Έκλεισε το ράδιο και συνέχισε να κοιτά έξω από το παράθυρο. Το τραγούδι είχε σφηνωθεί στο κεφάλι του “It’s been raining since you left me. Now I’m drowning in the flood”. Αυτό ακριβώς αισθανόταν, να πνίγεται, να πνίγεται και να μην ξέρει γιατί. Δεν ήταν η πρώτη φορά που χώριζε, δεν ήταν η πρώτη φορά που τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Σιγά το πράγμα, θα έβρισκε άλλη γκόμενα σε χρόνο μηδέν. Η Σοφία έχασε, εκείνος θα προχωρούσε μια χαρά!

Σηκώθηκε αποφασισμένος. Θα βγει, θα διασκεδάσει και όλα θα ξεκινήσουν από την αρχή. Αλλά είναι και αυτός ο άσχημος καιρός που δεν βοηθάει, κάνει την καρδιά του να σφίγγεται ,να χτυπά χωρίς ρυθμό, και εκείνος νιώθει να μην έχει οξυγόνο, να μην αναπνέει. Πως να λέγεται αυτό που έχει πάθει άραγε; Δεν τον νοιάζει, δεν θέλει να σκέφτεται. Κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά, θέλει να φύγει μακριά, να τρέξει ώσπου να μην έχει άλλο κουράγιο. Βγάζει το κινητό του από την τσέπη, σχηματίζει τον αριθμό της ,αλλά δεν μπορεί να την καλέσει. Κι αν το κάνει τι θα της πει; Να αρχίσει τις κλάψες; Δεν είναι αυτά για εκείνον, στο κάτω κάτω οι άντρες δεν κλαίνε! Ξαναβγάζει το κινητό και αυτή τη φορά σχηματίζει τον αριθμό του Μάριου. “Που είσαι; Έρχομαι!”

Ανεβαίνει στην μηχανή και φεύγει σπινάροντας στο νερό της βροχής. Ανοίγει το γκάζι χωρίς να σκεφτεί, περνάει τις διασταυρώσει χωρίς να σταματήσει. Και εκεί στην τελευταία, λίγο πριν το σπίτι του Μάριου ένιωσε ένα χτύπημα στην πλάτη και για λίγο πετούσε, για λίγο ήταν ξανά ελεύθερος χωρίς να πνίγεται πια, χωρίς η καρδιά του να χτυπά άρρυθμα. Ήταν μπροστά στα μάτια του. Η Σοφία ήταν εκεί, του χαμογελούσε, δεν ήταν πια θυμωμένη. Μετά σιωπή, μόνο κάπου στο βάθος ακουγόταν το τραγούδι που του είχε κολλήσει από το απόγευμα “This Romeo is bleeding, but you can’t see his blood”. Ούτε και αυτός το έβλεπε και ας το ένιωθε. Μόνο τη Σοφία. Αυτή ήταν μπροστά στα μάτια του. Πάλευε να την πιάσει πάλευε να πάει κοντά της μα ήταν αδύνατο. Έφευγε γλιστρούσε, σαν αερικό.

Κοίταξε γύρω του, τόσος κόσμος άγνωστος γιατί; Όλοι είναι σκυθρωποί γιατί; Κάποιον έχουν ξαπλωμένο αλλά δεν βλέπει ποιον. Ωωωω να και ο Μάριος ,τρέχει, τον φωνάζει μα δεν τον ακούει. – Εδώ, εδώ είμαι ρε μαλάκα! Που πας τρέχοντας;
Αλλά ο Μάριος δεν γυρίζει να τον δει. Νιώθει λες και είναι μέσα σε όνειρο, να και πάλι ακούει τους στίχους από το πρωινό τραγούδι μέσα στο κεφάλι του I know when I die you’ll be on my mind. And I’ll love you, always. Αυτό ήταν, την αγαπούσε. Έπρεπε να της το πει. Πρέπει να την βρει και να της το πει. Κάνει να πιάσει το κινητό του μα δεν το βρίσκει. Που να είναι; Πρέπει να μιλήσω στην Σοφία. Πρέπει, τώρα. Γυρίζει το κεφάλι του να δει μήπως του έπεσε στον δρόμο. Τα πόδια του δεν ακουμπούν την άσφαλτο. Κάτι αρχίζει να ξεκαθαρίζει στο κεφάλι του. Κάτι αρχίζει να θυμάται. Θυμάται έναν ήχο σαν φρενάρισμα, θυμάται ένα χτύπημα, θυμάται πως πετούσε, θυμάται κόσμο να φωνάζει βοήθεια και μετά σιωπή, μετά μόνο το πρόσωπο της Σοφίας.

Αυτό ήταν, ,είχε χτυπήσει. Δεν τον ένοιαζε που φεύγει, τον ένοιαζε μόνο πως δεν πρόλαβε να της το πει. Δεν πρόλαβε να δει τα μάτια της όταν θα τη ψιθύριζε πως την αγαπάει, δεν πρόλαβε να πάρει ένα τελευταίο φιλί. Δεν ένιωθε την καρδιά του πια, μόνο τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια του. Πάντα πάλευε, αλλά τώρα δεν είχε άλλη δύναμη και να πάλι το τραγούδι, αυτή τη φορά ακούγεται από πολύ μακριά, “You see I’ve always been a fighter But without you I give up” και παραιτήθηκε…

Αράν