα μάτια – αχ μ αρέσει!

Οι πατούσες μου τσούζουν και τρέχουν αίμα, μα τι είναι αυτό το δροσερό που νιώθω; Τι μου κάνει αυτή; Αχ δεν πονάνε πια. Μην της το πείτε, αλλά δεν τις θυμάμαι αυτές τις πρώτες μέρες. Καμιά φορά, την ακούω και λέει ότι κοιμόμουν σερί 10-15 ώρες, αλλά δεν ξέρω τι θα πει σερί και δεν ρωτάω, βασικά το κορόιδο κάνω για να χορτάσω αγκαλιές, βόλτες και χάδια. Α! και νερό! Έχω το δικό μου μπωλ τώρα, ε; Γεμάτο νερό, ό,τι ώρα θέλω, αμέ! Κι έχω και δικό μου σπίτι τώρα, αμ πως! Και φυλάω κιόλας, κάθομαι και χαζεύω έξω τον δρόμο κι αν περάσει κι άλλος σκύλος εκεί να δείτε τι φύλακας είμαι! Τον κόσμο χαλάω! Βγαίνουμε βόλτα με το λουρί, αγριεύω στις γάτες. Καλά στις μεσαίες, γιατί έχει και μερικές που όταν πάω να τους γρυλίσω εκείνη μου λέει «κάτσε καλά ρε, δεν την βλέπεις; Μια χαψιά θα σε κάνει, μόνο το λουράκι θα φτύσει» και τότε κάνω το κορόιδο και κοιτάζω αλλού! Έχω δικό μου σπίτι τώρα, αμέ Κι έχω και παρέα, έναν ψηλό που τσακωθήκαμε στην αρχή κάμποσες φορές, αλλά τώρα εντάξει, φιλαράκια είμαστε.

Έχω δικό μου σπίτι τώρα, αμέ. Κάνω και ζημιές μερικές φορές κι έρχεται κι εκείνη άγρια και λέει «έλα ρε Σήφη» αλλά να σας πω ένα μυστικό; Δεν μοιάζει μ εκείνους τους άγριους που ήξερα, δεν μοιάζει καθόλου. Έχω δικό μου σπίτι τώρα αμέ. Κι όλοι είναι τεράστιοι κι εγώ κοντούλης, αλλά δεν φοβήθηκα ξανά ποτέ, γιατί εδώ δεν έχει τίποτε άλλο παρά μόνο χάδια, βόλτες παιχνίδια και νερό. Πάντα και μόνο για μένα.

Έχω και δικό μου σπίτι τώρα, αμέ. Γιατί έτσι πρέπει για όλες τις ψυχές αυτού του κόσμου!

Σήφης