Ακόμα σ’αγαπώ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καιρό έχω να γράψω. Είτε που θα έχω έμπνευση και θα αραδιάζω κείμενα, είτε που θα πέφτει ξηρασία. Πάντα των άκρων, και δεν υπερηφανεύομαι γι αυτό. Κι όπως κάθε φορά που «ξεμένω» από λέξεις και ιδέες, έτσι και τώρα, βρίσκεσαι εκεί, να μου δώσεις το πάτημα που χρειάζομαι.
Δεν έχω καταλάβει ακόμη αν είσαι εσύ που εμφανίζεσαι πάντα την κατάλληλη στιγμή, ή εγώ που, από τα μύχια της καρδιάς μου, σε φέρνω πάλι στο φως. Δεν έχω την ανάγκη της θύμησής σου, ίσα- ίσα. Ίσως φταίει που σ’ έχω συνδυάσει με τις στιγμές που δεν είμαι καλά. Που όταν έχω τις μαύρες μου, με πιάνει μια χαζή επιθυμία να κοιτάξω φωτογραφίες μας. Που ανοίγω το κουτί με ό,τι χειροπιαστές αναμνήσεις μου έχουν μείνει από εμάς και τις παρατηρώ μία- μία και τις αγγίζω στοργικά μη και τις χαλάσω.
Χαμογελάω κάπως παιδικά στο αντίκρισμα εκείνης της ανθοδέσμης. Μου την είχες χαρίσει τον δεύτερο μήνα της σχέσης μας, σ’ εκείνο το πρώτο δείπνο- έκπληξη που σου είχα ετοιμάσει. Κι όμως, τόσα χρόνια μετά, ακόμα υπάρχει ένα μπουκέτο αποξηραμένα λουλούδια, παρέα με μια γλυκιά κάρτα- αφιέρωση φυλαγμένα με απόλυτη προσοχή στο κουτί μου.
Κι όμως, τόσα χρόνια μετά έχω φυλαγμένο μέχρι και το πιο «χαζό» πράγμα που είχε να κάνει μ’ εμάς. Τα κεράκια από την πρώτη μας τούρτα για την επέτειό μας, το άδειο μπουκαλάκι από το άρωμα σου, το φανελάκι που σου λέρωσα με λάδια και δεν το ξαναφόρεσες. Το μπρελόκ από τα κλειδιά σου, το αρωματικό του αυτοκινήτου σου, όλα. Θες να με πεις χαζή; Κολλημένη; Ανώριμη; Πες με όπως θες, γι ακόμα μια φορά, δε θα με πειράξει.
Άλλα με πειράζουν, μάτια μου. Πως πια δε σε λέω μάτια μου, πως πια δεν είμαι εγώ αυτή που κουρνιάζει στην αγκαλιά σου, που δεν είμαι εκεί για τα ξεσπάσματά σου. Που δε βλέπω το χαμόγελό σου, που δε σου στέλνω χίλια μηνύματα επειδή ανησύχησα μήπως έπαθες κάτι με το αυτοκίνητο. Που δε με μαλώνεις για τα ξενύχτια μου.
Άραγε πόσο περήφανος θα ήσουν για μένα και την πρόοδό μού; Πόσα μπράβο θα μου έλεγες για τις προσπάθειές μου, που δεν τα παρατάω όπως τότε, που δεν το βάζω στα πόδια, που δεν κλαίω στην κάθε προσβολή κι έμαθα να αντιμιλάω. Πόσο όμορφα θα ένιωθες που δεν κάθομαι με τις ώρες στον υπολογιστή, που κοιμάμαι φυσιολογικές ώρες πια.
Πόσο μου λείπεις, ρε γαμώτο! Πόσο θέλω να σε δω, να σε αγγίξω, να σε κοιτάξω μέσα στα μεγάλα μάτια σου και να σκαλώσω εκεί μέχρι ν’ αλλάξεις το βλέμμα σου από αμηχανία. Παρακαλάω να σε δω, έστω και τυχαία στο δρόμο. Μέχρι που σκέφτηκα να περάσω από 2-3 μέρη που έμαθα πως συχνάζεις τελευταία. Μα φοβάμαι. Φοβάμαι πως δε θα μου μιλήσεις. Πως δε θα ενδιαφερθείς να μάθεις τι κάνω. Ή πως θα με ξεπετάξεις μ’ ένα «γεια» φευγαλέο σαν να μην ήμουν τίποτα για σένα. Εμένα, που κάποτε μ’ έλεγες ζωή σου!
Εμένα, που ορκιζόσουν πως ό,τι και να γίνει μεταξύ μας, θα είσαι πάντα κρυφά στη ζωή μου και τώρα δεν ξέρεις ούτε αν ζω. Εμένα, αγάπη μου, που έλιωνες, που έκλαιγες, που φώναζες πως δεν αντέχεις χωρίς εμένα. Πού στο διάολο πάνε και χάνονται αυτά τα λόγια; Πού κρύβονται αυτά τα γαμημένα τα συναισθήματα να πάω να τα ρίξω κι εγώ ν’ αλαφρύνω λιγάκι;
Θέλω να περάσω να σε δω, μα φοβάμαι. Όχι μόνο για όσα σου έγραψα πιο πάνω, μα και για κάτι πιο σημαντικό. Να μη σε δω μ’ εκείνη. Να μη σε δω να γελάς μαζί της, να μη γελάει εκείνη με τ’ αστεία σου. Να μη σε δω να την κοιτάζεις όπως κοιτούσες κάποτε εμένα. Να μη σε δω να τη φιλάς και σπάσει η καρδιά μου σε χίλια κομμάτια.
Σ’ έχασα. Από επιλογή θες, δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω πια.
Σκατά τα κάναμε και δεν αντέξαμε. Κουράστηκα, διαλύθηκα. Κι ίσως, αν είχαμε συνεχίσει μαζί, σήμερα να ήμασταν δυο εχθροί. Κάτι που με τίποτα δε θα θελα. Μα με τρώει αυτό το γαμημένο «τι θα γινόταν αν». Πόσο εύχομαι να ήμασταν πιο ώριμοι τότε και να μπορούσαμε να κρατήσουμε ασφαλή τη σχέση μας από κακοπροαίρετα λόγια και πράξεις άλλων. Πόσο θα θελα να είχαμε το σθένος να παλέψουμε για εμάς με ωριμότητα και πίστη στους εαυτούς μας.
Σ’ έχασα οριστικά και με πονάει κάθε τόσο που σκέφτομαι τα λάθη μου και τις επιλογές μου. Μα δεν έχω πάψει στιγμή να σε αγαπάω με όλη μου την καρδιά και να σε νοιάζομαι.
Αν σε πληγώσει, πες της, θα με βρει μπροστά της. Να σ’ αγαπάει πες της, μα πως ποτέ δε θα καταφέρει να σ’ αγαπήσει όπως εγώ.
Ανασυντάσσω τις σκέψεις μου και το μυαλό μου και έρχομαι στο τώρα, στο παρόν μου, στην όμορφη σχέση μου που δε θα άλλαζα με τίποτα. Είμαι πολύ καλά, μ’ έναν άνθρωπο που με νοιάζεται και μ’ αγαπάει έτσι όπως ακριβώς είμαι, με ανέχεται με τη γκρίνια μου και με νουθετεί στα στραβοπατήματα μου. Είναι υπέροχος! Όμως, δεν είναι εσύ. Κανείς δε θα μπορέσει…
Να το θυμάσαι.

-Νέλλη-

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook