Amor Fati – 06 – Λιωμένα Όνειρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Για κάποιο περίεργο λόγο, οι άνοιξες χαράσσονται βαθιά και ανεξίτηλα μέσα στις αναμνήσεις μας. Οι χειμώνες είναι πάντοτε βαριοί, μουντοί, μελαγχολικοί, υποτονικοί και κρύοι. Τα καλοκαίρια είναι ζεστά και ξέγνοιαστα, με ξενύχτια, κυνήγι ζωυφίων και μπάνια. Τα φθινόπωρα φέρνουν μαζί τους θάνατο κι ελπίδα, κουράγιο κι υπομονή, βροχή κι ανυπαρξία. Οι άνοιξες, όμως… Οι άνοιξες…

Εκείνη την άνοιξη, ο Μιχάλης και η Λίλιαν, δεν την πέρασαν απλώς μαζί. Την έζησαν μαζί. Περπάτησαν μαζί, στους δρόμους μιας πόλης που ‘χε ξεχάσει τι είναι ύπνος και τι είναι ηρεμία. Βάδισαν μαζί, μέσα σε άγνωστα μονοπάτια, εξερευνώντας τα μέρη που ήθελαν να δουν, μα φοβόντουσαν να επισκεφτούν μόνοι. Σουλατσάρισαν κι άραξαν και συζήτησαν. Έπλασαν όνειρα, ο καθένας τα δικά του, χωρίς να σκέφτονται τίποτα κοινό, γιατί αυτό που έβγαζε ο ένας προς τον άλλο δεν κουβαλούσε κανένα κοινό πάνω του. Ο Μιχάλης ανοίχτηκε κι αφηγήθηκε τον απόηχο μιας ζωής που είχε ζήσει, μιας ύπαρξης που δεν μπορούσε να ξεχάσει και μιας πραγματικότητας από την οποία πάλευε με νύχια και με δόντια να ξεφύγει. Κι η Λίλιαν άκουγε κι εν μέρει βίωνε τις αναμνήσεις εκείνου του παράξενου παιδιού με τα πουκάμισα και το πάντα ξυρισμένο μούτρο, καπνίζοντας τα τσιγάρα της και πίνοντας δυνατά ποτά.

Εκείνη η άνοιξη, για τον Μιχάλη, ήταν η εποχή που θα έβγαζε τον εαυτό του απ’ τις σκιές και την ομίχλη. Εποχή συνειδητοποίησης. Είδε με τα ίδια του τα μάτια πώς λιώνουν τα όνειρα και πώς, ρέοντας, απομακρύνονται από τους ανθρώπους οι υποσχέσεις, οι ελπίδες και τα λόγια. Πώς οι ιδέες αλλάζουν και πώς η αντιμετώπιση της πραγματικότητας παίρνει μια εντελώς πρωτόγνωρη τροπή. Εκείνη η άνοιξη του έμαθε να βλέπει τον εαυτό του από την σκοπιά του παρατηρητή και να παίρνει τις πιο σωστές, για τη δεδομένη στιγμή, αποφάσεις. Να λειτουργεί όπως θέλει ο ίδιος κι όχι όπως θα περίμεναν οι άλλοι να λειτουργήσει.

Για άλλους, εκείνη η άνοιξη και όσα έφερε μαζί της θα ήταν το κρίσιμο σημείο που θα καθόριζε την μετέπειτα πορεία τους. Για το Μιχάλη, ήταν όλα ευκαιρίες. Τη ρότα της ζωής του την είχε ήδη χαράξει μέσα στο μυαλό του. Μετρούσε μονάχα μήνες για να μπορέσει να σαλπάρει για ‘κει που γούσταρε η ψυχή του.

Η πρώτη μαχαιριά, που δεν κατάφερε ωστόσο ν’ αγγίξει εκείνον τον αδαμάντινο χαρακτήρα, ήρθε μ’ ένα χωρισμό. Έβλεπε, για μέρες και βδομάδες, το τέλος να τον πλησιάζει, μα αδιαφορούσε, όσο αδιαφορούσε κι η Κλαίρη για εκείνον. Είχε μάθει από μικρός να ‘χει τα μάτια και τα αυτιά του ανοιχτά, είχε μάθει να πιάνει ψιθύρους στο σκοτάδι, είχε μάθει ν’ αποφεύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να τον τσακίσει. Έτσι έγινε και τότε. Ένας ψίθυρος έφτασε στ’ αυτιά του. Ένας ψίθυρος που ούτε τον τάραξε, μήτε τον έβαλε σε σκέψεις. Ήξερε ο Μιχάλης. Ήξερε τους φίλους του. Ήξερε την σχέση του. Ήξερε τα στέκια τους και τα πιο βαθιά τους μυστικά. Κι ήξερε, γιατί νοιάστηκε να μάθει. Σ’ αντίθεση μ’ εκείνους.

Εκείνο το απόγευμα, είχε καταφέρει να καθαρίσει το μυαλό του, πριν βγει από το σπίτι. Δεν είχε πει σε κανέναν πού θα ήταν και τι θα έκανε. Εξ’ άλλου τα κολλητάρια του είχαν αρχίσει να χάνονται, η Κλαίρη, με πρόφαση το διάβασμα, είχε αρχίσει να αραιώνει και την Λίλιαν, που την νοιαζόταν ίσως όσο τον νοιαζόταν κι εκείνη, δεν ήθελε να την ανακατέψει σε κάτι τόσο προσωπικό.

Κοίταξε τον αναιμικό ήλιο, που ‘χε κρυφτεί πίσω από αραιά σύννεφα. Ήταν ζεστό εκείνο το απόγευμα κι ο ελαφρύς αέρας δρόσιζε το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπό του. Άρχισε να βαδίζει κοφτά και βιαστικά προς το μέρος που ‘χε ακούσει στους διάφορους ψίθυρους που τον περιτριγύριζαν εκείνο το διάστημα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Δεν ήταν ποτέ γενναίος ο Μιχάλης ούτε κι είχε σκοπό να γίνει. Μόνο που αυτό που δεν γνώριζε εκείνο το απόγευμα ήταν πώς η γενναιότητα δεν μας χαρίζεται. Κατακτάται. Όχι τόσο με τα όσα κάνουμε, μα με όσα δεν κάνουμε. Γιατί η διαφορά μεταξύ γενναίου και ηλίθιου είναι μία. Ο ηλίθιος δεν ξέρει πότε πρέπει να κάνει πίσω.

Την Κλαίρη την συνάντησε στο δρόμο. Πενήντα μέτρα μπροστά του ήταν. Θα μπορούσε να ξεχωρίσει την κορμοστασιά της και το ντύσιμό της ανάμεσα σε χιλιάδες άτομα. Επιβράδυνε το βήμα του, για να κρατήσει μια απόσταση ασφαλείας. Δεν ήθελε να γίνει αντιληπτός. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει μέσα στο κεφάλι του. Επιτάχυνε η ανάσα του κι οι εισπνοές έγιναν κοφτές κι απότομες. Οι εκπνοές δύσκολες. Σαν να του ‘λειπε το οξυγόνο. Άρχισε να πρήζεται το στήθος του. Οι μύες των χεριών συσπώνταν ασυναίσθητα. Ένιωσε σαν να ‘χε πάρει ένα κεφάλι μπόι, όταν αντίκρισε στην απόσταση τον παλιό σταθμό των τραίνων.

Το στόμα του είχε στεγνώσει για τα καλά και τα χέρια του έτρεμαν, όταν πήδηξε πάνω από τον μαντρότοιχο. Έψαξε, με την θολή του όραση, για ένα σημάδι της Κλαίρης, μα δεν το βρήκε πουθενά. Δεν της το ‘χε. Δεν πίστευε ότι θα κατάφερνε τόσο εύκολα να εξαφανιστεί. Πήρε βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να τιθασεύσει την καρδιά του που κάλπαζε και το σώμα του που ήταν έτοιμο για καυγά. Άρχισε να περπατάει αργά και προσεκτικά, σχεδόν αθόρυβα, σχεδόν στις μύτες των ποδιών, πάνω στις χοντρές πέτρες, ανάμεσα από βυτία και βαγόνια με container. Δε σκεφτόταν. Είχε κολλήσει το μυαλό του. Οι ψίθυροι είχαν αρχίσει να χτυπάνε με κρότο στα τοιχώματα του κρανίου του, να δυναμώνουν και να αντηχούν μέσα του, να γίνονται ουρλιαχτά. «Ο Λιόπεσης… Η γκόμενα του Μπακάλμπαση… Στα τραίνα… Η ψηλομύτα… Ο χαλιάρης με τις δύο… Ο κερατάς… Ο Μιχάλης…»

Το πλημμυρισμένο από αδρεναλίνη μυαλό του δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Ήθελε να τρέξει, να φωνάξει, να ουρλιάξει, να χτυπήσει, να ματώσει και πάλευε με μυαλό και σώμα να παραμείνει ψύχραιμος. Την έκβαση εκείνου του απογεύματος την γνώριζε. Ήθελε απλώς να βεβαιωθεί γι’ αυτό που του τριβέλιζε το μυαλό.

Δεν του πήρε πολλή ώρα για να ακούσει τις κοφτές ανάσες τους και τις πνιχτές κραυγές της. Σταμάτησε επί τόπου. Ένιωθε πως η καρδιά του ήταν έτοιμη να εκραγεί. Αρκούσε ένα βαθύ κάθισμα και μια γρήγορη αναζήτηση με τα μάτια, για να διαπιστώσει την προέλευση των ήχων, μα δεν το έκανε. Δείλιασε. Έκανε να φύγει, μα δεν τον άφησε ο εαυτός του. «Βεβαιώσου!» άκουσε μια κραυγή μέσα στο μυαλό του. Βαθύ κάθισμα. Θολή όραση. Πέτρες, ράγες και σκουριασμένες ρόδες βαγονιών. Διακλαδώσεις, χόρτα και παράταιρα graffiti. Ένα ζευγάρι μποτάκια, ένα τζιν κατεβασμένο μέχρι τον αστράγαλο κι ένα εσώρουχο κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα. Μισόκλεισε τα μάτια του, χαμογελώντας παράξενα. Άγγιξε το πυρακτωμένο πρόσωπό του. Δεν ήθελε να μπει σε καμία απολύτως διαδικασία. Μόνο σηκώθηκε, γύρισε από την άλλη κι άρχισε να τρέχει, δίχως προορισμό, δίχως σκέψεις, δίχως σχέδιο δράσης.

***

Μόνο η Λίλιαν τιμούσε πια το άτυπο και σιωπηλά καθιερωμένο βραδινό ραντεβού στο πάρκο. Τρόμαξε όταν αντίκρισε το ύφος του Μιχάλη στην απόσταση. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε χαμένο στις σκέψεις του, με απλανές βλέμμα που δεν κοίταζε πουθενά και συνάμα έβλεπε τα πάντα και με μια πρωτόγνωρη θλίψη χαραγμένη στο πρόσωπό του. Πλησιάζοντάς τον, συνειδητοποίησε πως φορούσε ακουστικά. Είχε καθίσει στην πλάτη του παγκακιού που συνήθως μαζευόντουσαν και χτυπούσε ρυθμικά το πόδι του πάνω στα ξεθωριασμένα ξύλα του καθίσματος.

Κάθισε δίπλα του ήρεμα, χωρίς να τον βγάλει από το ταξίδι που έκανε με το μυαλό του. Άναψε τσιγάρο. Γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε. Άκουσε τον πρίμο απόηχο της δυνατής μουσικής που ξερνούσαν τα ακουστικά. Ρούφηξε δυνατά το τσιγάρο της κι ύστερα το έβγαλε από το στόμα. Του το έδωσε. Την τρόμαξε ο τρόπος που την κοίταξε. Το ύφος του έδενε απόλυτα με τον αγριεμένο αέρα που έκανε το φαρδύ μπλουζάκι της να ανεμίζει. Τον είδε να τραβάει μια αργή, βαθιά τζούρα από το τσιγάρο της κι ύστερα, με μια περίτεχνη κίνηση, να της το επιστρέφει, δίχως να ξεκαρφώσει το βλέμμα του από τα μάτια της. Δίχως να μαλακώσει η έκφρασή του. Δίχως να σταματήσει το πόδι του να χτυπάει το παγκάκι, πάνω στο ρυθμό των τυμπάνων.

Αναστέναξε η Λίλιαν και έσκυψε το κεφάλι της. Ένιωσε τα δάχτυλά του στο πηγούνι της. Της σήκωσε το πρόσωπο ίσα για να ανταμώσουν οι ματιές τους. Έβγαλε βιαστικά τα ακουστικά του. Τα παράτησε στο λαιμό του. Άνοιξε το στόμα. Πήρε βαθιά ανάσα. Κάτι πήγε να πει μα δεν του βγήκε.

«Γιατί είσαι έτσι απόψε;» τον ρώτησε η Λίλιαν, με θλιμμένο και στοργικό ύφος.

«Γιατί… Τέλος…» αποκρίθηκε εκείνος, όσο πιο ήρεμα μπορούσε.

«Τι έκανε η Κλαίρη;»

«Δεν έχει νόημα…»

«Θα της μιλήσω…» αγρίεψε η Λίλιαν, μα δεν πρόλαβε να αποσώσει την σκέψη της.

«Δεν θα κάνεις απολύτως τίποτα» απάντησε νευριασμένα ο Μιχάλης, τονίζοντας την κάθε λέξη του, ενώ έφτυνε τα ταυ και τα σίγμα. Βούτηξε το τσιγάρο από τα χέρια της και το ρούφηξε με μανία. «Τίποτα! Άκουσες;» ούρλιαξε κι ύστερα η Λίλιαν κόλλησε δίπλα του και τον αγκάλιασε.

«Απολύτως τίποτα» τον διαβεβαίωσε.

«Σκάσε πιά κι εσύ!» φώναξε στο walkman, πριν το κλείσει και το αφήσει δίπλα του. Κούνησε το κεφάλι του, σαν να προσπαθούσε να πετάξει από ‘κει μέσα όποια σκέψη τον ενοχλούσε. Συνοφρυώθηκε. «Μαλακίες… Όλο μαλακίες… Μια ζωή μαλακίες…» μονολόγησε.

«Μιχάλη;»

«Ναι;»

«Θέλεις να μου πεις;»

«Να σου πω τι; Δεν ξέρεις;» της απάντησε αγριεμένα.

«Να ξέρω τι;» τον ρώτησε φοβισμένα.

Πάγωσε για μια στιγμή ο Μιχάλης, αναλογιζόμενος την βαρύτητα όσων επρόκειτο να ξεστομίσει. Προτίμησε την διπλωματική οδό. Ήθελε να πάρει πληροφορίες, χωρίς να δώσει. Ήθελε να μάθει πόσο βαθιά ήταν εκείνη η γεμάτη κοροϊδία τρύπα που τον είχαν πετάξει. «Η φιλενάδα σου πηδιέται από ‘δω κι από ‘κει…»

«Η Κλαίρη;» αναφώνησε με έκπληξη η Λίλιαν.

«Η Κλαίρη, ναι» της απάντησε εκείνος.

«Ρε Μπακάλμπαση, είσαι σίγουρος;» συνέχισε δύσπιστα η Λίλιαν.

«Απόλυτα».

«Μα… Δεν μπορεί… Η Κλαίρη…»

«Κι όμως, η Κλαίρη».

«Είσαι απόλυτα σίγουρος;» συνέχισε εκείνη.

«Την είδα, Λίλιαν. Με τα ίδια μου τα μάτια την είδα…» μονολόγησε ο Μιχάλης κι ύστερα έπιασε την αφήγηση.

Η μπουνιά που έριξε στο παγκάκι η Λίλιαν, μόλις άκουσε τα κατορθώματα της φίλης της, ήταν τόσο δυνατή που έτριξαν τα κορμιά τους, μαζί με το παγκάκι. «Μαλακισμένο…» μισόφτυσε μέσα από τα δόντια της, πριν ανάψει τσιγάρο και κεράσει ένα και τον Μιχάλη. «Γι’ αυτό εξαφανίστηκε το μαλακισμένο… Γι’ αυτό έχει χαθεί τόσο καιρό…» συνέχισε το παραλήρημά της.

«Μάλλον» απάντησε ο Μιχάλης.

«Παράνοια… Παράνοια, μαλάκα μου, παράνοια… Δεν υπάρχει άλλη λέξη. Η Κλαίρη… Ρε, η Κλαίρη… Το άβγαλτο που σε ταλαιπώρησε τόσο καιρό, που σου έβγαλε το λαδάκι, να παίρνεται στ’ όρθιο, μέρα μεσημέρι…»

«Το στόμα σου, γαμώ!» την μάλωσε ο Μιχάλης. Δεν ήταν τόσο ότι τον πείραζε η επιλογή των λέξεων ή το ύφος της, όσο ότι οι εικόνες ήταν ακόμη νωπές και τον πονούσαν πολύ. Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν έτοιμη να βάλει τα γέλια. «Άντε, μαλάκα, γέλα να δω τι θα καταλάβεις…» μουρμούρισε ο Μιχάλης, κοκκινίζοντας ολόκληρος.

«Δεν θα γε-» πρόλαβε να πει η Λίλιαν, πριν σκάσει στα γέλια. Την έσφιξε στην αγκαλιά του. Χαμογέλασε. «Χαζό» την πείραξε, πριν σηκωθεί από το παγκάκι.

«Βαρέθηκες;» τον ρώτησε, καθώς σκούπιζε τα δάκρυα που της είχε προκαλέσει το δυνατό γέλιο.

«Κουράστηκα… Είμαι ώρες εδώ».

«Πάμε ν’ αράξουμε σ’ έμενα;» τον ρώτησε κι εκείνος έγνεψε καταφατικά.

***

«Καλοκαιριάζει…» μουρμούρισε ο Μιχάλης, όταν κάθισε στο σκοτεινό μπαλκόνι. Η Λίλιαν έκλεψε ένα από τα αναρίθμητα μπουκάλια κρασιού που υπήρχαν στο σπίτι, βούτηξε δύο ακριβά ποτήρια από την κουζίνα, πήρε κι ένα τασάκι παραμάσχαλα κι έπειτα βγήκε στο μπαλκόνι. «Θες μουσική;» τον ρώτησε καθώς ξεφόρτωνε πράγματα πάνω στο τραπέζι από μπαμπού. Έγνεψε αρνητικά ο Μιχάλης. «Την ηρεμία μου θέλω» της απάντησε.

«Εδώ θα την έχεις. Κάποια στιγμή, ίσως αργά, να έρθει ο κυρ-Αλέκος. Η μάνα μου δεν ξέρω που ξημεροβραδιάζεται κι ο Αλέκος ποτέ δεν μπαίνει στο δωμάτιο. Όλα είναι υπέροχα σ’ αυτό το σπίτι» κατέληξε με πικρία στη φωνή της, προτού καθίσει δίπλα του σ’ εκείνο τον καναπέ από μπαμπού, με τα κάποτε πάλλευκα μαξιλάρια, που πια είχαν κιτρινίσει από την πολυκαιρία και την αχρηστία. «Διαλύεται σιγά – σιγά» μονολόγησε η Λίλιαν. Συμφώνησε γνέφοντας ο Μιχάλης κι ύστερα βούτηξε το μπουκάλι από το τραπέζι. Προσπάθησε να διαβάσει την ετικέτα, αλλά δεν τα κατάφερε. «Ό,τι και να ‘σαι…» είπε αδιάφορα στο μπουκάλι, πριν το ανοίξει. Γέμισε τα ποτήρια τους. Τράκαρε τσιγάρο από την Λίλιαν. Το άναψε. Την είδε να στριβεί το δικό της τσιγάρο. «Θα χαλαστείς;» την ρώτησε κι εκείνη, καγχάζοντας, του απάντησε «θα χαλαρώσω».

«Δώσε κι από ‘δω» της είπε ο Μιχάλης όταν τράβηξε την πρώτη της τζούρα κι εκείνη γύρισε απότομα προς το μέρος του. «Δεν υπάρχει περίπτωση, Μπακάλμπαση» του απάντησε κοφτά και κατηγορηματικά.

«Ρε δώσε που σου λέω» επέμεινε εκείνος. Θύμωσε η Λίλιαν κι εκείνος ο θυμός αποτυπώθηκε στο πρόσωπό της. Δεν το έβαλε κάτω ο Μιχάλης. Δεν το διαπραγματευόταν η Λίλιαν. «Έχω λίγη ηρωίνη μέσα. Να τη σουτάρουμε, να φύγουμε, να ξεμπερδεύουμε;» τον ρώτησε, μεταξύ σοβαρού και αστείου. Μόρφασε ο Μιχάλης μπροστά σ’ εκείνη την προοπτική, γιατί ήξερε πώς θα έφευγαν, πού θα πήγαιναν και πώς θα ξεμπέρδευαν. «Κότα;» τον ρώτησε η Λίλιαν κι εκείνος έγνεψε καταφατικά, πριν γυρίσει στο κανονικό του τσιγάρο και στο κρασί του. Ήταν η δεύτερη φορά την ίδια μέρα που αποδείκνυε και στον εαυτό του και σ’ εκείνη ότι ήταν γενναίος άνθρωπος. Ίσως ο γενναιότερος άνθρωπος που είχε ποτέ γνωρίσει η Λίλιαν. Του το είπε, μα εκείνος δεν την πίστεψε. Του το εξήγησε, μα ο Μιχάλης δεν είχε όρεξη για εσωτερικές αναζητήσεις και φιλοσοφικές συζητήσεις. «Είμαι ό,τι κατάφερα να γίνω. Τίποτα περισσότερο» της είπε, πριν βυθιστούν σε μια εκκωφαντική σιωπή που έσπαγε, αραιά και που, από τον ήχο που ενός τσιγάρου καθώς καιγόταν, ενός λαιμού που κατάπινε ή ενός ποτηριού που αφηνόταν στο τραπέζι.

Άρχισε να χάνεται ο χρόνος μέσα στην σιωπή. Άρχισαν να σβήνουν τα φώτα στα κοντινά σπίτια. Το τσιγάρο της Λίλιαν είχε τελειώσει. Είχε γείρει το κεφάλι της πάνω στο μπράτσο του Μιχάλη. Την ηρεμούσε η παρουσία του και την χαλάρωνε η μυρωδιά του, περισσότερο κι απ’ το κρασί, περισσότερο κι απ’ το τσιγάρο. Την γλυκονανούριζε ο ρυθμός της καρδιάς του, που χτυπούσε γοργά και δυνατά. Την συνέφερε, ενίοτε, κάποια του κίνηση ή ο ήχος του γυάλινου ποτηριού που ακουμπούσε βίαια πάνω στο τραπέζι.

Στο τρίτο ποτήρι κρασί, ο Μιχάλης είχε μεθύσει κι είχε αρχίσει να παραμιλάει. «Πουτάνες… Γαμημένες πουτάνες… Κατάλαβες, μαλάκα μου; Σου πουλάνε παραμύθι κι ύστερα σε πετάνε πριν σε πουλήσουν» μονολόγησε. Έπειτα γύρισε και την κοίταξε. Κούνησε θλιμμένα το κεφάλι του. Τα χείλη του είχαν σχηματίσει ένα τόξο θλίψης και τα μάτια του είχαν κοκκινήσει. Πετάρισε τα βλέφαρά της. Εκείνη την ημέρα τον έβλεπε όπως δεν τον είχε ξαναδεί. Είχε απ’ όλα μέσα του ο Μιχάλης. Είχε οργή και θλίψη και χαρά. Είχε πόνο που δεν ήξερε πώς να εξωτερικεύσει. Είχε ιδέες που είχαν σφηνωθεί στο μυαλό του. Εκείνες που ποτέ δεν συζητούσε.

Σηκώθηκε η Λίλιαν σιωπηλά κι ύστερα του έδωσε το χέρι για να τον σηκώσει. «Πάμε μέσα» του είπε στοργικά κι εκείνος υπάκουσε. Τον πήρε από το χέρι και τον έβαλε στο δωμάτιο. Άναψε ένα μικρό πορτατίφ με γλυκό, ζεστό φως κι ύστερα τον ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Του έβγαλε τα παπούτσια. Του ανέβασε τα πόδια πάνω στο κρεβάτι. Τον έσπρωξε απαλά για να κάνει χώρο για τον εαυτό της. Ξάπλωσε δίπλα του. Πέταξε τα λυτά άρβυλά της στο πάτωμα. Τον αγκάλιασε κι έχωσε το κεφάλι του στον κόρφο της. «Μου έχεις αφήσει μια ιστορία στη μέση» του ψιθύρισε κι εκείνος κάγχασε. «Καμία ιστορία» τραύλισε.

«Μου τη χρωστάς» επέμεινε ο ψίθυρός της.

«Γιατί;» απόρησε ο Μιχάλης.

«Γιατί σήμερα, από τις σιωπές σου, σε μαθαίνω».

«Η μάνα μου έφυγε για την Κούβα όταν ήμουν έντεκα. Μας παράτησε για να πάει να ζήσει στον σοσιαλιστικό παράδεισο» μουρμούρισε ειρωνικά, πριν αναστενάξει. «Την τελευταία φορά που την είδα, το βράδυ πριν φύγει, καθόταν στο σαλόνι μας κι άκουγε μουσική. Ούτε που μας χαιρέτισε. Ούτε που ξαναμάθαμε νέα της» κατέληξε, αναστενάζοντας, ο Μιχάλης.

«Βαρύ» μονολόγησε η Λίλιαν.

«Ηλίθιο».

«Δεν ξέρω, Μιχάλη».

«Τι δεν ξέρεις;» νευρίασε εκείνος.

«Αν πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι σωστό για εμάς ή ό,τι είναι σωστό για το κοινό καλό» απάντησε με αδιάφορο, μα σοβαρό ύφος, η Λίλιαν.

«Δε με νοιάζει και δε θέλω να το συζητήσω».

«Γιατί;» επέμεινε η Λίλιαν.

«Γιατί με πονάει. Συνεχίζει να με πονάει μετά από τόσα χρόνια και δεν ξέρω αν θα περάσει».

Τινάχτηκε η Λίλιαν όταν τα καυτά του δάκρυα άγγιξαν το στήθος της. Ασυναίσθητα άρχισε να του χαϊδεύει το κεφάλι. Βυθίστηκαν στην σιγαλιά της νύχτας που πλέον δεν την έσπαγαν ούτε οι θόρυβοι του περιβάλλοντος, μήτε το βουβό του κλάμα. Η Λίλιαν έμεινε στο πλευρό του, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος κι έπειτα βγήκε στο μπαλκόνι, για να κάνει ένα τελευταίο τσιγάρο, χαζεύοντας τον. Παρ’ όλη την κούραση και τη στεναχώρια του, κοιμόταν γαλήνια. «Αχ, ρε Μπακάλμπαση» μονολόγησε καθώς έσβηνε το τσιγάρο. Χώθηκε στο δωμάτιο. Έσβησε το πορτατίφ. Γδύθηκε βιαστικά. Βρήκε τις πιτζάμες της μέσα στο σκοτάδι. Τις φόρεσε. Ξάπλωσε δίπλα του. Τον αγκάλιασε. Έριξε πάνω τους ένα λεπτό κουβερτάκι, γιατί είχε βγάλει ψύχρα. Ένα πανάρχαιο ρολόι με φωσφορίζοντες δείκτες, έδειχνε μερικά λεπτά μετά τις τέσσερεις το χάραμα. Έκλεισε τα μάτια της. Κόλλησε στο πλευρό του. Απόμεινε εκεί, να νανουρίζεται από τον αργό ρυθμό της καρδιάς του και την ήρεμη αναπνοή του, μέχρι που την πήρε ο ύπνος.

***

Ο πονοκέφαλος χτύπησε τον Μιχάλη, την ίδια ώρα που το εκτυφλωτικό, πρωινό φως, άγγιξε τα μισάνοιχτα μάτια του. Του χρειάστηκαν μερικές στιγμές για να συνειδητοποιήσει πού ακριβώς βρισκόταν. Το αριστερό του χέρι ήταν μουδιασμένο. Έκανε να το τραβήξει, μα δεν τα κατάφερε. Η Λίλιαν, που κοιμόταν δίπλα του, το είχε πάρει αγκαλιά και το έσφιγγε. Ξεφύσησε ο Μιχάλης. Ξεμάγκωσε, όσο πιο απαλά μπορούσε, το χέρι του, σηκώθηκε, πέρασε από πάνω της και βγήκε στο μπαλκόνι.

Βούτηξε το προτελευταίο τσιγάρο από το άδειο, πια, πακέτο και το άναψε βιαστικά, ενώ έτριβε τα μάτια του που τον έτσουζαν αφόρητα. Γύρισε την πλάτη του στον πρωινό, δυνατό ήλιο. Έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος της. Απόμεινε να την παρατηρεί σιωπηλά, καθώς γέμιζε τα πνευμόνια του με νικοτίνη και σιχασιά. «Όλα τα έκανα λάθος» συλλογίστηκε, προτού ρίξει μια ματιά στην κάφτρα του τσιγάρου. Πέταξε το τσιγάρο στο τασάκι κι επέστρεψε στο δωμάτιο. Κάθισε δίπλα της. «Ξύπνα» της ψιθύρισε κι εκείνη, τρομαγμένα, μισάνοιξε το ένα της μάτι και τον στραβοκοίταξε.

«Είναι Σάββατο, Μπακάλμπαση. Άσε με» του είπε κι ύστερα γύρισε πλευρό.

«Είναι Σάββατο, μεσημεριάζει, πεινάω και θέλω καφέ» επέμεινε ο Μιχάλης.

«Καλά, καλά…» του απάντησε βαριεστημένα, πριν ανοίξει και το άλλο της μάτι.

Σιωπηλά φόρεσε τα παπούτσια του κι έπειτα σηκώθηκε και πήγε να βγει από το δωμάτιο. Τον κοίταξε απορημένα η Λίλιαν. «Πού πας;» τον ρώτησε κι εκείνος, δίχως να γυρίσει να την κοιτάξει, άνοιξε την πόρτα. «Θα σε περιμένω μέσα» της απάντησε.

«Μπακάλμπαση;» έκανε η Λίλιαν, σηκώνοντας το δεξί της φρύδι.

«Να σε περιμένω ν’ αλλάξεις εδώ;» συνέχισε ο Μιχάλης, εκείνο το παιχνίδι με τις ερωτήσεις.

«Γιατί, θα δεις κάτι που δεν έχεις ξαναδεί;» μουρμούρισε εκείνη, με περισσή ειρωνεία στη φωνή της.

«Το χοντραίνεις» αρπάχτηκε εκείνος.

«Τον πουριτανισμό σου μέσα» αγρίεψε κι εκείνη, καθώς πετούσε την πιτζάμα της σ’ ένα σωρό με ρούχα, ενώ έψαχνε να βρει μια μπλούζα.

«Έφυγα» δήλωσε ο Μιχάλης, πριν βγει από το δωμάτιο και κλείσει την πόρτα πίσω του.

Το πρωινό τους ήταν δυο μπουγάτσες που έφαγαν στο πόδι. Πήραν κι από ένα φραπέ κι άρχισαν να σουλατσάρουν στην πόλη, δίχως να μιλάνε ιδιαίτερα. Η Λίλιαν είχε φορέσει το μαύρο της γυαλί γιατί την ενοχλούσε ο ήλιος κι ο Μιχάλης είχε μοντάρει τα ακουστικά στην βάση του αυχένα του. Αν τους έβλεπες από μια μεριά, θα νόμιζες πως είναι άσχετα μεταξύ τους άτομα, που έτυχε να περπατάνε δίπλα – δίπλα και συγχρονίστηκε ο βηματισμός τους. Η Λίλιαν με το αμάνικο, τα άρβυλα και το παντελόνι παραλλαγής κι ο Μιχάλης με το μονόχρωμο, γαλάζιο πουκάμισο, το στενό τζιν και τα αθλητικά παπούτσια.

«Δεν έχω καμία απολύτως όρεξη να γυρίσω στο σπίτι σήμερα» δήλωσε ο Μιχάλης, όταν είχαν πια φτάσει στο κέντρο της πόλης.

