Αγιόγιαννος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

…μυρίζει του τριαντάφυλλου που αξαίν’ απού τ’αγκάθια…
Η Φρόσω σιγομουρμούριζε αυτόν το στίχο. Πίστευε ότι κάποιος το είχε γράψει για την ίδια. Μεγαλωμένη μέσα σε μια οικογένεια με πίκρες, μεγάλα βάσανα και κακουχίες, τα τραγούδια του τόπου της ήταν η μόνη της παρηγοριά. Όλη μέρα καταπιανόταν με τις δουλειές του νοικοκυριού που έπρεπε να γίνουν και καθώς έπεφτε το σούρουπο, μαζευόταν με τις άλλες χωριανές και τραγουδούσε ενώ έπλεκαν. Όλες τη θαύμαζαν και κρυφά τη ζήλευαν για τη φωνή της και για τα εργόχειρά της. Φτιαγμένα με πολλή αγάπη, ήταν πραγματικά έργα τέχνης. Τόσο ζωντανά που νόμιζες πως θα ζωντανέψουν από στιγμή σε στιγμή.

Όμως το κρυφό της όνειρο ήταν να μάθει να διαβάζει, για να μπορεί να διαβάζει τα βιβλία που τόσο της άρεσαν. Μα ήταν μόλις δεκαέξι. Οι συνθήκες της ζωής και του τόπου την είχαν κάνει να προσαρμοστεί από πολύ μικρή. Η Θράκη τόπος άγριος μα πλούσιος. Το χειμώνα η ζωή πάγωνε μέχρι να ξεκινήσει πάλι το καλοκαίρι. Ακριβώς όπως συνέβαινε και μέσα στην οικογένειά της. Το χειμώνα ο πατέρας της όταν γύριζε πιωμένος από το καφενείο, χτυπούσε τη μητέρα της χωρίς λόγο. Εκείνη το ανεχόταν, γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο, αφού είχε να θρέψει τέσσερα κορίτσια. Η καρδιά της Φρόσως μάτωνε κάθε φορά που άκουγε την ξύλινη πόρτα να ανοίγει μες τη νύχτα. Ήξερε τι θα ακολουθούσε. Γι’ αυτό φρόντιζε να κλείνει τα αυτιά των μικρότερων με κουρέλια που έβρισκε παντού στο σπίτι, ώστε να μην ακούνε τι γινόταν στο διπλανό δωμάτιο.
Το καλοκαίρι όμως όλα άλλαζαν. Μαζί με την αναγέννηση της φύσης άλλαζε χαρακτήρα και ο πατέρας της. Γινόταν πιο ανοιχτόκαρδος και φαινόταν να μην έχει τόσες στεναχώριες. Όμως τότε η Φρόσω φοβόταν πιο πολύ, γιατί αυτή η τόσο θεαματική αλλαγή, δεν της φαινόταν να γίνεται για καλό. Η μητέρα της το υπέμενε κι αυτό, γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Αν έφευγε από το σπίτι της, η κατακραυγή θα ήταν τόσο μεγάλη, που όπου κι αν πήγαινε να ζητήσει δουλειά, θα την έδιωχναν. Γι’ αυτό η Φρόσω έκανε υπομονή και όποτε την έστελναν στο διπλανό μεγαλοχώρι για θελήματα και για να πάρει νερό, πουλούσε μερικά εργόχειρά της και έπαιρνε λίγες δεκάρες που τις έδινε κατ’ευθείαν στη μάνα. Μ’ αυτές οι αδερφές της μπορούσαν να πάρουν από ένα παιχνίδι μια φορά το χρόνο, που γινόταν το πανηγύρι του Άη Γιάννη του Κλήδονα. Μπορεί να μην είχε τόσο κόσμο, όπως το πανηγύρι του διπλανού χωριού της Καρωτής, αλλά σίγουρα ήταν διασκεδαστικό. Όλες οι κοπέλες μαζεύονταν και τηρούσαν τα έθιμα για να δουν ποιον θα παντρευτούν.
Η Φρόσω πρώτη φορά φέτος θα έπαιρνε μέρος. Μέχρι πέρσι ήταν πολύ μικρή. Φέτος μαζί με τις φίλες της, θα έπρεπε να φέρουν από την πηγή το αμίλητο νερό και να κάνουν ολόκληρη τη διαδικασία. Το βράδυ του πανηγυριού για να επισφραγίσουν το έθιμο, τα νεαρά κορίτσια θα τραγουδούσαν και θα χόρευαν το τραγούδι του Αγιόγιαννη.
Κι έφτασε το βράδυ της παραμονής του πανηγυριού. Τα κορίτσια έφερναν το νερό στο χωριό και τα αγόρια προσπαθούσαν να τις κάνουν να απαντήσουν, για να χαλάσει η παράδοση ότι δεν πρέπει καμία να μιλάει όσο μεταφέρουν το νερό. Εκείνο το βράδυ όλες ονειρεύτηκαν εκείνον που τους είπε το νερό πως θα παντρευτούν. Και η Φρόσω το ίδιο. Μόνο που όταν ξύπνησε, συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε κανένα Κωνσταντή με τη μορφή του ανθρώπου που είχε δει στο όνειρό της. Παρ’ όλα αυτά είχε καιρό να αισθανθεί τόσο χαρούμενη και ψυχικά ελαφριά. Λες και μέχρι τώρα κουβαλούσε ένα βάρος στους ώμους της, που τώρα εξαφανίστηκε.
Ετοιμάστηκε σχολαστικά με τις αδερφές τις για να πάνε στην εκκλησία, όπου μετά θα άρχιζε η γιορτή. Η καλή της φορεσιά με τα περίτεχνα κεντήματα ήταν έτοιμη. Τη χάιδεψε με ευλάβεια και ξεκίνησε να ντύνεται. Κομμάτι κομμάτι και με πολύ κόπο την είχε στολίσει τόσο περίτεχνα. Πάλι τραγουδούσε τον ίδιο στίχο, τώρα βέβαια με περισσότερο ενθουσιασμό. Χτενίστηκε κάνοντας δύο πλεξίδες τα μακριά καστανά της μαλλιά και έβαλε το μαντήλι της. Όταν πια έφτασαν στο προαύλιο της εκκλησίας μαζί με την οικογένειά της τον είδε. Τόσο καιρό ήταν μπροστά στα μάτια της, χωρίς να τον έχει δει ποτέ. Ο γιος του δασκάλου περνούσε απαρατήρητος από τη Φρόσω μέχρι σήμερα. Τα γνώριμα καστανά μάτια του την κοίταξαν και της χαμογέλασαν. Εκείνη κοκκίνισε και χαμήλωσε το κεφάλι της. Συνειδητοποίησε πως ο Κωνσταντής ήταν εκεί όλη της τη ζωή, απλά πάντα περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Εκείνο το βράδυ χόρεψε το τραγούδι του Αγιόγιαννη με όλη της την καρδιά. Εκείνο το βράδυ ο Κωνσταντής αποφάσισε να την κάνει γυναίκα του. Το χωριό θα ορκιζόταν πως στο τραγούδι των κοριτσιών για το έθιμο του αγίου, δεν είχαν ξαναμυρίσει ποτέ τόσο πολύ αγιόγιαννο.
…μυρίζει κι αγιόγιαννος, μυρίζει ο τόπος ούλους… https://www.youtube.com/watch?v=v2eSEyDXXSw

 

Ε.Λ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook