Βγήκε έξω, σπρώχνοντας αργά την βαριά δίφυλλη πόρτα με τα φιμέ τζάμια. Έκατσε στο παγκάκι, έλυσε τη γραβάτα κι άναψε τσιγάρο. Μπροστά του αχνοφαίνονταν στο πρώτο φως της χαραυγής οι θηριώδεις τσιμεντένιες κολόνες, βουτηγμένες μέσα στη θάλασσα. «Θα είναι η μεγαλύτερη κρεμαστή γέφυρα των Βαλκανίων» κόμπαζαν οι τοπικοί άρχοντες. Ο Νίκος χαμογέλασε πικρά. Δεν τον άγγιζε καθόλου όλο αυτό το πανηγυράκι που ξετυλίγονταν γύρω του. Για αυτόν, το μόνο αξιόλογο που συνέβαινε σ’ αυτή την πόλη ήταν το τοπικό καζίνο…

Πρώτη φορά που πέρασε την πόρτα αυτού του μέρους ήταν στα 20 του. Το χαρτάκι το είχε ξεκινήσει χαλαρά από το γυμνάσιο με φιλαράκια του. Αθώα. Στην αρχή έπαιζαν με τα πούλια από το τάβλι. Μετά με ψεύτικες μάρκες. Μετά, «για χαβαλέ» με κανονικά χρήματα. Λίγα στην αρχή. Πιο πολλά στη συνέχεια. Όλο το χαρτζιλίκι αργότερα. Καταλάβαινε ότι όλο αυτό τον κυρίευε, αργά αλλά σταθερά. Προσωρινά ανακουφίστηκε όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο αυτής της επαρχιακής πόλης. Ξόδεψε τον πρώτο καιρό γυρίζοντας τα φοιτητικά στέκια της πόλης και γνωρίζοντας νέους ανθρώπους. Μόνο που αυτό το μικρόβιο όταν μπει μέσα σου δεν ξεριζώνεται εύκολα. Σύντομα γνωρίστηκε και με άλλους που ήταν σαν αυτόν. Άνθρωποι που τους εξίταρε το τζογάρισμα. Που ηδονίζονταν στην σκέψη του εύκολου κέρδους. Που εθίζονταν στην μεθυστική μυρωδιά και το πράσινο χρώμα της τσόχας. Πολύ γρήγορα άρχισαν να στήνονται τα παρεΐστικα «χαρτάκια» σε σπίτια φίλων και συμφοιτητών. Τα ποσά ανέβαιναν επικίνδυνα. Έφτασε σε σημείο να παίζει σε μια βραδιά όλο το μηνιάτικο που του έστελνε ο πατέρας του. Ακόμα και τα μεροκάματα που έβγαζε από τη μουσική του. Πολλές φορές τελείωνε το πρόγραμμα του και πήγαινε στα καπάκια σε κάποιο σπίτι που είχε στηθεί το χαρτοπαίγνιο μέχρι που ξημέρωνε. Έχανε και κέρδιζε σε μια βραδιά λεφτά μηνών. Μόνο που τότε οι «φίλοι» έπαυαν να είναι τέτοιοι και γινόντουσαν θανάσιμοι ανταγωνιστές. Υπήρξαν φορές που ήρθε στα χέρια ακόμα και με τους «κολλητούς» του.

Πολύ σύντομα άρχισε να μην του αρκεί το «φιλικό» χαρτάκι. Ήθελε κάτι πιο «επαγγελματικό». Πιο απρόσωπο. Το αποφάσισε όταν άνοιξε το κεφάλι του φίλου του με ένα σπασμένο μπουκάλι ουίσκι, πάνω από μια χαμένη για αυτόν παρτίδα. Καλύτερα με αγνώστους σε έναν ουδέτερο χώρο. Το τοπικό καζίνο φάνταζε ιδανικό. Πάντοτε στο ημίφως, με πυκνό καπνό από τα ατέλειωτα τσιγάρα των θαμώνων, εξασφάλιζε εχεμύθεια κι ανωνυμία. Θα ορκιζόταν βέβαια πως πολλές φάτσες τις είχε ξαναδεί σε κάποια από τα «φιλικά» παιχνίδια σε κάποιο σπίτι. Βέβαια, όλοι οι εθισμένοι σ’ αυτή την αρρώστια έχουν την ίδια φάτσα. Μαύροι κύκλοι κάτω από τα βαθουλωμένα από την αϋπνία μάτια, βαθιές ρυτίδες σκέψεις στο μέτωπο, σκυφτοί ώμοι, γερμένοι πάνω από το πράσινο τραπέζι. Έβλεπε ανθρώπους να χάνουν και να κερδίζουν μέσα σ’ ένα βράδυ σπίτια, αμάξια, μετρητά, περιουσίες μιας ζωής. Ο ίδιος κέρδισε και έχασε και ξανακέρδισε σε μια νύχτα χρήματα ενός χρόνου. Για την σχολή φυσικά ούτε λόγος. Στους δικούς του έλεγε ότι ξενύχταγε διαβάζοντας και κοιμόταν το πρωί…

Έβγαλε το πακέτο κι άναψε δεύτερο τσιγάρο. Προσπάθησε να τραβήξει μια βαθιά ρουφηξιά, αλλά ο οξύς πόνος στα πλευρά του θύμισε το χθεσινό βράδυ. Πάνω στην απελπισία του, ένας μεσήλικας χαρτοπαίχτης του πρόσφερε σαν αντάλλαγμα πάνω στην τσόχα την ίδια του την γυναίκα. Μια πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα που τον συνόδευε. Αρνήθηκε, παρόλο που την έτρωγε με τα μάτια του όλο το βράδυ. Μπορούσε να είναι αμείλικτος σε θέματα περιουσίας, αλλά δε μπορούσε να δεχθεί κάτι τέτοιο. Ο οργισμένος αντίπαλος του τον περίμενε έξω από την πόρτα του καζίνου μαζί με δύο ογκώδεις μαυροντυμένους συνοδούς του. Αφού τον άφησαν αιμόφυρτο στην άσφαλτο, του πήραν πίσω ό,τι μετρητά είχε κερδίσει εκείνο το βράδυ, συν τα κλειδιά του αυτοκινήτου που είχε κερδίσει πάνω στο παιχνίδι από τον γέρο. Ένα καλό «μάθημα» στο νεούδι που τόλμησε να τα βάλει με τους μεγάλους…

Έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε απ’ το παγκάκι. Έβαλε το χέρι στην εσωτερική του τσέπη κι έβγαλε μια αρμαθιά με κλειδιά. Το εξοχικό του τύπου με την καρό γραβάτα. Ήταν τόσο σίγουρος όταν το πόνταρε πάνω στην τσόχα. Λογικό. Κατέβασε τρεις ντάμες. Μόνο που αυτός δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Τρεις άσοι με δύο οχτάρια και γεια σας. Ο τύπος μόνο που δεν έπαθε εγκεφαλικό. Στο τσακ τον πρόλαβαν οι μπράβοι πριν πηδήξει απ’ το παράθυρο προς το κενό. Μετά του έφερναν νερό και ηρεμιστικά για να συνέλθει. Ο Νίκος τον παρατηρούσε όσο έκλαιγε σαν μικρό παιδί πεσμένος σε μια γωνιά…

Ξανακοίταξε τα κλειδιά. Μετά μπήκε πάλι στη σάλα. Ο τύπος με την καρό γραβάτα είχε ξεμείνει στο μπαρ μ’ ένα μισοάδειο μπουκάλι και το κεφάλι του ριγμένο μέσα στα χέρια του. Ο Νίκος ακούμπησε την αρμαθιά πάνω στο μπαρ, ξυπνώντας τον αντίπαλο του από τον λήθαργο. Αυτός τον κοίταξε με μάτια κατακόκκινα από την αγρύπνια, αλλά με έκδηλη απορία.
«Μα…τα κέρδισες.»
Ο Νίκος τον κοίταξε με ένα πικρό χαμόγελο.
«Έχασα άλλα.. Περισσότερα.. Σημαντικότερα.»

Βγήκε έξω, σπρώχνοντας ξανά την βαριά δίφυλλη πόρτα με τα φιμέ τζάμια. Έκατσε στο ίδιο παγκάκι, πέταξε στη θάλασσα τη γραβάτα κι άναψε κι άλλο ένα τσιγάρο. Μπροστά του φαίνονταν πλέον στο φως της μέρας οι θηριώδεις τσιμεντένιες κολόνες, βουτηγμένες μέσα στη θάλασσα. «Θα είναι η μεγαλύτερη κρεμαστή γέφυρα των Βαλκανίων» θυμήθηκε τους τοπικούς άρχοντες. Ο Νίκος χαμογέλασε πλατιά. Ναι, όντως θα είναι. Και θα τον περιμένει να την περπατήσει.