«Μην γυρνάς» του απάντησε η Λίλιαν, με αδιάφορο ύφος.

«Και τι να κάνω;»

«Ξέρω ‘γω; Μπορούμε ν’ αράξουμε έξω».

«Να κάνουμε τι;»

«Μπορούμε να μην κάνουμε τίποτα».

«Βαριέμαι» γκρίνιαξε εκείνος.

«Είμαι βαρετή;» τον πείραξε η Λίλιαν.

«Δεν έχω διάθεση» την έκοψε ο Μιχάλης.

«Δεν χρειάζεται να έχεις διάθεση για να σε πειράξω».

«Το ξέρω…»

«Μήπως να ξεκαθαρίσεις την κατάσταση με την Κλαίρη; Να σου φύγει το βάρος; Να ηρεμήσεις;» τον ρώτησε, περισσότερο για να τον παροτρύνει, παρά για να πάρει κάποια απάντηση.

«Μήπως;» αναρωτήθηκε δυνατά κι εκείνος κι ύστερα γύρισε προς το μέρος της. «Ίσως… Καλό θα ήταν, αλλά, πραγματικά, δεν έχω καμία διάθεση να την δω» απάντησε βιαστικά.

«Πρέπει, όμως».

«Πρέπει;» απόρησε ο Μιχάλης.

«Πρέπει να ξεκαθαρίσεις».

«Χέστηκα να ξεκαθαρίσω».

«Μιχάλη;»

«Αγλαΐα;» αγρίεψε εκείνος.

«Ρε, α’ γαμήσου, που θα με φωνάξεις “Αγλαΐα”!» του φώναξε κατάμουτρα. Ήταν έτοιμη να ξεκινήσει καυγά, μα το ύφος του της έκοψε την φόρα. Σταύρωσε τα χέρια του κι απόμεινε να την αγριοκοιτάζει. «Και τι να την πω, ρε;» φώναξε κι εκείνος με τη σειρά του. «Να την πω τι; Να μην πηδιέται; Ή να την ρωτήσω, τι; Γιατί πάει και πηδιέται από ‘δω κι από ‘κει; Στ’ αρχίδια μου την έχω γραμμένη! Ας κάνει ό,τι στο διάολο θέλει!»

«Είναι που δεν σε πονάει…» τον ειρωνεύτηκε η Λίλιαν.

«Με πονάει – δεν με πονάει, δικό μου θέμα!»

«Εγώ σου φταίω;»

«Όχι!»

«Τότε, γιατί φωνάζεις σ’ εμένα;» ρώτησε ήρεμα η Λίλιαν κι ο Μιχάλης έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένα. «Συγγνώμη…» ψέλλισε.

«Να την κάνω τι;» τον ρώτησε, σταυρώνοντας τα χέρια και αγριοκοιτάζοντάς τον. «Άκου ‘δω. Ξεκαθάρισέ το και λήξ’ το. Λήξ’ το. Όσο κάνεις τον μαλάκα, τόσο θα σ’ έχουν για μαλάκα. Κάτι ξέρω και σ’ το λέω» κατέληξε η Λίλιαν.

***

Το τελευταίο ραντεβού του Μιχάλη το είχε κλείσει η Λίλιαν. Βράδυ Κυριακής, στο γνωστό μέρος, λίγο μετά το θερινό σινεμά. Η Λίλιαν είχε τηλεφωνήσει στην Κλαίρη με πρόφαση ότι είχε κάτι κουτσομπολιά να της πει, τα οποία δεν ήθελε να τα μοιραστεί μαζί της από το τηλέφωνο. Κι η Κλαίρη, που δεν μπορούσε να πει όχι σε κουτσομπολιά, όσο κι αν είχε στην κόντρα την Λίλιαν, δέχτηκε να την συναντήσει.

Ο Μιχάλης έφτασε στο ραντεβού δέκα λεπτά πριν τις εννιά. Ήταν ντυμένος λίγο πιο καλά απ’ όσο συνήθως. Είχε πάρει μαζί του και μια κασέτα με τις νέες κυκλοφορίες για να τις ακούσει όσο θα περίμενε, αφού ήταν σίγουρος ότι η Κλαίρη θα τον έστηνε, όπως έκανε πάντοτε. Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά του, πάτησε το play στο walkman κι άρχισε να ακούει τον ελαφρύ θόρυβο της κασέτας πριν αρχίσει το πρώτο τραγούδι.

Ήταν ήσυχο εκείνο το μουντό βράδυ. Έβγαινε ο Μάϊος, μα ο καιρός δεν ήθελε να φτιάξει. Βαριά και μαύρα σύννεφα έκρυβαν τον σκοτεινό ουρανό και το φεγγάρι που ήτανε στην φέξη. Ένας ελαφρύς, δροσερός αέρας φυσούσε. Το απαλό θρόισμα των φύλλων έμοιαζε να δένει με την μελωδία που έπαιζε στα ακουστικά του. «Να θυμηθείς ρε, να παραβγούμε στο τρέξιμο…» άκουσε, πάνω σ’ ένα πένθιμο άρπισμα κιθάρας και, ασυναίσθητα, ήρθε στο νου του ο Παύλος. Πόσο λαχταρούσε, εκείνη την στιγμή, να του σκάσει μια μπουνιά, ανάμεσα από τα μάτια, στο κόκκαλο της μύτης, να είναι όλη δική του; Να την χαρεί. Γύριζε το μυαλό του καθώς αυξανόταν το τέμπο του κομματιού. Δεν ήξερε ποιος του έφταιγε εκείνη τη στιγμή. Δεν ήξερε αν υπαίτιος για την δυστυχία και τον πόνο του ήταν εκείνη που αγάπησε ή εκείνος που, κάποτε, ήταν ο καλύτερός του φίλος.

Την είδε στην απόσταση να τον πλησιάζει, με αεράτο περπάτημα. Άρχισαν να παίζουν τα νεύρα του ποδιού του. Ξεκίνησε να χτυπάει ρυθμικά το χώμα. Άλλαξε ο ρυθμός. Μετατράπηκε σ’ ένα πένθιμο εμβατήριο. Κόλλησε το βλέμμα του στην Κλαίρη που τον πλησίαζε αργά. Προσπάθησε να παραμείνει ήρεμος κι ακίνητος, μα το σώμα του δεν τον άφηνε. Κάθε ίνα της ύπαρξής του βασανιζόταν από τα χημικά που δημιουργούσε το σώμα του και γέμιζε μ’ αυτά το μυαλό του.

Η Κλαίρη κατάλαβε ποιος καθόταν στο παγκάκι, είκοσι μέτρα πριν φτάσει. Σάστισε όταν αντίκρισε τον Μιχάλη, με τα ακουστικά στα αυτιά, να την κοιτάζει δίχως να πεταρίζει τα βλέφαρά του. Τρόμαξε με την απόκοσμα οργισμένη έκφρασή του. Έκανε να φύγει, μα δεν είχε το κουράγιο να του πάει κόντρα. Ο Μιχάλης της έγνεφε να πάει προς το μέρος του. Ξεφύσησε, πριν αρχίσει να περπατάει. Δεν τον χαιρέτισε, μόνο κάθισε δίπλα του. Τον είδε να βγάζει τα ακουστικά του και να βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του πουκαμίσου του. Πήρε ένα τσιγάρο στα χέρια του, το έβαλε αργά στο στόμα του, το άναψε με το πάσο του κι ύστερα ξανάχωσε το πακέτο στην τσέπη. Τράβηξε βαθιά τζούρα. Εξιλεωτική. Γύρισε και την κοίταξε. «Τελειώσαμε» της είπε με έναν παράξενα γαλήνιο τόνο, που δεν ταίριαζε καθόλου με την φουρτουνιασμένη του έκφραση.

Το σαγόνι της Κλαίρης έπεσε από την έκπληξη. Προσπάθησε να πει κάτι, μα δεν έβρισκε λόγια. Ανοιγόκλεισε μερικές φορές το σαγόνι της, βγάζοντας άναρθρους ήχους. «Θέλεις να το ξαναπώ;» την ρώτησε, χαμογελώντας σαρδόνια, μα δεν περίμενε να πάρει απάντηση. «Τελειώσαμε, Κλειώ» κατέληξε. Έστρεψε το κεφάλι του μακριά της κι απόμεινε να κοιτάζει τον κόσμο στην απόσταση.

«Πώς τελειώσαμε;» του φώναξε η Κλαίρη.

«Εσύ να μου πεις. Εσύ είσαι εκτός. Εσύ εξαφανίζεσαι. Εσύ ό,τι θυμάσαι χαίρεσαι. Πες μου εσύ πώς τελειώσαμε» της απάντησε, δίχως να την κοιτάξει.

Σήκωσε το χέρι της η Κλαίρη κι έκανε να τον πιάσει από το μάγουλο, να στρέψει το πρόσωπό του προς το δικό της, να τον κάνει να την κοιτάξει στα μάτια. Δεν πρόλαβε. Της έπιασε το χέρι στον αέρα. «Τελειώσαμε, Κλειώ, και δεν με νοιάζει το “γιατί”…» μουρμούρισε.

«Να σου εξηγήσω…»

«Δεν θέλω ν’ ακούσω» την διέκοψε, δίχως να αφήσει το χέρι της.

«Μιχάλη…» άρχισε εκείνη με απολογητικό ύφος, μα την διέκοψε το βροντερό, σχεδόν σατανικό, γέλιο του. «Σε είδα» της είπε.

«Τι είδες;»

«Έχει νόημα να το συζητήσουμε; Σ’ έφερα εδώ – ναι, ηλίθια, εγώ σ’ έφερα – για να το λήξουμε. Και να σου πω και κάτι; Και τον εξαφανισμό υπέμενα, και την αδιαφορία υπέμενα, και την βλακεία που σε δέρνει και ζηλεύεις την Λίλιαν υπέμενα. Το να πηδιέσαι με τον Παύλο…» κατέληξε, πριν τραβήξει μια τζούρα από το τσιγάρο του και γυρίσει απότομα προς το μέρος της. Έβραζαν τα μάτια του και τα χείλη του είχαν μετασχηματιστεί σε μια λεπτή, κόκκινη γραμμή. «Όχι… Δεν έχω αρκετή υπομονή για τέτοια καπρίτσια. Τράβα τώρα και γαμήσου και μη σε ξαναδώ στα μάτια μου» κατέληξε, προσπαθώντας να μαζέψει τα νεύρα και την οργή του, καθώς της άφηνε το χέρι.

Γύρισε το κεφάλι του από την άλλη πλευρά, για να μην την βλέπει. Συνέχισε το τσιγάρο του. Σηκώθηκε όρθια η Κλαίρη και στήθηκε μπροστά του. Σταύρωσε τα χέρια της. «Έφευγες;» την ρώτησε ο Μιχάλης, μα εκείνη χαμογελώντας νευριασμένα, έγνεψε αρνητικά.

«Εσύ, Μιχάλη, τι είσαι; Άγιος;» άρχισε την επίθεση κι ο Μιχάλης, που περίμενε ακριβώς εκείνη την συμπεριφορά, αδιαφόρησε για τα λόγια της.

«Λέγε ρε! Άγιος είσαι; Δεν πηδιέσαι με την Λίλιαν που όλο είστε μαζί κι όλο το ξενυχτάτε; Και βολτούλες μαζί, και στο σπίτι της μαζί, και στο έξω μαζί! Λέγε ρε!» συνέχισε να ωρύεται η Κλαίρη. Το χαμόγελο του Μιχάλη τροφοδοτούσε την άσβεστη οργή της. «Πιστεύεις ότι η κωλοσυμπεριφορά σου δεν μ’ έχει πονέσει; Που αντί να καθίσεις να μιλήσεις σε εμένα, συζητάς όλα σου τα προβλήματά σου με το πρεζάκι;»

«Αυτή, η γαμημένη η εμμονή σου σ’ έχει φάει!» της αντέτεινε, νευριασμένα, ο Μιχάλης.

«Ποια εμμονή; Πραγματικότητα είναι!»

«Στο κεφαλάκι σου μέσα, κουκλίτσα! Μόνο μέσα στο κεφάλι σου υπάρχει αυτή η πραγματικότητα!»

«Α, μπα; Το να κοιμάσαι στο σπίτι της, τι είναι; Φιλική επίσκεψη; Φτηνό ξενοδοχείο; Η δική μου πραγματικότητα;»

«Μια φορά κοιμήθηκα στο σπίτι της και ξέρεις πότε;»

«Την κοροϊδία, Μιχαλάκη, αλλού!»

«Ρε! Άντε και γαμήσου, που θα σου δώσω και λογαριασμό!»

«Δεν είσαι άγιος, Μπακάλμπαση! Κι αυτός είναι ο λόγος που έκανα ό,τι έκανα!»

«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, Κλαίρη. Τελειώσαμε» είπε ο Μιχάλης, πετώντας μακριά το τσιγάρο του. Σηκώθηκε από το παγκάκι και στάθηκε μπροστά προς. «Ελπίζω να μην τα ξαναπούμε» μουρμούρισε.

«Τράβα τώρα, σαν καλό σκυλάκι, στην γκομενίτσα σου το πρεζάκι!» βρυχήθηκε η Κλαίρη. Συνοφρυώθηκε ο Μιχάλης. Έκλεισε τα βλέφαρά του και κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. «Ό,τι και να σου πω, δεν θέλεις να καταλάβεις, ε;» την ρώτησε κι εκείνη τη στιγμή η Κλαίρη τον χαστούκισε με όλη της τη δύναμη. «Σ’ έχω χωρίσει από καιρό, καημένε!» του φώναξε κι ο Μιχάλης έσκυψε το κεφάλι, έκλεισε σφιχτά τα μάτια του και χαμογέλασε. «Το ξέρω» προς απάντησε, σε μια έκρηξη διαύγειας κι ύστερα γύρισε από την άλλη πλευρά κι άρχισε να απομακρύνεται, καθώς η εξοργισμένη Κλαίρη τον έβριζε.

Σήκωσε ψηλά το χέρι του, γνέφοντας προς τα πίσω, πριν σηκώσει το μεσαίο του δάχτυλο προς την Κλαίρη. «Άντε γαμήσου» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, καθώς άνοιγε το βήμα του και φορούσε τα ακουστικά του. Γύρισε την κασέτα προς τα πίσω. Ξαναπάτησε το play. «Τετραγωνισμένα φύλλα… Φύλλα πουλημένης έκφρασης…»

***

Το κουράγιο για να χτυπήσει το κουδούνι που έγραφε «Χαραμής» το βρήκε λίγο μετά τις έντεκα. Είχε ώρα στημένος κάτω από εκείνη την πολυκατοικία και κάπνιζε, τρώγοντας ενίοτε τα νύχια του, αναλογιζόμενος αν είχε πάρει τις σωστές αποφάσεις.

«Ποιος;» ακούστηκε η φωνή της Λίλιαν από το θυροτηλέφωνο.

«Μπακάλμπασης» αποκρίθηκε εκείνος κι ύστερα έσπρωξε την βαριά εξώπορτα.

Έτρεμαν τα πόδια του, καθώς διέσχιζε τον μακρύ διάδρομο της πολυκατοικίας. Παρατήρησε, για πρώτη φορά, τα παράξενα νερά των μαρμάρων που έντυναν τους τοίχους. Λευκά σχισίματα μέσα σε σκούρες καφέ αποχρώσεις. Άνοιξε απότομα την πόρτα του ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί. Κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη που πάντοτε του φαινόταν πως τον παραμόρφωνε. Ήταν ιδρωμένος. Το συνήθως καλοχτενισμένο μαλλί του ήταν λιγδιασμένο και ακατάστατο. Το πρόσωπό του κόκκινο. Τα μάτια του φάνταζαν ματωμένα. Έμοιαζε σαν να είχε βγει από κάποιο παλιό και ξεπεσμένο φιλμ νουάρ.

Σταμάτησε απότομα ο θάλαμος κι ο Μιχάλης πήρε μερικές βαθιές ανάσες πριν ξεμυτίσει στο μακρύ διάδρομο. Η Λίλιαν έστεκε στο κατώφλι του μοναδικού διαμερίσματος του ορόφου και τον περίμενε. Θλιμμένα τον κοίταζε και με προσμονή. Είχε προαίσθημα για εκείνη του την επίσκεψη. Ο πονεμένος μορφασμός του υποδήλωνε περισσότερο κούραση, παρά την ψυχική του διάθεση. Αμίλητος μπήκε στο σπίτι, σπρώχνοντάς την απαλά. Διέσχισε το σαλόνι με την βαριά διακόσμηση και χώθηκε βιαστικά στο δωμάτιό της. Γύρισε να την κοιτάξει. Τον ακολουθούσε με βαρύ, αργό βήμα και νυσταγμένο ύφος. Καταλάβαινε πως τίποτα δεν είχε πάει καλά.

Τον Μιχάλη δεν τον χωρούσε ο τόπος. Ήθελε ν’ ανοίξει το στόμα του και να βάλει φωτιά στα πάντα. Ήθελε να μιλήσει. Ήθελε να ακουστεί.

«Τέλος;» τον ρώτησε η Λίλιαν μόλις μπήκε στο δωμάτιο κι ύστερα σωριάστηκε στο κρεβάτι. Βούτηξε ένα μισοαναμμένο, στριφτό τσιγάρο από το τασάκι και το έβαλε στο στόμα της.

Έγνεψε καταφατικά ο Μιχάλης, ενώ περπατούσε πάνω – κάτω μέσα στο δωμάτιο.

«Θ’ ανοίξεις λαγούμι;» αστειεύτηκε εκείνη κι ύστερα ξέσπασε σε δυνατά γέλια.

«Αυτό σκοπεύω να κάνω» απάντησε αόριστα ο Μιχάλης.

«Ποια ήταν η δικαιολογία;»

«Ότι γαμιόμαστε.»

«Εμείς οι δύο;» ρώτησε η Λίλιαν με έκπληξη κι ύστερα φύσηξε απότομα τον καπνό της κι άρχισε να βήχει μέσα στο βροντερό της γέλιο. Γύρισε προς το μέρος της ο Μιχάλης. «Σου φαίνεται αστείο;» την ρώτησε κι εκείνη έγνεψε καταφατικά, ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει τον βήχα της.

«Αστείο, ε; Που μου πέταξε να γυρίσω σαν σκυλάκι, στην γκομένα μου το πρεζάκι…» μονολόγησε εκείνος.

«Φαιδρό. Ούτε σκύλος είσαι, ούτε η γκόμενα σου είμαι. Καλά, για το πρεζάκι, δεν την αδικώ. Έχω, τουλάχιστον, αυτογνωσία…» του απάντησε, ρουφώντας το τσιγάρο της.

«Αυτό είναι το πρόβλημά μας;»

«Δεν είχες καταλάβει ότι η Κλαίρη πίστευε ότι κάτι τρέχει μεταξύ μας;» ρώτησε εκείνη, χαμογελώντας, καθώς του έκανε νόημα να πάει δίπλα της.

«Δεν περίμενα πως θα της γινόταν έμμονη ιδέα».

«Για την Κλαίρη μιλάμε…»

«Έχω κουραστεί μ’ αυτή τη συζήτηση» σχολίασε ο Μιχάλης, καθώς καθόταν δίπλα της. Ξεφύσησε, γιατί τον έπνιγε ο θυμός του, μα δεν μπορούσε να τον αποβάλλει κάπως από μέσα του.

«Όχι» του απάντησε.

«Όχι, τι;» απόρησε εκείνος, αδυνατώντας να καταλάβει τον συνειρμό της.

«Όχι, δεν έχεις κουραστεί. Δεν καταλαβαίνεις. Αυτό είναι το πρόβλημα. Θα με ακούσεις;»

«Ναι».

«Λοιπόν… Η Κλαίρη ξέρει ότι σ’ αγαπάω. Κι εσύ το ξέρεις ότι σ’ αγαπάω. Καλά μέχρι εδώ;» ρώτησε κι εκείνος έγνεψε, κάνοντάς της νόημα να συνεχίσει.

«Αγαπάω σημαίνει νοιάζομαι. Αγαπάω σημαίνει ακούω. Αγαπάω σημαίνει είμαι εδώ για σένα, στα καλά και στα άσχημα, στα εύκολα και στα δύσκολα. Αγαπάω σημαίνει συνυπάρχω ειρηνικά και όμορφα. Αγαπάω σημαίνει πολλά πράγματα. Καλά μέχρι εδώ;»

«Καλά. Παρακάτω».

«Αγαπάω δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι θέλω να μου το χώσεις…»

«Γαμώ το στόμα σου, γαμώ!» την μάλωσε ο Μιχάλης, αλλά η Λίλιαν αδιαφόρησε και συνέχισε τον συνειρμό της. «… αλλά αυτό, δεν μπορεί να το καταλάβει η Κλαίρη. Η Κλαίρη έχει συνδέσει το ρήμα αγαπάω με μια έννοια που δεν έχει».

«Ποια έννοια;» απόρησε εκείνος.

«Καβαλάω πούτσες» αποκρίθηκε η Λίλιαν, ρουφώντας την τελευταία τζούρα του τσιγάρου.

«Είσαι ρηχή και αισχρή» αποκρίθηκε, αγανακτισμένα ο Μιχάλης κι η Λίλιαν του χαμογέλασε, πριν σβήσει το τσιγάρο και του χαϊδέψει το μάγουλο.

«Πραγματίστρια είμαι» μονολόγησε σκεφτικά. Σήκωσε το βλέμμα της προς το άδειο ταβάνι. Έξυσε για λίγο το κεφάλι της. «Ρηχή, όχι, κάθε άλλο. Σκληρή, ναι. Τώρα, όσον αφορά το αισχρή, θα σε στεναχωρήσω, αλλά κάποια πράγματα δεν λέγονται αλλιώς».

«Δεν υπάρχουν άλλες λέξεις…» έκανε να πει ο Μιχάλης, μα δεν απόσωσε να ολοκληρώσει την πρότασή του.

«Άκου ‘δω. Η Κλαίρη κάνει αυτό ακριβώς το πράγμα και δεν το επαναλαμβάνω, όχι γιατί είσαι σεμνότυφος, αλλά γιατί σου εντυπώθηκε πλέον. Δεν υπάρχουν άλλες λέξεις, γιατί δε λειτουργεί βάσει ανθρωπίνων συναισθημάτων, αλλά ακολουθεί τυφλά τα ζωώδη ένστικτά της. Με βάση αυτό, δεν μπορούμε να πούμε ότι τόσο καιρό έκανε έρωτα μαζί σου, αλλά ότι κορέννυε την σεξουαλική της επιθυμία, χρησιμοποιώντας σε…»

«Τι έκανε;» αναφώνησε ο Μιχάλης, διακόπτοντάς την κι η Λίλιαν τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη πριν του εξηγήσει τι εννοούσε.

«Ξεκαύλωνε» του απάντησε κι όταν είδε το αγριεμένο του ύφος, χαμογέλασε περιπαικτικά. «Είδες που, ενώ φαινομενικά υπάρχουν και άλλες λέξεις, δεν μπορούν να αποδώσουν με τον σωστό τρόπο την πραγματικότητα;»

«Ο εμπλουτισμός του λεξιλογίου είναι παρενέργεια της φούντας;» ρώτησε ο Μιχάλης, προσπαθώντας να αλλάξει θέμα.

«Δεν τελείωσα και υπεκφεύγεις. Μπορώ να ολοκληρώσω τη σκέψη μου με τις λέξεις που θέλω εγώ;»

«Ακούω» μονολόγησε εκείνος.

«Η Κλαίρη κάνει σαν την σκύλα που σέρνει για να την πηδήξουν και να γκαστρωθεί. Αυτό δείχνει η συμπεριφορά της, άρα αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν ξέρω ποια αρρωστημένη ηδονή αντλεί από μια ανούσια σαρκική τριβή, γιατί δεν μπορεί, σαν άνθρωπος, να βιώσει την συναισθηματική επαφή με τον εραστή της. Ούτε μπορώ να καταλάβω τον παραλογισμό που υπάρχει πίσω από τα πεπραγμένα της. Πώς χρησιμοποιείς το κορμί σου με σκοπό να λαβώσεις έναν άνθρωπο που διατείνεσαι πως αγαπάς; Πώς θεωρείς ότι η προδοσία είναι η μοναδική λύση στο πρόβλημά σου; Ιδιαίτερα σε μία μονογαμική κοινωνία, όπου τα άτομα που αποφασίζουν να συνάψουν μια σχέση, άρα να είναι «μαζί», προαποφασίζουν ότι δεν θα έχουν κανέναν ερωτικό σύντροφο, πέραν από εκείνον που κοιτάζουν στα μάτια; Πώς συνθλίβεις μια υπόσχεση και πολτοποιείς στιγμές και όνειρα; Μπορεί να είμαι αισχρή, Μιχάλη, όμως είμαι πραγματίστρια. Ιδεαλίστρια και ονειροπόλα, όπως κι εσύ. Θυμώνω όταν βλέπω μικροπρεπείς συμπεριφορές από άβουλα ανδρείκελα, ιδιαίτερα όταν δεν προέρχονται από ανοησία, μα αποσκοπούν στο να φθείρουν, ώστε να καταστρέψουν, έναν άνθρωπο. Έναν ιδιαίτερο άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που σέβομαι, εκτιμώ και αγαπάω».

«Μ’ αγαπάς;» την ρώτησε ο Μιχάλης, καθώς εκείνο το λογύδριο τον είχε βάλει σε σκέψεις.

«Αληθινά, απόλυτα και ανυπέρβλητα» του απάντησε.

Την κοίταξε με εξιχνιαστικό βλέμμα. Πάντοτε μιλούσε παράξενα όταν φτιαχνόταν και, πολλές φορές, όπως εκείνο το βράδυ, τον μπέρδευε. Η Λίλιαν δεν είχε μάθει να βάζει διαχωριστικές γραμμές στους ανθρώπους και τις σχέσεις κι ο Μιχάλης, από την άλλη, ήταν εκείνος που υπάκουε απόλυτα τόσο σε γραπτούς όσο και σε άγραφους νόμους.

«Εσύ της είπες ότι κοιμήθηκα εδώ προχθές;» την ρώτησε με αόριστο και φαινομενικά αδιάφορο ύφος.

«Όχι. Μάλλον ο Παύλος. Του το είπα χθες το απόγευμα…» σχολίασε εκείνη. Περίμενε μερικές στιγμές ο Μιχάλης, ώστε να κάνει μόνη της την σύνδεση και να μην χρειαστεί να της αποκαλύψει τίποτα. Την κοίταξε περιμένοντας την.

«Τι;» αναφώνησε η Λίλιαν κι εκείνη τη στιγμή ο Μιχάλης κατάφερε να πάρει την πιο λάθος απόφαση στη ζωή του, για όλους τους σωστούς λόγους.

«Τίποτα» της απάντησε, προτού αλλάξει την κουβέντα.

***

Εκείνο το βράδυ του Ιούνη ήταν ζεστό και ήρεμο. Η Λίλιαν είχε από ώρα βγει και περίμενε τον Μιχάλη στο στέκι τους. Είχε ανεφοδιαστεί με τσιγάρα κι είχε αγοράσει δυο μπύρες. Ήθελε να πιεί κάτι δροσιστικό εκείνο το βράδυ. Περισσότερο για να σβήσει από μέσα της την αναμονή των εξετάσεων, παρά για να κάνει κεφάλι.

Ο Μιχάλης έφτασε κατά τις δέκα παρά δέκα. Είχε πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα εκείνη την περίοδο. Ό,τι δεν είχε καταφέρει να διαβάσει μέσα σε μία ολόκληρη χρονιά, το ‘χε διαβάσει τον τελευταίο μήνα. Την πλησίασε. Κάθισε δίπλα της. Έπιασε το παγωμένο μπουκάλι και της το έδωσε. «Κάνε ένα κόπο να την ανοίξεις» της είπε κι εκείνη, χαμογελώντας, του έκανε το χατίρι. Άνοιξε το μπουκάλι με τον αναπτήρα της και του το επέστρεψε. Απόμεινε, καθισμένη στην πλάτη του παγκακιού, να ρεμβάζει.

Εκείνο το σαββατόβραδο του είχε απαγορεύσει να μιλήσουν για μαθήματα και εξετάσεις. Είχε το άγχος της και δεν ήθελε να ζοριστεί περισσότερο. Έπιασαν μια ανούσια ψιλοκουβέντα για να περάσουν την ώρα τους. Χαζομιλούσαν και χαζογελούσαν. Μέχρι που τελείωσαν οι μπύρες κι αποφάσισαν να πάνε να πάρουν άλλες.

Όταν γύρισαν στο πάρκο, δεν υπήρχε ψυχή. Ήταν περασμένες δώδεκα κι η ζέστη δεν έλεγε να πέσει. Δεν βοηθούσε και η άπνοια που επικρατούσε και που, σε συνδυασμό με την υγρασία, δημιουργούσε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα.

«Θα σου έλεγα να κατέβουμε στο λιμάνι να βολτάρουμε…» άρχισε ο Μιχάλης, την ώρα που επέστρεφαν στο παγκάκι τους, «… αλλά δεν θέλω να ακούσω την γκρίνια σου για το πως θα γυρίσουμε».

«Δεν έχω διάθεση. Θέλω να πάμε στην καβάντζα παρακάτω, να κάνω το τσιγάρο μου και ν’ αράξουμε» του απάντησε, τραβώντας τον από το χέρι, μόλις τον είδε να πηγαίνει προς το παγκάκι. Αναστέναξε ο Μιχάλης, αλλά την ακολούθησε. Περπάτησαν μέσα στα δέντρα και τα χόρτα, προς ένα απόμερο και περιτριγυρισμένο από δέντρα ξέφωτο. Κάθισε στο γρασίδι η Λίλιαν κι άναψε βιαστικά το τσιγάρο της. Είχε πανσέληνο εκείνο το βράδυ, μα το φεγγάρι ήταν μικρό, καθώς βρισκόταν πολύ μακριά από την γη. Μια αμυδρή πανσέληνο που αδυνατούσε να φωτίσει επαρκώς εκείνο το ξέφωτο.

Ο Μιχάλης κάθισε δίπλα της, όταν την είδε να ξαπλώνει και να στερεώνει το βλέμμα της στον ουρανό. Δεν μιλούσε κανένας από τους δύο. Η Λίλιαν απολάμβανε το τσιγάρο της κι ο Μιχάλης την βραδινή ηρεμία. Πού και πού έπιναν μια γουλιά από την μπύρα τους ή κοιταζόντουσαν για μερικές στιγμές. Μα, όρεξη για συζήτηση, δεν είχε κανένας από τους δύο.

Πέρασε η ώρα. Το τσιγάρο της είχε προ πολλού τελειώσει και τα μπουκάλια κόντευαν να αδειάσουν. Την σιγαλιά της νύχτας έσκισε το άτακτο κρώξιμο ενός σμήνους πουλιών. Κοίταξαν και οι δύο τον ουρανό κι είδαν τις σκιές μυριάδων πτηνών, να περνάνε μπροστά από το ολόγιομο φεγγάρι. Λίγες στιγμές αργότερα, είδαν μερικά λευκά φτερά να πέφτουν αργά από τον ουρανό, προς το μέρος τους. «Κοίτα» έκανε εκστασιασμένα η Λίλιαν, δείχνοντας προς τα φτερά που, αδυνατώντας να αψηφήσουν τους νόμους της φυσικής, πήγαιναν κατά πάνω τους.

Χαμογέλασε ο Μιχάλης. «Πανέμορφα είναι» σχολίασε.

«Πες κάτι ποιητικό» τον παρακάλεσε η Λίλιαν.

«Μοιάζουν με τα όνειρα αγγέλων που έχουν αυτοκτονήσει…» είπε εκείνος κι ένιωσε ένα ελαφρύ άγγιγμα στο δεξί του μάγουλο. Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Ένιωθε σαν να του έκαναν νόημα να την πλησιάσει. Δείλιασε. Η Λίλιαν ακούμπησε τον αγκώνα της στο έδαφος και ανασηκώθηκε. Ο Μιχάλης ένιωσε πως έπρεπε να πει κάτι, μα δεν ήξερε ακριβώς τι. Ούτε και πρόλαβε να το σκεφτεί.

Το φιλί δεν το περίμενε, όπως δεν περίμενε ότι θα ήταν βαθύ. Εξιχνιαστικό στην αρχή, συνεχίστηκε δειλά, γιατί η Λίλιαν εξέλαβε την αργή ανταπόκρισή του όχι ως έκπληξη, μα ως αβουλία. Εξελίχθηκε αργά από την πλευρά του Μιχάλη. Πρώτα ήρθε το άγγιγμα στο μάγουλο. Ύστερα στα πλευρά. Πυρώθηκαν τα πρόσωπά τους όταν μπήκε στη μέση το πάθος. Σφάλισαν τα βλέφαρά τους για να δυναμώσουν τις άλλες τους αισθήσεις. Τα χάδια τους προκαλούσαν ρίγη. Η γεύση του τσιγάρου, ανάμεικτη με εκείνη της μπύρας, επιθυμία. Οι γλώσσες που έτρεχαν δημιουργούσαν εικόνες στα ανύπαρκτα οπτικά τους πεδία, εικόνες που σχημάτιζαν όνειρα και προσδοκίες, φόβους και ελπίδες. Τα ισχνά της χέρια πέρασαν κάτω από το πουκάμισό του και αγκάλιασαν ολόκληρη την πλάτη του. Τον τράβηξε πάνω της. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να χαλάσει εκείνη η στιγμή.

Κανείς τους δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε διαρκέσει εκείνο το φιλί. Το τερμάτισαν από κοινού, την ίδια ακριβώς στιγμή. Κάτι είχε αλλάξει μέσα στον καθένα, όταν ξανάνοιξαν τα μάτια τους κι αντίκρισαν ο ένας τον άλλο. Η Λίλιαν ξάπλωσε ξανά στο έδαφος κι ο Μιχάλης έμεινε από πάνω της, να την κοιτάζει. Μόνο εκείνο το βράδυ θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει ο Μιχάλης, ότι εκείνα ήταν τα πιο εκφραστικά μάτια στον κόσμο, τα οποία θα μπορούσαν να του μιλήσουν ακόμη κι όταν το στόμα της είχε σφαλίσει. Μόνο εκείνο το βράδυ θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει η Λίλιαν, ότι η εξαφανισμένη πια , μα μόνιμη ρυτίδα που υπήρχε στο πρόσωπό του, ήταν αποτέλεσμα της διαρκούς θλίψης στην οποία κυλιόταν.

Της χάιδεψε απαλά τα πλευρά κι ένιωσε το ρίγος που της προκάλεσε εκείνο το άγγιγμα. Η ανάσα της ήταν βαριά. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Τα μάτια της έδειχναν να περιμένουν αυτό που θα επακολουθούσε.

«Μαζί;» τη ρώτησε με την πιο βαθιά, την πιο γλυκιά και στοργική φωνή στον κόσμο.

«Όχι» του απάντησε κοφτά και βιαστικά.

Τράβηξε απότομα το χέρι του από πάνω της. Έπλεξε τα δάχτυλά του κι έριξε το κεφάλι του πάνω τους. Χαμήλωσε το βλέμμα του. Προσπαθούσε να ανασάνει, μα δεν τα κατάφερνε. Θαρρείς πως κάποιος είχε κλέψει το οξυγόνο από την ατμόσφαιρα, μέσα σε μία και μόνη στιγμή. Ασφυξία. Θόλωσε το βλέμμα του.

«Μιχάλη μου;» άκουσε την φωνή της, βαθιά, στην απόσταση, με ηχώ, σαν να ερχόταν από κάποια σκοτεινή γωνιά, της μακρινού τούνελ. Ένιωσε κάτι να αγγίζει τα μαλλιά του κι ύστερα τινάχτηκε όρθιος.

Εκείνη την τεράστια ψυχρολουσία ούτε την περίμενε, μήτε την είχε φανταστεί. Μάταια απέμεινε για μερικές στιγμές μπροστά της, προσπαθώντας να βρει και να της πει κάτι ευφάνταστο πριν εξαφανιστεί. Έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει.

Η Λίλιαν δεν έκανε καμία προσπάθεια να τον κυνηγήσει. Ξάπλωσε πάλι στο έδαφος και κάρφωσε τα θλιμμένα και βουρκωμένα πια μάτια της, στο ολόγιομο φεγγάρι. «Σκατά» μονολόγησε. «Σκατά. Σκατά! ΣΚΑΤΑ!» ούρλιαξε, πριν κουλουριαστεί, πάνω στο ξερό γρασίδι, και βάλει τα κλάματα.

***

Ήταν περασμένες δύο, όταν ο Μιχάλης έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Την άνοιξε αθόρυβα. Παραξενεύτηκε όταν είδε φως στην κουζίνα. Έριξε μια ματιά. Ο πατέρας του ξαγρυπνούσε, καπνίζοντας και κοιτάζοντας, με χαμένο βλέμμα, τα μαγνητάκια στην πόρτα του ψυγείου. Του έγνεψε ο Μιχάλης, μα δεν πήρε απάντηση. Χώθηκε βιαστικά στο υπνοδωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη της πόρτας της παλιάς ντουλάπας. Το μπαρουτοκαπνισμένο από τις συνεχόμενες απογοητεύσεις μούτρο του ήταν κατακόκκινο. Άρχισε να ανοίγει τα κουμπιά του πουκάμισου, βιαστικά, σαν να τον κυνηγούσε κάποιος. Άνοιξε τη γεμάτη πουκάμισα ντουλάπα και κρέμασε το πουκάμισο με ευλάβεια σε μια άδεια κρεμάστρα. Γύρισε προς το ανοιχτό παράθυρο. Έχωσε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού που αρνιόταν να βγάλει και ψάρεψε ένα στραπατσαρισμένο πακέτο με ελάχιστα τσιγάρα. Έβγαλε ένα από μέσα και το έχωσε στο στόμα του. Κάθισε πάνω στο γραφείο, ακριβώς δίπλα από το παράθυρο, για να τον χτυπάει ο νυχτερινός, σχεδόν ανύπαρκτος, αέρας. Προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό του, μουρμουρώντας ακατάληπτα, ενώ το σβηστό τσιγάρο χόρευε ένα θλιμμένο βαλς πάνω στα ξεραμένα χείλη του.

Το σκοτεινό δωμάτιο, με την παλιά και βαριά ξύλινη ντουλάπα, το στραπατσαρισμένο γραφείο και την σιδερένια κουκέτα, έμοιαζε απόκοσμο, όταν φωτίστηκε ανεπαίσθητα από την φλόγα του αναπτήρα. Οι σκιές μέσα στον θολό καθρέφτη, έμοιαζαν να λιώνουν και να αναμειγνύονται η μία με την άλλη. Έσβησε η φλόγα. Χάθηκαν οι σκιές. Η καύτρα του τσιγάρου δεν μπορούσε να φωτίσει τίποτα. Μόνο σπινθήριζε, φέγγοντας αμυδρά. Στα την καύτρα ήταν και το μέσα του. Μόνο μια σπίθα είχε μείνει στην ψυχή του, να σιγοκαίει, ελπίζοντας μάταια σε όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, σε ό,τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί αυτό που ποτέ δεν άρχισε.

Ένα τεράστιο «γιατί;» αντηχούσε μέσα στα ζοφερά τοιχώματα του κρανίου του. Γιατί έπρεπε τα όνειρα που έκρυβε μέσα του, μέσα σε μια στιγμή, να πάρουν υπόσταση στην φαντασία του; Και γιατί, μέσα σε μία άλλη στιγμή, με μονάχα μια λέξη, έπρεπε να αρχίσουν να λιώνουν, για να ρεύσουν αναπόφευκτα, προς την ανυπαρξία;

Πλημύρισε το μυαλό του με τις εικόνες που είχαν ζήσει. Σαν ταινία πέρασαν μπροστά από τα μάτια του οι πιο ασήμαντές τους στιγμές. Σαν ένα παράξενο τραγούδι, που από την αρχή του μέχρι και το τέλος του, βασιζόταν σ’ ένα οστινάτο που ολοένα και δυνάμωνε. Θα μπορούσαν, εκείνοι οι δύο, να είναι ένα μπλουζ. Ένα μπλουζ με μπάντζο, παιγμένο από κάποιον μοναχικό γελαδάρη του αμερικάνικου νότου, που έψαχνε την πραγματική αγάπη μέσα σ’ άδειες, από συναισθήματα, κοιλάδες.

Η στάχτη του τσιγάρου έπεσε πάνω στο άτριχο στήθος του. Αδιάφορα την τίναξε προς το παράθυρο. Ένα μέρος του ήταν σίγουρο, πως κάπου εκεί έξω, κάποια στιγμή, θα έβρισκε αυτό που ποθούσε, μα δεν ήθελε να το αφήσει να επικρατήσει στον λογισμό του. Είχε μάθει, με τον πλέον δύσκολο τρόπο, ότι οι άνθρωποι θα σου συμπεριφερθούν όχι όπως θέλουν ή όπως θέλεις εσύ, μα όπως τους αφήνεις να σου συμπεριφερθούν. Την Λίλιαν την είχε αφήσει να του συμπεριφέρεται έτσι. Δεν της είχε βάλει ποτέ όρια, γιατί πίστευε πως μπορούσε μόνη της να χαράξει τα όρια σ’ αυτό που είχαν. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ, γιατί πίστευε ότι ήταν αρκετά έξυπνη για να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν μέσα του και μέσα της. Δεν είχε επιδιώξει εκείνο το φιλί, όσο κι αν το λαχταρούσε, γιατί ήξερε ότι θα κατέληγαν ακριβώς εκεί που κατέληξαν. Εκείνος να κάθεται πάνω στο παλιό γραφείο και να καπνίζει, ατενίζοντας μοναχικά τον έναστρο ουρανό και την πανσέληνο, ενώ το μυαλό του έπαιζε πένθιμες μελωδίες, καθώς έκαιγε της πολυτιμότερες εικόνες της ζωής του. Κι εκείνη να μην μπορεί να μαζέψει τα κομμάτια της, κλαίγοντας μόνη και κουλουριασμένη, γεμάτη χώμα και ξερόχορτα, στο ξέφωτο που γέννησε το πάθος και τον έρωτα, παρέα με έναν εαυτό που το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να καταστρέψει ό,τι προσπαθούσε να δημιουργήσει.

***

«Κι ύστερα εξαφανίστηκες…» μονολόγησε ο Μιχάλης. «Μόνος μου πήγαινα στα ραντεβού μας, για ένα διάστημα. Περίμενα μήπως κι εμφανιστεί κανένας. Συνειδητοποίησα ότι μ’ είχαν ξεγράψει όλοι. Και τα παιδιά, που έβλεπα καθημερινά στο σχολείο. Κι η πρώην μου, που πίστευε πως ήταν στο απυρόβλητο. Κι εσύ, που εμφανίστηκες μόνο μια φορά, κάποιο βράδυ που είχες ανάγκη από παρέα και στοργή. Κι ύστερα αποστασιοποιήθηκες ξανά και η τελευταία ελπίδα μου έχασε κάθε ελπίδα. Έτσι πήρα την απόφαση να φορτώσω τον εαυτό μου και την προίκα μου και να χαθώ από ‘δω πέρα. Δεν είχε μείνει κάτι να με κρατάει στην Θεσσαλονίκη. Είχα χάσει τους φίλους μου, την γυναίκα που είχα ερωτευτεί και την πίστη μου στην ανθρωπότητα…»

Η θλιμμένη Λίλιαν άκουγε την αφήγησή του με βουρκωμένα μάτια. Είχαν γυρίσει στο σπίτι της, είχαν παρατήσει τις βαλίτσες με τα ρούχα του όπως – όπως στο δωμάτιο, είχαν καθίσει στον καναπέ και συζητούσαν για ώρες, υπό το φως κεριών.

«Έλα να σε πάρω μια αγκαλιά» της είπε, μα εκείνη έγνεψε αρνητικά, σκουπίζοντας τα μάτια της. «Γιατί;» συνέχισε εκείνος. Την άκουσε να βαριαναστενάζει.

«Δεν θέλω. Θέλω να το λύσουμε και να το λήξουμε. Τι θα μου κάνει η αγκαλιά; Θα μουδιάσει τον πόνο; Ε, και; Το ‘κανα τόσα χρόνια στον εαυτό μου και δε μ’ έβγαλε κάπου…»

«Θα μου πεις γιατί το έκανες αυτό;» την ρώτησε με σοβαρό ύφος ο Μιχάλης.

«Γιατί αρνήθηκα;» γύρισε την ερώτηση εκείνη, ίσα για να τον δει να της γνέφει καταφατικά.

«Για να σε προστατεύσω από εμένα. Για να μην υποφέρεις. Για να μην χρειαστεί να πονάς μόνιμα. Προτίμησα να πονέσεις μία φορά, δυνατά, απ’ το να πονέσεις στην αρχή λίγο και κάθε μέρα που θα περνούσε, όλο και περισσότερο».

«Γιατί, Λίλιαν; Ήξερες τον εαυτό μου καλύτερα απ’ ό,τι τον ξέρω εγώ;»

«Γιατί, Μιχάλη, ούτε θα άλλαζα, ούτε θα έκοβα. Θα συνέχιζα να πονάω. Θα συνέχιζα να πέφτω και, αργά ή γρήγορα, θα σε συμπαρέσυρα κι εσένα στην πτώση μου. Όπως έκανα και με τον Παύλο…»

«Μπερδεύεσαι. Ο Παύλος ήταν ένας θρασύδειλος μαλάκας. Εγώ…»

«Εσύ ήσουν πάντοτε γενναίος» τον διέκοψε, χαμογελώντας του θλιμμένα. «Πάντα. Ο πιο γενναίος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Για πόσο όμως; Πόσο θα άντεχες; Πόσο θα συνέχιζες να κουβαλάς έναν σταυρό, χωρίς να βουτήξεις έστω και λίγο το δάχτυλό σου μέσα στις ψεύτικες υποσχέσεις μιας υποτιθέμενης αυτοΐασης; Έπρεπε να καταστρέψω ό,τι πηγαίναμε να φτιάξουμε εκείνο το βράδυ, γιατί δεν ήταν σωστός ο χρόνος, ούτε ήταν σωστές οι καταστάσεις. Δεν ήξερα αν θα κάναμε διάλειμμα. Δεν ήξερα αν θα με μισούσες. Δεν ήξερα πού θα πηγαίναμε. Ήξερα, όμως, ότι δεν άντεχα άλλα συντρίμμια μέσα στη ζωή μου. Στο είχα πει. Το θυμάσαι; Σ’ αγαπάω αληθινά κι απόλυτα. Δεν άντεχα να σε βλέπω να καταστρέφεσαι και δεν θ’ άντεχα να ζήσω έστω και με την υπόνοια ότι έπαιξα κάποιο ρόλο στην καταστροφή σου».

«Γιατί χάθηκες;» ρώτησε ο Μιχάλης, με σκεφτικό ύφος, καθώς επεξεργαζόταν νοερά τα λόγια της.

«Απολύτως εγωιστικά χάθηκα. Δεν άντεχα να σε βλέπω» απάντησε εκείνη, σκύβοντας μηχανικά το κεφάλι, για να μη χρειαστεί να δείξει τη θλίψη και τη ντροπή της.

«Δεν το ξεπέρασες ποτέ…» μονολόγησε ο Μιχάλης κι η Λίλιαν, δίχως να σηκώσει το κεφάλι της, ψέλλισε ένα ξεψυχισμένο «όχι».

«Να το ξεπεράσουμε απόψε;» την ρώτησε, γλυκά και τρυφερά, μα δεν πήρε απάντηση. «Να το προσπαθήσουμε, καρδιά μου;» συνέχισε κι ύστερα την είδε να ανασηκώνεται και να σέρνεται προς το μέρος του. Κούρνιασε στην αγκαλιά του σαν μικρό και φοβισμένο παιδί.

«Τι κουβαλάς κι εσύ, δόλιο πλάσμα, μέσα στην βασανισμένη σου ψυχή;» μουρμούρισε ο Μιχάλης ενώ τύλιγε τα χέρια του γύρω της. «Γιατί τόσα χρόνια δε μίλαγες;»

«Εκείνα τα χρόνια ήμουν ένα αδέσποτο κοπρόσκυλο. Μ’ έπαιρνες στα σοβαρά; Γιατί εγώ δεν μ’ έπαιρνα στα σοβαρά. Ξέρεις τι ήμουνα; Αυτό που έβλεπες; Γελιέσαι. Πηδιόμουνα για μια δόση, όχι γιατί το ‘χα ανάγκη, μα γιατί είχε πλάκα. Ξεκάθαρα γι’ αυτό. Έτρωγα κρύο μαζί με ρεμάλια στα πάρκα, στις εκκλησίες, στα σχολεία, στα απόμερα και σκοτεινά, γιατί είχε πλάκα. Γιατί ξέφευγε το μυαλό μου. Γιατί δεν χρειαζόταν να αντιμετωπίζω, έστω και για λίγο, το μπουρδέλο το σπίτι μου, την καριόλα την μάνα μου και τον αδιάφορο πατέρα μου. Είχα άτομα να μιλήσω. Άτομα που μοιραζόμασταν το ίδιο χάλι. Είχα μια παρέα. Είχα τα όμορφα και τα άσχημα κι είχα ξεφύγει από τα επώδυνα. Είχα τα νταλαβέρια μου, όχι για να βγάλω κάνα ψιλό, όχι. Ίσα για να εξυπηρετήσω κανένα φιλαράκι, έτσι, επειδή μου την είχε βιδώσει. Ζούσα την ζωή στα αιχμηρά της άκρα κι έμαθα ότι ο γρήγορος παράς σημαίνει σίγουρο κάγκελο. Αυτό μου δίδαξε ο δρόμος. Κι ύστερα είδα τον πατέρα μου. Γρήγορος παράς, καθωσπρεπισμός, ακριβά κοστούμια, κουβανέζικα πούρα και πανάκριβο μπράντι. Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω πόσο βουτηγμένος στα σκατά ήτανε. Επιχρυσωμένα σκατά, χωρίς καμία αξία. Μ’ αυτούς τους ανθρώπους μεγάλωσα κι αυτά τα μονοπάτια διάβηκα. Είχα περάσει το περιθώριο της κοινωνίας και ζούσα κάπου αλλού, μακριά από τον κόσμο που εθελοτυφλεί, μακριά από τον μεροκαματιάρη που κάνει σταυρό πριν βιάσει την σύζυγό του, κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του θεού του, μακριά από τις καταπιεσμένες επιθυμίες των υποτιθέμενων νοικοκυραίων. Εκείνα τα χρόνια, Μιχάλη, θα ήμουνα η γκόμενά σου, το πρεζάκι. Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο. Ακριβώς αυτό. Έχω κάθε δικαίωμα να ντρέπομαι για ό,τι ήμουν…»

«Κι έχεις υποχρέωση να αισθάνεσαι περήφανη για το πού είσαι σήμερα. Για τ’ ότι ξέκοψες κι άρχισες μια νέα ζωή» ψιθύρισε ο Μιχάλης.

«Ξέρεις τι με έχει πονέσει περισσότερο;» του απάντησε στον ίδιο τόνο.

«Τι;»

«Τ’ ότι ήμουν δεκάξι μήνες καθαρή και συνέχισες να μ’ αντιμετωπίζεις σαν το πρεζάκι που κάποτε ήξερες. Εκείνο το βράδυ που γύρισες κι είπες πως με τον Παύλο είμαστε άξιοι της μοίρας μας, τσάκισες την ψυχή μου. Κι ύστερα, προτού προλάβω να σου εξηγήσω, εξαφανίστηκες χωρίς να μου δώσεις ούτε μια ευκαιρία για να απολογηθώ».

Βαριαναστέναξε ο Μιχάλης. Έκανε να πει κάτι, μα τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα του.

«Μου χρωστάς μια συγγνώμη για τότε» του είπε με θλιμμένο ύφος κι εκείνος συμφώνησε μαζί της.

«Σου χρωστάω μια ιστορία ζωής. Βλέπεις, σ’ αντίθεση με σένα, εγώ πάντοτε ήξερα πού είσαι, τι κάνεις, πώς περνάς, πότε περνούσες ζόρια και πότε ήσουνα καλά. Δεν είσαι η μόνη που κατάφερες να αγαπήσεις αληθινά και απόλυτα» της απάντησε με έναν τόνο χαρμολύπης στη φωνή του.

«Με παρακολουθούσες;» ρώτησε έκπληκτη.

«Είχα τον νου μου. Δεν μπορούσα να έχω εσένα, αλλά μπορούσα να έχω τον νου μου σε εσένα».

«Γιατί;»

«Είναι αργά, καρδιά μου. Αύριο δουλεύεις. Έχουμε πια όλο το χρόνο μπροστά μας. Έχουμε χρόνο για να πούμε τις ιστορίες μας και για να χτίσουμε το αύριο που έρχεται. Ευτυχώς, και για μένα και για σένα, δεν διαλύσαμε τα όνειρά μας. Τα λιώσαμε και κρατήσαμε ό,τι απόμεινε από αυτά, βαθιά μέσα στις καρδιές μας. Μπορεί, τότε, να ξέραμε πως χρειαζόμασταν ένα μεγάλο διάλειμμα. Σήμερα πρέπει να ανασυνταχτούμε. Κι από αύριο, να τα βάλουμε κάτω και να χτίσουμε. Να χτίσουμε αυτό που θέλουμε να ζήσουμε».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook