Amor Fati – 03. Αναμνήσεις…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

… λευκές σαν φώς

Ο Μιχάλης ξύπνησε αχάραγα. Άνοιξε τα μάτια του απότομα. Προσπάθησε να προσανατολιστεί στο σκοτεινό δωμάτιο, μα δεν τα κατάφερε. Το λιγοστό φως που έμπαινε από το παράθυρο, φώτιζε το πρόσωπο της Λίλιαν, που κοιμόταν, δίπλα του, γαλήνια. Χαμογέλασε. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Στριφογύρισε για λίγο. Το μυαλό του είχε για τα καλά ξυπνήσει και δεν είχε ανάγκη για περισσότερο ύπνο. Πάλεψε μ’ εκείνη την διαύγεια για κανένα δεκάλεπτο κι όταν συνειδητοποίησε πώς δεν θα κατάφερνε να κοιμηθεί ξανά, σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι.

Η βραδινή καταιγίδα είχε κοπάσει. Μια ελαφριά ψιχάλα έπεφτε πιά, από τον γεμάτο σύννεφα ουρανό. Σκέφτηκε να καθίσει στο μπαλκόνι και να ρεμβάσει, για να περάσει η ώρα, μα όταν άνοιξε την πόρτα κι ένιωσε το πρωινό κρύο, άλλαξε γνώμη. Έφτιαξε έναν φραπέ, βρήκε και το ξεφτισμένο πακέτο των τσιγάρων του κι έπιασε μια καρέκλα στο μικρό τραπεζάκι της κουζίνας. «Τελευταίο» μουρμούρισε, κοιτάζοντας ένα στραπατσαρισμένο τσιγάρο. Έπιασε τον καφέ κι άρχισε να τον ανακατεύει και μαζί μ’ αυτόν, ανακάτευε και τις αναμνήσεις του. Δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε πώς είχε φτάσει μέχρι εκεί, ούτε πού, ακριβώς, ήταν το «εκεί». Ήξερε, όμως, ότι είχε ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην ζωή του. Το κεφάλαιο που λαχταρούσε πάντοτε ν’ ανοίξει.

«Τελικά, δεν είναι δύσκολη η ζωή. Δύσκολη την κάνουμε εμείς» μονολόγησε, ανάβοντας το τσιγάρο του. Ήπιε μια γουλιά καφέ κι απόμεινε να ατενίζει τον ουρανό και το ψιλόβροχο.

Σχεδόν άθελά του, έπιασε μια από χρόνια ξεχασμένη ανάμνηση. Ένα βροχερό φθινοπωρινό απόγευμα, σε κάποια καφετέρια, στο κέντρο της πόλης, μαζί με την παλιά του παρέα, να παίζει τάβλι και να πίνει φραπέ. Κοίταξε το πρόσωπο που αντικατοπτριζόταν αχνά στο παράθυρο της κουζίνας. Όπως είχε κάνει και τότε, που ανάμεσα στις ζαριές, έριχνε κλεφτές ματιές στους βιαστικούς περαστικούς και στ’ αυτοκίνητα. Ο αξύριστος άντρας, που είχε αρχίσει να γκριζάρει, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον περιποιημένο πιτσιρικά, που έριχνε περίτεχνα τα ζάρια και γελούσε με την ψυχή του, κάθε που τον έβριζε ο συμπαίκτης του. Το μόνο που δεν είχε αλλάξει, ήταν το αεικίνητό του βλέμμα. Κι ίσως, εκείνη η ξεχασμένη, παιδική αθωότητα, που έβγαζε στις πιο ακατάλληλες στιγμές.

«Εκείνο το απόγευμα ήταν…» συλλογίστηκε, μισοκλείνοντας τα μάτια του, σε μια προσπάθεια να δει καθαρότερα εκείνη την στιγμή. Για την ημερομηνία και το μέρος ήταν απόλυτα σίγουρος. Μα δεν μπορούσε να είναι πια σίγουρος για εκείνη, την συγκεκριμένη ανάμνηση, καθώς οι εικόνες ξεθώριαζαν, όσο περνούσανε τα χρόνια.

***

Εκείνο το απόγευμα έβρεχε καταρρακτωδώς. Η καφετέρια με την ξύλινη επένδυση ήταν γεμάτη με κόσμο. Ο Μιχάλης κι η παρέα του είχαν πιάσει από νωρίς το μεσημέρι, ένα τραπέζι δίπλα από το παράθυρο κι είχαν στρωθεί στο τάβλι. Με μια περίτεχνη κίνηση, ο έφηβος Μιχάλης, έβγαλε ένα τσιγάρο από ένα πακέτο που ‘χαν πάρει ρεφενέ, το έβαλε στο στόμα, το άναψε μ’ έναν κλεμμένο zippo κι ύστερα έπιασε τα ζάρια. Χαμογέλασε, καθώς τα πετούσε με μια περίεργη κίνηση του καρπού. «Ντόρτια!» αναφώνησε, σφηνώνοντας το τσιγάρο στο στόμα του, πριν αρχίσει να μετακινεί τα πούλια. Ο καπνός που ανέδιδε το τσιγάρο τον ενοχλούσε· είχε μισοκλείσει το ένα μάτι που δάκρυζε από το τσούξιμο. Η γελοία γκριμάτσα του έκανε τους άλλους δύο να γελάσουν. «Μάθε από τον άρχοντα» σχολίασε, δείχνοντας το εξάπορτο που είχε στήσει.

Ο Αντώνης, που καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, σ’ ένα κοντό σκαμπό, προσπάθησε να πνίξει ένα επιφώνημα έκπληξης, όταν είδε πού πήγαινε το παιχνίδι. «Παυλάκο, δεν σε θέλει σήμερα» αναφώνησε, γελώντας και χτυπώντας το παιδί με τα σταχτόξανθα μαλλιά και το σηκωμένο φρύδι, στην πλάτη.

«Γαμήθηκες, Μπακάλμπαση» μουρμούρισε ο Παύλος, κοκκινίζοντας από τον θυμό του.

«Πέντε – μηδέν. Μάθε να παίζεις» του είπε κοφτά ο Μιχάλης, καθώς έδινε την θέση του στον Αντώνη.

«Γαμήθηκες, όντως» σχολίασε και ο Αντώνης.

«Εγώ φταίω ρε, που ο άλλος δεν ξέρει να παίζει;» αρπάχτηκε ο Μιχάλης.

«Στήνεις τα ζάρια, μαλάκα;» ρώτησε ο Παύλος.

«Σε ξαναπαίζω εδώ και τώρα».

«Έλα, έλα, γαμήθηκες λέμε, τέλος» πετάχτηκε ο Αντώνης.

Έπιασε τον καφέ του ο Μιχάλης, τον ανακάτεψε κι ύστερα έπιασε την θέση του Αντώνη. Είδε το τάβλι να ξαναστήνεται από την αρχή. Τίναξε τη στάχτη του τσιγάρου του κι ύστερα κόλλησε το βλέμμα του στο παράθυρο. Χάθηκε στις σκέψεις του για λίγο. Δεν είχε διάθεση να παρακολουθήσει την παρτίδα των «σακάτηδων» – έτσι αποκαλούσε τους φίλους του, γιατί από τάβλι δεν σκάμπαζε ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος. Ούτε είχε διάθεση να συζητήσει τ’ οτιδήποτε. Είχε τον καφέ του, είχε το τσιγάρο του, είχε και μια μουσική που δεν τον χαλούσε ιδιαίτερα, οπότε άραξε κι άρχισε να ρεμβάζει.

Κάποια στιγμή τον σκούντησε ο Παύλος. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία γιατί ήξερε πως ο φίλος του ήταν από τους πιο πεισματάρηδες ανθρώπους στον κόσμο. «Κόψε ρε» μονολόγησε όταν τον ξανασκούντησε.

«Τα γκομενάκια κοίτα ρε, σε χαλβαδιάζουν» σιγοψιθύρισε ο Παύλος, ίσια για να τον ακούσει ο Μιχάλης.

«Πιο πιθανό είναι να χαλβαδιάζουν εσένα, παρά εμένα».

«Όχι ρε, κοίτα».

«Πού;»

«Δίπλα στο τζάκι».

Έγνεψε ο Μιχάλης. Έπιασε αδιάφορα το πακέτο με τα τσιγάρα. Άρχισε να το παίζει στα χέρια του. Αργογύρισε προς τα δεξιά, δήθεν αδιάφορα, με βαριεστημένο ύφος. Έριξε το βλέμμα του σ’ ένα τραπέζι που καθόντουσαν δύο κορίτσια. Η μία φορούσε τεράστια ρούχα, λες και τα είχε διαλέξει τέσσερα νούμερα μεγαλύτερα, είχε πολλά σκουλαρίκια σ’ ότι φαινόταν από τα αυτιά της, γιατί το κεφάλι της ήταν καλυμμένο από ένα πελώριο, μαύρο σκούφο. Η άλλη, ήταν ντυμμένη απλά, μ’ ένα τζιν και μια κεραμιδί μπλούζα, που ταίριαζε με τα κόκκινα, ίσια της μαλλιά. Του χαμογέλασε η κοκκινομάλλα, ανταπέδωσε κι εκείνος το χαμόγελο κι ύστερα γύρισε προς την παρέα του. «Η μία χαλβαδιάζει, η άλλη είναι αδιάφορη» σχολίασε, χαμηλόφωνα, ο Μιχάλης.

«Τράβα κάνε κατάσταση» του απάντησε, με προσμονή, ο Παύλος.

«Δεν υπάρχει περίπτωση».

«Μόνιμα γαμιέσαι, ή το κάνεις πού και πού;» συνέχισε ο Παύλος.

«Λιόπεση; Θες να κάνεις κατάσταση; Τράβα. Τράβα να σε δω» τον πείραξε ο Μιχάλης.

«Εμένα κοιτάει βρε μαλάκα, για να πάω εγώ;» επέμεινε ο Παύλος.

«Δεν γουστάρω. Πώς το λένε; Παίζε ρε μαλάκα, κι εσύ, κοιτάς μία τον ένα και μία τον άλλο κι έχεις πέντε λεπτά που κουνάς το ζάρι!» γύρισε προς τον Αντώνη.

«Έξι – άσσο! Πάρ’ αυτό, παρ’ κι αυτό!» αναφώνησε ο Αντώνης, κλείνοντας δύο πούλια του Παύλου.

«Τι μαλάκες είστ’ εσείς;» φώναξε ο Παύλος, κλείνοντας απότομα το τάβλι.

«Το σπιτάκι σου!» φώναξε ο Αντώνης, που αν τραβούσε το χέρι του δύο δευτερόλεπτα αργότερα, θα το ‘χε πιάσει το τάβλι που έκλεινε.

«Τριών χρονών μαλάκες…» μονολόγησε ο Μιχάλης, ανάβοντας ακόμη ένα τσιγάρο.

***

Από την αρχή της σχολικής χρονιάς είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για τους κολλητούς του, ο Μιχάλης. Το ’91-‘92 ήταν η σχολική χρονιά των μεγάλων συνειδητοποιήσεων, των μεγάλων προσδοκιών, των τεράστιων ονείρων και της μεγάλης προδοσίας. Ήταν εκείνη η χρονιά που είχε αρχίσει να αποτραβιέται από την παρέα και να αφιερώνεται στο διάβασμα. Κανένας τους δεν ήξερε τι θα έκανε μετά το σχολείο κι η λογική τους ήταν να τραβούσαν κατά όπου φυσούσε ο άνεμος. Εκείνη ήταν και η χρονιά που άρχισε να βλέπει όσα τον ενοχλούσαν στους φίλους του κι όσα, με τον καιρό, αρνιόταν να δεχτεί.

Τον Παύλο τον ήξερε απ’ το δημοτικό. Κοιτάζοντάς τον, διαπίστωνε πως δεν είχε αλλάξει καθόλου. Απ’ το δημοτικό ήταν ένα ασθενικό και χλωμό παιδί, με ξανθά μαλλιά, το οποίο κοκκίνιζε όταν νευρίαζε, ήταν εξαιρετικά κτητικό, ζηλιάρικο και πεισματάρικο. Τα χίλια κακά είχε ο Παύλος, μα ήταν φίλοι από παλιά κι ο Μιχάλης τον θαύμαζε τόσο για το πείσμα του, όσο και για το ότι δεν τον σταματούσε τίποτα. Αν έβαζε κάτι με το μυαλό του, θα το κατάφερνε. Τέτοιο ήταν το γινάτι του.

Μεγαλώνοντας, έγιναν αχώριστοι. Μαζί στο σχολείο, μαζί στις βόλτες, μαζί στις σκανταλιές και στην αλητεία. Μόνο το ξύλο, απ’ τις μανάδες τους, δεν έτρωγαν μαζί. Κι όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που, μέσα σε μία χρονιά, πέθανε ο πατέρας του Παύλου και έφυγε η μάνα του Μιχάλη από το σπίτι. Τότε ήταν έντεκα και κανένας από τους δύο δεν κατάφερε να χωνέψει την απώλειά του.

Μεγαλώνοντας, ο Μιχάλης έγινε ένας εξαιρετικά κλειστός έφηβος, που έβρισκε καταφύγιο στην μουσική και στο τάβλι. Περνούσε την φάση του πουκάμισου και ντυνόταν πολύ καθωσπρέπει να την ηλικία του. Αν και είχε εφτά τρίχες όλες κι όλες στο πρόσωπο, ποτέ δεν θα τον πετύχαινες να είναι αξύριστος – κυρίως γιατί τον εκνεύριζε αφάνταστα το γυμνασιακό του μουστάκι. Ένας ήρεμος, καλός μαθητής, με ευγένεια και τρόπους – ο Μιχάλης είχε καταντήσει το καλό παιδί της παρέας.

Ο Παύλος, από την άλλη, ντυνόταν σαν χούλιγκαν, συμπεριφερόταν σαν χούλιγκαν και είχε την νοοτροπία του χούλιγκαν. Μυριάδες φορές είχε γλυτώσει την αποβολή από το σχολείο, στο τελευταίο λεπτό κι αυτό γιατί αναδυόταν, από κάπου βαθιά μέσα του, ο καλός του εαυτός, εκείνος που μπορούσε να ζητήσει μια συγγνώμη κι εκείνος που κατάφερνε να φτιάξει ότι είχε χαλάσει. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο χειρότερος γινόταν ο Παύλος. Για τον Μιχάλη όμως, ακόμη κι έτσι, ήταν ο καλύτερός του φίλος. Κι αυτό πίστευε ότι δεν μπορούσε να το αλλάξει κανένας και τίποτα.

Τον Αντώνη τον είχαν ψαρέψει στο γυμνάσιο. Ήταν το καινούριο παιδί, που είχε έρθει από άλλη πόλη, δεν γνώριζε κανέναν και δεν έκανε παρέες εύκολα. Ένα κοντό, καχεκτικό και κακοκουρεμένο παιδί που φορούσε πάντοτε αποφόρια ήταν τότε. Ήταν ο μόνος της παρέας που έπιανε το χέρι του κι ήτανε εκείνος που όταν άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πρώτα γκράφιτι στους τοίχους της μουντής πόλης, είχε αποφασίσει να καταπιαστεί μ’ εκείνη την τέχνη.

Κάπως έτσι, αυτοί οι τρείς πιτσιρικάδες, που τους χώριζαν περισσότερα απ’ όσα τους ένωναν, περνούσαν τα πρωινά τους στο σχολείο, τα απομεσήμερα και τα απογεύματα στην καφετέρια που είχαν κάνει στέκι και τα βράδια σε κάποια πλατεία ή κάποιο πάρκο. Θα τους έπαιρνε χρόνια για να καταλάβουν πως το μόνο που πραγματικά τους ένωνε, ήταν η βαθιά απέχθεια προς τις οικογένειες και τα σπίτια τους.

***

«Τριών χρονών…» επανέλαβε ο Μιχάλης, ζυγίζοντας την κατάσταση. Ξαναγύρισε προς το μέρος της κοπέλας που τον γλυκοκοίταζε. Μέσα στο μυαλό του άρχισαν να τρέχουν σενάρια. Γύρισε ξανά προς την παρέα, που είχαν σταματήσει να του δίνουν σημασία, είχαν ξανανοίξει το τάβλι κι είχαν αρχίσει καινούριο παιχνίδι. Έπιασε το μισοκαπνισμένο του τσιγάρο, νευρικά. Ανακάτεψε τον καφέ του. «Μήπως ν’ ακούσω τον Παύλο;» συλλογίστηκε, ακούγοντας την βοή της καφετέριας και το κροτάλισμα των ζαριών που έσκαγαν με δύναμη πάνω στο ξύλο. «Μήπως να πάει να γαμηθεί;» συνέχισε την σκέψη του, χωρίς να σταματήσει στιγμή ν’ ανακατεύει τον φραπέ.

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Τα καταστήματα κι οι καφετέριες είχαν ανάψει τα φώτα τους. Η βροχή δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή. Οι περαστικοί είχαν λιγοστέψει και τα αυτοκίνητα είχαν αυξηθεί. Τίναξε νευρικά την στάχτη του. «Έχω τίποτα να χάσω;» αναρωτήθηκε, μα δεν πήρε καμία απάντηση από τον εαυτό του. Χτυπούσε περίεργα η καρδιά του. Έχανε χτύπους πού και πού. Δεν τον είχαν ξανακοιτάξει τον Μιχάλη. Ούτε είχε καρφωθεί κάποια πάνω του, ένα ολόκληρο απόγευμα. Σήκωσε τα μάτια προς το ταβάνι, όταν άλλαξε απότομα το τραγούδι. «Όχι πάλι» σκέφτηκε, έχοντας πάρει μια γκρινιάρικη γκριμάτσα.

Είχε φτάσει σε σημείο να σιχαθεί το Losing my religion, αφ’ ενός γιατί το άκουγε ίσα με είκοσι φορές τη μέρα, όπου κι αν πήγαινε κι αφ’ ετέρου γιατί έπιανε τον εαυτό του να το τραγουδάει ασυναίσθητα. Ακόμη κι έτσι όμως, άρχισε να κουνιέται στον ρυθμό του και να σιγοτραγουδάει. Έτσι κατάφερε, έστω και για λίγο, να βγάλει από το μυαλό του εκείνη την κοπέλα, τα βλέμματα που του έριχνε και το χαμόγελο που του χάρισε.

Δεν ήταν ο μόνος που τραγουδούσε – το μισό μαγαζί τραγουδούσε. Κι ο DJ είχε μια τάση, να κόβει το τραγούδι ξαφνικά και να απομένουν οι θαμώνες να τραγουδάνε παράταιρα – λες κι ήταν σε καμιά συναυλία. Αυτό έγινε κι εκείνη τη φορά. Το ήξερε ο Μιχάλης. Το περίμενε. Έπιασε τον εαυτό του να τραγουδάει «I thought that I heard you laughing, I thought that I heard you sing…

«I think I thought I saw you try» άκουσε μια γλυκιά, σχεδόν κελαρυστή φωνή, στο αυτί του κι ύστερα ένα σκούντημα στον ώμο. Τινάχτηκε όρθιος. Στα δεξιά του στεκόταν η κοπέλα με τον σκούφο στο κεφάλι. Είχε σταυρώσει τα χέρια της και τον κοίταζε μ’ ένα παράξενα αχνό χαμόγελο σχηματισμένο στα χείλη της. Χάθηκε στο βάθος των ματιών της ο Μιχάλης. «Από εκεί, η Κλαίρη. Πήγαινε να την γνωρίσεις» του είπε, χτυπώντας τον στην πλάτη, πριν του πάρει την θέση. Κοίταξε με εξιχνιαστικό βλέμμα την παρτίδα που παιζόταν στο τραπέζι. «Ούτε οι φυλακισμένοι δεν το παίζουν αυτό» είπε στον Αντώνη, αστειευόμενη, αλλά τα αγόρια είχαν παγώσει από την έκπληξη και δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη.

«Γειά» έκανε η Λίλιαν, κοιτάζοντάς τους με σκανταλιάρικο ύφος.

«Γειά» απάντησαν εν χορώ τα αμήχανα αγόρια.

«Εγώ είμαι η Λίλιαν» συνέχισε εκείνη, περιμένοντας ότι θα της έλεγαν τα ονόματά τους. Όταν αυτό δεν έγινε, γύρισε προς τον Παύλο. «Φαντάζομαι ότι εσύ είσαι ο ξανθός και ο άλλος είναι ο ψηλός; Και ο άλλος;» συνέχισε για ν’ ακούσει τον Αντώνη, να λέει σχεδόν τραυλίζοντας «Μιχάλης».

«Άρα, εσύ είσαι ο Μιχάλης» είπε εκείνη, με θριαμβευτικό ύφος, γυρίζοντας προς τον Αντώνη. «Όχι» της απάντησε εκείνος, κοιτάζοντας τον Παύλο, απέναντί του, που είχε παγώσει. «Εγώ είμαι ο Αντώνης κι αυτός είναι ο Παύλος» συνέχισε.

«Κι ο άλλος είναι ο Μιχάλης;» ρώτησε η Λίλιαν, καθώς τους τράκαρε ένα τσιγάρο, δίχως να ρωτήσει. Γύρισε προς το τραπέζι που καθόταν η φίλη της. Έκλεισε το μάτι στον Μιχάλη κι ύστερα γύρισε προς τους άλλους δύο. «Ποιόν θα σκίσω ένα τάβλι;» ρώτησε, γελώντας δυνατά με το μαγκωμένο ύφος των αγοριών.

Ο Μιχάλης, αν και λιγότερο μαγκωμένος από τους φίλους του, ήταν νευρικός και αμήχανος καθώς καθόταν απέναντι από την Κλαίρη. «Γειά σου Κλαίρη» της είπε, χαμηλώνοντας το βλέμμα του προς το τραπέζι.

«Γειά σου κι εσένα, άγνωστε» του απάντησε εκείνη χαζογελώντας. Δεν βρήκε κάτι να απαντήσει ο Μιχάλης, ούτε είχε πρόχειρο κάποιο θέμα για να ανοίξει κουβέντα. Για καλή του τύχη τον έσωσε ο DJ και η αντίδραση της Κλαίρης στο Shadow Play. «Σ’ αρέσει ο Rory;» την ρώτησε κι εκείνη, χαμογελώντας, έγνεψε καταφατικά.

***

Σχεδόν μηχανικά έπιασε το άδειο πακέτο ο Μιχάλης. Αναθεμάτισε άηχα όταν θυμήθηκε πως είχε καπνίσει το τελευταίο του τσιγάρο κι ύστερα χαμογέλασε με τον απόηχο της ανάμνησης εκείνου του απογεύματος. Ήταν ένα από τα πιο κομβικά σημεία στη ζωή του, μια ημέρα που πίστευε ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεχάσει.

«Η Κλαίρη και η Λίλιαν…» μουρμούρισε πριν ρουφήξει λίγο από τον καφέ του. «Τόσο αταίριαστες…» συνέχισε τον συνειρμό του καθώς θυμόταν εκείνα τα κορίτσια που είχε γνωρίσει εκείνο το απόγευμα.

Του πήρε καιρό για να τις συνηθίσει. Σε όλους είχε πάρει καιρό να συνηθίσουν εκείνη την παράταιρη εικόνα. Η κοκέτα Κλαίρη, με το όμορφο μαλλί, τα περιποιημένα νύχια, επιμελώς μακιγιαρισμένη και πάντοτε καλοντυμένη και δίπλα της το αγρίμι, η Λίλιαν, με τα στρατιωτικά άρβυλα, τα παντελόνια παραλλαγής, τα φαρδιά φούτερ και τους αμέτρητους σκούφους που έκρυβαν το κοντό μαλλί της.

«Και τα γυαλιά…» κάγχασε ο Μιχάλης, όταν ήρθε στο μυαλό του εκείνη η εικόνα της Λίλιαν, που τον κοίταζε πάνω από τα περίεργα γυαλιά ηλίου, που έμοιαζαν σαν να είχαν βγει από τον προηγούμενο αιώνα, ενώ είχε στερεωμένο ένα σβηστό τσιγάρο στα χείλη της. «Τόσο αταίριαστες…» επανέλαβε, μπορώντας πια, μετά απ’ όλα αυτά τα χρόνια, να δει τις τραγικές διαφορές των, κάποτε, κολλητών.

Η ρηχή Κλαίρη, που ποτέ δεν νοιάστηκε για κάτι περισσότερο από την εμφάνισή της κι από εκείνον που την κυκλοφορούσε και η μυστηριώδης Λίλιαν, που πάντοτε έψαχνε τα πάντα, που άνοιγε τις πιο βαθιές συζητήσεις, θέλοντας να βρει μια κατάληξη και που το μυαλό της περιφερόταν στα πέρατα της ανθρώπινης γνώσης. Η Κλαίρη που άκουγε ό,τι της καθόταν καλά στο αυτί κι η Λίλιαν που έψαχνε το βαθύτερο νόημα κάθε τραγουδιού. Η Κλαίρη που έβαζε στόχο να πάει ψηλά κι η Λίλιαν που είχε κουραστεί με την ιδέα της ίδιας της ζωής και είχε στραφεί στον απόλυτο μηδενισμό.

Νοερά γύρισε στην καφετέρια, εκείνο το βροχερό απόγευμα, προσπαθώντας να θυμηθεί την συζήτηση με την Κλαίρη, μα δεν τα κατάφερε. Θυμόταν πως έβλεπε την Λίλιαν να παίζει τάβλι και να προσπαθεί να πιάσει κουβέντα με τον Παύλο. Θυμόταν την φάτσα του Αντώνη που εκστασιασμένα έβλεπε ζάρια και πούλια να τρέχουν πάνω στο ταμπλό. Θυμόταν τα όμορφα χαμόγελα που του έριχνε η Κλαίρη καθώς εκείνος μιλούσε, μα τα λόγια του δεν μπορούσε να τα θυμηθεί. Ούτε μπορούσε να θυμηθεί πώς, πραγματικά, ξεκίνησαν να κάνουν παρέα και πως κατέληξαν, μέσα στο καταχείμωνο, να σκοτώνουν τα απογεύματά τους στο τραπέζι δίπλα από το τζάκι. Έμπαινε το ‘92. Η Κλαίρη τριγύριζε τον Μιχάλη κι ο Παύλος την Λίλιαν.

«Παραμονή πρωτοχρονιάς δεν ήτανε;» αναρωτήθηκε ο Μιχάλης. Είχε κολλήσει το βλέμμα στο καλαμάκι του καφέ. «Παραμονή πρωτοχρονιάς…» σιγομουρμούρισε.

***

Εκείνη την παραμονή την σχεδίαζαν από καιρό. Ο μεγάλος αδερφός του Μιχάλη δεν θα γύριζε για Χριστούγεννα, θα έμενε στην πόλη που σπούδαζε και θα περνούσε τις γιορτές με την σχέση του. Ο πατέρας του Μιχάλη, από τότε που έφυγε η γυναίκα του, έκανε γιορτές στο χωριό, με τους παππούδες του Μιχάλη. Κι ο Μιχάλης, που είχε κλείσει πια τα δεκαεφτά, μπορούσε να μείνει μόνος του. Είχε μάθει να μαγειρεύει και να κρατάει το σπίτι, εμπιστοσύνη του ‘χε ο κυρ-Σώτος, οπότε σχεδίασε να αλλάξει την χρονιά μαζί με τους φίλους του.

Δεν ήθελε να την αγγίξει εκείνη την ανάμνηση ο Μιχάλης, γιατί έκρυβε μέσα της όλα τα όμορφα και όλα τα άσχημα από εκείνη την εποχή. Το σπίτι, που κάποτε ήταν ζεστό κι όμορφο, είχε ρημάξει από τότε που ‘χε φύγει η μάνα του. Ο κυρ-Σώτος δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να ασχοληθεί με τα του σπιτιού, ο αδερφός του Μιχάλη δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα κι ο Μιχάλης, μέσα σ’ όλα τ’ άλλα, προσπαθούσε να ‘χει ένα πιάτο φαγητό και μια ζεστή γωνιά ν’ αράξει. Και για ένα μεγάλο διάστημα τα κατάφερνε.

Έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του κατσαβίδι όταν άρχισαν να κρεμάνε τα ντουλάπια της κουζίνας. Κάβουρα, όταν χρειάστηκε ν’ αλλάξει το φλοτέρ από το καζανάκι, καθώς το παλιό είχε χαλάσει κι όταν έπρεπε να ρίξουν νερό στη λεκάνη, γέμιζαν κάποιο σπασμένο κουβά που έσταζε, και τον έριχναν μέσα της. Άρχισε να μαζεύει λεφτά για να αντικαθιστά πράγματα που διαλυόντουσαν, καθώς η λογική του πατέρα του ήταν «να πάει να γαμηθεί το ρημάδι το σπίτι».

Δεν ήθελε να πιάσει εκείνη την ανάμνηση, γιατί του πήρε μία ολόκληρη βδομάδα να καθαρίσει και να γυαλίσει το ρημαδιό, που πάντα έδειχνε βρόμικο. Εκείνος έκανε τα ψώνια, γιατί κανένας από την παρέα δεν είχε σχέση με μαγείρεμα, σούπερ μάρκετ και καθάρισμα. Μόνο η Λίλιαν είχε προθυμοποιηθεί να τον βοηθήσει στο κουβάλημα. Πιότερο πήγε για την παρέα, παρά για το κουβάλημα.

Χαμογέλασε στην ανάμνηση του σούπερ μάρκετ. Η Λίλιαν είχε μια τάση να παίρνει πράγματα από τα ράφια και να τα κοιτάξει εκστασιασμένη. Επίσης είχε μια τάση να τα ρίχνει, στα κρυφά, σε καρότσια αγνώστων. Κι ο Μιχάλης γελούσε μαζί της και γελούσε και με τις φάτσες ορισμένων που κοίταζαν τα καρότσια τους και προσπαθούσαν να θυμηθούν πότε είχαν βάλει στο καρότσι τους μία επαγγελματική συσκευασία καφέ, δύο κιλών ή, πότε, ο εργένης που είχε πάρει πέντε πράγματα, είχε ρίξει στο καλάθι του, τέσσερεις συσκευασίες ταμπόν. «Σατανά…» την πείραζε ο Μιχάλης κι εκείνη έπαιρνε το προσποιητά αθώο ύφος της, κάτι που τον έκανε να γελάει ακόμη πιο δυνατά.

Εκείνες τις αναμνήσεις τις ήθελε και τις λαχταρούσε. Νοσταλγούσε τις σκανταλιές τους, όπως και την παρέα, όπως ήταν εκείνο το διάστημα. Χωρίς σκοτούρες, χωρίς δράματα, χωρίς μπλεξίματα και χωρίς συναισθηματισμούς.

«Θυμάσαι τότε…» μονολόγησε, κοιτάζοντάς το αχνό είδωλό του, στο παράθυρο της κουζίνας κι ύστερα αναστέναξε. Κοίταξε για μια στιγμή το ποτήρι με τον καφέ – τον ανακάτευε τόσο γρήγορα που τα μισολιωμένα παγάκια, σπινιάριζαν επικίνδυνα μέσα στο ποτήρι. «Αυτά δεν μπορώ. Αυτές τις εικόνες. Αυτές τις αναμνήσεις. Όλα τ’ άσχημα που πέρασα και δεν έκανα τίποτα για να αποτρέψω» συλλογίστηκε κι ύστερα έπιασε το τραπέζι κι απόμεινε να προσπαθεί να αποφύγει όλες τις αιχμηρές αναμνήσεις που έσκιζαν σαν μαχαίρια την ψυχή του.

… κόκκινες σαν αίμα

Την Λίλιαν την ξύπνησε το δυνατό φως που έμπαινε από το παράθυρο. Δεν είχε καμία όρεξη να σηκωθεί από το κρεβάτι, ούτε και ν’ ανοίξει τα μάτια της. Γύρισε για να πάρει αγκαλιά τον Μιχάλη, μα έπεσε στο κενό. «Πάντα έτσι ήταν αυτό το παιδί» συλλογίστηκε θλιμμένα. Ήξερε πως ο Μιχάλης ήθελε, για τα πάντα, τον χρόνο του. Έπρεπε να καθίσει, μόνος του, αποκομμένος από τους πάντες και τα πάντα και να σκεφτεί.

Κάποτε δεν τον άφηνε. Τον τσιγκλούσε, τον πίεζε να μιλήσει, γύριζε τις κουβέντες κατά εκεί που πίστευε η ίδια ότι έπρεπε να πάνε. Μέχρι και το προηγούμενο βράδυ, πάλευε για να του εκμαιεύσει τις σκέψεις του. Μα είχε πια καταλάβει πως δεν είχε κανένα απολύτως νόημα να τον πιέζει. Είχε μάθει πως ο Μπακάλμπασης μιλούσε μόνο όταν είχε έρθει η ώρα για να το κάνει.

Άκουσε τον βηματισμό του που ερχόταν από την κουζίνα. Άκουσε τα παγάκια που έπαιζαν συγκρουόμενα μέσα σε κάποιο ποτήρι. Ένιωθε μόνη και ταυτόχρονα ένιωθε πως η εποχή της μοναξιάς είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Θυμήθηκε κάποια συζήτηση που είχανε κάνει, όταν ήταν ακόμη έφηβοι, περί μοναξιάς και μοναχικότητας. Ξεφύσησε. Πάντοτε ήταν μοναχικοί και οι δύο· και κατά κάποιο τρόπο, απολάμβαναν την μοναξιά τους, μόνο όταν οι ίδιοι το αποζητούσαν. Ακόμη κι εκείνη, που ανάλωσε ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής της σε μια σχέση που δεν τραβούσε. Το έκανε για να μην νιώθει μόνη και, ταυτόχρονα, για να μπορεί να μένει μόνη όποτε γουστάρει.

Γύρισε και κοίταξε το ξυπνητήρι που χτυπούσε σπαστικά πάνω στο κομοδίνο της. Ήταν εφτά παρά δέκα και δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να σηκωθεί από το κρεβάτι, ούτε να ετοιμαστεί, ούτε και να πάει για δουλειά. Ξανάκουσε τα βήματα του Μιχάλη από την κουζίνα και αποφάσισε να μείνει στο κρεβάτι και να χουζουρέψει. Ήξερε ότι θα έβρισκε το κουράγιο να σηκωθεί κάποια στιγμή, μα εκείνη την στιγμή είχε ανάγκη λίγο χουζούρεμα, μια σφιχτή αγκαλιά κι ίσως μια κούπα με καυτό καφέ. «Ας είναι…» συλλογίστηκε, χαμογελώντας ανεπαίσθητα. Μόνο που εκείνο το χαμόγελο δεν θα διαρκούσε για πολύ. «Θυμάσαι τότε…» άκουσε την βραχνή φωνή του Μιχάλη από την κουζίνα, που μιλούσε στον εαυτό του. Κατσούφιασε απότομα. Θυμόταν. Είχε προσπαθήσει να ξεχάσει, μα δεν το είχε καταφέρει.

Την είχε βοηθήσει με τον Γολγοθά της κι ο πιτσιρικάς που ‘χε γνωρίσει τα Χριστούγεννα, εκείνος που όσο απότομα είχε μπει στη ζωή της, τόσο απότομα είχε εξαφανιστεί από εκείνη. Εκείνος που όταν τον έπιανε το παράπονο, έλεγε «μόνο σήμερα, από αύριο μπροστά» κι ύστερα συνέχιζε, λέγοντας πως «πέρασε καιρός, πέρασαν πολλά…»

Χωρίς να καταλάβει πώς, της ήρθε στο μυαλό το τελευταίο της σκίτσο. Εκείνο που ‘χε φτιάξει βιαστικά, κάποιο απόγευμα που ο Βασίλης δεν ήταν καλά και που τον είχε πιάσει να μιλήσει. Εκείνο που απεικόνιζε έναν μηχανόβιο να καπνίζει, έχοντας γυρίσει την πλάτη του σ’ ολόκληρο τον κόσμο. «Ένας τελειωμένος μηχανόβιος» άκουσε με την φαντασία της, την φωνή του Μιχάλη, γιατί γνώριζε ποια ήταν η πεποίθησή του για όσους επιμένουν να ζουν στα άκρα.

«Ένας τελειωμένος μηχανόβιος» συλλογίστηκε κι ασυναίσθητα ο νους της πήγε στον Παύλο. Είχαν περάσει σχεδόν δυόμισι χρόνια από εκείνο το βράδυ που του είχε πει πως τον αγαπούσε, καθώς τον ξεπροβόδιζε. Είχαν περάσει δυόμισι χρόνια και την ανάμνηση, για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει, την κρατούσε καθάρια μέσα της. Έναν Παύλο που δεν είχε καμία σχέση με το όμορφο παιδί που είχε κάποτε γνωρίσει. Έναν Παύλο που ποτέ δεν κατάφερε να σταματήσει να πεθαίνει κάθε βράδυ.

***

Δεν είχε σταματήσει να κρατάει κακία στον εαυτό της. Πίστευε πως υπαίτια για τον θάνατο του Παύλου ήταν εκείνη και οι δικές της, κακές, συνήθειες. Πίστευε πως εάν εκείνη την πρωτοχρονιά δεν τον είχε κεράσει το τσιγάρο που τα άρχισε όλα, ο Παύλος ίσως να ζούσε κι ίσως να ήταν ευτυχισμένος. Ίσως να είχε καταφέρει να ευτυχήσει κι εκείνη μαζί του. Ίσως να μην χρειαζόταν να τον βάλει στην ομίχλη, σ’ εκείνη που είχε βάλει τον εαυτό της, στην προσπάθειά της να δει την ζωή της καθαρά. Μα ήξερε, βαθιά μέσα της, πώς δεν θα μπορούσαν να έχουν έρθει διαφορετικά τα πράγματα. Εκείνα τα χρόνια βάδιζε μέσα σε μια πυκνή ομίχλη και δεν έβλεπε φως πουθενά. Το ότι την ακολούθησε εκεί μέσα ο Παύλος, μπορεί απλώς να ήταν ένα τυχαίο γεγονός, όπως εκείνη η πρωτοχρονιά. Ένα τυχαίο γεγονός.

Η Λίλιαν είχε αρχίσει τις καταχρήσεις από μικρή και, ευτυχώς, για το δικό της καλό, τις είχε κόψει μικρή. Εκείνα τα χρόνια, στα δεκάξι και τα δεκαεφτά της, έκανε βουτιές στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, περισσότερο για να δει πόσο μπορούσε ν’ αντέξει, παρά για να βρει μια διέξοδο από εκείνα που την βασάνιζαν. Η θολούρα του μυαλού είχε γίνει η δική της αυτοίαση. Έπινε βότκα, μεθούσε κι απολάμβανε την μουσική και τις συζητήσεις. Κι όταν δεν μπορούσε να ακολουθήσει τις συζητήσεις, απολάμβανε τους ατελείωτους μονολόγους του Μιχάλη. Γιατί, ο Παύλος, όταν μονολογούσε, έλεγε για μηχανές, για πιστόνια, για μπουζί και για τον ΠΑΟΚ. Δεν είχε όνειρα, όπως κι εκείνη. Ένα μεροκάματο ήθελε να βρει μετά τον στρατό, να πιάσει ένα σπίτι και ν’ αγοράσει μια μηχανή. Μέχρι εκεί έφτανε. Κι εκείνη, πάντοτε, ήταν δίπλα του, ακόμη και σ’ αυτά, τα οποία από τότε έβρισκε λίγα.

Αναστέναξε. Εκείνο το βράδυ είχαν πιεί πολύ κι ο Αντώνης την είχε κοπανήσει από νωρίς. Η Κλαίρη ήταν πιο εκδηλωτική απ’ όσο συνήθως κι είχε σε στενό μαρκάρισμα τον Μιχάλη. Την αηδίαζε το σαλιάρισμα της φίλης της και της το είχε πει πολλές φορές. «Ο Μπακάλμπασης είναι κότα. Μην περιμένεις να κάνει καμία κίνηση». Κάποτε την πονούσανε τα λόγια της, μα εκείνο το υπέροχο πρωί, μπορούσε να καταλάβει πως δεν είχε πει τίποτα περισσότερο από την ωμή αλήθεια. Εκείνα τα χρόνια δεν μπορούσε να κρατήσει το στόμα της κλειστό.

«Τι θα γίνει; Θα πηδηχτείτε απόψε;» τους είχε ρωτήσει, σχεδόν νευριασμένα, πριν βγάλει τα συμπράγκαλα της κι αρχίσει να προετοιμάζει το στρίψιμο ενός βαριού τσιγάρου. Της έριχνε κλεφτές ματιές ο Παύλος. Ο οποίος της την έπεφτε μόνιμα, αλλά, καθώς τον τρόμαζε το άγριο ύφος της, δεν επιχειρούσε να κάνει κάποια κίνηση. Έμενε στο πέσιμο.

«Λιόπεση; Τι λες; Θα το κάψουμε παρέα;» τον ρώτησε η Λίλιαν, με πολύ σοβαρό ύφος. Γύρισε προς τον Μιχάλη για να του προτείνει να κάνουν τσιγάρο· γνώριζε πως η Κλαίρη θα της έριχνε άκυρο, οπότε δεν μπήκε καν στον κόπο να κάνει οποιαδήποτε νύξη. «Κουζίνα. Απορροφητήρα. Φύγατε» της είπε κοφτά ο Μιχάλης.

«Σιγά ρε Μιχάλη…» πρόλαβε να πει η Λίλιαν, πριν αντικρύσει το αγριεμένο του ύφος. «Είχα τον μαλάκα τον αδερφό μου που ντουμάνιαζε το δωμάτιο. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω άλλο» της είπε.

«Όπως αγαπάς» απάντησε ήρεμα η Λίλιαν, σηκώνοντας τον ώμο της. Γύρισε προς τον Παύλο. «Σήκω ρε ψοφίμι».

Σαν τον εκπαιδευμένο σκύλο σηκώθηκε ο Παύλος και την ακολούθησε στην κουζίνα. Άναψαν το φως εκείνου του παλιού, ξεχαρβαλωμένου και γλιτσιασμένου απορροφητήρα κι ύστερα η Λίλιαν άναψε το τσιγάρο. Τράβηξε βαθιά τζούρα. Έκλεισε τα μάτια της. Άφησε τον καπνό στα πνευμόνια της για αρκετή ώρα. Εξέπνευσε. Γύρισε προς το σαλόνι. Απηύδησε όταν είδε την Κλαίρη να προσπαθεί να φιλήσει τον Μιχάλη. Έδωσε το τσιγάρο στον Παύλο, πριν πάει να κλείσει την πόρτα της κουζίνας. «Σιγά, γατούλη, θα πνιγείς!» τον πείραξε, βλέποντάς τον να ρουφάει με πάθος το τσιγάρο.

«Γατούλη;» απόρησε ο Παύλος κι ύστερα άρχισε να βήχει.

«Στο είπα ότι θα πνιγείς» συνέχισε εκείνη, παίρνοντάς του το τσιγάρο από τα χέρια.

«Θα πηδηχτούν;» την ρώτησε, γελώντας δυνατά, ενώ έδειχνε την κλειστή πια πόρτα.

«Δεν έχω ιδέα» μονολόγησε εκείνη. Ρούφηξε μια τζούρα ακόμη, έχοντας στεριώσει το βλέμμα της στην πόρτα. «Δεν νομίζω. Ο Μιχάλης είναι κότα. Βασικά είστε όλοι λίγο κότες σ’ αυτή την παρέα, ή είναι ιδέα μου;»

«Εγώ; Κότα;» ρώτησε, θιγμένα και θυμωμένα, ο Παύλος.

«Ναι. Εσύ. Κότα» του απάντησε. Πήγε αποφασιστικά προς το μέρος της, την έπιασε από τη μέση και την έσφιξε πάνω του. «Κάπως καλύτερα» τον πείραξε, προτού του δώσει το τσιγάρο.

«Καλύτερα, γατούλα;» την πείραξε κι εκείνος, ίσα για να την δει να αγριεύει. «Γατούλα, μπαγλαμά, είσαι και φαίνεσαι!» αρπάχτηκε η Λίλιαν κι εκείνος κατέβασε το τσιγάρο και την φίλησε. Κι ύστερα σπάει η ανάμνηση μέσα στο μυαλό της και γίνεται χίλια κομμάτια, γιατί τα επόμενά τους λόγια ποτέ δεν είχε καταφέρει να τα αποδεχτεί ούτε και να τα ξεχάσει.

«Κατά βάθος είσαι πάρα πολύ συναισθηματική… Αλλά, εξωτερικά, είσαι μεγάλος μαλάκας» της είχε πει, καθώς την κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια και της χάιδευε το κοντοκουρεμένο κεφάλι.

«Κι εσύ είσαι μεγάλος μαλάκας εξωτερικά…» του ‘χε πει, μα την συνέχεια της πρότασής της την είχε κρατήσει για τον εαυτό της, καθώς δεν είχε σκοπό να χαλάσει, ούτε την διάθεσή τους, ούτε την συνέχειά τους. «…και πολύ φοβάμαι ότι και κατά βάθος, ο ίδιος, ακριβώς, μαλάκας είσαι…»

***

«Ποτέ δεν έμαθα αν ήταν τόσο μαλάκας…» συλλογίστηκε η Λίλιαν, σκουπίζοντας ένα δάκρυ από το μάτι της. Είχε προσπαθήσει, για πολύ καιρό, να ξορκίσει τους δαίμονές της, είχε προσπαθήσει να μάθει γιατί είχε καταλήξει η σχέση της με τον Παύλο σ’ έναν αέναο κύκλο χωρισμών και επανασυνδέσεων, είχε προσπαθήσει να μάθει πόσο μαλάκας ήταν κι αν όντως ήταν, μα δεν το είχε καταφέρει. Την ζόριζε και την έπνιγε το τέλος που ποτέ δεν μπήκε. Είχαν ξυπνήσει οι αισθήσεις και το μυαλό της. Κι ο λογισμός της τής υπαγόρευε πως έπρεπε να ξεμπλέξει μια και καλή απ’ όλα όσα την στοίχειωναν, πριν αρχίσει να γράφει το επόμενο κεφάλαιο.

Την πείραζε εκείνη η σχέση με τον Παύλο, μια σχέση που είχε κρατήσει εφτά χρόνια, χώρια τα μικρά διαλείμματα που συχνά – πυκνά έκαναν. Κι αν αυτό την ενοχλούσε μία φορά, εκείνο το πρωί, η σχέση του Μιχάλη με την Κλαίρη την ενοχλούσε δέκα. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν δέκα χρόνια για να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον Μιχάλη. Τόσο ερωτευμένη, όσο ήταν κι εκείνος, μόνο που όταν σταμάτησε να κρύβεται ο Μιχάλης, εκείνη παρέμεινε βαθιά χωμένη μέσα στην κρυψώνα της. Κι έμεινε εκεί, γιατί φοβόταν ότι με τον χαρακτήρα της, θα τον διέλυε.

Ποτέ δεν είχε καταφέρει να καταλάβει πώς είχαν βρεθεί, μέσα σε λίγες μέρες, από μόνες τους, με την Κλαίρη, ζευγάρια με τον Μιχάλη και τον Παύλο. Ούτε είχε καταφέρει να καταλάβει πως αυτό που, κάποτε, ονόμαζε «το ευτυχισμένο ζεύγος», μόνο ευτυχισμένο δεν ήταν.

Όχι ότι είχε αλλάξει τίποτα. Η ίδια ακριβώς παρέα ήταν και καθόταν, πάντοτε, στο ίδιο ακριβώς τραπέζι, της ίδιας ακριβώς καφετέριας. Ο Παύλος κρατούσε αγκαλιά εκείνη κι ο Μιχάλης, την Κλαίρη. Κι ο καημένος ο Αντώνης, ο πάντα μόνος του, πότ’ έπαιζε τάβλι με τον έναν και πότε με τον άλλο. Πάντα διακριτικός και λιγομίλητος. Χαιρόταν με τους φίλους του και δεν το ‘βαζε κάτω. «Θα με καπαρώσει κι εμένα κάνα μπάνικο γκομενάκι» έλεγε γελώντας, πριν στήσει την επόμενη παρτίδα τάβλι. Κι ίσως, τότε, να ήταν ο πιο ευτυχισμένος απ’ όλους.

Ένα πράγμα που δεν άντεχε εκείνα τα χρόνια η Λίλιαν, ήταν η κυκλοθυμικότητα της κολλητής της. Πραγματικά την διαόλιζε που την ίδια στιγμή που αποθέωνε τον Μιχάλη για το οτιδήποτε, μπορεί να της γύριζε το μυαλό και να του έκανε σκηνή για οποιαδήποτε χαζομάρα κατέβαζε το κεφάλι της. Κι ο Μιχάλης, που δεν μιλούσε ποτέ πολύ, την άκουγε, την αγκάλιαζε και προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Κι όλα πήγαιναν καλά, τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη. Τότε που ήρθε η φαεινή ιδέα στην Κλαίρη να το ρίξει με τα μούτρα στο διάβασμα και ν’ αποκοπεί, όχι μόνο από τον Μιχάλη, αλλά και από την Λίλιαν.

Στην Λίλιαν έκανε τεράστια εντύπωση ο εξαφανισμός των μελών της παρέας, ο οποίος επήλθε σταδιακά. Πρώτα έκοψε η Κλαίρη. Ύστερα ο Παύλος. Άρχισε να αραιώνει κι ο Αντώνης από την καθημερινή ιεροτελεστία του καφέ. Ο Μιχάλης έβλεπε τους φίλους του στο σχολείο. Η Λίλιαν έβλεπε την Κλαίρη στο σχολείο. Μετά το τελευταίο κουδούνι υπήρχε ένας εξαφανισμός.

«Ρε συ Μπακάλμπαση, κάτι πάει λάθος» είχε πει, κάποιο συννεφιασμένο απόγευμα, η Λίλιαν, καθώς ανακάτευε τον καφέ της. Κοίταζε τον Μιχάλη απέναντί της, που παρατηρούσε τα πούλια στην παρτίδα που είχαν ανοίξει.

«Ισχύει» της απάντησε εκείνος.

«Πού διάολο χάθηκαν όλοι;» συνέχισε η Λίλιαν.

«Ο Παύλος είναι με τις εποχές» μουρμούρισε, αναστενάζοντας. «Έχει γυρίσει και τ’ αδέρφι του απ’ τ’ Αμέρικα, ξέρεις…» συνέχισε, με μια ψεύτικη ελληνοαμερικάνικη προφορά, μ’ αυτήν που πάντοτε κορόιδευε τον Μήτσο, τον αδερφό του Παύλου. Έπαιξε το έξι του κι έπιασε ένα πούλι στο χέρι, για να παίξει τον άσσο. «Ο Αντώνης μου τα μασάει. Νομίζω ότι παίζει γκόμενα στη μέση, αλλά δεν μπορώ να είμαι και σίγουρος…» συνέχισε, παίζοντας τον άσσο. Έπιασε το πακέτο της Λίλιαν και ψάρεψε ένα τσιγάρο από μέσα. «Η Κλαίρη λέει ότι διαβάζει…»

«Λέει;» τον διέκοψε η Λίλιαν.

«Κολλητή σου είναι. Την ξέρεις καλύτερα από εμένα».

«Την ξέρω, άραγε;»

«Μάλλον. Παίζε».

«Βαρέθηκα. Πάμε καμιά βόλτα;»

«Πάμε».

***

Τα πόδια τους τούς έφτασαν σ’ ένα όμορφο πάρκο. Είχαν φροντίσει να εφοδιαστούν μ’ ένα φτηνόκρασο και πλαστικά ποτήρια. Νύχτωνε. Ήταν και τότε τέλη Μαρτίου. Τότε που δεν τους πτοούσε το κρύο και ο αέρας. Έπιασαν ένα απόμερο παγκάκι, άνοιξαν το κρασί, γέμισαν τα ποτήρια τους κι ύστερα άναψαν τσιγάρο. Ο Μιχάλης είχε καθίσει στην πλάτη του παγκακιού και ρέμβαζε κι εκείνη είχε καθίσει οκλαδόν στο γκαζόν και τον παρατηρούσε.

«Σε προβληματίζει κάτι;» τον ρώτησε, ύστερα από ώρα σιωπής, όταν πια είχε τελειώσει το πρώτο ποτήρι.

«Κάτι;» επανέλαβε ο Μιχάλης με σχεδόν ονειρικό ύφος.

«Οτιδήποτε» του απάντησε η Λίλιαν.

«Τίποτα».

«Μπακάλμπαση;» αγρίεψε η Λίλιαν. «Ξεκίνα να μιλάς» συνέχισε κι ύστερα πήγε και κάθισε δίπλα το. Ξαναγέμισε τα ποτήρια τους.

«Είναι η δεύτερη μέρα που με στήνει η Κλαίρη κι αρχίζει να μη μ’ αρέσει» μουρμούρισε απρόθυμα ο Μιχάλης.

«Δεύτερη;»

«Υποτίθεται πως διαβάζει…»

«Υποτίθεται;» ρώτησε η Λίλιαν.

«Υποτίθεται. Δεν ξέρω τι κάνει. Και όχι, δεν θα πάρω τηλέφωνο στο σπίτι της, να ρωτήσω αν είναι εκεί, αν διαβάζει, αν οτιδήποτε…»

«Θες να πάμε από ‘κει;»

«Όχι ρε» της απάντησε, κόβοντάς της τον ενθουσιασμό.

«Και τι θα κάνεις; Θα περιμένεις;»

«Δεν έχω ιδέα».

«Καλά» μουρμούρισε η Λίλιαν.

«Κάνω περίεργες συνδέσεις. Γάμησέ το. Θα μου περάσει. Δεν έχω κάποιον ιδιαίτερο προβληματισμό. Απλώς με κουράζει η γκρίνια της, ώρες – ώρες. Οπότε μην της πεις τίποτα, αύριο, για απόψε» σχολίασε ο Μιχάλης, πίνοντας λίγο κρασί.

Δεν είχε σκοπό να πει τίποτα η Λίλιαν, γιατί ήξερε, καλύτερα από τον Μιχάλη, ότι η ζήλεια της Κλαίρης ήταν παντελώς τυφλή. Κι όντως, την επόμενη μέρα, στο σχολείο, δεν της είπε τίποτα για το προηγούμενο βράδυ, για το κρασί και την μεγάλη συζήτηση με τον Μιχάλη. Της είπε μόνο ότι σχεδίαζε να μαζευτούν στο σπίτι της το Σάββατο κι ότι την έψαχνε ο αγαπητικός της.

«Υποτίθεται, που λες κι εσύ, ότι θα έρθει σήμερα» είπε η Λίλιαν στον Μιχάλη, όταν συναντήθηκαν στην καφετέρια, έπιασαν τραπέζι και παρήγγειλαν καφέ. Όμως η Κλαίρη δεν φάνηκε. Έπιασε βροχή. Δεν είχαν όρεξη για καφέ. Δεν ήθελαν να πιούν στην καφετέρια και το πάρκο, με την βροχή, δεν ενδεικνυόταν για άραγμα. «Πάμε σε μένα;» πρότεινε η Λίλιαν στον Μιχάλη, κατά τις οχτώ κι εκείνος ζύγιζε την πρόταση στο μυαλό του. «Πάμε, δε γαμιέται;»

Έφτασαν, σχεδόν μούσκεμα, στο σπίτι της Λίλιαν. Ο Μιχάλης ένιωσε ένα περίεργο βάρος στο στήθος του όταν μπήκε στο τεράστιο οροφοδιαμέρισμα με την βαριά, βικτωριανή διακόσμηση. Απόμεινε για λίγο στο κατώφλι της πόρτας, να στάζει και να κοιτάζει τα πελώρια χαλιά, τα σκαλιστά έπιπλα και τους τεράστιους πίνακες. «Άθλιο;» ρώτησε η Λίλιαν, καθώς τον τραβούσε μέσα στο σπίτι.

«Δεν είναι κανένας εδώ;» μουρμούρισε ο Μιχάλης

«Σχεδόν ποτέ» απάντησε εκείνη κι ύστερα του έδειξε μια πόρτα. «Ευθεία, δωμάτιο. Πήγαινε και πάω να φέρω κάτι να πιούμε».

Το δωμάτιο της Λίλιαν δεν είχε καμία σχέση με το υπόλοιπο σπίτι. Ήταν ένας εξαιρετικά μίνιμαλ χώρος μ’ ένα, σχεδόν αυτοσχέδιο, γραφείο, αρκετά ράφια στους τοίχους που ήταν γεμάτα με διάφορα βιβλία, δύο ημίδιπλα στρώματα, πεταμένα πάνω σε μια μοβ μοκέτα, που συνέθεταν το κρεβάτι της κι ένα κασετόφωνο. Πήγε προς τα ράφια. Έπιασε ένα βιβλίο στα χέρια του. «The Dream-Quest of Unknown Kadath» διάβασε τον τίτλο κι ύστερα άρχισε να το ξεφυλλίζει.

Η Λίλιαν γύρισε στο δωμάτιο με ένα μπουκάλι βότκα και δύο ποτήρια. «Καλό είναι, να το διαβάσεις» του είπε, καθώς άφηνε τα ποτήρια και το μπουκάλι στο πάτωμα, δίπλα από τα στρώματα. Ύστερα του πήρε το βιβλίο, το άφησε πάνω στο γραφείο, έβαλε μια κασέτα στο κασετόφωνο, την έβαλε να παίζει, πήρε τον Μιχάλη απ’ το χέρι και τον κάθισε πάνω στα στρώματα. Έλυσε τις αρβύλες της, τις πέταξε παραδίπλα κι ύστερα έπιασε το ποτήρι και ξάπλωσε δίπλα του.

«Τι ‘ν’ αυτό;» ρώτησε ο Μιχάλης, ακούγοντας το ζεστό μπλουζ που ερχόταν από το κασετόφωνο.

«Την λατρεύω αυτή τη μουσική όταν βρέχει» σχολίασε η Λίλιαν.

«Ωραίο είναι» μονολόγησε ο Μιχάλης, που είχε ήδη αρχίσει να μουρμουράει τον ρυθμό.

«Θα ‘ρθείτε αύριο ν’ αράξουμε;» τον ρώτησε, περισσότερο για να το επιβεβαιώσει.

«Ναι. Έχω πει και τα παιδιά».

«Ωραία. Ας χαλαστούμε απόψε. Παρασκευή είναι» σχολίασε κι ύστερα έβγαλε τα σύνεργα για να στρίψει τσιγάρο.

«Πρέπει;» την ρώτησε ο Μιχάλης.

«Ναι. Έπρεπε» συλλογίστηκε στο παρόν η Λίλιαν, που είχε πια καταλάβει γιατί έπρεπε, εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ που είχε τον βρεγμένο Μιχάλη να κάθεται στο κρεβάτι της, να χαλαστεί. Όπως είχε καταλάβει γιατί έπρεπε να κρατήσει εκείνη την στιγμή στις αναμνήσεις της. Εκείνη, ξαπλωμένη, μέσα στην παραλλαγή και το αμάνικό της κι εκείνος, μ’ ένα μαύρο πουκάμισο και το αγαπημένο του τζιν, να συζητάνε, περί ανέμων και υδάτων. Ήταν το ιδανικό σκηνικό για να χαλαστεί. Κι αν δεν χαλιόταν, θα χαλούσε την διάθεσή της. Κι αυτό ήταν κάτι που σε καμία περίπτωση δεν ήθελε.

***

Η Λίλιαν ήταν πάντοτε παρορμητική, αλλά γνώριζε πολύ καλά πού ήταν τόσο τα δικά της όρια, όσο και τα όρια των ανθρώπων που είχε απέναντί της. Και πρόσεχε, πάντοτε, πάρα πολύ, ακόμη και τις στιγμές που ήταν μεθυσμένη ή μαστουρωμένη, ακόμη και τις στιγμές που ήταν θυμωμένη ή θλιμμένη, να μην περάσει κανενός τα όρια και ιδιαίτερα τα δικά της. Εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα, η ατμόσφαιρα, για κάποιον λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει, ήταν βαριά. Για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, αποφάσισε να μην βάλει τα κανονικά της ρούχα για να υποδεχτεί τους καλεσμένους της, αλλά μια μακριά και φαρδιά μπλούζα που χρησιμοποιούσε ως πιτζάμα. Δεν είχε όρεξη να ετοιμαστεί, να βάλει αρβύλες και σκουφί, για να αράξει, με την παρέα της, μέσα στο σπίτι της. Ο Παύλος και η Κλαίρη την κοίταζαν παράξενα, μην μπορώντας να καταλάβουν την ενδυματολογική της επιλογή. Ο Μιχάλης, από την άλλη το διασκέδαζε και την πείραζε. «Παθαίνεις μετάλλαξη σε άνθρωπο;» την είχε ρωτήσει μόλις την είχε αντικρύσει κι εκείνη του απάντησε μ’ ένα στεγνό, μα σχετικά χαρούμενο «δε γαμιέσαι, ρε Μπακάλμπαση;»

Ο Μιχάλης και η Κλαίρη είχαν πιάσει τον καναπέ του σαλονιού. Ο Παύλος μια πολυθρόνα κι η Λίλιαν είχε καθίσει στο μπράτσο της και τον είχε πάρει αγκαλιά. Τα λόγια, εκείνου του απογεύματος, δεν κατάφερε ποτέ να τα θυμηθεί. Ήταν σίγουρη πως είχαν πλάκα κι ήταν σίγουρη πως είχαν πολλά να πουν σαν παρέα, γιατί πήγαινε μία σχεδόν βδομάδα, που δεν είχαν βρεθεί όλοι μαζί. Μέχρι που βράδιασε κι άρχισαν τα ποτά όλοι μαζί κι ο Παύλος με την Λίλιαν και τα τσιγάρα. Ένα τσιγάρο, ύστερα άλλο ένα κι ύστερα ένα τρίτο. Η Κλαίρη είχε αρχίσει να γκρινιάζει στον Μιχάλη, για κάποιον λόγο που μόνο η ίδια γνώριζε. Ο Παύλος τους κοίταζε και γελούσε και η Λίλιαν, ευχόταν από μέσα της, να πνιγεί η κολλητή της με το σάλιο της και να μην σηκωθεί κανένας να την βοηθήσει. «Του ‘χεις σπάσει τα αρχίδια του ανθρώπου ρε Κλαίρη! Νισάφι!» προσπάθησε να της φωνάξει σε κάποια φάση, μα δεν της βγήκε η θυμωμένη της φωνή. Άρχισε να γελάει υστερικά και μαζί της έβαλε τα γέλια και ο Παύλος.

Την αγριοκοίταξε η Κλαίρη. «Έχεις κάποιο πρόβλημα;»

«Εγώ;» ρώτησε η Λίλιαν. «Αν δεν έχει αυτός με την πάρτη σου, κανένα πρόβλημα!» απάντησε η Λίλιαν, δίχως να σταματήσει να γελάει.

«Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;» συνέχισε η Κλαίρη.

«Μην τους ξεσυνερίζεσαι. Δεν βλέπεις πώς είναι;» της ψιθύρισε ο Μιχάλης, μα η Λίλιαν τον άκουσε. Γύρισε προς το μέρος του και του έκλεισε το μάτι. Κι ύστερα επικράτησε ο κακός χαμός, γιατί η Κλαίρη είχε δει πολλά περισσότερα από εκείνο το κλείσιμο του ματιού. Δεν θυμόταν τίποτα από τις φωνές και τα ουρλιαχτά η Λίλιαν. Μόνο τον Μιχάλη θυμόταν, να σηκώνεται απότομα όρθιος, να μπαίνει στην μέση για να τις χωρίσει, να γυρίζει προς την Κλαίρη και με βροντερή φωνή, να φωνάζει «Κλειώ; Τέλος είπα! Μάζεψε πράγματα να φύγουμε! Τώρα!»

Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον Μιχάλη πραγματικά θυμωμένο. Δεν είχε καμία σχέση με τον άνθρωπο που γνώριζε. Ένιωσε πως εκείνη η φωνή είχε παγώσει τον χρόνο. Ο Παύλος σταμάτησε να γελάει. Εκείνη τον κοίταζε με φόβο κι η Κλαίρη έσκυψε το κεφάλι και, πρωτοφανώς, δεν κάθισε να τελειώσει τον καυγά. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε πυροδοτήσει την οργή της φίλης της κι εκείνη την στιγμή δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Θα το μάθαινε όμως, σύντομα. Όπως θα μάθαινε ότι ο Μιχάλης δεν ήταν εκείνος ο μαλθακός τύπος που είχε στο μυαλό της. Ήταν κι εκείνος, όπως κι εκείνη, αιχμηρός στα άκρα.

Την επόμενη μέρα ξύπνησε με πολύ βαρύ κεφάλι και ακόμη πιο βαριά διάθεση. Σύρθηκε μέχρι το σαλόνι. Βούτηξε το τηλέφωνο και πήρε τον Μιχάλη. «Ναι;» απάντησε κοφτά εκείνος.

«Καλημέρα» μουρμούρισε η Λίλιαν.

«Έχει πάει τέσσερεις. Το ξενυχτήσατε χθες;»

«Νομίζω… Τι ώρα φύγατε;»

«Κατά τις έντεκα».

«Τι σκατά έγινε χθες, Μιχάλη;»

«Δεν θα στα πω από το τηλέφωνο. Νομίζω ότι σου αξίζει να φας την κατσάδα από κοντά» της είπε εκείνος, με κοφτό ύφος, αλλά στο τέλος έσπασε και έβαλε τα γέλια. «Το γάμησες χθες, αλλά δεν πειράζει» συμπλήρωσε την πρότασή του.

«Πολύ;» ρώτησε θλιμμένα η Λίλιαν.

«Πολύ. Λέγε, πού θα βρεθούμε;»

«Πεινάω. Έχει ένα μπουγατσάδικο κοντά στο σπίτι μου. Γράφε διεύθυνση» του είπε κι ύστερα έκλεισαν το τηλέφωνο χωρίς να συναντηθούν. Πήγε στο δωμάτιό της, έβαλε ό,τι βρήκε από αθλητικά ρούχα, βούτηξε τα κλειδιά και το πορτοφόλι της και έφυγε από το σπίτι.

***

Ο Μιχάλης την περίμενε στο μπουγατσάδικο, μ’ ένα μισοτελειωμένο φραπέ στο χέρι. «Κι είπα να πω, “καλησπέρα φαντάρε” όταν θα έμπαινες, αλλά με εξέπληξες» της είπε, όταν την είδε να κάθεται απέναντί του.

«Πεινάς;» τον ρώτησε κοφτά.

«Πεινάω».

«Θα μας φέρω φαγητό» του είπε.

Όταν επέστρεψε, έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό. Την κοίταζε παράξενα ο Μιχάλης, μ’ ένα ύφος που μαρτυρούσε στοργή ανάμεικτη με θλίψη. Δεν ήθελε να μιλήσει. Περίμενε πότε θα άνοιγε εκείνη την κουβέντα.

«Τι μαλακία έκανα χθες;» ρώτησε η Λίλιαν όταν τελείωσε με το φαγητό της και άναψε τσιγάρο.

«Δεν κατάλαβες;» την ρώτησε ο Μιχάλης.

«Όχι» απάντησε εκείνη με ειλικρίνεια.

«Είχε σηκωθεί τόσο πολύ η μπλούζα σου, που μας τα ‘δειξες όλα. Σε συνδυασμό με το κλείσιμο του ματιού, τα ‘μπλεξε η Κλαίρη στο μυαλό της… Δεν ήθελε και πολύ…» απάντησε ο Μιχάλης, πριν βάλει ένα κομμάτι μπουγάτσα στο στόμα του. Η Λίλιαν είχε ανοίξει το στόμα για να πει κάτι, μα δεν έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις κι απόμεινε έτσι, ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια με έκπληξη και οργή.

«Τουλάχιστον έχω ωραίο κώλο;» ρώτησε, αγριεμένα, τον Μιχάλη.

«Δεν ξέρω. Δεν είδα» της απάντησε αδιάφορα, αφού κατάπιε την μπουκιά του.

«Δηλαδή… Για να καταλάβω…» άρχισε να παραληρεί η Λίλιαν. «Δεν τα θυμάμαι κι όλα…»

«Είχατε ανοίξει την κλασσική συζήτηση, “μην πρήζεις τον Μιχάλη”, το θυμάσαι;» την ρώτησε εκείνος.

«Ναι».

«Και κάποια στιγμή μου έκλεισες το μάτι…»

«Το θυμάμαι».

«Ε, μετά έγινε χαμός».

«Δηλαδή… Θέλει να μας πει η Κλαίρη, που με ξέρει από τα νήπια, ότι δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω απ’ το να σας δείξω τον κώλο και το μουνί μου χθες το βράδυ;»

«Μην γίνεσαι χυδαία!» την μάλωσε ο Μιχάλης.

«Το αιδοίο μου; Το γατάκι μου;» συνέχισε εκείνη, με περισσή ειρωνεία, στην φωνή και το ύφος της.

«Πρέπει να επιλέξω μεταξύ χυδαίας και ειρωνικής;» την ρώτησε αγανακτισμένα.

«Όχι. Θα μπορούσε να πει κάτι. Θα μπορούσε… Τέλος πάντων, θα τα ακούσει αύριο».

«Δεν θέλει να σου ξαναμιλήσει. Έτσι μου είπε χθες».

«Κλασσικές μαλακίες της Κλαίρης» μουρμούρισε η Λίλιαν κι όταν είδε το αποδοκιμαστικό του ύφος, νευρίασε περισσότερο. «Θ’ ακούσω κι από εσένα κήρυγμα;» τον ρώτησε.

«Δεν πρόκειται. Εσύ ξέρεις τι είναι καλό και τι είναι κακό για τον εαυτό σου. Ούτε εγώ το ξέρω, ούτε κανένας. Σε ξέρω αρκετά καλά για να ξέρω πως ό,τι έγινε, δεν έγινε εσκεμμένα. Απλώς η Κλαίρη είναι εξαιρετικά ζηλιάρα…»

«Μαλακισμένη θες να πεις» τον διέκοψε η Λίλιαν.

«… κι εσένα δεν σε νοιάζει απολύτως τίποτα…»

«Όχι, θα κάτσω να σκάσω» πετάχτηκε ξανά, νευριάζοντας τον Μιχάλη.

«Δεν τα άκουσες εσύ, όμως, χθες! Εγώ τα άκουσα! Λες κι έφταιγα εγώ!»

«Πάντα θα φταις σ’ αυτή τη σχέση, αγόρι μου» του είχε πει, κλείνοντας εκείνη την κουβέντα. Κι η Λίλιαν, στο παρόν, που θυμόταν εκείνο το απομεσήμερο στο μπουγατσάδικο που έχει από χρόνια κλείσει, ένιωσε όση ντροπή δεν είχε νιώσει τότε. Όχι τόσο γιατί τους τα έδειξε όλα, μα γιατί, με εκείνη την ατυχή συγκυρία, έδωσε ώθηση στον χαμό που θα ακολουθούσε, όχι μόνο στην ζωή του Μιχάλη, αλλά και στην δική της ζωή. Βέβαια, σε αντίθεση με τον Μιχάλη, η Λίλιαν μπορούσε να συγχωρέσει τα πάντα και να μην κρατήσει καμία απολύτως κακία σε κανέναν. Τέτοιος ήταν ο χαρακτήρας της. Συγχωρούσε, ξεχνούσε και πήγαινε παρακάτω. Δεν είχε χρόνο για μίση, έχθρες και κακίες. Ούτε και ψυχή που τ’ άντεχε όλα αυτά.

***

Δεν την χωρούσε πια το κρεβάτι. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το ξυπνητήρι. Ήταν εφτά και δέκα. Σηκώθηκε και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο. Χαμογελούσε ανεπαίσθητα. Απόφυγε να βάλει τις παντόφλες της για να μην κάνει θόρυβο. Ήλπιζε να κάνει μια πρωινή έκπληξη στον Μιχάλη, που όταν χανόταν στις σκέψεις του, αποσυνδεόταν από την πραγματικότητα. Κοίταξε στην κουζίνα. Καθόταν μπροστά στον νεροχύτη, μ’ ένα μισοτελειωμένο φραπέ στο χέρι και κοίταζε έξω από το παράθυρο. Πήγε αθόρυβα προς το μέρος του. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της. «Θυμάσαι τότε…» του ψιθύρισε αόριστα.

Ένιωσε τον σφυγμό του να επιταχύνει απότομα. Έριξε το βάρος του κορμιού της πάνω του κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Σαν να ‘ταν χθες, που φύσαγε αγέρας…» της απάντησε κι εκείνος, με τον ίδιο αόριστο τόνο. Είδε την θλιμμένη αντανάκλασή του στο παράθυρο, να χαμογελάει αμυδρά. Τον γύρισε προς το μέρος της. «Κοιμήθηκες καλά, μανάρι μου;» τον ρώτησε, κοιτάζοντας τον στα μάτια κι ύστερα έβαλε τα γέλια με το τρομαγμένο του ύφος.

«Τι έπαθες;» τον ρώτησε.

«Θα σου πω κάτι που είμαι σίγουρος ότι δεν γνωρίζεις για μένα. Δεν τα πάω καλά με τις γλύκες».

«Προφανώς, γιατί δεν τις είχες ποτέ σου και σου είναι παντελώς άγνωστες. Αλλά δεν μου απάντησες στην ερώτηση».

«Κοιμήθηκα υπέροχα!» της απάντησε, με θριαμβευτικό ύφος κι ύστερα την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Πεινάς; Να σου ετοιμάσω πρωινό; Να σου φτιάξω καφέ;» την ρώτησε.

«Τι ώρα σηκώθηκες;» απέφυγε την ερώτησή του, γιατί ούτε εκείνη είχε συνηθίσει στην περιποίηση.

«Αχάραγα. Δεν ξέρω γιατί» της απάντησε κι ύστερα κοίταξε την μοναδική γόπα που υπήρχε στο τασάκι. Την βούτηξε και προσπάθησε να την ανάψει. «Βγάλε αυτό το πράγμα από το στόμα σου, τώρα!» του είπε κι ύστερα, παρατηρώντας το κουταβίσιο βλέμμα του, μαλάκωσε. «Πρέπει να έχω ένα πακέτο τσιγάρα στο συρτάρι μου. Κάτσε να δω» του είπε. Βούτηξε τον καφέ του από τα χέρια και πίνοντας κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο. Όντως υπήρχε ένα ξεχασμένο πακέτο στο συρτάρι της.

Πέταξε το πακέτο στον Μιχάλη καθώς έμπαινε στην κουζίνα. «Ο καφές κατάσχεται» του είπε χαμογελώντας.

«Το ξανάρχισες;» την ρώτησε.

«Μπα».

«Πολύ φρέσκα είναι, για να ‘ναι ξεχασμένα καιρό εδώ» σχολίασε εκείνος, καθώς άναβε τσιγάρο.

«Τα ξέχασε εδώ ο μικρός, την Τρίτη, πριν την κοπανήσει μόνιμα» μουρμούρισε η Λίλιαν κι ύστερα, βλέποντας το ύφος του, έβαλε τα γέλια. «Μπακάλμπαση, ζηλεύεις;» αναφώνησε.

«Λίγο» μουρμούρισε εκείνος, σκύβοντας το κεφάλι.

«Λίγο; Αυτό αγγίζει επίπεδα Κλαίρης».

«Μη μου τη θυμίζεις, να χαρείς».

«Θυμάσαι τότε;»

«Πότε;»

«Τότε που είδε τον κώλο μου και θύμωσε κι έγινε χαμός στο πατρικό μου» συνέχισε εκείνη. Την κοίταξε με ένα μυστήριο και αδιευκρίνιστο ύφος ο Μιχάλης. Κάθισε στο τραπέζι, τράβηξε τζούρα κι ύστερα άφησε το τσιγάρο στο τασάκι. «Τότε, είχε ήδη λερωμένη την φωλιά της» σχολίασε.

«Ναι, το ξέρω, μου το έχεις πει».

«Τον Αντώνη, τον θυμάσαι;» συνέχισε με περιπαικτικό ύφος ο Μιχάλης.

«Αμυδρά. Τι κάνει αυτή η ψυχή; Μιλάτε;»

«Όχι. Ο Αντώνης αισθάνεται άσχημα για τότε».

«Μπακάλμπαση, ψυχοβγάλτη, τι θα γίνει;» αγρίεψε η Λίλιαν.

«Προσπαθώ να στο φέρω με τρόπο» της απάντησε εκείνος.

«Ποιο, ακριβώς;»

«Το ότι έχουν ένα παιδί μαζί, που το μεγαλώνει μόνος του ο Αντώνης» της είπε κοφτά. Πετάρισε τα βλέφαρά της η Λίλιαν. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ακόμη κοιμόταν και ονειρευόταν ή αν ο Μιχάλης της έκανε πλάκα. «Ξαναπές το».

«Μετά απ’ αυτό το σκηνικό και προφανώς πριν χωρίσουμε, η Κλαίρη χώθηκε στον Αντώνη. Ήδη του είχε πει ένα σωρό μαλακίες· αυτός ήταν και ο λόγος που έκανε πέρα. Και ο πραγματικός λόγος που χωρίσαμε, δεν ήταν ούτε η βλακεία που την έδερνε, ούτε το ότι κάναμε πολύ παρέα και πίστευε ότι τα έχουμε μπλέξει στα κρυφά. Έμεινε έγκυος, δεν ήξερε πόσο θα μπορούσε να το κρύψει, ποιος ξέρει τι θα άκουσε κι απ’ την θεούσα, και έγινε μανούλα…»

«Μου κάνεις πλάκα;» τον ρώτησε, με πολύ σοβαρό ύφος, η Λίλιαν.

«Καθόλου. Έχουν παντρευτεί με θρησκευτικό γάμο και δεν πήραν ποτέ διαζύγιο…» συνέχισε ο Μιχάλης.

«Και… Πώς… Πότε… Πού το έμαθες;» τραύλισε η Λίλιαν, που δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους της τα όσα είχαν γίνει πίσω από την πλάτη της και ποτέ δεν είχε μάθει.

«Τον πέτυχα τυχαία στην Λάρισα, πριν κάνα εξάμηνο… Δεν θυμάμαι τι έκανε, δεν θυμάμαι πού τρακάραμε, καθίσαμε να πιούμε ένα καφέ, να ανταλλάξουμε κάνα νέο και μου τα ‘πε».

«Φέρε ένα τσιγάρο. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ όλο αυτό» του είπε. Έτρεμαν τα χέρια της. Με πολύ κόπο κατάφερε να βάλει το τσιγάρο στο στόμα της. «Κι εγώ, ο μαλάκας, κάθομαι και χαλιέμαι, μία για τον Παύλο κι ότι τον έμπλεξα, μία για την Κλαίρη κι ότι σας χάλασα την σχέση… Κάθομαι και χαλιέμαι, και στεναχωριέμαι, και ντρέπομαι για τα όσα έκανα κι όσα θυμάμαι κι αυτοί, όλοι αυτοί… Αναλογίσου, Μπακάλμπαση, τι διαλέξαμε να γίνουμε στις ζωές μας… Γιατί;»

«Γιατί;» απόρησε ο Μιχάλης, μην έχοντας καταλάβει εκείνη, την τελευταία, ερώτησή της.

«Γιατί τα έκανε όλα αυτά;»

«Δεν ξέρω. Δεν θέλω να εικάσω. Ίσως να ξέρει ο Αντώνης. Ίσως, αν τον πετύχουμε κάπου κι έχει όρεξη, να μας πει» της απάντησε ο Μιχάλης κι ύστερα πήγε και της έπιασε τα χέρια. «Αφού δεν θα φας, πάμε να καθίσουμε μέσα, να σε πάρω μια αγκαλιά, να μην είσαι τόσο θλιμμένο» της είπε.

«Ναι. Πάμε».

Έσβησε το μισοκαπνισμένο της τσιγάρο κι ύστερα σηκώθηκε. Ακολούθησε τον Μιχάλη στο υπνοδωμάτιο. Την έβαλε στο κρεβάτι κι ύστερα ξάπλωσε δίπλα της. Την αγκάλιασε σφιχτά. «Πρέπει να πας για δουλειά» της ψιθύρισε.

«Το ξέρω» απάντησε κι εκείνη, στον ίδιο τόνο.

«Πρέπει να βγω στην αγορά…»

«Κι αυτό το ξέρω»

«Χρειάζομαι δανεικά» μουρμούρισε ο Μιχάλης, με θλιμμένο ύφος.

«Πάρε την κάρτα μου και πήγαινε να ψωνίσεις ό,τι χρειάζεσαι. Και θα πάρω άδεια αύριο. Και θα πάμε να πάρουμε τα πράγματά σου. Και θα μείνεις εδώ. Θα μείνουμε εδώ. Μαζί» κατέληξε η Λίλιαν, πριν κουλουριαστεί στην αγκαλιά του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook