Amor Fati – 02. Βραδινή Σερενάτα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Ο Μιχάλης ο Μπακάλμπασης ήταν ένας εξαιρετικά δυστυχισμένος άνθρωπος. Τόσο πολύ, που δεν μπορούσε ούτε ο ίδιος να καταλάβει. Η καθημερινότητά του ήταν μια αδυσώπητη ρουτίνα. Δεν είχε ούτε το κουράγιο να διανοηθεί ότι θα μπορούσε να προσπαθήσει να δραπετεύσει από την αέναη θλίψη και την αμέτρητη πλήξη, που άπλετα του προσέφερε η μίζερή του ζωή. Παρέμενε προσηλωμένος στην καθημερινή πάλη για την ελάχιστη διαβίωση και μπορούσε μόνο να λαχταρήσει, ενίοτε, ορισμένες απειροελάχιστες εκρήξεις χαράς και ευτυχίας, που στα μάτια του, ήταν θείο δώρο.

Μόνο στα παράξενα και μακάβριά του όνειρα, μπορούσε να συλλογιστεί πόσο θλιμμένη ήταν η ψυχή του. Τότε που το υποσυνείδητό του κατάφερνε να προβάλλει την καθημερινότητα, τους φόβους και τα πάθη του, πάνω σε έναν ειδεχθή κόσμο με απόκοσμες εικόνες, προσπαθώντας να τον κάνει να αποφασίσει ότι είχε έρθει ο καιρός να σπάσει τα δεσμά του και να αποδράσει από όσα τον κρατούσαν καρφωμένο, μέσα σε μια υγρή και παγωμένη φυλακή.

Στα όνειρά του έπαιζαν τα ίδια, επαναλαμβανόμενα, θέματα, με μικρές ή μεγαλύτερες διαφορές. Ήταν φαντάρος και πολεμούσε, μαζί με άλλους, αγνώστους, ημιδιαμελισμένους και αιμόφυρτους στρατιώτες, έναν άγνωστο εχθρό. Προσπαθούσε να τρέξει πάνω σ’ έναν ξερό λόφο, ανάμεσα σε θεόρατες λεύκες, χωρίς να ξέρει αν επιτίθεται ή αν αμύνεται. Κάπου – κάπου σκόνταφτε και κουτρουβαλούσε προς τα πίσω, μα δεν το έβαζε κάτω. Έπρεπε ν’ ανέβει τον λόφο, γιατί κάποια αδιόρατη δύναμη του το υπαγόρευε. Έπρεπε να φτάσει σ’ εκείνη την κορφή και να εκπληρώσει έναν άγνωστο σκοπό.

Όταν κατάφερνε και έφτανε στην κορυφή του λόφου, συνειδητοποιούσε ότι η κατακόκκινη πεδιάδα που εκτεινόταν μπροστά του, ήταν βαμμένη με το αίμα χιλιάδων συμπολεμιστών του. Τον κυρίευε ένα ανάμεικτο συναίσθημα θυμού και φόβου. Ορμούσε ο Μιχάλης να τρέξει προς τον άγνωστο και αόρατο εχθρό, μα όσο κι αν πίεζε τα πόδια του να επιταχύνουν, τόσο βρισκόταν στο ίδιο σημείο. Προσπαθούσε να πηδήξει, μα ούτε αυτό το κατάφερνε. Μέσα στον πανικό και στην ταραχή, ο μόνος του τρόπος απόδρασης ήταν ο αέρας. Ούτε ο ίδιος κατάφερνε να καταλάβει το πώς, μα στα όνειρά του η μόνη διέξοδος ήταν να πετάξει σαν πουλί. Κι εκείνες τις στιγμές που πετούσε, τον πλημμύριζε μια άγρια χαρά.

Πέρα από την κοιλάδα του θανάτου και το αιματοβαμμένο ποτάμι που έρεε αργά, υπήρχε μια πόλη με πανύψηλες πολυκατοικίες. Αν μέχρι εκείνο το σημείο δεν είχε χάσει την συνοχή του ο χρόνος, θα την έχανε ακριβώς εκεί. Ακριβώς την στιγμή που θα προσγειωνόταν στο μπαλκόνι κάποιας πολυκατοικίας. Σ’ ένα στενό μπαλκόνι με μαύρα πλακάκια και σκουριασμένα κάγκελα. Σ’ ένα μπαλκονάκι που πάντοτε επέλεγε, γιατί του ανέδιδε μια παράξενη αποφορά σπιτιού.

Έμπαινε σ’ ένα δωμάτιο που ήταν παράξενο. Η λέξη «ακατάστατο» είναι εξαιρετικά λίγη για να περιγράψει την χαώδη κατάσταση που επικρατούσε μέσα σ’ εκείνο τον χώρο. Δεν ήταν τόσο τα μυστήρια αντικείμενα που ήταν πεταμένα στον χώρο, κολλημένα στους γειρτούς τοίχους και το κυρτό ταβάνι κι όσα αιωρούνταν, χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, στον αέρα, μα και τα έπιπλα και οι ντουλάπες, που το σχήμα τους ήταν ακαθόριστο και όλο και άλλαζε, όσο πλησίαζε ή απομακρυνόταν από αυτά.

Πάνω σ’ ένα τέτοιο, παράξενο, κρεβάτι, με απόκοσμη γεωμετρία, κοιμόνταν πάντοτε μια κοπέλα, σε εμβρυική στάση. Τον κυρίευε ένα πολύ μακάβριο συναίσθημα όταν την πλησίαζε και με τον καιρό, ασυναίσθητα, είχε μάθει να αποφεύγει την άγνωστη κοπέλα με το καστανό, καρέ μαλλί, που του είχε γυρισμένη την πλάτη και κοιμόταν βαθιά. Προχωρούσε προς την άλλη μεριά του δωματίου, προς έναν εξαιρετικά στενό διάδρομο που κατέληγε σ’ ένα πάλλευκο, άδειο δωμάτιο. Αργό και σταθερό ήταν το βήμα του, γιατί φοβόταν πως κάτι άσχημο θα συνέβαινε στο τέλος της διαδρομής. Ποτέ δεν προλάβαινε να φτάσει εκεί. Πάντα, εκείνο το άσχημο, τον προλάβαινε κάπου στη μέση.

Πρώτα ξεκινούσε να χτυπάει η καρδιά του σ’ έναν ρυθμό, σχεδόν στρατιωτικό. Έπειτα, η βαρύτητα του δωματίου άλλαζε. Τα πόδια του βρισκόντουσαν κολλημένα στο πάτωμα, που είχε πάρει ένα απόλυτο μαύρο χρώμα. Το μέχρι πρότινος ταβάνι, ήταν πια το πάτωμα. Ένα πάτωμα ασφυκτικά γεμάτο, με αμέτρητα αιχμηρά αντικείμενα. Μούδιαζε ολόκληρος και δεν μπορούσε να κουνήσει κανένα μέρος του σώματός του. Προσπαθούσε να καταπιεί, γιατί ο στεγνός του λαιμός, τον έγδερνε αφόρητα. Ήθελε να φτάσει στο τέλος του διαδρόμου για να ξεφύγει από εκείνη την θανατηφόρα παγίδα, μα δεν είχε το κουράγιο να δοκιμάσει να κάνει ένα ακόμη βήμα. Πίστευε πως θα έπεφτε από το ταβάνι, πως θα καρφωνόταν στο πάτωμα με πάταγο και πως το κορμί του θα κατέληγε μια άμορφη μάζα δέρματος και οστών…

***

Αλαφιασμένος ξύπνησε ο Μιχάλης από τον πρωινό του ύπνο. Φυσούσε ένας απόκοσμα ζεστός, για την εποχή, αέρας, την στιγμή που ένιωσε τις αισθήσεις του να ξυπνάνε. Άνοιξε απότομα τα μάτια του. Του πήρε μερικές στιγμές για να καταλάβει πού ακριβώς βρισκόταν και ποιου δωματίου το ταβάνι, ήταν αυτό που κοιτούσε.

Με πολύ κόπο κατάφερε να πετάξει το βαρύ πάπλωμα από πάνω του. Κοίταξε τον ουρανό έξω από το παράθυρο. Κατάλαβε πως είχε αρχίσει να σουρουπώνει, από τα χρώματα των σύννεφων και τον ήλιο που έγερνε προς την δύση. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε βιαστικά. Τεντώθηκε κι ύστερα, καθώς χασμουριόταν, άνοιξε την πόρτα του δωματίου.

Η Λίλιαν καθόταν οκλαδόν στον κόκκινο, δερμάτινο καναπέ του σαλονιού, και παρακολουθούσε αδιάφορα ένα πρόγραμμα που έπαιζε αθόρυβα στην τηλεόραση. Τον άφησε για μερικές στιγμές να σύρει τα πόδια του, πριν γυρίσει προς το μέρος του και του χαμογελάσει αινιγματικά. Δεν είχε κουράγιο ο Μιχάλης ούτε για να πει μια καλησπέρα. Απλώς κούνησε το χέρι, απορώντας με την συμπεριφορά της παλιάς του φίλης. «Το μπάνιο;» κατάφερε να ψελλίσει, με βραχνή φωνή.

«Η μόνη πόρτα του σπιτιού που δεν έχεις ανοίξει ακόμη» του απάντησε εκείνη παιχνιδιάρικα, προτού σηκωθεί από τον καναπέ. Πήγε στην κουζίνα και άναψε την καφετιέρα για να του φτιάξει φρέσκο καφέ. Άναψε και τον φούρνο για να ζεστάνει το μεσημεριανό. Βιαστικά έκοψε λίγη σαλάτα κι άρχισε να ετοιμάζει το τραπέζι, απορώντας με την στάση του Μιχάλη. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως εκείνος ο άνθρωπος, που κάποτε μετρούσε όχι μόνο κάθε του πράξη, αλλά ακόμη και κάθε λέξη, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει μια ζωή και μία σχέση και να ταξιδέψει χωρίς καν μια αλλαξιά ρούχα. «Θα ‘ταν πολύ μεγάλο το μπαμ» αποφάνθηκε σιωπηλά, καθώς έκοβε ένα κρεμμύδι.

Όταν βγήκε από το μπάνιο ο Μιχάλης, το σπίτι είχε κατακλυστεί από μια εξαίσια μυρωδιά. «Μαγείρεψες;» φώναξε, πηγαίνοντας προς την κουζίνα. «Παστίτσιο» του απάντησε η Λίλιαν κι εκείνος απόμεινε να την κοιτάζει χάσκοντας. «Παστίτσιο;» σχεδόν τραύλισε. Ένευσε η Λίλιαν κι ύστερα του έβαλε δύο κομμάτια σ’ ένα μεγάλο πιάτο. «Νερό;» τον ρώτησε.

«Ναι. Νιώθω πως έχει στεγνώσει όλο μου το κορμί» της απάντησε, κοιτάζοντας ανόρεχτα το φαγητό.

«Πρέπει να φας και το ξέρεις» του είπε, έχοντας παρατηρήσει το ύφος του.

«Το ξέρω» αναστέναξε κι έπειτα άρχισε να αργομασάει το φαγητό του.

Η Λίλιαν κάθισε απέναντί του, σ’ εκείνο το μικρό τραπεζάκι που μετά βίας χωρούσε δύο άτομα. Τον παρατηρούσε καθώς έτρωγε και θλιβόταν με τις βιαστικές κινήσεις του. Έμοιαζε τσακισμένος εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα, όμως, στην πραγματικότητα, δεν ήταν. «Ίσως αυτό να θέλει να βγάλει προς τα έξω ο Μιχάλης, ίσως απλώς να εξωτερικεύει την πίκρα του» σκέφτηκε η Λίλιαν κι ύστερα χαμογέλασε μ’ εκείνη την σκέψη. Εξ’ άλλου είχαν ζήσει πολύ χειρότερα σκηνικά μαζί, από έναν απλό χωρισμό με μία τυχάρπαστη. «Σου πήρε χρόνια να καταλάβεις τι γινόταν στη ζωή σου;» σκέφτηκε, μα εκείνες οι σκέψεις ξέφυγαν από τα στενά όρια του μυαλού της, πήραν υπόσταση, έγιναν λέξεις και ήχοι και πριν προλάβει να δαγκωθεί και να ζητήσει συγγνώμη για εκείνη την ερώτηση, ο Μιχάλης είχε προλάβει να απαντήσει. «Μου πήρε λίγα λεπτά για να καταλάβω τι διάολο γινόταν στη ζωή μου». Κατάπιε την μπουκιά του κι ύστερα σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. «Δώσε μου πέντε λεπτά» της είπε κι ύστερα γύρισε στο φαγητό.

Ενώ εκείνος έπλενε τα πιάτα, εκείνη ετοίμαζε καφέδες. Έβγαλαν ένα μικρό τραπεζάκι στο μπαλκόνι, εκείνη έπιασε το σκαμνάκι της κι εκείνος έφερε μια καρέκλα από την κουζίνα και προσπάθησε να την βολέψει με κάποιον τρόπο στο μπαλκόνι. Τελικά, έχοντας τη μισή καρέκλα στο μπαλκόνι και την υπόλοιπη στο σαλόνι, κάθισε, άναψε τσιγάρο και ήπιε λίγο από τον καφέ του. «Να βάλω μουσική;» τον ρώτησε.

«Τώρα;» κάγχασε εκείνος. «Θα βάλω εγώ» συνέχισε, αφήνοντας με προσοχή το τσιγάρο του, πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού. Μπήκε στο σπίτι, βρήκε μια τεράστια στοίβα με CD, διάλεξε ένα που του έκανε τρομερή εντύπωση το χρώμα του εξωφύλλου και το κοράκι που υπήρχε εκεί, το έβαλε στο στερεοφωνικό και γύρισε στο μπαλκόνι.

«Πριν κάτσεις, βάλε το δύο. Θα καούμε» σχολίασε η Λίλιαν κι ο Μιχάλης, κάγχασε. «Όπως διατάξετε» της απάντησε.

Όταν κάθισε και έπιασε στα χέρια του ξανά το τσιγάρο, φαινόταν περισσότερο σκεφτικός κι ίσως να έφταιγε και η παράξενη μουσική που στην τύχη είχε επιλέξει. Του φαινόταν πολύ ταξιδάρικη. Ηχούσαν περίεργα στα αυτιά του τα έγχορδα και οι μεταλλικές φωνές. «Όσο μεγαλώνεις, πέφτεις στα πιο βαριά» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Μουσικά; Ναι» του απάντησε η Λίλιαν.

«Psychedelic Rock είναι αυτό;»

«Post-Rock».

«Δεν μπορώ να καταλάβω τη διαφορά πιά. Το αυτί μου έχει πήξει στο σκυλάδικο και στα χαρμανάδικα. Έχω καιρό να ακούσω ποιοτική μουσική» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Αποφεύγεις την συζήτηση, όπως πάντα, Μπακάλμπαση» τον πείραξε η Λίλιαν.

«Νιώθω πως ζω την μέρα της μαρμότας σήμερα…» μονολόγησε, φυσώντας τον καπνό του. Έπιασε την κούπα με τον καφέ που είχε αρχίσει να κρυώνει, έγειρε το κεφάλι προς τα αριστερά και το βλέμμα του χάθηκε στην απόσταση. «Δεν με πείραξε το κέρατο, τελικά. Με πείραξε που την τάιζα, την πότιζα, την φρόντιζα, παράτησα τα πάντα για εκείνη κι αυτή… Αυτή…»

«Πηδιόταν από ‘δω κι από ‘κει;» τον παρότρυνε να συνεχίσει η Λίλιαν.

«Σου είπα, δεν με πείραξε αυτό. The plot thickens…» μουρμούρισε ο Μιχάλης κι ύστερα το απλανές βλέμμα του, έπεσε πάνω στο τσιγάρο που καιγόταν άσκοπα ανάμεσα στα δάχτυλά του.

***

«Κοίτα…» άρχισε να λέει ο Μιχάλης. «Θεωρώ πώς είμαι έξυπνος άνθρωπος. ‘Νταξει, δεν με λες και σαΐνι, δεν σκαμπάζω από κβαντομηχανικές και τέτοια κουραφέξαλα, αλλά ακόμη κι έτσι, θεωρώ πως είμαι έξυπνος. Κι αν όχι έξυπνος, τουλάχιστον οξυδερκής. Καταλαβαίνω κάποια πράγματα, χωρίς να ειπωθεί κουβέντα. Μπορώ να ψυχολογήσω τον συνομιλητή μου. Μπορώ να δω πού θα πάει μια κουβέντα ή μια κατάσταση. Μέχρι και που πάτησα το πόδι μου εδώ, δεν ήξερα τι πήγε λάθος με την Στέλλα. Τελικά, να σου πω κάτι ρε Λίλιαν; Είχες δίκιο κάποτε. Δεν βάζει κακό ο νους μου. Πιστεύω μόνο στην καλή πλευρά των ανθρώπων, θεωρώ ότι όλοι είναι τίμιοι, ότι είναι ντόμπροι, ότι δεν θα με πουλήσουν. Και να που, για ακόμη μια φορά, μ’ αγόρασαν και με πούλησαν για ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Τόσο φτηνά.

»Δεν μπορώ να καταλάβω πού με τούμπαρε. Μαλλιά… Μια χαρά το καταλαβαίνω, αλλά αρνούμαι να το αποδεχτώ, γιατί με πονάει πολύ και με πονάει ακόμη. Είμαι τριάντα παρά κάτι κι είχα, όλες κι όλες, δύο σχέσεις στη ζωή μου. Εκείνη με την Κλαίρη, που, νομίζω, την θυμάσαι πολύ καλύτερα από εμένα, γιατί, στην τελική εγώ έχασα μια γκόμενα, μα εσύ έχασες την καλύτερή σου φίλη, με τις μαλακίες που πήγε κι έκανε. Κι ετούτη ‘δω, με την Στέλλα. Και με τις δύο έμπλεξα, γιατί δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, γιατί ήμουν μόνος μου και το είχα βαρεθεί, γιατί μου ζάλιζε το μυαλό ο περίγυρός μου. Να ξες, ο αναποφάσιστος, απλώς δεν σε γουστάρει. Αν του τριβελίσεις αρκετά το μυαλό, θα τον ψήσεις. Ο πραγματικός αναποφάσιστος, κι όχι αυτός που φοβάται. Αυτός που φοβάται, αν τον κάνεις να σ’ εμπιστευτεί και του διώξεις τον φόβο, θα ‘ναι εκεί, για σένα, για πάντα.

» Αυτό έκανε η Κλαίρη τότε. Μου τριβέλιζε το μυαλό, απ’ την πρώτη κιόλας μέρα που γνωριστήκαμε. Από εκείνο τ’ απόγευμα στην καφετέρια. Είχα φτάσει σ’ ένα σημείο να θέλω ν’ αλλάξω στέκι, αλλά, απ’ τη μια δεν είχα πού αλλού να πάω κι απ’ την άλλη δεν θα μ’ ακολουθούσαν οι άλλοι δύο, που είχαν πια «γκόμενες» στην παρέα – ναι, ειλικρινά, θα προτιμούσαν να αράξουν μ’ εσάς και να σας χαζεύουν, παρά μ’ εμένα. Παρέμεινα εκεί, στην ίδια καφετέρια, στα ίδια στέκια, στην ίδια παρέα. Και λέγε – λέγε η δικιά σου, και πες και πιες, Μιχάλη, κάπου ενέδωσα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Αν μπορούσα να υποθέσω, γιατί, ακόμη και σήμερα, δεν ξέρω γιατί διάολο έμπλεξα με την Κλαίρη, θα σου έλεγα ότι απλώς κατάφερε να με πείσει για εκείνο το «περιβόητο» μαζί.

» Ποτέ δεν ταιριάξαμε σαν χαρακτήρες. Εμένα, με ξέρεις, είμαι συναισθηματικός καριόλης, θέλω χρόνο για να δεθώ, θέλω χρόνο για να συνυπάρξω με κάποιον, για να ανοιχτώ, για να συζητήσω. Η Κλαίρη, απ’ την άλλη, νόμιζε ότι απ’ τη μία στιγμή στην άλλη, θα γίνουμε το πιο αυτοκόλλητο ζευγάρι στον κόσμο. Να σε ρωτήσω κάτι; Μετά από τόσα χρόνια, μάθαμε τι μου βρήκε;

Πετάρισε τα βλέφαρά της η Λίλιαν, καθώς δεν μπορούσε να καταλάβει αν εκείνη η ερώτηση απευθυνόταν προς εκείνη ή απλώς ήταν κομμάτι του παραληρηματικού μονολόγου του. «Με ρωτάς;» έκανε, όταν συνειδητοποίησε πως ο Μιχάλης είχε για τα καλά σωπάσει.

«Σε ρωτάω» της απάντησε, γελώντας δυνατά.

«Δεν ξέρω, Μιχάλη» είπε η Λίλιαν, αναστενάζοντας. «Αλήθεια δεν ξέρω» συμπλήρωσε όταν τον είδε να αγριεύει. «Έχω να την δω σχεδόν δέκα χρόνια. Ευτυχώς, δηλαδή. Αν την πετύχαινα κάπου, μέχρι πρότινος, θα της άνοιγα το κεφάλι!» κατέληξε, μισοαστεία και μισοσοβαρά. Έβαλε τα γέλια ο Μιχάλης. Πέταξε το τσιγάρο του στο δρόμο κι ύστερα προσπάθησε να βολευτεί, ανεπιτυχώς, στην καρέκλα. «Γιατί έτσι;» την ρώτησε, μα την απάντηση την ήξερε. Τον λόγο, της τον είχε πει ο ίδιος, πριν αρκετά χρόνια.

«Θα συνεχίσεις το παραλήρημα;» του αντέτεινε, αγριεμένα.

«Δεν έχει νόημα».

«Γιατί;»

«Έχει κολλήσει το μυαλό μου και γυρνάει στα ίδια και τα ίδια. Θέλω χρόνο για να το σκεφτώ».

«Οι βραδινές βόλτες πάντα σε βοηθούσαν» τον πείραξε.

«Το σκέφτηκα κι εγώ, αλλά δεν έχω ούτε όρεξη, ούτε ρούχα».

«Η όρεξη έρχεται τρώγοντας. Ρούχα έχω να σου δώσω» του είπε η Λίλιαν, δείχνοντάς του την πόρτα του μπάνιου με τα μάτια. «Τράβα πλύσου, λέτσο. Θα σε κυκλοφορήσω στα παλιά μας λημέρια» του είπε παιχνιδιάρικα.

