Amor Fati – 07 – Στην άκρη του κόσμου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν καυτό εκείνο το απόγευμα, στα τέλη του Αυγούστου κι οι συγκεντρωμένοι, στην πλατφόρμα, ταξιδιώτες και συνοδοί, ίδρωναν και ξεφυσούσαν. Έκαιγαν τα τσιμέντα. Οι τοίχοι, τα δάπεδα και οι πυρωμένες λαμαρίνες των βαγονιών της αμαξοστοιχίας, έκαναν την αποπνικτική, από την ζέστη και την υγρασία, ατμόσφαιρα, να φαντάζει εντελώς αφόρητη.

Μια σκέτη κόλαση ήταν εκείνο το απόγευμα για όλους και περισσότερο για τα κοντοκουρεμένα αγόρια που κουβαλούσαν σε βαριούς σάκους, όλη τους την προίκα. Ήταν εκείνοι που είχαν κληθεί για να υπηρετήσουν την μαμά-πατρίδα στις τάξεις του στρατού. Αμούστακα αγόρια, με ισχνά η στρουμπουλά πρόσωπα, όπου μπορούσες να δεις σκαλισμένο, τον φόβο του αγνώστου. Παιδιά που τα βούτηξαν από το σβέρκο και με το έτσι θέλω, τα διέταξαν να εκπληρώσουν ένα γνωστό χρέος, που δεν ήξεραν από πούθε πήγαζε. Ίσως να ‘φταιγε τ’ ότι είχαν γεννηθεί μ’ αρχίδια. Ίσως να ήταν κάποιου είδους τιμωρία. Ίσως ο Θεός να τιμώρησε την γυναίκα με το να πονάει στην γέννα και τον άντρα με την θητεία στο στρατό. Κανείς τους δεν ήξερε και κανείς τους δεν επρόκειτο να μάθει.

Ο Μιχάλης είχε φτάσει μόνος του στο σταθμό, με το σάκο του στην πλάτη και το φύλλο πορείας στα χέρια. Το walkman έπαιζε μουσική, προσπαθώντας άκαρπα, να αποτινάξει τους φόβους του κατόχου του. Κοίταξε βιαστικά το ρολόι του. Ήταν νωρίς. Το τραίνο δεν θα έφευγε πριν τις οχτώ και τέταρτο κι όμως, ο σταθμός ήταν κατάμεστος με μανάδες που είχαν έρθει να αποχαιρετίσουν, κλαίγοντας, τους κανακάρηδές τους και κοπέλες που είχαν έρθει να δώσουν τα τελευταία φιλιά και τις παντοτινές τους υποσχέσεις, στους συντρόφους τους.

Κοίταζε αδιάφορα γύρω του. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του θα άλλαζε σε μία στιγμή. Δεν είχε καταλάβει ότι περνώντας την πύλη ενός στρατοπέδου, θα σταματούσε να είναι άνθρωπος, θα γινόταν κάτι λιγότερο κι από το γρανάζι μιας μηχανής που παράπαιε. Ένα ψήγμα μέσα στις αισχρές σκέψεις ισχυρών ανθρώπων, που θεωρούν πως ο πόλεμος είναι ο μόνος τρόπος για να λύσεις την οποιαδήποτε διένεξη έχεις.

Πέρα, στην απόσταση, αναγνώρισε την κοψιά του Παύλου. Χαμένος φαινότανε. Είχε ακουμπήσει, με το μαγκιόρικο ύφος του πάνω σε μια κολώνα κι αργοκάπνιζε. Το μαύρο γυαλί έδινε μια παράξενη νότα στο παρουσιαστικό του Παύλου. «Διασταύρωση χουλιγκάνου με μπατσομήχανο».

Κάγχασε ο Μιχάλης μ’ εκείνη την σκέψη κι ύστερα έβαλε τα γέλια. Είδε την Λίλιαν, να πηγαίνει προς το μέρος του Παύλου. Πιο πολύ έμοιαζε με φαντάρος εκείνη, παρά εκείνος. Την παρατηρούσε καθώς τον πλησίαζε. Σταμάτησε μπροστά του. Του χαμογέλασε. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών. Τον φίλησε στο στόμα, πεταχτά, δίχως πάθος, δίχως συναισθήματα. Έσυρε αργά το βλέμμα της στο σταθμό. Σταμάτησε μόνο όταν αντάμωσε με το βλέμμα του Μιχάλη. Έσφιξε τα δόντια του εκείνος, προτού γυρίσει απότομα το κεφάλι του προς την πυρωμένη, από τον ήλιο, αμαξοστοιχία. Πάτησε το fast forward στο κασετόφωνο κι απόμεινε, για μερικές στιγμές, να ακούει την τρομαχτική βουή των μυριάδων ανθρώπων που βρισκόντουσαν γύρω του.

Δεν ήξερε αν τον ξεκούφαινε περισσότερο ο θόρυβος της μάζας που αργοκινούταν, συζητώντας, γύρω του, ή αν ήταν κάτι πιο βαθύ, αν εκείνος ο εκκωφαντικός θόρυβος πήγαζε από μέσα του. Πάτησε το play, ελπίζοντας να πέσει στην αρχή του κομματιού, ή τουλάχιστον, κάπου κοντά του. Αντ’ αυτού, έπεσε κατ’ ευθείαν στο τέλος του προηγούμενου. «…φτωχοί αυτόχειρες, στρατιώτες εικοσάχρονοι, με μελανιασμένες κατανοήσεις…»

«Γαμήσου κι εσύ!» μουρμούρισε μανιασμένα, μέσα από τα δόντια του, πριν βάλει πάλι την κασέτα να τρέξει μπροστά.

Άναψε ένα τσιγάρο, πέντε λεπτά πριν ξεκινήσει το τραίνο. Δεν είχε καμία διάθεση να επιβιβαστεί, ούτε και να κάνει το ταξίδι, μα ήξερε τις συνέπειες της ανυποταξίας. Σούφρωσε τα χείλη του, παρατηρώντας τον Παύλο και την Λίλιαν, να δίνουν τα τελευταία ανέραστα φιλιά τους, προτού επιβιβαστεί στο τραίνο. Δεν είχε καμία διάθεση να τον ανταμώσει, ούτε και ν’ ανταλλάξει νέα μαζί του. Αυτός ήταν κι ο λόγος που καθυστερούσε την επιβίβασή του στο τραίνο. Ήθελε να είναι βέβαιος ότι δεν θα βρίσκεται στο ίδιο βαγόνι με τον παλιόφιλό του. Αργά, σχεδόν βασανιστικά, ξεκόλλησε το φίλτρο από τα χείλη του και το πέταξε στις ράγες. Γύρισε προς την Λίλιαν. Την είδε να του σηκώνει το χέρι και να γνέφει, προτού στραφεί προς την έξοδο του σταθμού. Νόμιζε πως για μια στιγμή είχε διαβάσει κάτι στα χείλη της. «Ανάθεμα» συλλογίστηκε πριν πατήσει, με βαρύ βήμα, το πρώτο σκαλοπάτι του βαγονιού.

***

Γρήγορα διαπίστωσε ο Μιχάλης ότι όλα τα βαγόνια ήταν πηγμένα με φαντάρια που φορούσαν, για τελευταία φορά, τα t-shirt και τα παντελόνια τους. Έκανε μια παράξενη γκριμάτσα όταν προσπέρασε τον Παύλο που ‘χε πιάσει θέση δίπλα στο παράθυρο και κοίταζε έξω από το τραίνο. Έφτασε μέχρι το τέρμα του συρμού. Ήταν κάπως άδειο το τελευταίο βαγόνι. Παράτησε τον σάκο του στο στενό διάδρομο του παλιού, πράσινου βαγονιού με τα κουπέ, έχωσε βιαστικά το διπλωμένο φύλλο πορείας στην κωλότσεπη κι έβγαλε ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο του. Σχεδόν κρεμάστηκε έξω από το παράθυρο, με το τσιγάρο στο στόμα, εισπνέοντας τις τελευταίες ελεύθερες ανάσες του, για να χαιρετίσει με τον δικό του τρόπο, μια πόλη που θ’ αργούσε πολύ να ξαναδεί.

Είχε αρχίσει να βραδιάζει για τα καλά, όταν τραίνο βρέθηκε να διασχίζει με θόρυβο την παλιά γέφυρα του Βαρδάρη κι εκείνος καθόταν ακόμη στο παράθυρο, μονάχος, αγναντεύοντας την τεράστια κοιλάδα που εκτεινόταν μπροστά στα μάτια του.

Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ ο Μιχάλης. Όλα του τα χρόνια τα ‘χε περάσει στην Θεσσαλονίκη κι από ‘κει δεν είχε φύγει ποτέ του. Μήτε είχε γνωρίσει ανθρώπους από άλλα μέρη, ούτε κι άλλες τοποθεσίες είχε δει. Σαν μαγεμένος παρατηρούσε, όλα όσα είχε γνωρίσει από την τηλεόραση κι όλα για όσα είχε διαβάσει στα βιβλία. Τις καταπράσινες κοιλάδες, τα χωράφια με τα σπαρτά και τα δέντρα τους, το νερό που κυλούσε αργά, δίχως ήχο, κάτω από το τραίνο. Τους τριγμούς της παλιάς αμαξοστοιχίας και τα μιλιούνια φαντάρια που έπιαναν παρέες και συζητούσαν χαμηλόφωνα, η αστειευόντουσαν αισχρά και βροντερά, προσπαθώντας να διώξουν από μέσα τους, τον κοινό τους φόβο.

Είχε χαθεί στις σκέψεις του όταν άκουσε εκείνη την μπάσα φωνή, με την βαριά, μα κελαρυστή προφορά. «Σειρά; Να σε τρακάρω μια φωτιά;»

Γύρισε αργά προς τ’ αριστερά του, για να αντικρύσει έναν θεόρατο γίγαντα, με μακρόστενο και πλακουτσωτό πρόσωπο και δυο μαύρα μάτια που έτρεχαν πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούσε να παρατηρήσει. Το μαύρο αμάνικο που φορούσε, έμοιαζε να ασφυκτιά πάνω του, ενώ τα μπράτσα του ήταν καλυμμένα με ασπρόμαυρα τατουάζ. Εκείνος ο τύπος είχε σίγουρα καβατζάρει τα εκατόν είκοσι κιλά και σίγουρα ήταν ενάμισι κεφάλι πιο ψηλός από τον Μιχάλη. Μα κάτι, πάνω του, στην έκφρασή του και στον τρόπο του, έκανε τον Μιχάλη να τον εμπιστευτεί με την μία και να του μιλήσει χωρίς φόβο. Έβγαλε από την τσέπη του τον αναπτήρα και του τον έδωσε. «Τσάκω’» είπε, σχεδόν παιχνιδιάρικα, σαν να μιλούσε σε κάποιον, από χρόνια, φίλο.

«Σ’ ωραίος ρε σειρά» απάντησε ο συνομιλητής του κι ύστερα, βιαστικά, άναψε το τσιγάρο του. Επέστρεψε τον αναπτήρα κι έκανε να φύγει. Κοντοστάθηκε. Γύρισε προς τον Μιχάλη.

«Ωωω, Σεϊτάν, άντε μια ώρα!» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του βαγονιού. Κοκκίνισε κι έσκυψε το κεφάλι, εκείνος ο παράξενος γίγαντας, προτού κάνει νόημα στον Μιχάλη να τον ακολουθήσει.

Φόρτωσε κι εκείνος το σάκο του κι ακολούθησε. Στο τέλος του διαδρόμου, στο σημείο που το βαγόνι θα ενωνόταν μ’ ένα ακόμη, στον άδειο χώρο και τα σκαλιά, μια παρέα τριών παιδιών, είχαν αράξει κι έπιναν μπύρες.

«Σεϊτάν, έφερες παρέα;» αστειεύτηκε ο ένας τους, εκείνος που ‘χε φωνάξει νωρίτερα κι ύστερα ανασηκώθηκε για να δώσει το χέρι στον Μιχάλη. «Νίκος» είπε και πριν προλάβει ν’ απαντήσει κάτι, πετάχτηκε ο διπλανός του. «Κούρτεσιτς, παλιοπουτάνα, πότε έγινες Νίκος;»

Σάστισε ο Μιχάλης και για λίγο, πριν γνωρίσει εκείνη την παρέα, ήταν μαγκωμένος. Όμως, σιγά – σιγά, όπως κυλούσε η νύχτα κι όπως έρρεε η μπύρα στα λαρύγγια τους, τους συμπάθησε εκείνους τους τύπους.

Τον Νίκο τον Κουρτέση την αλητόφατσα με το στραβό χαμόγελο, την ουλή στο φρύδι και τα νωθρά μάτια, το ισχνό παιδί που ‘χε πάρει από μικρός τον κακό το δρόμο και που ο στρατός θα ήταν ένα νόμιμο διάλειμμά σε μια ζωή που ισορροπούσε μεταξύ νομιμότητας και εγκλήματος.

Τον Αργύρη τον Γκέρμπεση, τον κουτσό δημοσιογράφο που απέπνεε σοφία – ένας πραγματικός δανδής, ένας ρομαντικός άνθρωπος που τον είχε καταβροχθίσει μια εποχή που δεν θυμόταν την έννοια του ρομαντισμού. Ένας άνθρωπος που είχε περάσει μία φορά τις πύλες κάποιου στρατοπέδου, που είχε διαλύσει το πόδι του, που είχε παλέψει για να σταθεί όρθιος και που αστειευόταν χοντροκομμένα, πως το ‘χε φάει σε κάποιο πήδημα. Ο Αργύρης με την στρουμπουλή, καλοκάγαθη φάτσα και το πιο ήρεμο βλέμμα στον κόσμο, που μιλούσε πολύ, αστειευόταν ακόμη περισσότερο και ήταν πάντοτε ετοιμόλογος.

Και τον Μικέ τον Σεϊτανίδη, τον αγαθό γίγαντα, έναν ροκά παλιάς κοπής, ετών δεκαεφτά, που μαζί με την κιθάρα που δεν αποχωριζόταν ποτέ, έκαναν το πρώτο τους ταξίδι μακριά από την πατρική εστία. Τον Μικέ που η άγουρη, σχεδόν παιδική, φωνή του, έκρυβε ένα πολύ βαθύ μπάσο και μια τεράστια αγάπη για το τραγούδι.

Θα ‘ταν λίγο μετά τις τέσσερεις το χάραμα, όταν ο Μικές έπιασε την κιθάρα με τα πελώρια χέρια του και την ακούμπησε στην αγκαλιά του. Ο Νίκος την είχε πέσει πάνω στους σάκους και κοιμόταν ήρεμα, ενώ ο Αργύρης είχε σηκωθεί όρθιος και αγνάντευε την σκοτεινή πλάση, καθώς ο νυχτερινός, δροσερός αέρας, χτυπούσε το πρόσωπό του.

«Καμιά παραγγελιά, Μπακάλμπαση;» ρώτησε ο Μικές, καθώς κούρδιζε, με το αυτί, τις σκουριασμένες χορδές της αγαπημένης του.

«Δεν ξέρω… Τι παίζεις;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Ό,τι τραβάει η όρεξή σου. Από Μητροπάνο μέχρι Rotting Christ. Αρκεί να είναι μουσική» του απάντησε.

«Παίξε τον Σεμπάστιαν».

«Το ελληνικό ή το ξένο;»

«Ό,τι να ‘ναι» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

Η τεράστια παλάμη του Μικέ τύλιξε σαν χταπόδι το μπράτσο της ακουστικής κιθάρας. Τα χοντρά του δάχτυλα έπιασαν πανεύκολα το μπαρέ. Χτύπησε μια χορδή για να υπάρχει ένα υποτυπώδες μπάσο κι άρχισε να παίζει το άρπισμα.

«Πολύ μελώ ρε παιδί μου…» πετάχτηκε, ο χαμένος στις σκέψεις του, Αργύρης. «Είναι αργά, βαριά η νύχτα, βαρύ και το τραγούδι, είχα και μια καψούρα που το λάτρευε κάποτε… Ρε συ Σεϊτάν, πιάσε κάτι πιο χαρούμενο…» κατέληξε.

«Δεν έχω και την ηλεκτρική…» μονολόγησε ο Μικές, καθώς άρχισε να παίζει την εισαγωγή από το «μην της το πεις».

«Όχι μωρ’ αδερφάκι μου, όχι» παραπονέθηκε ο Αργύρης.

«Γιατί ρε συ, καλό είναι» σχολίασε ο Μιχάλης γυρίζοντας προς τον Μικέ που είχε αρχίσει να τραγουδάει. Δεν πρόλαβε να απαντήσει κάτι ο Αργύρης, που γύρισε και τους κοίταζε σκεφτικά. Άλλαξε εντελώς τον ρυθμό ο Μικές, λίγο πριν το ρεφρέν. «Μην ξαναρθείς, απ’ τη δουλειά, δεν το αντέχω…»

«Κοίτα ρε, που τρώμε δούλεμα από τους πιτσιρικάδες…» κάγχασε ο Αργύρης, προτού επιστρέψει το βλέμμα του στον κόσμο έξω από το παράθυρο.

 

***

Το τραίνο μπήκε στο σταθμό της Θήβας, λίγο πριν το χάραμα. Κι εκεί σπάνε οι αναμνήσεις του Μιχάλη. Κομματιάζονται. Στο μυαλό του έχουν απομείνει ραγισμένες εικόνες από ένα ταξί, μια βαριά πύλη, συνεργεία ντυμένα στα χακί, ένα χρεωμένο κρεβάτι και μια χρεωμένη προίκα. Αρβύλες που διέλυαν τα πόδια του.

«Εκείνη την ημέρα έφαγα το χειρότερο γιαχνί της ζωής μου» μονολόγησε, κουνώντας σκεφτικά το κεφάλι. Η σκέψη και μόνο εκείνου του φαγητού κατάφερε να του προκαλέσει αηδία κι από τότε είχαν περάσει κοντά δέκα χρόνια.

Η Λίλιαν είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του και τον άκουγε. Είχε βραδιάσει ξανά. Είχαν και οι δύο την ανάγκη να συμπληρώσουν τα κενά μιας ιστορίας που έμπαζε από παντού. Είχαν χαθεί κι είχαν ξαναβρεθεί πολλές φορές, μέσα σ’ εκείνα τα δέκα χρόνια. Πάντα βιαστικά, πάντα για λίγο, πάντα προσπαθούσαν να καλύψουν τα κενά των ζωών τους, μα τα χάσματα ήταν τεράστια και μέσα σ’ ένα καφέ, σ’ ένα ποτό και σ’ ένα βράδυ, δεν κατάφερναν να πουν τίποτα.

«Ποτέ δεν μου μίλησες για το στρατό, μόνο κάπου – κάπου, μου έγραφες για εσένα κι όχι για τις μέρες σου…» μονολόγησε η Λίλιαν, προσπαθώντας να τον παροτρύνει να συνεχίσει την αφήγησή του. Εκείνος έσκυψε και της φίλησε το μάγουλο, προτού αναστενάξει ανεπαίσθητα.

«Πολύ περίεργη φάση…» μονολόγησε, πριν ψαρέψει ένα τσιγάρο από το πακέτο του. «Πραγματικά, ο στρατός είναι η πιο περίεργη φάση της ζωής μου. Άλλαξα, σαν άνθρωπος, χωρίς να το καταλάβω. Έγινα χαμαιλέοντας εκείνα τα χρόνια…»

«Πιάσ’ το απ’ την αρχή» τον παρακάλεσε η Λίλιαν.

«Από την αρχή…» επανέλαβε νωχελικά εκείνος, πριν αρχίσει το μονόλογο.

***

Με τον Παύλο είχαμε προαποφασίσει πως θα μπαίναμε στον στρατό, κατ’ ευθείαν μετά το σχολείο. Θέλαμε να ξεμπλέξουμε. Μας θυμάσαι. Ήμασταν και οι δύο αντιρρησίες, σε μια χώρα που τιμωρεί τον διαφορετικό, τον αντιρρησία, τον ανυπότακτο. Δεν μας έπαιρνε να τ’ αφήσουμε. Κι όλα αυτά, πριν μπλέξουμε μ’ εσένα και την Κλαίρη. Αν ήξερα πως θα σε γνώριζα και πως οι δυο μας θα φτάναμε εκεί που φτάσαμε, πίστεψέ με, θα καθόμουν εδώ να παλέψω. Μα τώρα έγινε ό,τι έγινε και δεν αλλάζει κάπως.

Όταν φτάσαμε στον σταθμό της Θήβας, πήραμε ταξί για το στρατόπεδο. Άλλος κόσμος εκεί. Καμία σχέση μ’ εμάς. Φορτώσαμε τ’ αμάξι μέχρι πάνω, μπήκαμε μέσα οι τέσσερεις κρεμανταλάδες και φύγαμε. Ο ταξιτζής ήθελε να μας κάνει βόλτα στην πόλη, να γράψει παραπάνω η ταρίφα, να βγάλει κάνα φράγκο. Ευτυχώς που είχαμε και τον Γκέρμεση, που ήξερε τα μέρη και μανούριασε με τον ταξιτζή. Μας είπε πως το στρατόπεδο δεν ανοίγει απ’ τα χαράματα. Τον γράψαμε στα παλιά μας τα παπούτσια. Μ’ ένα καφέ στο χέρι και τα λιγοστά μας υπάρχοντα, στηθήκαμε έξω από την πύλη και περιμέναμε ν’ ανοίξουν.

Με θλίβει εκείνο το πρωινό. Με θλίβει η ανάμνησή του. Έφυγα από μια πόλη που έβραζε, ένα καυτό απόγευμα με καθαρό ουρανό και μεταφέρθηκα, άυπνος, σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Ήταν ψυχρό, μουντό και συννεφιασμένο εκείνο το πρωινό. Ήταν βαριά η καρδιά μου κι ακόμη βαρύτερα τα πόδια μου, όταν διέσχιζα την βαριά πύλη. Ήξερα. Εκείνη την στιγμή ήξερα ότι πέρασα σ’ έναν άλλο κόσμο κι ότι η ελευθερία μου, η ταυτότητά μου κι οι ιδέες μου, θα έπρεπε να μείνουν έξω από το συρματόπλεγμα.

Πάλι μας ξελάσπωσε ο Γκέρμπεσης, που το ‘χε περάσει το μαρτύριο και το ‘ξερε. Πρώτοι μπήκαμε, για να είμαστε σίγουροι ότι θα βρούμε ρούχα, ότι θα βρούμε κρεβάτι, ότι θα ξεμπερδέψουμε με την καταγραφή και τις εξετάσεις, όσο τα φαντάρια που ήταν μέσα κι είχαν αναλάβει αυτές τις δουλειές, θα ‘ταν ξεκούραστα.

Πρώτα να καταγραφείς. Να αφήσεις την ταυτότητά σου. Δεν είσαι πια πολίτης. Ανήκεις σε μια άλλη κατηγορία ανθρώπων. Είσαι τυφεκιοφόρος. Σκοπάνθρωπος. Καθαρίστρια. Φούρναρης. Σκουπιδιάρης. Λατζέρης. Το νιάτο που ξαγρυπνάει προσέχοντας τους άλλους που κοιμούνται. Να περάσεις εξετάσεις, να αποποιηθούν των ευθυνών τους, να ξέρουν ότι μπορείς να συμμετάσχεις στον πόλεμό τους, να μην είσαι «γιωτάς» γιατί είναι ντροπή. Να πάρεις ρούχα και να ντυθείς όπως εκείνοι. Ένα δάσος καφέ-πράσινων ανθρώπων. Μια ουρά ατόμων με πλουμιστά ρούχα. Μια άλλη ουρά, με πανομοιότυπα τυπάκια. Ασυναίσθητα μου ήρθε στο μυαλό το βίντεο κλιπ του Another brick in the wall. Μπαίναμε μέσα σ’ ένα κτήριο με τα ρούχα μας και βγαίναμε από την άλλη, ασορτί. Κιμαδομηχανή.

Να πάρεις κρεβάτι. Να πας για φαγητό. Συρφετός. Σε μια σειρά, με μεταλλικό δίσκο στα χέρια, θυμάμαι τον εαυτό μου να μορφάζει. Η μυρωδιά από εκείνο το σίχαμα, με είχε διαλύσει. Η ουρά προχωρούσε αργά. Δυο φέτες ψωμί. Λίγες ελιές. Πατάτες μπλούμ, πηγμένες στο λάδι και τον πελτέ. Αναγούλα. Το καζάνι με το φαγητό έμοιαζε περισσότερο με βόθρο που ‘χε βουλώσει από το σκατό. Με θέριζε η πείνα εκείνο το μεσημέρι. Έκανα υπερπροσπάθεια για να μασήσω και να καταπιώ κάτι περισσότερο από την πρώτη μπουκιά αηδίας. Μα το ‘φαγα, γιατί έπρεπε. Το πάλεψα. Πέταξα ό,τι δεν άντεχα να φάω. Άσχημη ήταν εκείνη η μέρα. Θαρρείς καταραμένη. Μα ήμουν εκεί και δεν μπορούσα να κάνω κάτι για να τ’ αλλάξω. Έπρεπε να περάσω από εκεί. Δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Ήμουν εγώ, το συρματόπλεγμα γύρω μου κι έξω απ’ αυτό, ο κόσμος. Δεν θέλω να θυμάμαι. Ιδιαίτερα τις πρώτες μέρες. Θέλω να κρατήσω μόνο τα καλά.

***

Ήμασταν ωραία ομάδα τότε και παλεύαμε να μην σκορπίζουμε. Τραβούσε μπροστά ο Αργύρης. Ήθελαν άτομα για το πλοίο της αγάπης; Πηγαίναμε δυο στο πλοίο της αγάπης. Ήθελαν άτομα για κουβάλημα; Πηγαίναμε τετράδα. Ήθελαν άτομα για χαμαλίκι; Πηγαίναμε όσοι μπορούσαμε. Προσπαθούσαμε να δουλεύουμε, να απασχολούμε το κορμί μας και τα χέρια μας, τόσο για να μην σκεφτόμαστε, όσο και για να περνάνε πιο γρήγορα οι μέρες. Όταν δουλεύεις μ’ άτομα που ξέρεις, που εμπιστεύεσαι, που είσαι σίγουρος για εκείνα, τόσο καλύτερα γίνεται η δουλειά. Κι αυτό το είχαμε μάθει απ’ την αρχή. Μόνο ο Μικές μας έλειπε, τακτικά, που έκανε πρόβες με τρείς – τέσσερεις μουσικούς ακόμη, για την παρέλαση.

Ο Αργύρης ήταν φοβερός τύπος. Είχε κάνει δεκαπέντε μέρες στρατό κι ύστερα σακάτεψε το πόδι του. Έφυγε. Έκανε χειρουργεία. Πήρε αναβολές. Ξανάκανε χειρουργεία. Ξανά αναβολές. Σπούδασε δημοσιογράφος κι επέστρεψε στο στρατό στα είκοσι τέσσερά του, για να φύγει από πάνω του η υποχρέωση. Πολυγραφότατος, ακόμη κι εκεί που τα μόνα που μπορούσε να γράψει ήταν το ημερολόγιό του και κάτι γράμματα σε μια γκόμενα που τον είχε χωρίσει το βράδυ πριν παρουσιαστεί. Οξυδερκής… Από τους πιο οξυδερκείς τύπους που έχω γνωρίσει. Ο Γκέρμπεσης είχε τον τρόπο να περνάει το δικό του με συζήτηση και διπλωματία. Πάντα ήξερε πού έπρεπε να κάνει πίσω, πάντα ήξερε πού έπρεπε να τραβήξει μπροστά.

Ο Κουρτέσης ήταν μαφιοζάκος από μικρός, παρέμεινε μαφιοζάκος στο στρατό και απ’ όσο κατάφερα να μάθω, δουλεύει μπράβος σ’ ένα σκυλάδικο. Καλό παιδί. Πολύ καλό παιδί και ξηγημένο, αλλά ακόμη και τότε, στο στρατό, που δεν μας έπαιρνε για πολλά – πολλά, κινούταν στα όρια την νομιμότητας. Ο ανορθόγραφος Κουρτέσης που ‘χε καψουρα την Λίτσα. Την κεράτωνε βέβαια, έτσι μας έλεγε, αλλά, πίστεψέ με, ποτέ κανένας δεν κατάφερε να καταλάβει αν το οτιδήποτε μας είχε πει, ήταν αλήθεια ή ψέματα. Ήταν φαφλατάς ο Κουρτέσης. Για το μόνο που μπορούσα και μπορώ ακόμη να βάλω το χέρι μου στη φωτιά, είναι για εκείνη την καψούρα με την Λίτσα. Η οποία Λίτσα, ήταν κόλαφος. Δεν μπορείς να φανταστείς για τι άτομο μιλάμε. Ξέφυγα…

Ο φουκαράς ο Μικές, είναι μια πολύ πονεμένη ιστορία. Ξέρεις πώς τον φώναζα, μετά, που πήγαμε στην μονάδα; Yes-Man. Ο Μικές δεν έλεγε ποτέ και σε κανέναν «όχι». Όσο ηλίθιο, τραγικό ή τραβηγμένο και να ήταν τ’ οτιδήποτε του ζητούσαν. Πάντα πρόθυμός, πάντα μ’ ένα «ναι» στο στόμα, πάντα με μια κιθάρα στο χέρι και πάντα με πένθιμους σκοπούς.

Αυτά ήταν τα φιλαράκια μου τότε και μαζί τους περνούσα το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μου. Κι ευτυχώς που τους είχα, γιατί δεν θα πέρναγαν με τίποτα οι μέρες. Κι ύστερα ήρθε η ορκωμοσία και δεν ήρθε κανένας να με δει. Πίστευα… Ήλπιζα ότι θα ερχόσουν να δεις τον Παύλο, πως θα ανταλλάσσαμε καμιά κουβέντα, πως θα ‘παιρνα λίγο κουράγιο. Γελάστηκα. Εσύ ποτέ δεν συμπαθούσες τα ταξίδια. Προτίμησες να κάνεις ένα και μοναδικό ταξίδι εκείνη τη χρονιά, εκείνο της μετακόμισης σε μια καινούρια πόλη. Στο κρατάω; Όχι, δεν στο κρατάω, αλλά κάθε που το σκέφτομαι με θλίβει. Αναρωτιόμουν, για πολλά χρόνια, γιατί καθόσουν με τον Παύλο, αφού είχες ξενερώσει και δεν γούσταρες πια. Το έδειχνες με τον τρόπο και την συμπεριφορά σου. Δεν έκανες κίνηση να ‘ρθεις. Θα μπορούσες, έστω και για το τυπικό. Έστω και για να μας καμαρώσεις. Τίποτα.

***

Όλα αυτά τα σκεφτόμουν σε ένα γερμανικό νούμερο, κάποιο μυστήριο βράδυ, εκείνου του Σεπτέμβρη. Είχα τ’ όπλο στα χέρια και σκεφτόμουν. Μόνος μου, σε μια ξεχασμένη σκοπιά, μέσα στην μαύρη νύχτα, να παρατηρώ την ήρεμη γη και ν’ αφουγκράζομαι τους ήχους της πλάσης, το θρόισμα των δέντρων, το κρώξιμο των πουλιών που δεν κοιμόντουσαν. Με πείραζαν πολλά εκείνο το βράδυ και δεν είχα κάποιον για να τα συζητήσω. Τότε κατάλαβα πόσο με πείραζε και πόσο μ’ επηρέαζε η φυγή της μάνας μου.

Η μέχρι τότε ζωή μου, ήταν μια διαρκής απόρριψη. Απόρριψη από την μάνα που έφυγε και μας παράτησε. Την κατηγορώ. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι τέτοιο στα παιδιά μου. Να παρατήσω τους απογόνους μου, τα πλάσματα που μ’ έχουν ανάγκη, για να εκπληρώσω τα εγωιστικά μου όνειρα; Ποτέ. Κι όμως, η μάνα μου έβαλε πάνω από όλα τις πεποιθήσεις της. Την έπνιγε η ζωή στην Ελλάδα. Την έπνιγε η αδικία. Την έπνιγαν οι μεγαλοαστοί. Την έπνιγε το ότι δεν υπήρχε ισότητα. Ξέρεις πόσες μέρες έχει δουλέψει στη ζωή της; Καμία. Από άποψη. Δεν ήθελε, έλεγε, να καρπώνονται άλλοι τους κόπους της. Από το κόμμα στις συγκεντρώσεις κι απ’ τις συγκεντρώσεις στις πορείες. Δεν θα με ξένιζε αν μάθαινα ότι είχε μπλέξει και με καμιά τρομοκρατική οργάνωση και προσπαθούσαν να εγκαθιδρύσουν το, κατ’ εκείνους, ιδανικό καθεστώς.

Η κυρία Αριάδνη, που πάλευε για την δικαιοσύνη, την ισότητα και το κοινό καλό, κοίταξε μόνο τον εαυτό της και αδίκησε όλους τους άλλους. «Ντεμέκ άνθρωποι είναι, παιδί μου» θυμάμαι τον πατέρα μου να μου λέει κάποιο βράδυ που ‘χε πιεί, για την μάνα μου και το συνάφι της. Δεν τον είχα καταλάβει τότε. Πέρασαν χρόνια για να το κάνω.

Από ‘κει κι έπειτα, η ζωή μου είναι μια διαρκής απόρριψη. Πρώτα ήρθε με την Κλαίρη. Γιατί; Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να καταλάβω. Νομίζω στο έχω ξαναπεί. Υπάρχει αυτός που θέλει να μπλέξει κάπου κι αυτός που δεν θέλει να μπλέξει. Κι ο αναποφάσιστος, σίγουρα, ανήκει σε αυτούς που δεν θέλουν να μπλέξουν. Αλλά γυρίζουν πολλά στο μυαλό του. «Να μπλέξω ή να μην μπλέξω;». Τα ζυγίζει. Τα ξαναζυγίζει. Αφήνει τους άλλους να αποφασίσουν για εκείνον και πορεύεται με μια απόφαση που δεν ήταν ποτέ δική του.

Η Κλαίρη δεν ήταν, πραγματικά, δική μου απόφαση και δεν το λέω για να αποποιηθώ των ευθυνών μου. Η Κλαίρη ήταν απόφαση των φίλων μου. Γιατί «αφού μπορείς να το ‘χεις το γκομενάκι». Η Κλαίρη ήταν απόφαση της κοινωνίας. Ο άντρας δεν έχει το δικαίωμα να πει «όχι», ο άντρας πρέπει να είναι άντρας και στην τελική, τι άντρας είμαι εγώ που απορρίπτω την γυναίκα, αντί να την κυνηγάω; Η Κλαίρη ήταν απόφαση του καθωσπρεπισμού και της εικόνας που έπρεπε να δείχνω προς τα έξω. Η ανύπαρκτη επιλογή μιας εντελώς λάθος απόφασης. Ακόμη κι έτσι, την αγάπησα.

Την αγάπησα για τα μικρά της τα παράπονα. Την αγάπησα για τον τρόπο που γελούσε. Την αγάπησα γιατί μπορούσε να σταθεί δίπλα μου. Την αγάπησα γιατί ήταν η πρώτη μου κι ό,τι πρωτόγνωρο έζησα μαζί της, δεν θα μπορέσω ποτέ να το ξαναζήσω τόσο έντονα. Την αγάπησα γιατί πήραμε και δώσαμε χαρακτήρα, ο ένας στον άλλο. Εγώ έμαθα να διεκδικώ ό,τι δικαιούμαι κι η Κλαίρη έμαθε να μιλάει μόνο όταν πρέπει.

Βίωσα την απόρριψη μαζί σου,  ηλιθιωδώς, γιατί δεν μπορούσα να σε καταλάβω. Είχα συναισθήματα, αλλά δεν μπορούσα να σου τα μεταφέρω με κανέναν τρόπο. Δεν ήσουν δεκτική. Έβγαζες αγκάθια. Ήθελες να τραβάς μπροστά. Ήθελες έναν σκύλο να τον σέρνεις από πίσω σου. Ήθελες να έχεις το πάνω χέρι. Δεν το άντεχα αυτό. Κι η Κλαίρη, στην αρχή, έτσι ήτανε. Όμως με την Κλαίρη μπορούσα να βγάλω άκρη και το έκανα. Εσύ έβγαζες αγκάθια κάθε που πήγαινε να σ’ αγγίξει κάτι όμορφο. Λες και δεν ήθελες την ομορφιά στη ζωή σου. Λες και την σιχαινόσουνα.

Είχα πράγματα να μοιραστώ μαζί σου. Είχα μια ζωή, όποια κι αν ήταν αυτή, και ήθελα να ‘σαι μέρος της. Προτίμησα την διπλωματική οδό. Προτίμησα να σ’ έχω στην ζωή μου μ’ έναν τρόπο που δεν θα ήταν καταστροφικός για κανένας από τους δυο μας. Μια ζωή στα ημίμετρα και στο λίγο ήμουν, το ήξερα, το είχα συνηθίσει. Κάποιο βράδυ που ‘χα μεθύσει, με τον Αντώνη σε κάποιο πάρκο, θυμάμαι να λέω «θα μπορούσα μέχρι και παιδιά να κάνω μαζί της». Μαζί σου. Διάολε, τότε ήμουν δεκάξι κι έπρεπε να πληρώσω πέντε κατοστάρικα ταξί για να φτάσει το ξυραφάκι μου απ’ τη μια τρίχα στην άλλη, όμως αυτό ένιωθα. Θα μπορούσα να κάνω παιδιά μαζί σου. Θα μπορούσα να στήσω οικογένεια μαζί σου. Θα μπορούσα να σε τρώω στη μάπα, μέχρι να μας φάνε οι καταχρήσεις ή τα βαθιά γεράματα. Κι όμως, εκείνο το φιλί κι εκείνη η άρνηση, ήταν η επόμενή μου απόρριψη. Κι ύστερα έφυγες. Κι έφυγα κι εγώ.

Έφυγα γιατί δεν ήμουν διατεθειμένος να παίξω κανένα παιχνίδι. Το έβλεπα να έρχεται κατά πάνω μου, όμως υπήρχαν υποχρεώσεις που έπρεπε να διεκπεραιωθούν, να κλείσουν, να τις αφήσω πίσω μου. Έφυγα γιατί ήσουν ανασφαλής κι αν δεν το ξεπερνούσες τότε, θα μας καταβρόχθιζε και τους δυο. Έφυγα γιατί δεν υπήρχε μέλλον. Εγώ είχα όνειρα κι εσύ ήθελες μόνο να βουτάς το κεφάλι σου σ’ οτιδήποτε το μούδιαζε. Έφυγα γιατί έπρεπε να κοιτάξω το καλό μου. Όχι εγωιστικά, ρεαλιστικά. Το καλό μου ήταν μακριά σου. Το καλό σου ήταν μακριά μου. Γύρνα πίσω σου και κοίταξε μας. Το μόνο που θα μπορούσαμε, τότε, να κάνουμε, είναι να μολύνουμε ο ένας τις πληγές του άλλου. Έφυγα ακόμη κι αν με πονούσε, ακόμη κι αν μ’ έσφαζε, ακόμη κι αν με διέλυε το να είμαι μακριά σου, χωρίς να μιλάμε, χωρίς να γελάμε, χωρίς να σουλατσάρουμε και να περνάμε μαζί χρόνο.

Έφυγα. Αλλά σε κράτησα για πάντα μέσα στην καρδιά μου. Ίσως γιατί ήσουν το μόνο κομμάτι της ζωής μου που έκανε την ψυχή μου ν’ ανθίζει αντί να σαπίζει.

***

«Τις εί;»

«Δεκανέας αλλαγής…» άκουσα κι ανακουφίστηκα. Ήταν εκείνο ή κάποιο άλλο βράδυ. Δεν θυμάμαι πιά. Όσο περνάνε τα χρόνια, ξεθωριάζουν οι αναμνήσεις, ξεβάφουν σαν ρούχα που δεν έπρεπε ποτέ να μπουν μαζί στο πλυντήριο και αιμορραγούν η μία μέσα στην άλλη. Γύρισα, απόθεσα τ’ όπλο μου και βγήκα απ’ το θάλαμο, όπως ήμουν, με τ’ άρβυλα λυμένα και την παραλλαγή ξεκούμπωτη, για να κάνω ένα τσιγάρο.

Οι φανοστάτες του στρατοπέδου έδιναν μια παράξενη όψη σ’ εκείνη την νυσταγμένη πολιτεία, που κοιμόταν τον ύπνο της λήθης. Δεν είχα δει πως ο Παύλος καθόταν σ’ ένα τσιμεντένιο πεζούλι, όταν κάθισα να ξαποστάσω. Μήτε τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου. Τον άκουσα μόνο να κάθεται δίπλα μου. Να με τρακάρει τσιγάρο. Να τ’ ανάβει αναστενάζοντας. Γύρισα προς το μέρος του. Στο βλέμμα του φαινόταν πως ήταν κομμάτια. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν άυπνος ή αν είχε πιεί. Και δεν θυμάμαι πια την συζήτηση μ’ εκείνον τον κομματιανό, που κάποτε έκανα παρέα.

Μέσες – άκρες άκουσα ό,τι ήδη γνώριζα, ό,τι ήδη υποπτευόμουν. Τι κι αν δεν είχα πειστήρια, ακράδαντα, στα χέρια μου; Ήξερα πως ένα κι ένα μας κάνουν δύο κι όταν βγαίνουν παραπάνω, τότε κάποιος έχει κρύψει κάτι. Κι εκείνο το ένα κι ένα που είχαμε με την Κλαίρη, δεν έβγαινε ποτέ δύο. Έβγαινε τρία. Θα περνούσαν πολλά χρόνια για να μάθω ότι ούτε καν τρία δεν ήταν, αλλά, ένας θεός ξέρει πόσα.

Τα λόγια του δεν έδωσαν εξήγηση σε καμία από τις απορίες μου. Ξέρεις τι μου ‘χε πει; «Ήταν τζάμπα». Αυτό. Σαν τώρα τον θυμάμαι, να γυρίζει και να με κοιτάζει, με κόκκινα, θολά μάτια, να κουνάει το χέρι με το τσιγάρο και να μου λέει «ήταν τζάμπα το μουνί, Μιχάλη, αμαρτία να μη το ‘τρωγα». Δεν τον κατηγόρησα αν και, βαθιά μέσα μου, ήθελα να του σκάσω μια μπουνιά ανάμεσα στα μάτια, που θα ‘ταν όλη δική του. Το κατάπια, γιατί είχα να χάσω πολλά περισσότερα απ’ όσα θα κέρδιζα.

Τον άκουγα να λέει και να λέει και σημασία δεν του έδινα. Η μισή συγγνώμη που ψέλλισε, ήταν ψεύτική. Κάλπικη όπως και τα λόγια που ανταλλάσσαμε παλιότερα. Είδα πως τιμούσα μια φιλία που δεν άξιζε τιμή. Εκείνο το βράδυ έφτυσα στις στάχτες εκείνης της φιλίας κι ύστερα τις έθαψα. Ο παιδικός μου φίλος είχε καταντήσει κάτι λιγότερο από άνθρωπος. Όχι για την πρέζα, ούτε και για την Κλαίρη – δεν μπορούσα ποτέ να κρίνω τα πάθη των άλλων. Ούτε και θ’ άφηνα την Κλαίρη και κάθε Κλαίρη να μπει ανάμεσα σε μια φιλία χρόνων. Εκείνο το βράδυ όμως έμαθα πως ο Παύλος θα το ξανάκανε, γιατί δεν τον ένοιαζε ούτε η φιλία, ούτε η τιμή. «Αδύναμος χαρακτήρας» έλεγαν και ξαναέλεγαν, όσοι τον ήξεραν κι όσοι τον γνώριζαν. Με τα χρόνια έμαθα πως υπάρχουν ελάχιστοι αδύναμοι χαρακτήρες κι αμέτρητοι παρτάκηδες. Ο Παύλος ήταν παρτάκιας. Θα πουλούσε ακόμη και τα κόκκαλα της μάνας του για μια ψιλή, για λίγο μουνί κι ένα ντεπόζιτο βενζίνη. Το απέδειξε στην πορεία. Ευτυχώς δεν ήμουν εκεί για να τα δω. Ευτυχώς τα έμαθα εξ’ ακοής. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να ξαναμπλέξω με τις μαλακίες του Παύλου. Ούτε και κλήθηκα να τον ξελασπώσω ξανά. Ευτυχώς, γιατί θα το ξανάκανα. Βλέπεις, το δικό μου το πάθος, είναι να προσπαθώ να σώσω τους πάντες, εκτός από τον εαυτό μου.

***

Δεν ξαναμίλησα μαζί του μέχρι να ανακοινωθούν οι μεταθέσεις. Κι εκείνη τη μέρα, μη φανταστείς, από σπόντα μιλήσαμε, ίσα για τα τυπικά, το «πού πάω» και το «πού πας». Σε κανέναν από τους δύο δεν έκατσε καλά. Στη μια μεριά του χάρτη ο Παύλος, στην άλλη εγώ. Για καλή μου τύχη, θα ‘χα παρέα τον Σεϊτάν, να λέμε καμιά κουβέντα, να ακούμε καμιά μουσική, «θητεία είναι, πού θα πάει, θα περάσει», έτσι λέγαμε.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι έξω ξεχάσει τα ταξίδια, τις υπηρεσίες, τις βουβές νύχτες, τις καυτές μέρες, το τρέξιμο και το χαμαλίκι. Τα παγωμένα μπάνια και τις τούρκικες τουαλέτες. Είχα σφηνώσει στο μυαλό μου ότι έπρεπε να ξεμπερδεύω μ’ εκείνη την υποχρέωση και τηρούσα ευλαβικά την ρουτίνα μου. Ακόμη κι όταν ήρθανε οι πρώτες βροχές και τα πρώτα κρύα. Ακόμη κι όταν έτριζαν τα κόκκαλά μου από το κρύο και την υγρασία. Ακόμη και τα βράδια που ερχόταν και με σκουντούσε ο Σεϊτάν, για να ξυπνήσω, να ντυθώ, να πάρω τ’ όπλο μου και να βγω στην βροχή, στον αέρα και το χαλάζι, για να φυλάξω τα πάτρια εδάφη. Σπασμένες φάτσες θυμάμαι και σκόρπια χαρακτηριστικά, με ονόματα που πάντοτε βρίσκονται στην άκρη της γλώσσας μου, μα που δεν καταφέρνω να προφέρω. Κι ο Σεϊτάν, με την κιθάρα, να μας διασκεδάζει μέσα στην μαυρίλα του.

Κάποιο βράδυ που ένιωσα το μυαλό μου να τερματίζει από τον εγκλεισμό και την κούραση, βρήκα το κουράγιο να σου γράψω δυο αράδες. «Αγαπημένη μου Λίλιαν» άρχισα να σκαλίζω στο χαρτί, μ’ ένα σάπιο, μαύρο στυλό. Το τσαλάκωσα και το πέταξα όταν ένα δάκρυ έσκασε πάνω στ’ όνομά σου και το μουτζούρωσε. Σηκώθηκα. Έλεγξα το θάλαμο. Το προσωπικό κοιμόταν και τα όπλα ήταν στη θέση τους. Βγήκα έξω. Άναψα τσιγάρο. Φυσούσε μανιασμένα εκείνο το βράδυ, λυσσομανούσε ο αέρας ανάμεσα στα γέρικα δέντρα και τα παμπάλαια κτήρια. Προσπαθούσα να βάλω σε τάξη τις χαώδεις σκέψεις μου. Προσπαθούσα να συναρμολογήσω αναμνήσεις και συναισθήματα. Μάταια. Το τσιγάρο κάηκε, το διάλειμμα τελείωσε, άφησα πίσω μου τον αέρα και το κρύο κι έπιασα πάλι την καρέκλα. Σκάλισα δέκα – δεκαπέντε λέξεις. Δεν μπορούσα να γράψω παραπάνω. Ένιωθα πώς το μέσα μου θα τσάκιζε και θα διαλυόταν.

Το επόμενο πρωί έχωσα το χαρτί σ’ ένα φάκελο και το ξαπόστειλα με το ταχυδρομείο. Παραλήπτης; Αγλαΐα Χαραμή. Διεύθυνση; Το σπίτι των γονιών σου. Το έδιωξα και το έβγαλα εντελώς από το μυαλό μου, εξ’ άλλου δεν περίμενα να λάβω απάντηση.

Κι όμως, τρείς εβδομάδες μετά, ήρθε η απάντηση. «Να περνάς καλά, να προσέχεις και να μου γράφεις» ήταν όλα κι όλα σου τα λόγια, παρέα μ’ ένα καφέ φιλί, πάνω σε μια καρτ ποστάλ που απεικόνιζε την φθινοπωρινή Παμβώτιδα, με τα δέντρα που έφεραν κίτρινα φύλλα και τα βουνά που την περιστοίχιζαν, τυλιγμένα από μια παχιά ομίχλη.

Έτσι ήταν κι η καρδιά μου εκείνο το διάσημα. Τυλιγμένη από μια παχιά ομίχλη. Θυμάμαι να χαμογελάω και να βουρκώνω, να διπλώνω την καρτ ποστάλ με το φιλί σου και να την χώνω στο πορτοφόλι μου. Τ’ άλλα φαντάρια είχαν φωτογραφίες από τις αγαπημένες τους. Εγώ είχα μόνο ένα φιλί. Ένα φιλί που το πήρα μία και μοναδική φορά από τα χείλη σου. Ένα φιλί που λαχταρούσα, μα ποτέ δεν βρήκα το κουράγιο να ζητήσω.

***

Την πρώτη μου άδεια την πήρα τα Χριστούγεννα. Φύγαμε μαζί με τον Σεϊτάν. Ατελείωτο ήταν το ταξίδι σε πλοία και λεωφορεία, για να φτάσουμε στην Θεσσαλονίκη. Είχα ξεχάσει πόσο παγωμένη μπορούσε να γίνει ετούτη η πόλη τον χειμώνα. Είχα ξεχάσει ότι στην Θεσσαλονίκη δεν νύχτωνε ποτέ κι ότι ήμουν μόνος μου. Είχα μείνει μόνος μου. Παρέα δεν είχα. Εσύ ήσουν στα Γιάννενα τότε. Τον Αντώνη τον είχα χάσει απ’ το σχολείο, την Κλαίρη δεν ήθελα να την δω.

Μοιραστήκαμε ένα ταξί με τον Σεϊτάν. Φτάσαμε στο σπίτι μου. Κατέβασα την πραμάτεια και κοίταξα τον Μικέ που καθόταν στην θέση του συνοδηγού. «Σειρά; Έχεις όρεξη για καμιά βόλτα το βράδυ;» με ρώτησε αφού χαιρετηθήκαμε.

«Σίγουρα» θυμάμαι να του απαντάω.

«Θα έρθω να σε μαζέψω. Κατά τις εφτά;»

«Μέσα».

Έτσι κι έγινε. Ανέβηκα σπίτι. Έλειπε ο πατέρας. Πέταξα τα ρούχα στο πλυντήριο. Έκανα, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ένα καυτό μπάνιο. Κάθισα μέσα στην μπανιέρα για ώρα, απολαμβάνοντας το ζεστό νερό και το τσιγάρο μου, χωρίς να σκέφτομαι και χωρίς να αγχώνομαι. Μπήκα στο δωμάτιο που ποτέ δεν γούσταρα. Έπιασα την πάνω κουκέτα και το ‘κοψα στον ύπνο. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ανάγκη είχα τον ύπνο, εκείνο το διάστημα.

Με ξύπνησε ο πατέρας μου κατά τις έξι. «Φαντάρε; Κράτησες νερό, ρε, από το πρώτο μπάνιο, να φτιάξουμε ψαρόσουπα;» με ρώτησε. Είχε παλιώσει το αστείο. Πίεσα τον εαυτό μου να γελάσει, μα το μόνο που κατάφερα ήταν να ανασηκωθώ, να σταυρώσω τα χέρια και να τον στραβοκοιτάξω. Το κατάλαβε και μου άδειασε τη γωνιά. Ντύθηκα βιαστικά. Έφτιαξα λίγο καφέ. Γύρισα στο δωμάτιο. Κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Άναψα τσιγάρο. Παγωμένη ήταν εκείνη η νύχτα. Έριχνε, θυμάμαι, ένα παράξενο, αργό χιονόνερο, που φάνταζε να στραφλίζει πάνω σ’ ό,τι κι αν έπεφτε. Το σώμα μου μπορεί να είχε ξυπνήσει για τα καλά, μα ο λογισμός που παρέμενε σε μια κατάσταση βαθύ ύπνου.

Δεν είχα καταφέρει να συνέλθω όταν χτύπησε το θυροτηλέφωνο. «Για μένα είναι» έκρωξα από το δωμάτιο κι ύστερα, αργόσυρτα, σχεδόν βαριεστημένα, έβαλα τα παπούτσια μου κι έφυγα απ’ το σπίτι, δίχως να χαιρετίσω. Οι παλιές, κακές μου, συνήθειες, βλέπεις…

Ο Σεϊτάν με περίμενε πάνω σε μια περιποιημένη, λευκή Vespa Primavera του ‘69 που αγκομαχούσε στο ρελαντί και τριζοβολούσε ολόκληρη. «Σάλτα» είπε λιτά, σχεδόν χαμογελώντας, όταν με αντίκρισε.

«Για πού, Σεϊτάν;» τον ρώτησα μόλις ανέβηκα. Άκουσα τον καγχασμό του. Έβαλε ταχύτητα. Το μηχανάκι σείστηκε ολόκληρο, καθώς μετακινούνταν τα γρανάζια στο σασμάν. «Πού ξέρω; Πάμε να βολτάρουμε…» μονολόγησε, ανοίγοντας το γκάζι και σηκώνοντας το πόδι από την παγωμένη άσφαλτο.

Το ταξίδι μας δεν είχε προορισμό. Ο Μικές οδηγούσε αργά και ήρεμα κι εγώ είχα παραχώσει τα παγωμένα μου χέρια, μέσα στις τσέπες του παντελονιού. Το χιονόνερο μας έδερνε αλύπητα. Μας πήρε ώρα, πολλή ώρα, μέχρι να φτάσουμε στην Καλαμαριά. Μακριά απ’ τα λημέρια μου, μακριά κι απ’ τα δικά του λημέρια. Βρήκαμε ένα απάγκιο, κατεβήκαμε, αράξαμε, ανάψαμε τσιγάρο. «Είναι πολλές ακόμη;» προσπάθησα να αστειευτώ κι ο Μικές ένευσε, μ’ ένα περίεργα πονεμένο ύφος.

«Έχω ξεμείνει εδώ με μηδέν φίλους. Απορώ γιατί ήρθα» μονολόγησε αφηρημένα.

«Συμπάσχουμε σειρά…»

«Τι θα κάνουμε εδώ, Μπακάλμπαση, δεκατρείς μέρες; Είχα συνηθίσει, όσο σκατά κι αν ήταν η φάση. Είχα το πρόγραμμά μου, το πρωινό μου, την αγγαρεία μου, την δουλειά μου, την σκοπιά μου και το παρεάκι μου. Εδώ δεν έχει μείνει τίποτα» συνέχισε, με μια πρωτοφανή απαισιοδοξία στην φωνή του.

«Κάτι θα βρούμε να κάνουμε» απάντησα, προσπαθώντας να του φτιάξω το κέφι.

«Καμιά γκόμενα, Μπακάλμπαση, στο πάτρια εδάφη, δεν παίζει;»

«Η πρώην…» μουρμούρισα κι ύστερα αναστέναξα. Δεν ήθελα να θυμάμαι την Κλαίρη κι όχι γιατί με πονούσε ό,τι είχε συμβεί ανάμεσά μας. Με πονούσε η απόρριψη. Η απόρριψη που δεν καταλάβαινα από πού πήγαζε. Ένιωθα, κατά κάποιο τρόπο και χωρίς να καταλαβαίνω την αιτία, υπαίτιος για εκείνη την απόρριψη. «Γάμα το, Μικέ. Μείναμε μόνοι σ’ αυτή την πόλη» κατέληξα.

«Δεν μπορώ να καταλάβω την λογική του στρατού. Σου κόβει τη ζωή στη μέση».

«Όντως».

«Τι θα κάνεις μετά, Μπακάλμπαση;»

«Θα σπουδάσω. Έτσι λέω. Εσύ;»

«Θα πάρω μια μηχανή και θα το ρίξω στα ταξίδια».

«Πολύ καλή ιδέα…»

***

Εκείνα τα Χριστούγεννα, με τον Σεϊτάν και το αρχαίο μηχανάκι του, οργώσαμε όλη την πόλη. Αστείοι φαινόμασταν πάνω στην Vespa που αγκομαχούσε στις ανηφόρες κι άφηνε πίσω της ένα σύννεφο καυσαερίων, καμένη βενζίνη ανάμεικτη με λάδι. Σκεφτόταν να το πάρει μαζί του, στο νησί, για να βολτάρουμε στις εξόδους μας, εξερευνώντας το, μα δεν είχε ιδιαίτερο νόημα. Είχαμε πολλές υπηρεσίες, ελάχιστες εξόδους κι ο καιρός πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.

Το καλοκαίρι πήραμε μια ανάσα. Ίδια ιστορία. Καράβια και λεωφορεία μέχρι την Θεσσαλονίκη. Ο Μικές μου ‘χε πει, από καιρό, πως ήθελε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι με το βεσπάκι. Έψαχνε συνοδηγό και συνοδοιπόρο. Το ταξίδι το είχαμε σχεδιάσει, πάνω σ’ έναν χάρτη, από την άνοιξη. Η πορεία μας, οι στάσεις μας, τα μέρη που θέλαμε να δούμε. Προσπάθησα να αποφύγω τα Γιάννενα. Σαν να ‘ξερα πως θα πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλο. Ο Μικές ήταν ανένδοτος. Ήθελε να δει την λίμνη και το κάστρο.

Ξεκινήσαμε ένα Σάββατο, αξημέρωτα, φορτωμένοι με τα ρούχα μας και την κιθάρα του Μικέ. Ζοριζόταν και γκρίνιαζε το μηχανάκι, από το βάρος των αναβατών και των μπαγκαζιών τους, αλλά μας πήγαινε. Φτάσαμε στα Γιαννιτσά. Περιπλανηθήκαμε για λίγο στην πόλη κι ύστερα βάλαμε πλώρη για την Έδεσσα. Φτάσαμε κατά το μεσημέρι. Καθίσαμε να φάμε, να πιούμε ένα καφέ, να κάνουμε ένα τσιγάρο και να ξαποστάσουμε. Το πρώτο βράδυ θα κοιμόμασταν στην Φλώρινα κι είχαμε μπροστά μας, αρκετό δρόμο ακόμη.

Βούιζαν τα αυτιά μου από τον αέρα και τον θόρυβο της εξάτμισης. Ο Μικές μου ‘χε προτείνει να βάλω ακουστικά και ν’ ακούσω κάνα τραγούδι, μα ήθελα να λέμε καμιά κουβέντα πού και πού.

Με παραξένεψε που δεν ήταν ενθουσιασμένος με τα μέρη που βλέπαμε, αλλά μόνο με το ταξίδι και την απεραντοσύνη του δρόμου. Αργά το βράδυ, αφού φτάσαμε στην Φλώρινα, βρήκαμε κατάλυμα κι αράξαμε για μπύρες, μου εκμυστηρεύτηκε πώς δεν ήθελε να ταξιδέψει κάπου συγκεκριμένα. Ήθελε, απλά, να πάρει το βεσπάκι και να φύγει. Δεν μπορούσα να καταλάβω εκείνη την σκέψη, ούτε και την ψυχοσύνθεση που κρυβόταν πίσω της. «Γάμησέ το, το πλάνο. Πάμε όπου να ‘ναι ρε φίλε. Ένα πιάτο φαγητό κι ένα κρεβάτι, παντού θα τα βρούμε» του ‘χα πει.

«Είσαι μέσα ρε σειρά;»

«Μέσα, γιατί όχι;»

Από την επόμενη μέρα, το δρομολόγιό μας άλλαξε. Ο Μικές προτίμησε να αποφύγει τους μεγάλους δρόμους. Με τον χάρτη στα χέρια τα δικά μου και τις ξεθωριασμένες, από τα χρόνια, πινακίδες στους δρόμους, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στα ορεινά χωριά. Δροσιά. Καθαρός αέρας. Πέτρινα σπίτια. Φιλόξενος κόσμος. Διαφορετικός. Χωρίς σκοτούρες και άγχη. Με τους κήπους τους, τους μπαξέδες τους, τα ζώα τους και τις απλές ζωές τους. Κάναμε ένα τσιγάρο εδώ κι εκεί. Σταματήσαμε για έναν καφέ στον καφενέ ενός μικρού, ορεινού χωριού, που το όνομά του μου διαφεύγει πια. Πάλι στο δρόμο. Ύστερα σ’ ένα ταβερνάκι, σχεδόν άδειο, να φάμε και να πιούμε ένα τσίπουρο. Ξανά στο δρόμο. Οργώσαμε τον Γράμμο πριν κατέβουμε, αργά το απόγευμα, στα Γιάννενα. Βρήκαμε φαγητό και κρεβάτι. Ο Μικές την έπεσε για ύπνο. Εμένα, από την άλλη, με διέλυε η υπερένταση. Δεν μπορούσα να καθίσω. Δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Βούτηξα τσιγάρα και πορτοφόλι και την κοπάνησα. Άρχισα να περπατάω στα στενά. Στα τυφλά. Ψάχνοντας, χωρίς να ξέρω τι έψαχνα.

Αυτό που αντίκρισα εκείνο το βράδυ, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ήσουν πάντοτε λειτουργική, όμως, εκείνο το βράδυ, που το eyeliner είχε μουτζουρώσει το προσωπάκι σου και τα μάτια σου ήταν κατακόκκινα, ήξερα πως είχες αρχίσει να παίρνεις την κάτω βόλτα. Ρώτησα κι έψαξα. Είχα την διεύθυνσή σου. Βρήκα το σπίτι. Βρήκα κουράγιο για να σου χτυπήσω το κουδούνι. Και τα ‘χασα όλα, όταν αντίκρισα την κατάντια σου.

Μού ‘χες ζητήσει να μιλήσουμε, να μάθεις να νέα μου, ήθελες να ακούσεις τις εμπειρίες μου και το πώς περνούσα στο στρατόπεδο. Ένας συρφετός μανίας ήσουν. Με το ζόρι σ’ έβαλα στο μπάνιο. «Πλύσου και θα σου πω». Τρόμαξα όταν άκουσα τον γδούπο. Είχες καταρρεύσει. Είχες μέρες άυπνη. Κάτι σε βασάνιζε και δεν ήθελες να το βγάλεις από μέσα σου.

Ήσουν μισολιπόθυμη όσο σ’ έπλενα και τα σπασμένα σου λόγια, δεν έβγαζαν κανένα απολύτως νόημα. Γνώρισα, εκείνο το βράδυ, ένα κομμάτι μου που πάντοτε πίστευα πως μου υπολειπόταν. Την στοργή. Ήταν καθαρτικό το να τρίβω απαλά, το γυμνό σου σώμα, που ήταν κουλουριασμένο στην μπανιέρα. Να καθαρίζω το μουτζουρωμένο σου πρόσωπό, από τα αμέτρητα στρώματα σοβά, που ‘χες απλώσει πάνω του. Να σε κουβαλάω στον καναπέ, ίσα για να σου αλλάξω τα σεντόνια και τις μαξιλαροθήκες με καθαρά. Να σε πηγαίνω στο κρεβάτι σου και να μου ζητάς μια αγκαλιά. Να ακούω τα παράπονά σου, που δεν έβγαζαν νόημα, γιατί οι σκέψεις σου δεν είχαν συνοχή.

Πριν το χάραμα σ’ άφησα, χωρίς να σε ξυπνήσω για να σε χαιρετίσω. Πάνω στο στραπατσαρισμένο σου πακέτο, έγραψα το τηλέφωνο του στρατοπέδου κι ένα μισό «σ’ αγαπώ». Έφυγα. Κομμάτια. Άυπνος. Πήγα να βρω τον Σεϊτάν, που ήδη είχε φορτώσει το μηχανάκι κι αργόπινε έναν καφέ, καπνίζοντας. Με κοίταζε παράξενα. Δεν χρειάστηκε να με ρωτήσει. Είχε ήδη καταλάβει. «Καλύτερα είσαι τώρα;» μ’ είχε ρωτήσει και θυμάμαι να γνέφω αρνητικά. Απελπίστηκα εκείνο το χάραμα. Απελπίστηκα γιατί κατάλαβα πώς είχες μπει σε μια μη αναστρέψιμη τροχιά κι είχα σκοπό να σου γράψω γι’ αυτό. Κάποια στιγμή, όταν θα έβρισκα το κουράγιο.

***

«Κι όντως σου έγραψα και μου απάντησες και τα λέγαμε, πού και πού, γράφοντας ο ένας στον άλλο. Μέχρι που ήρθε η άδεια απολύσεως και τα σκατώσαμε όλα» κατέληξε ο Μιχάλης, τον μακρύ, πονεμένο του μονόλογο. Το χαμένο του βλέμμα, ήταν στεριωμένο στην φλόγα ενός κεριού που τρεμόπαιζε, από τον απαλό αέρα που ερχόταν από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. «Τα γαμήσαμε όλα…» συνέχισε τον συνειρμό του, αναστενάζοντας και τρίβοντάς το πρόσωπό του.

Η Λίλιαν του χάιδεψε απαλά το χέρι. «Τότε, Μιχάλη, όντως ήμασταν άξιοι της μοίρας μας. Και εγώ και ο Παύλος. Εκείνος γιατί έκανε ότι του κάπνιζε κι εγώ γιατί του συγχωρούσα κάθε επαναλαμβανόμενο λάθος του».

«Ισχύει» μουρμούρισε ο Μιχάλης. «Και μου γαμήσατε την άδεια απολύσεως» συνέχισε, καθώς στρεφόταν προς το μέρος της.

«Ήπιατε πολύ εκείνο το βράδυ… Ανάθεμα κι αν κατάλαβα πώς πιαστήκατε στα χέρια».

«Εγώ κατάλαβα. Και κατάλαβα και τον λόγο. Πάω να βάλω κάτι να πιώ. Θέλεις;»

«Ναι, λίγο νερό» μονολόγησε η Λίλιαν κι ύστερα σηκώθηκε από πάνω του, για να τον αφήσει να σηκωθεί.

«Ό,τι θέλει το κορίτσι μου» της απάντησε εκείνος, πριν της φιλήσει το μέτωπο και σηκωθεί από τον καναπέ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook