Δε θυμάμαι ποτέ τόσο κρύο. Φορούσα 2 μπλούζες και από πάνω ένα μαύρο πουλόβερ και παλτό. Το δικό της παλτό. Είχε ένα πακέτο χαρτομάντηλα στη μία τσέπη και 2 καραμέλες halls στην άλλη. Το πάνω πάνω κουμπί από το παλτό είχε ξηλωθεί και αναγκαζόμουν να κρατάω τα πέτα με το χέρι που είχε ξυλιάσει. Τα δάχτυλα των ποδιών μου μέσα στις μπαλαρίνες τα ένιωθα μαρμαρωμένα, πονούσαν σε κάθε βήμα. Ο αέρας σε τρύπαγε, φύσαγε ξεροβόρι μέσα στους πόρους του δέρματος σου. Στην Κρήτη, το κρύο δεν αστειεύεται. Σπάνια κάνει τέτοια παγωνιά, μα όταν πιάνει έτσι, είναι άγριο πράμα, απάλευτο. Κανένα ρούχο δε σε προστατεύει, είσαι γυμνός κι είναι θεριό το κρύο.

Προπαραμονή Πρωτοχρονιάς θα γινόταν η κηδεία. Είχε κόσμο στον Άγιο Λουκά. Ήμουν έξω. Μέσα ήταν οι αδερφές της. Έμπαινα για λίγο μα έκανε εκεί πιο πολύ κρύο απ’ ότι έξω. Δε μπορούσα να κοιτάω, δε μου άρεσε έτσι το πρόσωπο της. Και όταν ήμουν κοντά, όλο εκεί πήγαιναν τα μάτια, δε μπορούσα να αντισταθώ.

Ξαναβγήκα. Ήρθε η ξαδέρφη μου κοντά. Όπως με πλησίαζε, πιάστηκε το τακούνι της γόβας της στα σίδερα μιας υδρορροής και της βγήκε από το πόδι. Παραλίγο να πέσει, την συγκράτησα. Μας έπιασαν τα γέλια. “Σςςςςς” λέγαμε η μία στην άλλη “σκάσε ρε” και τρέχανε δάκρυα από τα μάτια μας από τα γέλια. “Κανόνισε” της λέω, “να σκάσεις κάτω με τη μύτη να καρφωθείς σε καμιά ταφόπλακα να μη μπορούμε να σε ξεσφηνώσουμε”. Κλάμα.

“Είσαι καλά, αγάπη μου;” με ρωτούσαν διάφοροι. “Ναι, μια χαρά” απαντούσα αλλά μου τη βάραγε στα νεύρα η θεία μου που έσκουζε. “Αχχχ αδερφή μου, σε πήρε η κακιά αρρώστια δε σε χάρηκα αχχχ”. Ναι, δεν την χάρηκες, ίσως επειδή τα 2 χρόνια που πάλευε με την “κακιά αρρώστια” δεν πήγες ούτε μια φορά στο νοσοκομείο να τη δεις. Η άλλη αδερφή, η μικρή, που όλους τους μήνες ήταν δίπλα της, που είχε σκεβρώσει εκεί στην καρέκλα του νοσοκομείου μέρα νύχτα, αυτή η αδερφή δεν έκλαιγε. Ήταν σιωπηλή. Εκεί, δίπλα. Μέσα σε πολύ κόσμο. Αλλά μόνη της. Δε γούσταρε βλεμματική επαφή με κανέναν. Άγρια. Σαν το κρύο.

Ο πατέρας μου έκοβε βόλτες αμήχανος. Χρόνια χωρισμένοι οι δικοί μου, εκείνη τη μέρα ήταν εκεί. Αμήχανος. Λίγος. Όπως πάντα.

Ξεκίνησε η πομπή. Μου φαινόταν ανόητο λίγο όλο αυτό. Τυλίχτηκα καλύτερα στο παλτό, πήρα τζούρα από τη μυρωδιά της και ακολούθησα. Ένιωθα πως όλοι με κοιτούσαν. Νόμιζα πως δεν έκλαιγα αλλά τελικά έκλαιγα. Ψέλλιζα κάτι ανοησίες, θυμάμαι έλεγα “αμάν μωρέ μαμά” κάτι τέτοια που δεν έβγαζαν νόημα. Ίσως ήμουν και λίγο θυμωμένη. Τελευταία στιγμή εκεί, έκλεισα τα μάτια και χώθηκα ακόμα πιο βαθιά στο παλτό, δεν ήθελα να βλέπω την αμηχανία του πατέρα μου. Του λίγου. Ούτε να ακούω τα μοιρολόγια της θειας μου, μου ’ρχόταν να της ρίξω κουτουλιά. Έπαιρνα τζούρες μυρωδιές από το παλτό της μάνας μου που φορούσα. Μύριζε σπίτι
.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Από τότε έχω να κατέβω Κρήτη. Το παλτό δεν το φοράω, μα ούτε το πλένω. Το έχω κρεμασμένο στη ντουλάπα.

Δεν έχω ξανανιώσει τέτοιο κρύο, όπως εκείνη την μέρα, προπαραμονή Πρωτοχρονιάς στον Άγιο Λουκά, στα Χανιά. Κι έχω περάσει πολλούς χειμώνες, έχω περπατήσει πολλά χιόνια. Τέτοιο κρύο ποτέ πριν, ποτέ ξανά.

Ξεροβόρι.