***

Κάγχασε ο Μιχάλης, όταν αντίκρυσε τα αφρόλουτρα της Λίλιαν. Κάποτε τον πείραζε να «μυρίζει σαν γκόμενα» κι ήταν σίγουρος πως αυτή θα ήταν η ατάκα της, όταν θα έβγαινε από το μπάνιο. Γδύθηκε και άφησε το νερό να τρέχει. Απόμεινε για λίγο να κοιτάζει το είδωλό του στον καθρέφτη. Οι άσπρες τρίχες στα γένια του και στα μαλλιά του είχαν πολλαπλασιαστεί. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και έμοιαζαν σκαμμένα από την αυπνία και την κούραση. Τα νύχια του είχαν μακρύνει και είχαν γεμίσει βρώμα. Για μία στιγμή πίστεψε πως δεν είχαν περάσει τριάντα έξι ώρες, μα τριάντα έξι χρόνια από την τελευταία φορά που περιποιήθηκε τον εαυτό του. Είχε ανάγκη από ένα καλό μπάνιο κι ένα βαθύ ξύρισμα. «Ας είναι» μουρμούρισε κι έπειτα τυλίχτηκε με μια πετσέτα. Έβαλε την τάπα στην μπανιέρα κι ύστερα πήγε στο σαλόνι. Δεν είδε πουθενά την Λίλιαν. Βούτηξε τα τσιγάρα του από το μπαλκόνι και χώθηκε βιαστικά στο μπάνιο. Πέταξε την πετσέτα σε μια στοίβα άπλυτα κι ύστερα χώθηκε στην μπανιέρα. Άναψε τσιγάρο και βούλιαξε αργά, αφήνοντας αναπαυτικά το κεφάλι του, στην άκρη της κατάλευκης μπανιέρας.

Καθώς ανέβαινε η στάθμη του νερού και αγκάλιαζε το κορμί του, ο λογισμός του άδειαζε και έφευγε μακριά από όλες τις αναμνήσεις που τον πονούσαν. Γρήγορα χαλάρωσαν το μυαλό του και το σώμα του. Έβαλε σε σειρά τις σκέψεις του. Έπρεπε να πάρει αποφάσεις, τις οποίες δεν μπορούσε πια να αποφύγει. Αρχικά θα έπρεπε να ζητήσει από την Λίλιαν να τον φιλοξενήσει για ένα διάστημα, το οποίο ήξερε, εκ των προτέρων, ότι δεν θα ήταν μικρό. «Όχι. Από πιο πριν» μουρμούρισε κι έπειτα ανασηκώθηκε και έψαξε τα πεταμένα του ρούχα. Ανέσυρε το κινητό από την τσέπη του παντελονιού και το ενεργοποίησε. Άρχισαν να έρχονται βροχή τα μηνύματα της Στέλλας, τα οποία αγνόησε επιμελώς. Κάλεσε έναν αριθμό, έβαλε το κινητό στο αυτί του και ξαναβούλιαξε αναπαυτικά στην μπανιέρα. «Έλα Κατερίνα. Δεν θα μπορέσω να έρθω σήμερα. Το ξέρω ότι σε σκοτώνω, αλλά πρέπει να βρεις κάποιον άλλο».

Στην άλλη άκρη της γραμμής, η αφεντικίνα του είχε μείνει άναυδη, κυρίως γιατί γνώριζε πως ο Μιχάλης δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα την κρεμούσαν αν δεν είχε γίνει κάτι εξαιρετικά σοβαρό. «Πέθανε κανένας;» προσπάθησε να αστειευτεί, για να μην τον πάρει από τα μούτρα.

«Χώρισα, έφυγα από το σπίτι, γύρισα Θεσσαλονίκη και δεν έχω σκοπό να επιστρέψω» απάντησε ο Μιχάλης.

«Όπα ρε Μπακάλμπαση! Πότε πρόλαβες να τα κάνεις όλα αυτά; Μέχρι χθες το βράδυ μια χαρά ήσασταν με το Στελλάκι!» αναφώνησε εκείνη.

«Κατερίνα… Γάμησέ με λίγο. Δεν έχω καμία απολύτως όρεξη να το πάρω στο χαβαλέ. Πονάει το ρημάδι».

«Καταλαβαίνω. Υποθέτω ότι θέλεις να σταματήσεις τελείως…»

«Ακριβώς» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Τι να πω ρε Μιχάλη; Καλή αρχή; Καλό κουράγιο; Καλή αντάμωση;»

«Ό,τι και να πεις… Τέλος πάντων… Θα κοιτάξω να περάσω μέσα στη βδομάδα για να κλείσουμε το οικονομικό…»

«Δουλειά βρήκες;»

«Με δουλεύεις;» κάγχασε ο Μιχάλης.

«Και… Πώς…» τραύλισε  η Κατερίνα.

«Θα την βρω την άκρη. Πάντοτε την έβρισκα» μουρμούρισε εκείνος, προτού κλείσει το τηλέφωνο. Κοίταξε το μισοκαμμένο του τσιγάρο. Μια έκφραση αηδίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Το πέταξε στον νιπτήρα και ύστερα βυθίστηκε ολόκληρος μέσα στην μπανιέρα.

Οι σκέψεις του έπεφταν σαν κομμάτια σε μια γρήγορη παρτίδα tetris, συμπλήρωναν εικόνες και τον έκαναν να βγάζει συμπεράσματα. Δεν μπορούσε πια να είναι σίγουρος αν ήταν άξιος και υπαίτιος της μοίρας του, ή αν απλά ήταν τόσο καλοκάγαθος που τον πατούσαν οι γύρω του. Για το μόνο που μπορούσε να είναι απόλυτα σίγουρος, ήταν ότι η Στέλλα τον είχε εκμεταλλευτεί στο έπακρο. Κι εκείνη η σκέψη, η μακάβρια σκέψη, τον έκανε να στεναχωρηθεί κι άλλο.

Έβγαλε το κεφάλι από την μπανιέρα κι άρχισε να δαγκώνει το νύχι του αντίχειρα. Ήξερε κι ο ίδιος ότι δεν είχε κανένα νόημα να κλωθογυρίζει τα ίδια και τα ίδια στο μυαλό του. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να ξεπλένεται. Βγήκε από την μπανιέρα κι έβγαλε την τάπα. Χάζευε την δίνη που είχε σχηματιστεί, καθώς νερό, αφροί κι ό,τι, μέχρι πριν λίγη ώρα, υπήρχε πάνω του, έφευγαν βιαστικά για να χαθούν μια για πάντα από τα μάτια του. Αυτό έπρεπε να κάνει και η μέχρι πρότινος ζωή του. Τυλίχτηκε με μια πετσέτα κι ύστερα βγήκε από το μπάνιο.

***

Ήταν περασμένες εφτά όταν ο Μιχάλης και η Λίλιαν διάβηκαν το κατώφλι της πολυκατοικίας, για να ξεκινήσουν την απογευματινή τους βόλτα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Ήταν ένα σχετικά ζεστό σούρουπο και το ανοιξιάτικο αεράκι που φυσούσε, τους είχε ξυπνήσει για τα καλά. «Δυστυχισμένο το 2002» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Το ξανάκουσα αυτό, φέτος» σχολίασε η Λίλιαν, πριν αρχίσουν να περπατάνε.

«Όντως;»

«Μου το ‘πε ένας παράξενος πιτσιρικάς, που περίεργα μιλούσε. Σαν κι εσένα, που όταν ήμασταν πιτσιρικάδες, τότε που αράζαμε έξω από θερινά σινεμά…»

«Κόφ’ το» την έκοψε ο Μιχάλης.

«Σε πονάει ακόμη;» τον ρώτησε κι η μόνη απάντηση που πήρε ήταν ένα άγριο βλέμμα. «Εντάξει, το αφήνω» συνέχισε, σηκώνοντας τα χέρια της στον αέρα, ως σημάδι παράδοσης  σ’ εκείνη την επιθυμία του.

Συνέχισαν να περπατάνε μέχρι που, χωρίς να το καταλάβουν, έφτασαν έξω από το θερινό σινεμά κι εκείνο το πάρκο που κάποτε, τότε που ήταν ακόμη έφηβοι, άραζαν. Σκεφτικός ήταν ο Μιχάλης όταν πήρε την απόφαση να μπει στο πάρκο κι η Λίλιαν, πίσω του, τον κοίταξε με θλιμμένο ύφος. Ίσως, εκείνη η ιστορία, να πονούσε περισσότερο την ίδια, παρά τον Μιχάλη. Είχε χρόνια να περάσει από εκεί, συνειδητά, γιατί δεν γούσταρε τις αναμνήσεις της. Παρ’ όλα αυτά, του έκανε το χατίρι και τον ακολούθησε.

Περπάτησαν αρκετά, μέχρι που βρήκαν ένα απόμερο παγκάκι και κάθισαν να ξαποστάσουν. Άναψε τσιγάρο ο Μιχάλης. «Θα με καταστρέψει αυτό το κωλόπραμα» προσπάθησε να αστειευτεί, μα δεν του βγήκε. Γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. «Μπορείς να με φιλοξενήσεις για ένα διάστημα;» την ρώτησε, μ’ ένα αδιόρατα παρακαλετό ύφος κι εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Μπορείς να με συνοδεύσεις, αύριο, κάποια στιγμή, στην Λάρισα, για να μαζέψω πράγματα;» συνέχισε κι εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Δουλεύω αύριο, Μιχάλη» απολογήθηκε.

«Δεν θέλω να πάω μόνος μου…» μουρμούρισε εκείνος.

«Γιατί;»

«Η Στέλλα θα κάνει σκηνή».

«Είσαι σίγουρος;»

«Απόλυτα».

«Θα δω, τότε» του απάντησε κι ύστερα του έκλεψε το τσιγάρο μέσα από τα δάχτυλα. Τράβηξε μια μικρή τζούρα, φύσηξε αδιάφορα τον καπνό της, του επέστρεψε το τσιγάρο κι ύστερα άρχισε να μουρμουρίζει μία από χρόνια ξεχασμένη μελωδία. Κάγχασε ο Μιχάλης, μα δεν είχε σκοπό να συμμετάσχει στο παιχνίδι. Συνέχισε η Λίλιαν. Τον έσπρωξε. «Έλα ρε Μπακάλμπαση!» τον παρότρυνε, μισογελώντας. «Αφού το θυμάσαι!» συνέχισε.

«Δεν το θυμάμαι» της απάντησε εκείνος.

«Το θυμάσαι!» επέμεινε η Λίλιαν, καθώς σιγομουρμούριζε εκείνη την μελωδία σε Ντο δίεση μινόρε.

«Δεν θέλω να θυμάμαι» μονολόγησε ο Μιχάλης.

«Γιατί;»

«Γιατί όλα αυτά που αγάπησα, χάθηκαν για πάντα, Λίλιαν» της είπε κι εκείνη ξεκίνησε να μουρμουράει μια τελείως διαφορετική μελωδία.

Κάποτε ήταν το παιχνίδι τους. Εκείνη έπιανε μια μελωδία κι εκείνος την έντυνε με τους στίχους του εκάστοτε κομματιού. Τις περισσότερες φορές, ο Μιχάλης έβρισκε το κομμάτι και θυμόταν σωστά τους στίχους – τότε το παιχνίδι δεν είχε ιδιαίτερη πλάκα. Πλάκα είχε όταν έντυνε μια μελωδία με τους λάθος στίχους, όταν άλλαζε λέξεις, ή όταν φαλσάριζε, προσποιούμενος ότι δεν μπορεί να τραγουδήσει. Είχαν τεράστια γκάμα τότε και η Λίλιαν μπορεί μετά από ένα βαρύ λαϊκό κομμάτι, να πετούσε κάποιο δημοτικό κι ύστερα να το γύριζε στο ροκ. Κι ο Μιχάλης ακολουθούσε. Πάντα ακολουθούσε.

Γύρισε και την κοίταξε. Κουνούσε το κεφάλι της καθώς μουρμουρούσε την μελωδία, έχοντας μισόκλειστα τα μάτια. Το πρόσωπό της ήταν φωτισμένο από μια πρωτόγνωρη χαρά που είχε κατακλύσει την ψυχή της. Χαμογελούσε αδιόρατα. Αναστέναξε ο Μιχάλης.

«Μέσα στα μπαρ που αυτοκτονούνε οι θαμώνες, μέσα στην πιο καλή μας μουσική…» ξεκίνησε να τραγουδάει.

«Το βρήκες!» αναφώνησε η Λίλιαν.

«Έχω μια τάση να τα βρίσκω» δήλωσε εκείνος, σχεδόν αυτάρεσκα κι ύστερα το βλέμμα του κόλλησε σε κάποιο άγνωστο σημείο του ορίζοντα. Άλλαξε τον σκοπό και τον ρυθμό. «Γελώντας λούζομαι σε βιβλικές βροχές…» ξεκίνησε να τραγουδάει.

«Δεν το ξέρω αυτό…» προσπάθησε να τον διακόψει η Λίλιαν, μα εκείνος συνέχισε ακάθεκτος «…κι αν σκοτεινιάζω αγάπη μου, μην με φοβάσαι…»

Του άρπαξε το τσιγάρο από τα δάχτυλα κι άρχισε να το καπνίζει. Γύρισε πολλά χρόνια πίσω ο λογισμός της. Κατάφερε να θυμηθεί εκείνο το αγοροκόριτσο, το δειλό αγρίμι που είχε προσπαθήσει να τα βάλει με την ζωή την ίδια κι είχε πολλάκις αποτύχει. Κι ο Μιχάλης, τότε, ήταν πάντα δίπλα της. Τόσο, όσο τον άφηνε εκείνη να είναι. Της πήρε πολλά χρόνια για να καταλάβει τον είχε απογοητεύσει μυριάδες φορές, μα εκείνος, ο δυστυχισμένος, άνθρωπος, ποτέ δεν της είχε πει τίποτα. Πάντοτε, στα καλά και στα άσχημα, στα εύκολα και στα δύσκολα, όποτε τον είχε ανάγκη κι όποτε, απλώς, χρειαζόταν παρέα, ήταν εκεί. Δεν το είχε δει ποτέ.

Μόνο όταν χρειάστηκε να είναι δίπλα, στα άσχημα και στα δύσκολα, για συμπαράσταση ή για παρέα, σ’ ένα άλλο, παράξενο, σαν κι εκείνον, παιδί, κατάλαβε τι είχε κάνει ο Μιχάλης, για εκείνη, όλα τα χρόνια που πέρασαν μαζί. Ασυναίσθητα έγειρε στον ώμο του κι απόμεινε να παρατηρεί τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου που χανόντουσαν στα παχιά και γκρίζα σύννεφα, που είχαν αρχίσει να μαζεύονται πάνω από το κεφάλι του.

Άρχισε να δακρύζει όταν δέχτηκε το χάδι του, στο μάγουλό της. Η βαριά συνειδητοποίηση της είχε χτυπήσει την πόρτα. Κάθε βράδυ πέθαινε και κάθε πρωί ανασταινόταν κι ο Μιχάλης, ήταν εκεί, εκείνα τα βράδια, πεθαίνοντας, κι εκείνος, στο πλάι της. Κουβαλώντας κι εκείνος θραύσματα τα οποία τον έριχναν, συχνά – πυκνά, κάτω, έβρισκε το κουράγιο όχι μόνο να σηκώσει τον εαυτό του από τα χώματα, μα να στήσει κι εκείνη στα πόδια της.

Γέμισε με θλίψη η ψυχή του Μιχάλη, όταν το ζεστό δάκρυ άγγιξε την παλάμη του. «Μην κλαις, φαντάζει μάταιο τώρα, που πέσανε τα πέπλα ξαφνικά…» άρχισε να τραγουδάει κι εκείνη τη στιγμή τον αγκάλιασε σφιχτά η Λίλιαν και έβαλε τα κλάματα. Γύρισε προς το μέρος της, την έσφιξε στην αγκαλιά του και την άφησε να κλάψει, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.

***

Όταν κατάφερε να ηρεμήσει η Λίλιαν, είχε βραδιάσει για τα καλά και ο ανοιξιάτικος αέρας ήταν πια ψυχρός. Είχαν τυλιχτεί μέσα στα ρούχα τους, χωρίς αποτέλεσμα. Κάποτε, τέτοιες νύχτες, την έβγαζαν έξω, χωρίς να τους επηρεάζει ιδιαίτερα ο καιρός και το κρύο. Εκείνο το βράδυ, όμως, που κανείς από τους δύο δεν ήταν καλά, και κανένας δεν μπορούσε να μαζέψει, μήτε τα κομμάτια του, μα ούτε και τον άλλο, αποφάσισαν να γυρίσουν στο σπίτι, μόλις οι πρώτες σταγόνες βροχής αγγίξανε το έδαφος. Έκοψαν δρόμο απ’ όλα τα στενά, των οποίων είχαν ξεχάσει την ύπαρξη, φοβούμενοι ότι η επικείμενη μπόρα θα τους πετύχαινε στο δρόμο. Προσπέρασαν μια κάβα βιαστικά. Η Λίλιαν σταμάτησε απότομα. Ο Μιχάλης την κατάλαβε αφού είχε περπατήσει ακόμη είκοσι μέτρα. «Άντε!» έκανε, όταν δεν την ένιωσε δίπλα του και γύρισε να κοιτάξει πού είχε ξεχαστεί.

Η Λίλιαν χώθηκε στην κάβα και βιαστικά αγόρασε ένα μπουκάλι βότκα. Αναστέναξε ο Μιχάλης με την αργοπορία της, παρατηρώντας πως η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει. «Ακόμα;» την παρότρυνε, όταν την είδε να βγαίνει από την κάβα.

«Αμάν!» απάντησε εκείνη, προσπερνώντας τον.

«Τι πήρες;»

«Βότκα».

«Θα χαλαστούμε δηλαδή;» την ρώτησε, με σκεφτικό ύφος, πριν ανοίξει περισσότερο το βήμα του.

«Χρόνια έχουμε να το κάνουμε» του απάντησε εκείνη.

«Και η δουλειά;»

«Δεν την γαμάς τη δουλειά;» μονολόγησε η Λίλιαν.

«Μου αρκεί αυτή η απάντηση» σχολίασε, μισογελώντας, ο Μιχάλης.

«Δεν ξέρω πια, γιατί δουλεύω…»

«Γιατί πρέπει».

«Πρέπει, άραγε;» συλλογίστηκε θλιμμένα.

«Δεν τρέχουμε λιγάκι, γιατί θα γυρίσουμε σπίτι μούσκεμα;» διέκοψε τους συνειρμούς της, ο Μιχάλης κι εκείνη, αντί να του απαντήσει, άρχισε να τρέχει.

***

«Είσαι πολύ μούσκεμα;» τον ρώτησε, όταν μπήκαν στο σπίτι. Έκλεισε την πόρτα με το πόδι κι ύστερα πέταξε τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού.

«Μέχρι το κόκκαλο» απάντησε ο Μιχάλης.

«Δεν έχω κι άλλα αντρικά να σου δώσω» σχολίασε εκείνη, πηγαίνοντας στην κουζίνα.

«Αυτά πού τα ξέκλεψες;»

«Τα ‘χε παρατήσει εδώ ο μικρός, για τα βράδια που μου ξέμενε…»

«Μικρός;» αναφώνησε με απορία ο Μιχάλης, πηγαίνοντας προς το μπάνιο.

«Παλικαράκι…» σχολίασε η Λίλιαν, με μια γλυκιά νοσταλγία στην φωνή της. «…καημένο παιδί. Ό,τι κι αν λέμε εμείς για δύσκολα χρόνια, μπροστά σ’ αυτά του Βασίλη, είναι όμορφα παραμύθια και τίποτα άλλο. Σαν κι εσένα ήταν ο μικρός. Λιγομίλητος, βαθυστόχαστος, μ’ ένα τσιγάρο να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά στο στόμα του, στις καλές του να μιλάει δίχως τελειωμό και στις μαύρες του να κλείνει όλη τη θλίψη του κόσμου μέσα του και να μην την βγάζει προς τα έξω, φοβούμενος ότι θα πληγώσει ανεπανόρθωτα όποιον κι αν έχει δίπλα του…»

«Προσδιόρισε το “μικρός”, σε παρακαλώ» φώναξε από το μπάνιο ο Μιχάλης.

«Είκοσι δύο ήταν».

«Και; Τι απέγινε ο “μικρός” σου;» την πείραξε.

«Έφυγε» απάντησε εκείνη, με μια ελαφριά θλίψη στη φωνή της.

«Έφυγε ή τον έδιωξες;»

«Λίγο κι απ’ τα δύο. Έφυγε γιατί δεν άντεχε να ζει πια εδώ και τον έδιωξα γιατί δεν είχε νόημα να μένω μ’ έναν άνθρωπο που κυνηγάει φαντάσματα. Με στεναχώρησε, βέβαια, αλλά έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην ξαναμαζέψω τα κομμάτια κανενός. Προτιμώ να μείνω μόνη για χρόνια ή και για πάντα, παρά να μαζεύω μια ζωή κομμάτια. Αρκετά μάζεψα. Δεν θέλω παραπάνω» κατέληξε η Λίλιαν, η οποία είχε γεμίσει δύο ποτήρια με βότκα και τα είχε βγάλει, μαζί με το μπουκάλι, στο στενό μπαλκόνι. Έψαξε για λίγο στην βιβλιοθήκη της ξέθαψε μια κασέτα που είχε αμέτρητα χρόνια να ακούσει, την έβαλε να παίζει κι ύστερα κάθισε στον κοντό σκαμνάκι κι απόμεινε μόνη, ν’ ατενίζει την βραδινή βροχή, που έδερνε με μανία και οργή την πόλη.

Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ο Μιχάλης, φορώντας τα βρόμικα, πια, ρούχα, με τα οποία είχε ταξιδέψει. «Πρέπει να πάω να πάρω ρούχα» μουρμούρισε προτού καθίσει και βγάλει τσιγάρο.

«Έχεις κάνει διακόσια σήμερα. Σε παρακαλώ. Το ξέρεις ότι δεν σου κάνει καλό κι ότι δεν σε βοηθάει» τον παρακάλεσε εκείνη. Αναστέναξε ο Μιχάλης και ξαναέχωσε το τσιγάρο στο πακέτο. Του έπιασε το χέρι και το χάιδεψε απαλά. «Θα μου πεις για την Στέλλα;» τον ρώτησε κι εκείνος έγνεψε αρνητικά. «Δεν θέλω να θυμάμαι» της είπε. «Ούτε εσύ θέλεις να θυμάσαι» προσέθεσε, μετά από μερικές σιωπηλές στιγμές.

«Κάποτε, ναι, δεν ήθελα να θυμάμαι. Τώρα δεν με νοιάζει».

«Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος, περιπαικτικά. Έγνεψε η Λίλιαν κι ύστερα έπιασε το ποτήρι της. «Άσπρο πάτο» είπε στον Μιχάλη, τσουγκρίζοντας το ποτήρι του κι ύστερα κατέβασε όλο το περιεχόμενό του, στο στομάχι της.

«Τι σ’ έπιασε;» την ρώτησε ο Μιχάλης, προτού την ακολουθήσει.

«Θέλω να μιλήσω και δεν μ’ αφήνεις» του απάντησε, ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια.

«Δεν θέλω να συζητήσω» σχολίασε εκείνος, με θλιμμένο και αδιάφορο ύφος.

«Κάποτε με άκουγες» του απάντησε.

«Κάποτε σου χάριζα τα βράδια μου» είπε με στόμφο ο Μιχάλης, πιάνοντας το ποτήρι. Ήπιε λίγη βότκα, μισόκλεισε τα μάτια του κι ύστερα άναψε το προτελευταίο του τσιγάρο. «Σήμερα δεν μπορώ να σου χαρίσω το βράδυ μου, ούτε και να σ’ ακούσω. Ούτε και θέλω να σε αφήσω να μου πεις το οτιδήποτε για ό,τι δεν άφησες ποτέ να υπάρξει. Προς τι η τόση πρεμούρα; Νόμιζα ότι το αφήσαμε πίσω μας, πριν μερικά χρόνια. Δεν το λήξαμε, Αγλαΐα;»

«Αγλαΐα…» μουρμούρισε το βαφτιστικό της η Λίλιαν. Πάντοτε την ξένιζε εκείνο το όνομα, που δεν είχε καταφέρει να αποδεχτεί. «Γαμώ το σπιτάκι σου…» πρόλαβε να πει, πριν συνειδητοποιήσει πως ο Μιχάλης δεν θα την φώναζε ποτέ έτσι, αν δεν έπρεπε να της επιστήσει κάπου την προσοχή.

«Το λήξαμε ή δεν το λήξαμε;» συνέχισε ο Μιχάλης, θυμωμένα, κι ύστερα άδειασε το ποτήρι του.

«Δεν λήξαμε τίποτα» απάντησε εκείνη, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα και τον θυμό της.

«Κι όμως, κούκλα μου, το λήξαμε» αγρίεψε ο Μιχάλης. «Το λήξαμε εκείνο το βράδυ που μου είπες “όχι”. Για όποιο λόγο κι αν το είπες, όπως κι αν το είπες, δεν κάθισες να το συζητήσεις τότε. Γιατί να καθίσω, κι εγώ, να το συζητήσω απόψε; Πέρασε, το γαμημένο, και δεν πρόκειται να ξαναρθεί».

Κάτι πήγε να πει η Λίλιαν, μα ο Μιχάλης δεν την άφησε. «Δεν θέλω να ακούσω καμία συγγνώμη και καμία δικαιολογία. Χέστηκα αν ήσουν φτιαγμένη εκείνο το βράδυ. Χέστηκα αν άλλο ήθελες να πεις κι άλλο είπες. Στα παπάρια μου, πώς το λένε; Με έχουν κουράσει τα καπρίτσια και οι μαλακίες, το καταλαβαίνεις; Θέλω ν’ αράξω πια, δεν μπορώ να κάθομαι να βασανίζομαι με τα θέλω και τα πρέπει του καθενός. Έχουν περάσει χίλια χρόνια από εκείνο το βράδυ. Σου έκανα μία ερώτηση, μου έδωσες μία απάντηση, το λήξαμε εκεί. Τελείωσε. Πώς το λένε;»

«Δεν τελείωσε τίποτα, Μιχάλη…» άρχισε η Λίλιαν, γεμίζοντας ξανά τα ποτήρια τους. «Ω να σου…» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Να σου πω γιατί;»

«Να μου πεις, γαμώ!»

«Αν τελείωνε θα μιλούσες, γαμώ!» αγρίεψε και η Λίλιαν. «Σε πονάει και βγάζεις νύχια και δόντια για να προστατευτείς γιατί πιστεύεις ότι θα σε πληγώσω πάλι».

«Δεν με πλήγωσες…»

«Σε πλήγωσα και σε απογοήτευσα» τον διέκοψε η Λίλιαν.

«Θα μου πεις κι ότι με ξέρεις καλύτερα από τον εαυτό μου;»

«Προφανώς και σε ξέρω καλύτερα απ’ τον εαυτό σου, μαλάκα».

«Όλο μαλακίες…» μουρμούρισε ο Μιχάλης, πετώντας το τσιγάρο του από το μπαλκόνι. Γύρισε προς την βότκα κι έκανε να πιάσει το ποτήρι, μα δεν τα κατάφερε. Ένιωσε πως ξαφνικά τα χέρια του είχαν βαρύνει. Το οπτικό του πεδίο είχε αρχίσει να θολώνει. «Δε γαμιέται; Ας χαλαστούμε» μονολόγησε, καταβάλλοντας προσπάθεια για να πιεί ακόμη μια γουλιά.

«Δεν χρειάζεται» του απάντησε η Λίλιαν.

«Χρειάζεται» μονολόγησε ο Μιχάλης.

«Σε παρακαλώ…»

«Δεν έχει νόημα».

«Πάμε μέσα» του είπε γλυκά κι ύστερα τον βοήθησε να σηκωθεί από την καρέκλα.

***

Δεν το σήκωνε το ποτό ο Μιχάλης και το γνώριζε. Γι’ αυτό, είτε στα καλά του, είτε στα άσχημά του, την έβγαζε με μπύρες. Στο πρώτο ποτό ήταν καλά, στο δεύτερο ξεκινούσε η ζαλάδα, στο τρίτο ο κόσμος άρχισε να περιστρέφεται γύρω του. Είχε αρχίσει να πίνει, όταν είχε αρχίσει να δουλεύει νύχτα κι ο οργανισμός του είχε αρχίσει να το συνηθίζει. Μα όταν έπιασε τον εαυτό του να έχει ανάγκη ένα ποτό σε άκυρες ώρες και στιγμές, το έκοψε μαχαίρι. Όπως είχε κάνει παλιότερα και με το τσιγάρο. Δεν ήθελε να ξεφεύγει, όμως εκείνο το βράδυ, με την Λίλιαν, είχε ανάγκη να ξεφύγει. Κι αυτό, το έβλεπε και εκείνη. Έπρεπε να ξεσπάσει για να μπορέσει να πάει μπροστά, μα ο Μιχάλης δεν ήξερε τι σήμαινε η λέξη «ξέσπασμα». Δεν είχε μάθει ποτέ, γιατί πίστευε πως θα διαλυόταν σε αμέτρητα κομμάτια, αν ξεσπούσε.

Τον έβαλε στον καναπέ η Λίλιαν κι ύστερα κάθισε δίπλα του. «Φαρμακωμένη, εσύ…» μουρμούρισε δακρύζοντας.

«Ξεροκέφαλο παιδί» του απάντησε η Λίλιαν, αγκαλιάζοντάς τον.

«Κουράστηκα και πέθανα» αποφάνθηκε ο Μιχάλης.

«Πότε;»

«Τότε».

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω» μουρμούρισε εκείνος, ρουφώντας την μύτη του.

«Σε πονάει ακόμη;» τον ρώτησε κι εκείνος γύρισε και την κοίταξε με το πιο θλιμμένο βλέμμα του. «Αραιά και που. Μπέσα» της απάντησε.

«Απόψε;» συνέχισε εκείνη.

«Απόψε;» κάγχασε ο Μιχάλης κι ύστερα έψαξε για τα τσιγάρα του. «Δεν θα κάνεις άλλο τσιγάρο» τον μάλωσε, με γλυκό τόνο. Του έπιασε τα χέρια και επανέλαβε την ερώτησή της. Κάγχασε ξανά ο Μιχάλης, ύστερα αναστέναξε, στραβοκατάπιε, άρχισε να βήχει κι όταν συνήλθε τον έπιασε λογοδιάρροια.

«Απόψε; Με τσακίζει απόψε κι όχι μόνο απόψε. Από χθες τα χαράματα με πονάει. Ξες γιατί; Γιατί τα γάμησα όλα πριν τέσσερα χρόνια, όταν έμασα τα μάτια μου κι έφυγα από ‘δω. Να σου πω και γιατί έφυγα; Για να ξεχάσω. Για τον ίδιο λόγο, κάποτε, καβάλησα ένα τραίνο κι έφυγα. Για να ξεχάσω. Και δεν ξέχασα. Και γύρισα εδώ. Και έμεινα εδώ. Αποστασιοποιήθηκα γιατί έπρεπε. Για το καλό μου και για το καλό σου. Πέρασαν χρόνια, εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις, αρχίσαμε πάλι να μιλάμε. Να κάνουμε παρέα. Να βγαίνουμε κάνα βράδυ. Να έρχομαι σπίτι σου. Να έρχεσαι στο δικό μου. Κι όλο γύριζε το μυαλό μου κι όλο με έτρωγε κι όλο δεν μπορούσα να το ξεχάσω.

»Να σου πω κάτι; Την Στέλλα δεν την αγάπησα ποτέ. Δεν κατάφερα να την αγαπήσω όσο… Τέλος πάντων. Δεν κατάφερα. Ήταν ακόμη μια ευκαιρία για να φύγω. Ήξερα. Ήξερα τι ήτανε η Στέλλα – νομίζω ότι στο ξαναείπα, θεωρώ πως είμαι έξυπνος άνθρωπος. Είχα αρχίσει, από τον πρώτο καιρό κιόλας, να καταλαβαίνω προς τα πού το πήγαινε, όμως δεν της έκατσε καλά. Έβαλε την μπίλια σε λάθος αριθμό, γύρισε την ρουλέτα και την άφησε, για χρόνια, να γυρίζει. Τώρα θα έρθει ο καιρός να πληρώσει τα σπασμένα. Γι’ αυτό δεν θέλω να πάω μόνος μου για να ξεμπλέξω. Γιατί, αν εμένα ο χωρισμός και το κέρατο, με πόνεσε μια φορά, ο ορυμαγδός που αφήνω πίσω μου, θα σακατέψει την Στέλλα δέκα φορές.

»Να σου πω και κάτι άλλο; Δεν ντρέπομαι καθόλου. Εγώ χρησιμοποίησα την Στέλλα για να μην σκέφτομαι, να μην θυμάμαι και να μην ονειρεύομαι τα όσα θα μπορούσα να έχω αποκτήσει κι εκείνη με χρησιμοποίησε για να την βγάλει στο τζάμπα. Σπίτι; Πλήρωνε Μπακάλμπαση. Λογαριασμοί; Πλήρωνε Μπακάλμπαση. Φαγητό και ρούχα; Πλήρωνε Μπακάλμπαση. Διακοπές και ταξίδια; Ξαναπλήρωνε Μπακάλμπαση. Μια χαρά, κυρία την έβγαλε. Θα έμενε σε μία εστία τρία επί δύο, όπως μέναμε κάποτε κι εμείς, αλλά, όχι, η αφεντιά της δεν ήταν για εστία. Ήθελε τριάρι στο κέντρο της πόλης.

»Και όλα πήγαιναν πολύ καλά, μέχρι χθες το βράδυ. Δεν θα μπορούσα να μείνω και να κάνω τον μαλάκα; Θα μπορούσα, ναι, αλλά αρνούμαι πια. Κάποτε τον έκανα με επιτυχία. Σήμερα, αρνούμαι. Μέχρι χθες όλα πήγαιναν… Σκατά πήγαιναν, αλλά είχα επιλογές. Πλέον δεν έχω. Έπρεπε να γυρίσω εδώ. Έπρεπε να ζητιανέψω ένα σπίτι και μια πίστωση χρόνου. Γνωρίζοντας ότι όλο αυτό θα είναι δύσκολο. Είχα σκοπό να το παλέψω. Θα το πάλευα, ναι, όπως το πάλευα τόσα χρόνια, όπως το πάλεψα τότε. Κι έρχομαι εδώ και μ’ αρχίζεις στα περίεργα, για σωστές και λάθος απαντήσεις σε σωστές και λάθος ερωτήσεις. Και σου λέω, δεν θέλω να το συζητήσω και επιμένεις να το συζητήσουμε.

»Τι να συζητήσουμε; Ό,τι κι αν συζητήσουμε δεν θ’ αλλάξουν τα χρόνια, ούτε θα ξεθωριάσουν οι αναμνήσεις. Ούτε θα αλλάξει γεύση η πίκρα, ούτε θα ελαττωθεί ο πόνος. Να σου πω κάτι; Άντε γαμήσου Λίλιαν. Πάλευα χρόνια για να το ξεπεράσω, το ‘χα καταφέρει μέχρι ένα σημείο, είχα βάλει σκοπό να μην τ’ αφήσω να μπει ανάμεσά μας, αλλά πήρες και το γάμησες πάλι. Κι αν το πρόβλημά σου είναι ότι δεν ξέρεις τι νιώθω, θα στο λύσω. Σ’ αγαπάω, ‘νταξ’; Πάντα σ’ αγαπούσα. Αλλά γαμιέσαι, όπως γαμιόσουν ανέκαθεν, γιατί το εκμεταλλεύεσαι και μου πετάς ένα ξεροκόμματο, ένα χάδι, μια αγκαλιά, ένα τίπ-

Η Λίλιαν όρμησε και τον φίλησε με πάθος. Ξαφνιάστηκε στην αρχή ο Μιχάλης. Τρόμαξε γιατί για λίγες στιγμές πίστεψε πως εκείνη η στιγμή είναι ένα αποκύημα της μεθυσμένης φαντασίας του. Έριξε πάνω του το βάρος της και τον ξάπλωσε στον καναπέ. Ανταπέδωσε το φιλί ο Μιχάλης. Την αγκάλιασε σφιχτά, όπως είχε κάνει μυριάδες φορές στο παρελθόν. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Χάθηκε με όλες του τις αισθήσεις σ’ εκείνο το βαθύ φιλί.

***

Το μυαλό της Λίλιαν γέμισε με αναμνήσεις, ολόλευκες, σαν φως, που άρχισαν να παίρνουν σχήμα και χρώμα, καθώς ένιωσε να την σφίγγει πάνω του. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που πάντοτε θαύμαζε. Που η παρουσία του και μόνο, μπορούσε να ηρεμήσει την ταραγμένη της ψυχή. Που αποζητούσε στα δύσκολά της. Που ο σκληρός λόγος του, για όλους και για όλα, ήταν βάλσαμο και γιάτρευε τα δύσκολα και τα επώδυνα. Ο άνθρωπος με τον οποίο μπορούσε να συζητήσει τα πάντα. Ο άνθρωπος που είχε μια χαρακτηριστικά κατευναστική μυρωδιά, και που το άγγιγμά του, πάντοτε, της έφτιαχνε την διάθεση.

Ήταν εκείνος που της έδινε το χέρι για να την τραβήξει απ’ τον βούρκο που είχε κυλιστεί κι εκείνη που πάντοτε το δάγκωνε, γιατί πίστευε πώς ποτέ δεν θα της άξιζε ένας αδαμάντινος χαρακτήρας σαν τον Μιχάλη τον Μπακάλμπαση. Άνοιξε απότομα τα μάτια της και διέκοψε εκείνο, το παθιασμένο, φιλί. «Σήκω να πάμε μέσα» του είπε επιτακτικά, τραβώντας τον από το χέρι. Της χαμογέλασε αινιγματικά. «Όχι» της απάντησε.

«Μπακάλμπαση, γαμώ το ξερό σου το κεφάλι και την συναισθηματική σου ανασφάλεια, σήκω να πάμε μέσα!» επέμεινε εκείνη.

«Όχι» συνέχισε ο Μιχάλης.

«Την προτελευταία φορά που είπα σε κάποιον ότι τον αγαπάω, έκανα τρείς μέρες να μάθω νέα του και τα νέα ήταν ότι σκοτώθηκε εκείνο, το ίδιο βράδυ, που το ξεστόμισα. Την τελευταία φορά που είπα σε κάποιον ότι τον αγαπάω, έκλεισε την πόρτα πίσω του κι έφυγε. Δεν σ’ το λέω, το ‘χω σε κακό. Το ξέρεις όμως, δεν το ξέρεις;»

«Πάντα μ’ αγαπούσες. Πάντα σ’ αγαπούσα» της είπε γαλήνια.

«Τότε, πού ‘ν’ το γαμημένο το πρόβλημά σου;» αγρίεψε η Λίλιαν.

«Μαζί;» επανέλαβε την ερώτηση που της είχε κάνει μισή ζωή πιο πριν. Έβαλε τα γέλια η Λίλιαν. «Ηλίθιε…» μουρμούρισε. «Μαζί. Εντάξει;»

«Ναι» απάντησε ο Μιχάλης.

«Άντε! Τελείωνε! Σήκω!»

Συνεχίζεται…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook