Amor Fati – 08 – Άξιοι της μοίρας μας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο ρυθμικός κλυδωνισμός του σαπιοκάραβου νανούριζε τον Μιχάλη, που ‘χε αράξει στο κατάστρωμα κι ατένιζε τη θάλασσα. Άδειος ήταν ο ουρανός από αστέρια εκείνο το βράδυ. Η πανσέληνος καθρεφτιζόταν στα ήρεμα νερά του Αιγαίου. Τα μάτια του τον έκαιγαν αφόρητα, μα δεν ήθελε να κοιμηθεί. Ήθελε να απολαύσει τον δροσερό αέρα, το μουρμουρητό της μηχανής του πλοίου και την απεραντοσύνη του ορίζοντα, καθώς οι ιδέες μέσα στο κεφάλι του, έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Είχε μόλις τελειώσει η περίοδος της χαμένης ζωής. Είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και δεν θα χρειαζόταν πια να ταΐζει με ψυχή, μια μηχανή που δεν του ‘χε προσφέρει τίποτα.

Λίγο πιο δίπλα, σ’ ένα πορτοκαλί, ξεφτισμένο και πολυκαιρισμένο κάθισμα, κοιμόταν ο Μικές. Είχε τεντώσει τα πόδια του, είχε πλέξει τα δάχτυλά του, είχε αποθέσει τα χέρια στο στήθος του και το κεφάλι στον ώμο και μισοροχάλιζε, σχεδόν γαλήνια. Τα μπαγκάζια τους ήταν παρατημένα δίπλα του. Για μία στιγμή γύρισε και τον κοίταξε ο Μιχάλης. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε έναν πραγματικό φίλο, ή αν το δέσιμό τους κράτησε, όσο είχε κρατήσει κι η θητεία στον στρατό. Δεν ήξερε τα πλάνα του Μικέ. Ούτε κι είχε καταστρώσει τα δικά του πλάνα.

Εκείνο το βράδυ, που φυσούσε ένας απαλός, υγρός και γεμάτος αλμύρα αέρας, προσπαθούσε να σκιαγραφήσει το μέλλον του. Μα, όπως όλοι οι δυστυχισμένοι και απογοητευμένοι άνθρωποι, δεν το κατάφερνε. Προτεραιότητα, για τον Μιχάλη, ήταν να μπορεί να τα καταφέρνει κάθε μέρα και να περιμένει την επόμενη για να παλέψει ξανά. Κάθε μέρα, για μία μέρα, μέχρι που θα ερχόταν το αναπόφευκτο πλήρωμα του χρόνου, για να του χαρίσει την αέναη γαλήνη.

Σκεφτόταν την απόλυση και την σχολή. Σκεφτόταν ότι είχε κουραστεί να τρώει λεφτά από τον πατέρα του. Από την μία ήθελε μια δουλειά. Από την άλλη ήθελε εφόδια, τα οποία θα έκαναν ευκολότερη την επιβίωσή του. Μπερδευόταν. Είχε χαθεί μέσα στις χαώδεις σκέψεις του. Ένα τεράστιο κουβάρι ήταν ο λογισμός του, που τον κοίταζε απειλητικά, καθώς ταλανιζόταν, έτοιμος να κυλίσει προς τα πάνω του και να τον κατασπαράξει.

Ασυναίσθητα έβαλε το χέρι στην τσέπη και βούτηξε το πορτοφόλι του. Το άνοιξε και ξέχωσε την καρτ ποστάλ που του ‘χε στείλει κάποτε η Λίλιαν. Κοίταξε εκείνο το παράξενο φιλί, που με τα χρόνια είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Έτριψε τα μάτια του. Νοσταλγικά, σχεδόν γλυκά, αναθυμήθηκε τα απογεύματά τους και τις συζητήσεις τους. Αναστέναξε. Βάρυνε το στήθος του, μαζί με την διάθεσή του. Οι σκέψεις του αποτυπώνονταν στο πρόσωπό του, καθώς μειδίαζε ή συνοφρυωνόταν. Ξανάβαλε την κάρτα στο πορτοφόλι κι έπειτα άναψε τσιγάρο. Είχαν πολύ δρόμο ακόμη, μέχρι την Θεσσαλονίκη.

***

Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν πάτησαν το πόδι τους στο λιμάνι της Καβάλας. Ο Μικές κατέβασε το μαύρο του γυαλί, πριν φορτώσει τον τεράστιο σάκο του στην πλάτη. «Μπακάλμπαση; Δεν πάμε, ρε σειρά, για κάνα φαγητό, γιατί μ’ έχει γδάρει το στομάχι μου;»

Έγνεψε καταφατικά ο Μιχάλης. Ήξερε κάνα – δυο ταβέρνες στην πόλη, που είχαν φοβερό φαγητό. Φόρτωσε κι εκείνος τα πράγματά του κι ύστερα έφυγαν, περπατώντας, προς αναζήτηση φαγητού.

Το έριξε στον ύπνο, στο λεωφορείο, ταξιδεύοντας προς Θεσσαλονίκη. Η βραδινή του περισυλλογή δεν είχε καταλήξει πουθενά και το μυαλό του έσβηνε αργά, από την κούραση και την αυπνία. Τον ξύπνησε ο Μικές λίγο πριν μπουν στην Θεσσαλονίκη. Παράπαιε από την κούραση ο Μιχάλης. Έτριψε τα μάτια του, προσπαθώντας να ξεκολλήσει τα ερμητικά κλειστά του βλέφαρα. «Κομμάτια είσαι ρε» μονολόγησε ο Μικές.

«Κομμάτια…» επανέλαβε αργόσυρτα και νυσταγμένα ο Μιχάλης.

«Τι θα κάνεις;»

«Θα πάω σπίτι να πλυθώ και να ξεραθώ. Έχω δεκαεφτά μέρες άδεια. Δεν νομίζω ότι θα κάνω κάτι διαφορετικό όλες αυτές τις μέρες» απάντησε, γελώντας ανεπαίσθητα.

«Θα κανονίσουμε καμιά βόλτα;»

«Εντός; Εκτός;» μουρμούρισε ο Μιχάλης, προσπαθώντας να τεντωθεί στον ελάχιστο χώρο που είχε διαθέσιμο.

«Όπου να ‘ναι. Θα ψήσω τον παππού να τσοντάρει κάνα φράγκο για το μηχανάκι. Καλό το βεσπάκι, δε λέω, αλλά δεν είναι για πολλά» συλλογίστηκε, δυνατά, ο Μικές.

«Βλέπουμε».

«Μη χάνεσαι, Μπακάλμπαση. Και μην τραβάς ζόρια για τη γκόμενα. Δεν αξίζει. Αν άξιζε…»

«Δεν ξέρω πιά, Σεϊτάν, αν αξίζει η όχι. Ξες κάτι;»

«Τι;»

«Έχω καταλήξει στο ότι οι παλιοί μου φίλοι είναι άξιοι της μοίρας τους».

«Ο Λιόπεσης, σίγουρα. Κομματιανός, χαμένος μέσα στην θολούρα της πρέζας. Πόσα χρόνια νομίζεις ότι θα βγάλει ακόμη; Σ’ τα λέω γιατί τα είδα, Μπακάλμπαση. Καθώς μεγάλωνα, έβλεπα τις φάτσες στην γειτονιά να λιγοστεύουν. Όσοι δεν μπήκαν φυλακή, πέθαναν. Ένας σκοτώθηκε απ’ την ταχύτητα, άλλος από την πρέζα, ο τρίτος μαχαίρωσε έναν άλλο τύπο για τριάντα χιλιάρικα κι ο τέταρτος έβγαζε την αδερφή του στο κλαρί. Τώρα, το γκομενάκι, απ’ όσα μου ‘χεις πει, δεν πιστεύω ότι δεν θα την βρει την άκρη. Αλλά, ρε σειρά, πιστεύεις πως έχει σωσμό ένας άνθρωπος που δεν θέλει να κοιτάξει κατάματα την ζωή του;»

«Δεν ξέρω, Σεϊτάν. Δεν ξέρω».

«Ξέρεις. Αλλά αρνείσαι να την βάλεις σ’ αυτό τον σωρό».

«Δεν ξέρω…» μονολόγησε σκεφτικά ο Μιχάλης.

«Ούτ’ εγώ τα πάω καλά με τις γκόμενες και το ξέρεις. Είμαι αντικοινωνικός. Μ’ αρέσει να είμαι αντικοινωνικός. Δεν τους γουστάρω, μωρ’ αδερφάκι μου, τους ντεμεκιάρηδες που νομίζουν ότι έχουν κάνει κάτι στις ζωές τους, ενώ δεν κάθισαν ποτέ να χέσουν με δικό τους κώλο. Τους είδα και όταν ήμασταν μέσα. Τους είδες κι εσύ. “Μπες στο στρατό και το δημόσιο, να φας κομμάτι ψωμί”. Αυτοί είναι, Μιχάλη. Ποτέ δεν θ’ αλλάξουνε. Κι ο Λιόπεσης, δήθεν, τραβάει ζόρια. Ξες κάτ’; Αρχίδια τραβάει ο Λιόπεσης. Δεν έχει ιδέα τι σημαίνει η λέξη “ζόρια”, αν, βέβαια, εξαιρέσεις την χαρμάνα της πρέζας…»

«Και τι ξες εσύ, από ζόρια, ρε Σεϊτάν;» τον πείραξε ο Μιχάλης.

«Συνέχεια αδικημένος αισθανόμουνα, πώς μ’ είχαν κοροϊδέψει…» άρχισε να σιγοτραγουδάει ο Μικές.

***

Κάθε που πάταγε στην πόλη, του φαινόταν διαφορετική. Κάποιες φορές πιο σκοτεινή, άλλες, πάλι, φωτεινότερη κι ομορφότερη. Μπήκε σ’ ένα ταξί, άφησε τον ταξιτζή να φορτώσει την πραμάτεια του, βολεύτηκε στο κάθισμα κι άναψε τσιγάρο. Δεν είχε διάθεση για συζήτηση ο Μιχάλης.

«Φανταράκι; Είναι πολλές ακόμη;» ρώτησε ο ταξιτζής, καθώς έμπαινε με φούρια μέσα στο όχημα που βρώμαγε τσιγάρο και σκόρδο.

«Δεκαεφτά και πάω για το χαρτί».

«Καλός πολίτης, φαντάρε».

«Να ‘σαι καλά» απάντησε ο Μιχάλης, πριν γυρίσει το κεφάλι προς το παράθυρο και κόψει μια συζήτηση, προτού καν αρχίσει.

Πέταξε τα πράγματα στο δωμάτιο και μπήκε στο μπάνιο. Άναψε τον παλιό θερμοσίφωνα. Κοίταξε το άγριο, από το καθημερινό ξύρισμα, πρόσωπό του, στον θολό καθρέφτη. «Το παράτησες, ρε πατέρα και σε παράτησε και δαύτο» μονολόγησε, όταν συνειδητοποίησε πως το πατρικό του σπίτι, είχε αρχίσει να παραπαίει. Αναστέναξε πριν βγει από το μπάνιο και συρθεί μέχρι την κουζίνα. Ψάρεψε ένα μπουκαλάκι με ούζο από κάποιο ντουλάπι που έχασκε μισάνοιχτο, γέμισε ένα ποτήρι και στράφηκε προς το ψυγείο. Τα παγάκια στην κατάψυξη είχαν μπαγιατέψει. Βρωμούσαν πολυκαιρία και κλεισούρα, όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Το λιγοστό φως που έμπαινε από τις γρίλιες και τις τρύπες που, κατά καιρούς, κατάφερνε το χαλάζι στα καφέ, πλαστικά, πατζούρια, έκανε τους χώρους του σπιτιού, να φαντάζουν ακόμη πιο θλιβεροί. Ήπιε μια γερή γουλιά. Σφάλισε τα βλέφαρα. Σφίχτηκε το σώμα του. «Ωραίος διάολος, μα μπαγιάτικος και τούτος» μουρμούρισε.

Σήκωσε έναν παράξενο, υγρό και ζεστό, αέρα, κατά το βράδυ. Ο Μιχάλης κοίταξε έξω από το παράθυρο και κατάφερε να δει ένα μοναχικό αστέρι, να φωτίζει αμυδρά, τα κλαδιά των δέντρων που χτυπιόντουσαν αλύπητα αναμεταξύ τους. Ντύθηκε βιαστικά. Έβαλε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και πάλεψε για να περπατήσει – όπως η άμαθη γυναίκα στα τακούνια, που παλεύει για να μην γκρεμοτσακιστεί, πάνω στο στιλέτο. «Δεν υπάρχει περίπτωση» μονολόγησε νευριασμένα, καθώς έβγαζε τα παπούτσια. Γύρισε στο δωμάτιο. Ξέθαψε τα στρατιωτικά του άρβυλα, από έναν σάκο. Τα ξεσκόνισε και τα γυάλισε. Τα φόρεσε. Τα έδεσε σφιχτά. Τα πόδια του χάρηκαν, γιατί είχαν πια την ισορροπία που επιθυμούσαν. Βούτηξε κλειδιά και τσιγάρα και την κοπάνησε από το σπίτι.

Περιπλανιόταν για ώρα, δίχως να σκέφτεται και να θυμάται, μέχρι να φτάσει στα λημέρια του Μικέ. Δεν είχαν κανονίσει τίποτα, γιατί ο Μικές δεν είχε κάνει καμία νύξη κι ο Μιχάλης, συνήθως, δεν έκανε προτάσεις. Εκείνο το βράδυ όμως, το πρώτο βράδυ που θα περνούσε στην πόλη ως «προσεχώς πολίτης», δεν ήθελε να το περάσει μόνος του, μήτε γούσταρε να ταμπουρωθεί στο σπίτι.

Ήταν μυστήρια και απόκοσμη η υποφωτισμένη συνοικία με τα χαμηλά εργατόσπιτα και τους παλιούς δρόμους. Πέρασε από ένα μεγάλο πάρκο, που, σε σχέση με την υπόλοιπη περιοχή, έμοιαζε κατάφωτο. Κοίταξε τριγύρω. Άγνωστες του ήταν οι φάτσες. Μια παρέα λυκειόπαιδων είχαν κάνει κατάληψη σε κάποια παγκάκια, φώναζαν και γελούσαν, πείραζαν το ένα το άλλο. Κάγχασε ο Μιχάλης, καθώς πήγαινε κοντά τους. Θυμήθηκε τα δικά του χρόνια. Σίγουρα δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλη η παρέα του, μα είχαν κι εκείνοι τις πλάκες τους. Στάθηκε απέναντί τους και δεν μίλησε μέχρι να του δώσει κάποιος σημασία.

«Αλάνια; Ψάχνω τον Μικέ τον Σεϊτανίδη…» ξεκίνησε ο Μιχάλης κι όταν είδε τις απορημένες φάτσες τους, μισόκλεισε τα μάτια, φέρνοντας την εικόνα του φίλου του στην φαντασία του, για να την περιγράψει στην παρέα. «Πολύ ψηλός τύπος, γεροδεμένος, κυκλοφορεί μ’ ένα μικρό βεσπάκι…»

«Τον μεταλλά πρέπει να λέει…» πετάχτηκε ένας από την παρέα.

«Τον ψηλό, με τα μαλλιά και τα γένια, που τα ‘κοψε πριν μπει φαντάρος;» ρώτησε ένας άλλος.

«Α’, ρε, αυτόν που κάνει παρέα με τους ρωσομπλιέτ» συνέχισε ένας τρίτος.

«Ίντι να χουι, σούκα!» φώναξε ένας τέταρτος, στον προηγούμενο.

«Βόβα; Αυτός δεν κάνει παρέα με τον αδερφό σου, ρε σούκα;» συνέχισε ο προηγούμενος κι εκείνο το ισχνό παιδί, με το χλωμό πρόσωπο και τα έντονα ζυγωματικά, έγνεψε καταφατικά. Γύρισε προς τον Μιχάλη. «Τέτοια ώρα πρέπει να ‘ναι με τον Εύρη, πίσω απ’ το σχολείο. Εκεί μαζεύονται συνήθως».

«’φχαριστώ ρε αλάνια» μονολόγησε ο Μιχάλης, χαμογελαστά. Έγνεψε κι ύστερα γύρισε και απομακρύνθηκε προς την κατεύθυνση που του είχε υποδείξει ο λιπόσαρκος πιτσιρικάς.

Όντως, ο Μικές καθόταν σ’ έναν σκοτεινό δρόμο, πίσω απ’ το παλιό σχολείο, σ’ ένα μισογκρεμισμένο, πέτρινο τοιχίο και ρέμβαζε, κοιτάζοντας τον άδειο δρόμο. Δίπλα του βρισκόταν ένας λιπόσαρκος τύπος, που έφερνε πολύ σ’ εκείνο το παιδί που του ‘χε δείξει τον δρόμο. «Σεϊτάν!» φώναξε ο Μιχάλης από μακριά κι ο Μικές, γύρισε πολύ αργά προς το μέρος του, για να δει ποιος τον είχε φωνάξει.

«Μπακάλμπαση, αληταρά, πώς και ξεκουνήθηκες από το σπίτι;» τον πείραξε ο Μικές.

«Δεν άντεχα σπίτι, Σεϊτάν».

«Από ‘δω ο Εύρης. Φιλαράκι απ’ τα παλιά».

«Χάρηκα» έκανε ο Μιχάλης, όταν έφτασε μπροστά τους, δίνοντας το χέρι στον Εύρη. «Καλά ρε, στεγνοί είστε; Καμιά μπύρα; Κάνα κρασί;» ρώτησε ο Μιχάλης κι όταν τους είδε να γνέφουν αρνητικά, κάγχασε. «Έχει τίποτα, εδώ γύρω, ανοιχτό, να πάω να φέρω;» συνέχισε κι ο Εύρης τον κοίταξε καχύποπτα.

«Κερνάς;» ρώτησε ο Μικές, πριν δηλώσει ευθαρσώς «είμαστε εντελώς μπατίρια απόψε».

«Προφανώς. Πείτε ρε; Τι να φέρω;»

«Πρεζόκρασο;» ρώτησε ο Μικές τον Εύρη κι εκείνος έγνεψε καταφατικά. Γύρισε προς τον Μιχάλη. «Πάρε δυο ρετσίνες και δυο κόκα κόλες» μονολόγησε κι ύστερα κοντοστάθηκε κι απόμεινε για μερικές στιγμές σιωπηλός, να σκέφτεται. «Από πού ‘ρθες;» ρώτησε.

«Από ένα πάρκο…»

«Ωραία. Απ’ τη μία πλευρά έχει ένα ψιλικατζίδικο. Θα το βρεις. Αν χαθείς…»

«Δεν χάνεται» πετάχτηκε ο Εύρης, πριν γυρίσει προς τον Μιχάλη. «Είναι τα μικρά στην πλατεία. Πες τον Βόβα ή τον Σκύλο να σε φέρουν. Αυτούς θα τους βρεις σίγουρα, αλητεύουν τέτοια ώρα» κατέληξε.

«Έφυγα» δήλωσε ο Μιχάλης, πριν γυρίσει απότομα την πλάτη του και αρχίσει να κατευθύνεται προς το πάρκο.

«Ε! Μπακάλμπαση! Πού ‘σαι! Πάρε κι ένα μπουκαλάκι νερό!» φώναξε ο Μικές.

«Τι το θες;» ρώτησε ο Μιχάλης, φωνάζοντας κι εκείνος, χωρίς όμως να σταματήσει να περπατάει.

«Θα δεις…»

Το παλιό ψιλικατζίδικο το κρατούσε ένας κοντός και γεροδεμένος πιτσιρικάς, που δεν θα ‘ταν πάνω από δεκατέσσερα. Κοίταξε τους δύο στενούς διαδρόμους και τα κατάμεστα από πράγματα ράφια, πριν κατευθυνθεί προς τα ψυγεία. Βούτηξε τρεις ρετσίνες, τρεις κόκα κόλες κι ένα μικρό μπουκαλάκι νερό, όπως τον είχε συμβουλέψει ο Μικές και τα πήγε στο ταμείο.

«Καλησπέρα σας, Μόνο αυτά θέλετε;» ρώτησε ο πιτσιρικάς, στάζοντας μια πρωτόγνωρη ευγένεια, που παραξένεψε τον Μιχάλη.

«Αυτά κι ένα Μάρλμπορο μαλακό» του απάντησε.

«Τεσσεράμισι και τρία, εφτάμισι και πέντε, πες, οι ρετσίνες, χίλιες διακόσιες πενήντα».

Έβγαλε ένα χιλιάρικο κι ένα πεντακοσάρικο από το πορτοφόλι του ο Μιχάλης και τα έδωσε στον πιτσιρικά. Το μάτι του έπεσε στην παλιά καρτ ποστάλ που του είχε στείλει η Λίλιαν και που, με τα χρόνια, είχε ξεφτίσει. Έκανε μια νοερή υποσημείωση να την βγάλει από το πορτοφόλι και να την καταχωνιάσει κάπου που δεν θα την ακουμπούσε ο αδηφάγος χρόνος, πήρε τα ρέστα και τα πράγματα κι έκανε να φύγει από το ψιλικατζίδικο. Κοντοστάθηκε. «Το νεράκι;» ρώτησε κι ο πιτσιρικάς γέλασε μαζί του.

«Δώρο από το μαγαζί» του απάντησε, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση.

«Καλό βράδυ» είπε ο Μιχάλης, γνέφοντας.

«Καλή συνέχεια», απάντησε ο πιτσιρικάς, ο Τάσος, που, εκείνη ακριβώς την στιγμή, έβγαζε το πεντακοσάρικο από το ταμείο και το παράχωνε στην τσέπη του.

Όταν επέστρεψε στον άδειο δρόμο, πίσω από το σχολείο, βρήκε τον Μικέ και τον Εύρη να έχουν αρχίσει μια περίεργη συζήτηση, που έφερνε σε μουρμουρητό. «Το νερό, θα μου πεις τι το θες;» ρώτησε ο Μιχάλης όταν έφτασε μπροστά τους.

«Πού θα σπάσουμε τις ρετσίνες, ρε Μπακάλμπαση;» ρώτησε ο Μικές.

«Σωστός!» αναφώνησε ο Μιχάλης, βγάζοντας το μπουκάλι με το νερό από την σακούλα. Το άνοιξε κι άρχισε να το αδειάζει στο γεμάτο, από φύλλα και σκόνη, ρείθρο.

«Τι κάνεις ρε μαλάκα! Τα παιδάκια στην Αφρική δεν έχουν νερό να πιούν κι εσύ το πετάς;» του φώναξε, γελώντας, ο Μικές. Τον κοίταξε με απορία ο Μιχάλης. «Δεν ήξερα ότι έχεις τέτοιες ευαισθησίες ρε Σεϊτάν…» απολογήθηκε.

«Δε γαμείς… Τώρα έγινε… Σπάσε τη μία εκεί…» είπε, παίρνοντας από την σακούλα μια ρετσίνα και μια κόκα κόλα.

Πέντε λεπτά αργότερα, αφού είχαν γίνει οι απαραίτητες μεταγγίσεις μεταξύ μπουκαλιών κι είχαν και οι τρείς την σωστή αναλογία ρετσίνας και κόκα κόλας, στον μπουκάλι που υπήρχε στο χέρι του καθενός – το, κατά τον Εύρη, «πρεζόκρασο» – τσούγκρισαν τα μπουκάλια τους κι ευχήθηκαν, στους εαυτούς τους, «καλοί πολίτες».

«Πώς είναι ο στρατός;» ρώτησε ο Εύρης, αφού είχαν πιεί την πρώτη γουλιά κι ο Μιχάλης άναβε τσιγάρο.

«Τρώγεται» σχολίασε ο Μικές.

«Αν έχεις κάτι να κάνεις, περνάει ο καιρός. Αν πας με τη λογική του φιδέμπορα, δεν ξέρω, μπορεί και να περάσεις καλά, προσωπικά, εγώ δεν θα το έκανα» μουρμούρισε ο Μιχάλης, ενώ ο Μικές τον τράκαρε τσιγάρο.

«Φιδέμπορας;» μονολόγησε απορημένα ο Εύρης.

«Ασ’ το, μην μπαίνεις στην λογική του φαντάρου και στην αργκό του, πριν πας. Δεν έχει νόημα. Αν δεν το ζήσεις από πρώτο χέρι, δεν θα καταλάβεις τίποτα» τον συμβούλευσε ο Μιχάλης.

«Δεν έχω σκοπό να το κάνω στον εαυτό μου, ακόμη…»

«Τράβα ρε, να ξεμπερδεύεις» σχολίασε ο Μικές.

«Τώρα, ακόμη κι αν δεν το βλέπεις, σου κόβει τη ζωή στη μέση» τον συμπλήρωσε ο Μιχάλης.

«Έχω σημαντικότερα πράγματα στο κεφάλι μου, απ’ τον στρατό» μονολόγησε, κρυπτικά, ο Εύρης κι ύστερα, όλοι μαζί, σήκωσαν τα μπουκάλια τους κι ήπιαν μια γερή γουλιά. Σχεδόν τελετουργικά. Τόσο τελετουργικά που το συνέχισαν όλο το βράδυ, ανάμεσα σε σπασμένα λόγια και μισές κουβέντες.

Κόντευε μία και τα κρασιά κόντευαν να τελειώσουν, όταν αποφάσισε να αποσυρθεί ο Εύρης. «Δεν ξέρω για εσάς, εγώ έχω μεροκάματο το πρωί…»

«Τη δύναμή σου πουλάς σ’ ένα γιαπί, φορτώνοντας τσιμέντο και λάσπη το κορμί…» άρχισε να τραγουδάει, παράταιρα, ο Μικές.

«Μπορείς κι αλλιώς;» σχολίασε ο Εύρης, καθώς απομακρυνόταν, δίχως να χαιρετίσει.

«Μυστήριος τύπος» σχολίασε ο Μιχάλης χαμηλόφωνα κι ο Μικές έγνεψε καταφατικά, μισοκλείνοντας τα μάτια. «Όντως. Δεν ξέρω τι λες εσύ, Μπακάλμπαση, πάντως στεγνώσαμε. Σήκω να περάσουμε απ’ το σπίτι, να σφάξω το πορτοφόλι του παππού, να πιούμε κάνα ξύδι» συνέχισε κι ο Μιχάλης γέλασε δυνατά, μ’ εκείνη την πρόταση.

«Δεν χρειάζεται. Μαζεύεις για μηχανή εξ’ άλλου. Άσε, θα τα βάλω εγώ».

«Σίγουρα ρε σειρά;»

«Σίγουρα».

«Πάμε, τότε, να πάρω το μηχανάκι. Με πνίγει η κωλογειτονιά» σχολίασε ο Μικές.

«Γιατί έτσι;»

«Πάμε να πάρουμε το μηχανάκι και ξύδια και θα σου πω…»

***

Αγκομαχούσε το μηχανάκι με τον μικρό, δίχρονο κινητήρα. Έφτυνε καυσαέριο και λάδι η εξάτμισή του, καθώς μετέφερε τους αναβάτες του μακριά από την πόλη, οδηγώντας τους προς ένα ήρεμο πλάτωμα, σε κάποιο λόφο. Εκεί θα άραζαν για να πιούν τα κρασιά τους και να πουν αφηγηθούν, ο ένας στον άλλο, ιστορίες γι’ αγρίους.

«Γρατζούνισμα ηλεκτρική κιθάρας ο ήχος της. Ψιλός, ακριβής, σαν συμφωνία ακούγεται, ακόμη κι όταν τριζοβολάει και παρπαρίζει στο ρελαντί. Πολύ θα λυπηθώ όταν τ’ αφήσω, το ξέρω, μα δεν γίνεται αλλιώς…» σχολίασε ο Μικές, καθώς κατέβαινε από το μικρό μηχανάκι. Έδωσε τα κρασιά στον Μιχάλη κι άναψε ένα τρακαρισμένο τσιγάρο, που βρισκόταν απ’ ώρα μονταρισμένο στ’ αυτί του. Απόμεινε να κοιτάζει τον άδειο δρόμο και τα λιγοστά αστέρια στον ουρανό, περιμένοντας να πέσουν οι στροφές του κινητήρα, για να τον σβήσει και να τον αφήσει να ξεκουραστεί.

«Μ’ έχει πάρει από κάτω σήμερα» μουρμούρισε ο Μικές, πηγαίνοντας προς το ξεφτισμένο και πολυκαιρισμένο παγκάκι που ‘χε πιάσει ο Μιχάλης. Το ξέφωτο εκείνο, πάνω στον μικρό λόφο, με τα δύο καφέ παγκάκια και την πέτρινη βρύση απ’ όπου ανάβλυζε παγωμένο, κελαρυστό νερό, το ‘χε ανακαλύψει στα πρώτα του ταξίδια. Τότε θα ‘ταν δεκαπέντε. Γύριζε στα κρυφά όλη την πόλη και, πολλές φορές κι έξω απ’ αυτή, με το μηχανάκι του παππού του. Τώρα, εκείνος ο ψηλός και αγαθός γίγαντας, κόντευε τα είκοσι και δεν έβρισκε άκρη μέσα στις δαιδαλώδεις αναμνήσεις του.

«Γιατί έτσι;» τον ρώτησε ο Μιχάλης, πεταρίζοντας τα βλέφαρα καθώς προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει την παράξενη συμπεριφορά του φίλου και συναδέλφου του. Τράβηξε μια βαθιά ανάσα ο Μικές και γέμισε τα πνευμόνια του με οξυγόνο, πριν ξεφυσήξει βαθιά, αναστενάζοντας. Κάθισε στο παγκάκι, δίπλα από τον Μιχάλη και βούτηξε στα χέρια του το μπουκάλι με το μείγμα που θα μούδιαζε την ψυχή του και που θα θόλωνε τον λογισμό του. Έπιασε να τραγουδάει. «Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει…»

«Δεν μπορείς, ε;» τον πείραξε ο Μιχάλης, γελώντας.

«Ποιο πράγμα;» απόρησε ο Μικές.

«Να μην ροκάρεις οτιδήποτε κι αν τραγουδάς».

«Μου βγαίνει…»

«Το ξέρω ρε Σεϊτάν. Το ξέρω. Όπως ξέρω και τι σε τρώει. Γκόμενα;»

«Περίπου…» μουρμούρισε ο Μικές, σκύβοντας το κεφάλι.

«Γκόμενος;» συνέχισε να τον πειράζει ο Μιχάλης. Κάγχασε θλιμμένα ο Μικές, σχεδόν παραπονεμένα. «Η Αγαθή; Πιότερο για γκόμενος κάνει…»

«Γιατί έτσι;»

«Την είδα να περνάει έξω απ’ το σπίτι σήμερα. Στητή. Αεράτη. Με το βλέμμα στον ορίζοντα. Κοφτό βήμα, σχεδόν καραβανικό. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει…»

«Καψούρα;» τον διέκοψε ο Μιχάλης.

«Η Αγαθή δεν είναι καψούρα…»

«Σ’ εμένα μιλάς, Σεϊτάν…»

«Εσύ, με το κορίτσι σου, μιλάς καθόλου;»

«Το κορίτσι μου;» αναφώνησε, απορημένος, ο Μιχάλης.

«Με την Λίλιαν».

«Είχαμε πει κάπου – κάπου να μιλάμε, μα, Σεϊτάν, κάπου – κάπου δεν μιλάμε. Εσείς;»

«Εμείς, Μπακάλμπαση, ήμασταν σε διαφορετικές γωνιές του κόσμου και τώρα είμαστε σε διαφορετικές γωνιές του χάρτη. Η Αγαθή μπήκε στην Ευελπίδων. Εγώ θα πάω για ηχοληψία. Παράξενοι κόσμοι που δεν πρόκειται να συγκρουστούν ποτέ και πουθενά. Με γάμησε όμως το σημερινό, αλήθεια, με γάμησε. Και το ‘χα πνίξει, τ’ αναθεματισμένο, μέσα μου, το ‘χα πνίξει…»

«Τι ‘χες πνίξει, Σεϊταν;»

«Στάκα, θα σου πω» μουρμούρισε ο Μικές, βγάζοντας ένα παράξενα μακρύ και στραπατσαρισμένο, στριφτό τσιγάρο από κάποια τσέπη του.

«Τι ‘ν’ αυτό ρε;»

«Μαυράκι του Θεού. Το καβάτζωσα από τον Εύρη. Θες;» ρώτησε ο Μικές, ανάβοντάς το.

«Ξέρω ‘γω» μονολόγησε ο Μιχάλης, κοιτάζοντας τον Μικέ που κάπνιζε.

«Δεν ξέρεις. Δεν θέλεις. Δεν θα την καταλάβεις. Η δικιά σου πίνει πρέζα και χαλιέται. Εμείς, ταξιδεύουμε, όποτε κι όταν το έχουμε ανάγκη. Άλλο το να πίνεις από γούστο, μία στο τόσο, γιατί το γουστάρεις κι άλλο να πίνεις από ανάγκη γιατί πιστεύεις ότι δεν θα ξημερωθείς. Σ’ τα ‘χω ξαναπεί, Μπακάλμπαση. Δες τον Λιόπεση. Έχει μπει πολύ βαθιά σ’ ένα λούκι και δεν θα βγει ποτέ από την ομίχλη του. Δες κι εμένα. Το ίδιο λούκι περνάω, όχι με τούτη ‘δω τη μαλακία, αλλά με την Αγαθή…»

***

Προσπάθησε ο Μιχάλης να φανταστεί τον Μικέ, με μακριά μαλλιά και γένια, να περπατάει με την ηλεκτρική του κιθάρα στην πλάτη κι έναν βαρύ ενισχυτή στο χέρι, μα δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε να δει τον τύπο με το βαρύ, πέτσινο μπουφάν και την μπότα του μηχανόβιου, αλλά η φαντασία του δεν έφτανε τόσο μακριά. Προσπάθησε και να τον δει να μπαίνει σ’ εκείνο το σπίτι, στο πάρτι που τον είχαν καλέσει, όταν τελείωσε το σχολείο κι είχαν μαζευτεί όλοι οι συμμαθητές του, για να γιορτάσουν το τέλος μιας εποχής.

Τον Μικέ τον είχαν καλέσει τόσο γιατί «έπρεπε», όσο και γιατί ήταν ο μόνος μουσικός που θα μπορούσε να τους παίξει τ’ οτιδήποτε, για να κάνουν το κομμάτι τους. Ήδη, από τις εννιά, ο Μικές είχε στρωθεί σε μια καρέκλα, μαζί με την κιθάρα του και δεχόταν παραγγελιές. Στις έντεκα το μυαλό του είχε θολώσει από τα ποτά κι έπαιζε ό,τι γούσταρε η ψυχή του. Στις δώδεκα, πριν κάνει διάλειμμα, έπαιξε το Unforgiven. Εφτά άτομα είχαν μείνει στο σπίτι. Η Αγαθή, μ’ ένα ποτήρι βότκα στο χέρι, τον κοίταζε στα μάτια, καθώς έπαιζε μια δική του, ατμοσφαιρική εκτέλεση του κομματιού, χωρίς παραμόρφωση στον ήχο.

Δεν είχε παρατηρήσει ποτέ εκείνη την ισχνή, καστανή κοπέλα με το καρέ και τα τεράστια, πράσινα μάτια, που καθόταν μόνη της, δύο θρανία πιο μπροστά από εκείνον. Ούτε και της είχε δώσει ποτέ σημασία. Τρία χρόνια ήταν στην ίδια τάξη, μα πέρα από το όνομα και το επίθετό της, δεν γνώριζε τίποτα περισσότερο για εκείνη.

«Ακόμη ένα;» τον παρακάλεσε, όταν τον είδε ν’ αφήνει την κιθάρα του στο πάτωμα και να πιάνει το πακέτο με τα τσιγάρα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Του χαμογέλασε. Δεν έκανε τον κόπο να πιάσει την κιθάρα. Κοίταξε γύρω του. Στον ένα καναπέ, ένα ζευγάρι φιλιόταν. Στον άλλο καναπέ, ένα άλλο ζευγάρι, αγκαλιασμένοι, κοίταζαν τον ουρανό. Μια άλλη συμμαθήτρια, που ‘χε ξεμείνει, λαγοκοιμόταν σε μια παλιά πολυθρόνα κι η Αγαθή κρεμόταν από τα χείλη του. «Μην ξαναρθείς απ’ τη δουλειά, δεν το αντέχω…» άρχισε να τραγουδάει ο Μικές, μα όταν παρατήρησε πως η Αγαθή είχε σηκωθεί όρθια και πήγαινε προς το μέρος του, σταμάτησε.

«Ναι;» της είπε κι εκείνη χαμογέλασε.

«Πάμε να περπατήσουμε;» τον ρώτησε, μισογελώντας μεθυσμένα.

«Και δεν πάμε;» απάντησε κι εκείνος κι ύστερα άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του.

***

«Ναι, και παρακάτω;» τον παρότρυνε ο Μιχάλης να συνεχίσει την αφήγησή του, μα ο Μικές παρέμεινε σιωπηλός, κραδαίνοντας τις αναμνήσεις του, ενώ το μισοκαπνισμένο τσιγάρο που βρισκόταν στο στόμα του, κουνιόταν ρυθμικά με την ανάσα του.

«Ρε, την πήδηξες ή δεν την πήδηξες;» επέμεινε ο Μιχάλης για να τον δει να γελάει στραβά και να γνέφει αρνητικά, με θλιμμένο χαμόγελο και ύφος.

«Τότε;»

«Κάναμε έρωτα…» μουρμούρισε ο Μικές, με ονειροπόλο ύφος.

«Αν μη τι άλλο, Σεϊτάν, εσύ πήγες μπροστά. Εγώ, όταν είχα την ευκαιρία, ξέρεις τι έκανα;»

«Τι;»

«Την έπλυνα, την στέγνωσα, την κουβάλησα στο κρεβάτι της, την αγκάλιασα, την άκουσα και της έκανα παρέα μέχρι να χαράξει…»

«Άλλο το “κάναμε έρωτα”, άλλο το “την βίασα”, Μπακάλμπαση. Μην μπερδεύεσαι…»

«Είναι κι αυτό…» μονολόγησε ο Μιχάλης, κουνώντας το κεφάλι του με απογοήτευση, ακούγοντας εκείνη, την τελευταία, πρόταση του Μικέ.

Το χάραμα τους βρήκε σ’ εκείνο τον λόφο, να κοιτάζουν σιωπηλοί την πόλη και να σκέφτονται, ο καθένας τα δικά του. Την σιωπή την έσπασε ο Μιχάλης. «Με πήρε τηλέφωνο τ’ απόγευμα, να κανονίσουμε να βγούμε, όπως παλιά…»

«Μόνοι σας;» ρώτησε νωχελικά ο Μικές.

«Με τον Λιόπεση» απάντησε ο Μιχάλης.

«Έχει νόημα;» του γύρισε ο Μικές, πρώτού σηκωθεί από το παγκάκι και τεντωθεί για να ξεπιαστεί. Έριξε γύρω του ένα βλέμμα, στα ξερά φύλλα και στα πεταμένα σκουπίδια κι αποφάσισε πως δεν θ’ άφηνε και τα δικά τους εκεί. Έπιασε κι έβαλε σε μια σακούλα τα σκουπίδια τους κι ύστερα κατευθύνθηκε προς το μηχανάκι. Έβαλε το κλειδί στη μίζα. Γύρισε προς τον Μιχάλη. «Μασ’ τα να φύγουμε, γιατί δεν μας βλέπω να φτάνουμε κάτω στην πόλη…»

Είχε αρχίσει να δύει για τα καλά ο ήλιος, όταν ο Μιχάλης κατάφερε να ανοίξει τα στεγνά μάτια του και να σηκώσει το βαρύ κουφάρι του από το κρεβάτι. Σβάρνισε τα πόδια του μέχρι την κουζίνα. Βρήκε κάτι μπαγιάτικες φρυγανιές κι άρχισε να τις ροκανίζει, ενώ γέμιζε το στομάχι του με νερό, προσπαθώντας να ενυδατώσει το ταλαιπωρημένο του κορμί. Πέρασε μια βόλτα από το μπάνιο και κοίταξε το στραπατσαρισμένο και στραβοξυπνημένο μούτρο του. Ήθελε ξύρισμα, μα το μυαλό του αρνιόταν πεισματικά να τον βάλει σ’ εκείνη τη διαδικασία. Γύρισε πίσω στο δωμάτιο και ξανάπεσε στο κρεβάτι. Σφάλισε τα βλέφαρά του και προσπάθησε να αδειάσει το γεμάτο από ανοησίες μυαλό του. Ήθελε και δεν ήθελε να βγει με τους παλιούς του φίλους. Ήθελε και δεν ήθελε ν’ αντικρίσει το μούτρο της. Ήθελε και δεν ήθελε ν’ ακούσει τις δικαιολογίες και τις μαλακίες του Παύλου.

Του πήρε ώρα για ν’ αποφασίσει κι άλλη τόση για να σηκωθεί από το κρεβάτι και να συρθεί μέχρι το τηλέφωνο. Κάλεσε την Λίλιαν. Απόρησε με τον χαρούμενο και παιχνιδιάρικο τόνο της φωνής της. «Καλά είσαι;» την ρώτησε κοφτά, καθώς χασμουριόταν κι εκείνη, χαζογέλασε νευρικά, καθώς του απαντούσε «πάρα πολύ καλά».

«Θα βγούμε απόψε;»

«Έτσι λέμε. Μήπως έχεις εντοπίσει τον άλλο τον εξαφανισμένο;»

«Τον Παύλο;»

«Τον Αντώνη» μουρμούρισε η Λίλιαν.

«Όχι και δεν έχω καμία όρεξη να τον ψάξω».

«Στις δέκα στο λιμάνι;»

«Μέσα».

«Σ’ αγαπάω» ψιθύρισε η Λίλιαν.

«Τι;» αναφώνησε ο Μιχάλης, προσπαθώντας να καταλάβει αν είχε όντως ακούσει εκείνες τις λέξεις ή αν ήταν απλώς ένα αποκύημα της φαντασίας του.

«Θα τα πούμε το βράδυ, λέω!» του απάντησε, φωναχτά και παιχνιδιάρικα.

«Μιλάμε» της απάντησε κι εκείνος, πριν κατεβάσει το ακουστικό από το αυτί του και το βάλει στη θέση του.

Εκείνο το βράδυ, που έκανε ψύχρα κι ο ουρανός ήταν ανταριασμένος, ο Μιχάλης ήταν και πάλι το περιποιημένο παιδί με το πουκάμισο. Είχε καταφέρει να βρει το κουράγιο να ξυριστεί και να σουλουπωθεί, είχε κατέβει νωρίτερα στο κέντρο για να προλάβει να γεμίσει το στομάχι του με φαγητό και περίμενε τον Παύλο και την Λίλιαν στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού.

Παραδόξως, εκείνο το βράδυ, μήτε ο ένας μα μήτε και ο άλλος ήταν κομμάτια. Κι αυτό δημιούργησε στον Μιχάλη ένα πολύ κακό προαίσθημα. Κατάφερε να το παραβλέψει κι άρχισε να σουλατσάρει μαζί τους, ψάχνοντας μαγαζί για να καθίσουν και να πιούν και να συζητήσουν για όσα, εκείνα τα δύο χρόνια, δεν είχαν συζητήσει. Όπως παλιά.

***

Ο Μιχάλης ήταν ροκάς. Όχι όπως ο φίλος του, ο Σεϊτάν, αλλά ροκάς. Και σαν ροκάς, που σεβόταν πραγματικά τον εαυτό του, μπορούσε να ακούσει οτιδήποτε ήταν μουσική. Εκείνο το βράδυ, εκείνο το μικρό και σκοτεινό μπαρ, μόνο μουσική δεν έπαιζε. Ένα γρήγορο κομμάτι με αγγλικό στίχο. Τρία hit της εποχής. Ένα από το top ten, ένα από εκείνα που βαρούσαν όλη τη μέρα, σε επανάληψη, στα ράδιο. Ένα ελληνικό. Τρία σκυλάδικα, μιξαρισμένα άθλια, για να ταιριάζουν με το γρήγορο τέμπο των beat. Άλλο ένα ελληνικό. Οι φωνές και τα όργανα παραμορφώνονταν από την ένταση της μουσικής που, ενίοτε, τα ηχεία δεν άντεχαν και από την αλλαγή του τόνου του κομματιού – το pitch shift που θα ‘λεγε κι ο Μικές, που ήθελε να σπουδάσει το επάγγελμα.

Κρατούσε στα χέρια του ένα φτηνό κι ίσως νοθευμένο ουίσκι κι έπινε βιαστικά, γιατί η βαβούρα και ο θόρυβος, δεν του επέτρεπαν να μιλήσει. Δεν είχε την απαιτούμενη διάθεση για να πιάσει κουβέντα με τον Παύλο και την Λίλιαν, που χαριεντιζόντουσαν. Ούτε που κατάλαβε πώς εξαφανίστηκαν τα πρώτα τρία ποτά στο στομάχι του. Ούτε που συνειδητοποίησε πότε ήρθε το δεύτερο μπουκάλι στο μικρό πάσο που είχαν πιάσει. Ούτε που πρόσεξε πως η Λίλιαν δεν έπινε και πως ο Παύλος κατέβαζε τα ποτά λες και ήταν νερό. Άρχισε να πνίγεται από τον καπνό και την πολυκοσμία. Η Λίλιαν τον κάρφωσε στα μάτια. Έσκυψε προς το μέρος του. «Ίδρωσες» παρατήρησε.

«Έχει σκατόζεστη εδώ μέσα» της απάντησε, φωνάζοντας στο αυτί της.

«Το ξέρω. Βγες να πάρεις λίγο αέρα».

«Θα βγω».

Ανοίγοντας την πόρτα του μαγαζιού, ο δρόμος γέμισε από παράφωνη μουσική. Έκλεισε η πόρτα πίσω του κι απόμεινε μόνος, στην άκρη ενός έρημου δρόμου να ακούει τον αμυδρό και σχεδόν υπόκωφο ήχο, που έπνιγαν επιμελώς τα ηχομονωμένα τζάμια του μπαρ. Άναψε τσιγάρο. Γύρισε προς το μαγαζί. Έψαξε με τα μάτια του τον Παύλο και την Λίλιαν. Μέσα στον χαμό δεν κατάφερε να τους βρει.

«Τι κάνω εδώ;» αναρωτήθηκε. «Τι, στα κομμάτια, κάνω εδώ; Το φανάρι;» συνέχισε τον συνειρμό του. Του ‘ρθε στο μυαλό μία, από χρόνια, ξεχασμένη μελωδία. Άκουσε νοερά τις ηλεκτρικές κιθάρες να σπαρταράνε. Να κάνουν τις τρίχες της ραχοκοκαλιάς του να ορθώνονται. Άκουσε εκείνη την βαθιά φωνή, να απαγγέλει. Είχε χρόνια να το ακούσει και τους στίχους τους μισοθυμόταν. Ήταν σίγουρος, εκείνη τη στιγμή, πως αν του σφύριζε τον σκοπό η Λίλιαν, όπως έκανε παλιά, θα θυμόταν κάθε στίχο και κάθε λέξη. «Να ουρλιάξουμε…» ψέλλισε πριν πετάξει μακριά το τσιγάρο του και ξαναμπεί στο μαγαζί.

Οι παράξενες σκέψεις του τον άφησαν στην ησυχία του, όταν είχε τελειώσει το έβδομο ποτό και έβαζε το επόμενο. Ο κόσμος είχε αραιώσει κι ο dj το ‘χε γυρίσει στο σκυλάδικο. Παράταιρη έμοιαζε εκείνη η σκηνή στην Λίλιαν. Ο Μιχάλης, με μαζεμένα τα μανίκια του πουκάμισου, να μισοτραγουδάει «σ’ αγαπάει όπως εγώ», ο Παύλος, με θολά και μισόκλειστα μάτια να καπνίζει, κάνοντας περίεργους μορφασμούς κι εκείνη, στεγνή και νηφάλια, να τους κοιτάζει και να μην μπορεί να βγάλει άκρη με τις συμπεριφορές τους.

Κάπου, στα μέσα της βραδιάς, ο Παύλος ξέχασε πως συνοδευόταν από την Λίλιαν. Τον έπνιγε ξανά, εκείνο το βράδυ, η μπαμπεσιά που ‘χε κάνει στον παλιό του φίλο και τ’ ότι δεν μιλούσαν πια. Γέμισε γι’ ακόμη μια φορά το ποτήρι του. Τσούγκρισε με τον Μιχάλη. «Καλή ζωή ρε σειρά!» φώναξε κι ο Μιχάλης, αντί απάντησης, χαμογέλασε και κούνησε φιλικά το κεφάλι του. Μονορούφι ήπιαν τα ποτά τους, πριν βάλουν τα επόμενα.

«Σου χρωστάω μια συγγνώμη για τότε…» άρχισε ο Παύλος.

«Για πότε;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Συγγνώμη, αδερφέ, που σ’ την έφαγα. Δεν γινόταν αλλιώς…»

«Περασμένα – ξεχασμένα» μονολόγησε ο Μιχάλης.

«Δεν είναι ξεχασμένα» επέμεινε ο Παύλος.

«Είναι, Παύλο. Τα ‘χουμε ξαναπεί. Πάει. Πέρασε. Η Κλαίρη δεν άξιζε μία».

«Το ξέρω. Συγγνώμη για όλα».

«Δε γαμιέσαι, ρε;» μονολόγησε ο Μιχάλης κοιτάζοντας το άδειο πακέτο του κι ύστερα, σαν να άλλαξε κάτι γύρω του. Σήκωσε το βλέμμα για να κοιτάξει τον Παύλο, μα τα μάτια του κουνιόντουσαν αργά, πάρα πολύ αργά. Σαν να είχε επιβραδυνθεί ο χρόνος γύρω του. Οι θαμώνες του μαγαζιού λικνιζόντουσαν αργά στους ρυθμούς του τσιφτετελιού κι οι χαρούμενες φάτσες τους, φάνταζαν απόκοσμα παραμορφωμένες. Του φαινόταν πως όλοι γύρω του, είχαν φορέσει αποκρουστικές μάσκες και πώς γελούσαν με την κατάντια του. Λειψός άνθρωπος ένιωθε, γιατί ποτέ του δεν είχε διεκδικήσει ό,τι, στην ζωή του, επιθύμησε. Ξαφνικά, ένιωσε ένα ταχύκαυστο φυτίλι να παίρνει φωτιά μέσα στο μυαλό του. Βούτηξε το ποτήρι του απότομα. Ήπιε μια γουλιά κι ύστερα το κοπάνησε με δύναμη στο πάσο. Ο Παύλος και η Λίλιαν γύρισαν προς το μέρος του, απορημένοι. «Αν είσαι άντρας, έλα έξω ρε!» φώναξε ο Μιχάλης.

Η Λίλιαν έκανε να πιάσει τον Παύλο από το χέρι. Την έσπρωξε. «Μην ανακατεύεσαι!» της φώναξε, ακολουθώντας τον Μιχάλη έξω από το μαγαζί.

Μετρήθηκαν για μερικές στιγμές, σιωπηλοί, χωρίς να κάνουν καμία απολύτως κίνηση.

«Τι προσπαθούσες ν’ αποδείξεις, ρε αρχίδι;» του φώναξε ο Μιχάλης.

«Εγώ; Εγώ ρε μαλάκα; Η τρελή η γκόμενά σου, που ήθελε να σε πληγώσει!»

«Κι εσύ, γαμημένε πρεζάκια, ποιανού μέρος πήρες;»

«Τι ‘πες ρε μαλακισμένο;» αγρίεψε ο Παύλος.

«Την αλήθεια! Πεταμένε μαλάκα, που δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς!»

«Στο πιάτο μου το ‘φερε! Θα τ’ άφηνα;»

«Έλα, ρε, στα συγκαλά σου, ακούς τι λες; Ντεμέκ φίλος ήσουν! Από τότε, ρε;»

«Εγώ να ‘ρθω στα συγκαλά μου; Η πουτάνα σου, που πηδιόταν μέχρι και με τον Αντώνη. Γιατί νομίζεις ότι έσπασε, ρε; Γιατί είχε μοναξιές; Το πλεύρισε η Κλαίρη, το δόλιο κι είδε χαρά στα σκέλια του! Ηλίθιε! Η πουτάνα σου, που σ’ είχε φτάσει το κέρατο στον Θεό φταίει! Όχι εμείς!»

«Δεν είχες μερίδιο ευθύνης, Λιόπεση;»

«Σου ζήτησα συγγνώμη!»

«Στ’ αρχίδια μου η συγγνώμη σου! Τράβα, ρε, γαμήσου μ’ όποια θες! Δεκάρα δεν δίνω!» κατέληξε ο Μιχάλης πριν γυρίσει την πλάτη του στον Παύλο και αρχίσει να απομακρύνεται.

«Τουλάχιστον εγώ την γαμούσα και το ευχαριστιόταν το κορμάκι της. Εσύ, σακάτη, κοντοψώλη, με το μελάτο σου, τι, ακριβώς, έκανες;»

Πάγωσε ο Μιχάλης. Ξεκίνησε να ξαναπαίζει η ξεχασμένη μελωδία στο μυαλό του. Το ουρλιαχτό του αντήχησε στον άδειο δρόμο κι ύστερα γύρισε απότομα κι άρχισε να τρέχει προς το μέρος του Παύλου. Ούτε που σταμάτησε για να του ρίξει την γροθιά, που ο Παύλος δεν περίμενε ποτέ, μόνο τον πήρε σβάρνα στο μεθυσμένο τρεχαλητό του.

Μόνο που δεν σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο ο Παύλος. Κοίταξε τον Μιχάλη οργισμένα. «Τι έκανες ρε παλιάρχιδο;» ρώτησε μέσα από τα δόντια του, πριν ορμήσει κι εκείνος, στον Μιχάλη. Έφαγε ακόμη μια γροθιά στο πρόσωπο και μία στο στήθος, που το έκοψε την ανάσα. Τότε βούτηξε τον Μιχάλη απ’ τ’ αχαμνά και τον έριξε στο πεζοδρόμιο. Άρχισε να τον κλωτσάει με μανία, όπου έβρισκε κι ο Μιχάλης, όντας μεθυσμένος, αδυνατούσε να αμυνθεί. Μόνο όταν σταμάτησαν οι κλωτσιές κατάλαβε πως η Λίλιαν είχε βγει έξω από το μπαρ. «Άφησέ τον ήσυχο!» του φώναξε κι ο Παύλος έσκυψε το κεφάλι.

Γονάτισε η Λίλιαν και βοήθησε τον Μιχάλη να σηκωθεί. Ο πληγωμένος του εγωισμός προσπάθησε να την σπρώξει, μα δεν τα κατάφερε. «Άσε τα νάζια και σήκω» τον διέταξε, σχεδόν στοργικά. Έσφιξε τα δόντια του και σηκώθηκε. Το στόμα του είχε γεμίσει με αίμα. Έφτυσε, μπροστά στα πόδια του Παύλου, που ‘χε σταθεί λίγο πιο πέρα κι ήταν έτοιμος για δεύτερο γύρο ξύλου. Η Λίλιαν γύρισε προς το μέρος του. «Έχω πληρώσει» του είπε κοφτά. Κάτι πήγε να της απαντήσει, μα δεν πρόλαβε. «Εξαφανίσου!» του φώναξε. Δεν του έδωσε κανένα περιθώριο για αντιρρήσεις το παγωμένο και εξοργισμένο ύφος της. Έφυγε δίχως να χαιρετίσει.

***

Κανένας ταξιτζής δεν ήθελε να επιβιβάσει στο όχημά του τον χτυπημένο Μιχάλη, με το σκισμένο και λερωμένο πουκάμισο και το ματωμένο στόμα. Το έκοψαν με τα πόδια, προς το σπίτι του. Η Λίλιαν φοβόταν πως το φιλαράκι της δεν είχε το κουράγιο να φτάσει μέχρι το κρεβάτι του. Κι ύστερα, του χρωστούσε. Του χρωστούσε πολλά περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να του έχει πει εκείνο το βράδυ. Του χρωστούσε την μεταστροφή της. Μια μεταστροφή που ο Μιχάλης δεν είχε παρατηρήσει ποτέ. Του χρωστούσε την στοργή της. Την ίδια στοργή που της είχε δείξει κι εκείνος, το βράδυ που ήταν κομμάτια κι είχε πέσει μέσα στο μπάνιο της. Του χρωστούσε μια αγκαλιά κι ένα νανούρισμα. Εκείνος της τα είχε δώσει κι εκείνη ήταν σίγουρη πως, αν κάποτε, στο μέλλον, τα είχε ξανά ανάγκη, θα της τα έδινε δίχως να ζητήσει τίποτα γι’ αντάλλαγμα.

Κόντευε να ξημερώσει κι ήταν και οι δύο κουρασμένοι, όταν κατάφεραν να φτάσουν στο σπίτι του. Του άνοιξε την πόρτα γιατί δεν μπορούσε να βρει την κλειδαριά. Τον έβαλε, σχεδόν αθόρυβα, στο σπίτι. Τον πάρκαρε στο κρεβάτι του. Τον έγδυσε. «Σήκω να σε πλύνω» του είπε γλυκά, όταν τον είδε να ακουμπάει το λερωμένο του κεφάλι, στο λεκιασμένο μαξιλάρι.

«Δεν θέλω» της απάντησε, βουρκώνοντας κι ύστερα όλα γύρω του σκοτείνιασαν, καθώς το μυαλό του βούλιαζε στην δίνη της λήθης.

Σηκώθηκε αργά το απόγευμα, πονώντας οικτρά, δίχως καμία ανάμνηση από την προηγούμενη νύχτα. Το τσακισμένο του κορμί, έμοιαζε με κομμάτι παρασιτεμένου κρέατος, μπροστά στον καθρέφτη. Τα πλευρά του και τα πόδια του ήταν γεμάτα μελανιές και το δεξί του μάγουλο ήταν πρησμένο. Η αριστερή του κόγχη είχε μπλαβίσει. Το κάτω χείλος του ήταν σκισμένο, προφανώς από κάποια σύγκρουση με τα δόντια του. Πετάρισε τα βλέφαρα, παλεύοντας να ανασύρει τις, όποιες, αναμνήσεις μπορεί να είχαν επιζήσει, από το προηγούμενο βράδυ. Σπασμένες εικόνες υπήρχαν μέσα στο κεφάλι του. Είχε χάσει λόγια και σκηνές. Το αλκοόλ δεν επέτρεψε στον εγκέφαλό του να σχηματίσει αναμνήσεις. Έβηξε. Τα πνευμόνια του έβραζαν από τα τσιγάρα και το στομάχι του έπαιζε ταμπούρλο από την πείνα.

Βγήκε στο σαλόνι. Πήγε προς την κουζίνα. Δεν υπήρχε φαγητό ούτε για δείγμα. «Τι διάολο, έφυγε κι ο πατέρας;» αναρωτήθηκε, καθώς περιπλανιόταν άσκοπα στο άδειο σπίτι.

Έπιασε ένα από τα μυριάδες στοιβαγμένα φυλλάδια σουβλατζίδικων από ένα τραπεζάκι, βούτηξε και το βαρύ ακουστικό του τηλεφώνου κι άρχισε να καλεί τον αριθμό, γυρνώντας νευρικά το καντράν της συσκευής. Γύρισε στο δωμάτιο. Απόμεινε ξαπλωμένος, να προσπαθεί να μην σκέφτεται, ενώ περίμενε το φαγητό.

Είχε καεί η μέρα του. Άλλη μια καμένη και πεταμένη, στα σκουπίδια, μέρα, καθώς περίμενε το απολυτήριο του στρατού. Δεν ήξερε τι έπρεπε να την κάνει. Αν έπρεπε να την συνεχίσει ή αν έπρεπε να βυθιστεί στον ύπνο, και να αποτεφρώσει πλήρως, εκείνη την μικρή, χαμένη, μέρα.

Τον παραξένεψε ο ήχος του κουδουνιού, την ώρα που βράδιαζε. Δεν περίμενε κανέναν. Είκαζε πως ο πατέρας του είχε ξεχάσει τα κλειδιά του κι ότι είχε καταλάβει πως ο Μιχάλης είχε επιστρέψει με άδεια. Βαριεστημένα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Σύρθηκε προς την πόρτα. Την άνοιξε και αντίκρισε απέναντί του την Λίλιαν, να τον κοιτάζει με μελαγχολικό ύφος. Θύμωσε. Δεν ήθελε να την βλέπει. «Να μπω;» τον ρώτησε γλυκά κι εκείνος κάγχασε.

«Όχι» της απάντησε κοφτά.

«Μιχάλη…»

«Τι θες;»

«Ήρθα να σου ζητήσω μια συγγνώμη για ό,τι έγινε χθες το βράδυ…» ξεκίνησε να απολογείται η Λίλιαν.

«Την ζήτησες;» ρώτησε εκείνος.

«Μιχάλη…» συνέχισε εκείνη, με παρακλητικό ύφος.

«Άξιοι της μοίρας σας είστε κι οι δυο, για μένα έχετε πεθάνει!» δήλωσε ο Μιχάλης, πριν της κλείσει, με φορά, την πόρτα, κατάμουτρα.

Ένιωθε πως οι μύες του προσώπου του συσπόνταν από τα νεύρα. Κατευθύνθηκε προς το παλιό και σκονισμένο πικάπ. Κοίταξε τον δίσκο που βρισκόταν πάνω του. Αναστέναξε πριν πιάσει την κεφαλή κι αφήσει την βελόνα στα πρώτα αυλάκια του γρατζουνισμένου βινυλίου. Είχε χρόνια ν’ ακούσει κάποιο πιάνο να παίζει εκείνη την μελωδία. Άρχισε να πονάει όλη του η ύπαρξη. Παλιότερα, το άκουσμα εκείνου του τραγουδιού, που ‘χε συνδέσει με την μεγαλύτερη απώλεια της ζωής του, ήταν αρκετό για να τον κάνει να διαλυθεί. Μα εκείνο το απόγευμα είχε πάρει την απόφαση να πετάξει οτιδήποτε τοξικό έξω από τη ζωή του. Την Λίλιαν και την οικογένειά του.

«Πού πας γυμνός καλέ μου Μιγκέλ, γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας. Τις τεφροδόχους κλείσαν σε κρυφή σπηλιά…» πρόλαβε ν’ ακούσει ο Μιχάλης, πριν εκσφενδονίσει το πικάπ μέσα στο δωμάτιο. «Άντε γαμήσου κι εσύ!» ούρλιαξε, προτού επιστρέψει στο δωμάτιό του για να ντυθεί. Δεν είχε σκοπό να συνεχίσει να καίει ούτε την μέρα του, ούτε τη ζωή του. Φόρεσε ό,τι βρήκε και κίνησε να βρει τον Μικέ που σ’ αντίθεση με τους παλιούς του φίλους, ούτε τον είχε απογοητεύσει, ούτε τον είχε πουλήσει.

***

O ήχος του γυαλιού που έσπασε, έκανε την Λίλιαν να αναπηδήσει. Έτρεξε το βλέμμα της στον χώρο και πάγωσε, όταν αντίκρισε το χέρι του Μιχάλη, που έσφιγγε ό,τι είχε απομείνει από το ποτήρι που, μέχρι πριν λίγες στιγμές, κρατούσε στα χέρια του, να ματώνει. Με το δεξί της χέρι χάιδεψε το μάγουλό του. Με το αριστερό, προσπάθησε να ξεσφίξει την γροθιά του, που συνέχιζε να σκίζεται από τα γυάλινα κομμάτια.

Το πρόσωπό του Μιχάλη είχε παραμορφωθεί από την οργή που ανάβλυζε από μέσα του. «Είπα ότι θα σε πετάξω έξω απ’ τη ζωή μου και το ‘κανα… Γαμώ…» μονολογούσε, όση ώρα που πήρε για να καταλάβει ότι είχε καταμακελέψει την παλάμη του. «Πάντα… Πάντα με πονούσε αυτή η ιστορία και ποτέ δεν κατάφερα να αποβάλλω από μέσα μου, τον πόνο, τον θρήνο, την θλίψη και την οργή. Πάντα… Πάντα…»

«Με συγχώρησες, όμως…» του απάντησε, με μελαγχολικό ύφος κι ύστερα έπιασε το πρόσωπό του και το έστρεψε, για ν’ ανταμώσει η ματιά του με την δική της. «Δεν με συγχώρησες;» επέμεινε, όταν είδε τον Μιχάλη, να διστάζει και να μην απαντάει.

«Έφταιγες;» την ρώτησε κοφτά, αλλάζοντας την πορεία της συζήτησης.

«Τι σημασία έχει;»

«Έχει».

«Ναι. Έφταιγα. Έφταιγα που δεν έκανα την σωστή επιλογή. Έφταιγα που παρέμενα με τον Παύλο. Έφταιγα που ήξερα ποιος ήταν δίπλα μου και δεν έκανα τίποτα για να το αλλάξω. Έφταιγα…»

Τον ειρμό της διέκοψε το βροντερό γέλιο του Μιχάλη. «Αν, αλήθεια, ήξερες τι έκανε τότε ο Παύλος, δεν θα παρέμενες εκεί. Ούτε και θα ήσουν άξια της μοίρας σου. Όμως, δυστυχώς, καλή μου, γλυκιά μου Λίλιαν, μικρό μου κρίνο, ποτέ δεν είδες. Δεν ήθελες να δεις. Δεν άντεχε η ματιά σου να γυρίσει προς τα ‘κει. Δεν έχεις ιδέα τι έχει κάνει ο Παύλος, ούτε και τι έχει αφήσει πίσω του».

Σάστισε η Λίλιαν στο άκουσμα εκείνων των λέξεων. Παρατήρησε τον Μιχάλη να ξεσφίγγει την γροθιά του και να φέρνει την παλάμη του κοντά στο πρόσωπό του. Παρατήρησε τον τρόπο που κοίταζε τα κομμάτια που είχαν σφηνωθεί στις ματωμένες σάρκες του και τον τρόπο που τα έβγαζε. Τον είδε να μορφάζει από τον πόνο και τον λυπήθηκε η ψυχή της. Κανένας δεν αξίζει τέτοιο πόνο. Όχι εκείνον του γυαλιού που σκίζει την σάρκα, ούτε τον απόηχό του, που μένει καθώς επουλώνεται μια πληγή. Εκείνο τον πόνο που παραμένει βαθιά ριζωμένος μέσα μας και κάποιες φορές δεν μας φτάνει ούτε μια ολόκληρη ζωή για να τον ξεριζώσουμε, από τα έγκατα της ψυχής μας.

Η Λίλιαν σηκώθηκε από τον καναπέ χωρίς να του μιλήσει. Πήγε στο μπάνιο και βούτηξε βιαστικά, μερικά σύνεργα για του να μπαντάρει το χέρι. Για μια στιγμή είδε το είδωλό της στον καθρέφτη. Το βλέμμα της ήταν φουρτουνιασμένο και το πρόσωπό της χλωμό. Προσπαθούσε, ανεπιτυχώς, να καταλάβει τα τελευταία λόγια του Μιχάλη. Τον Παύλο δεν τον είχε καταλάβει ποτέ κι από ένα σημείο και μετά, δεν την ένοιαζε να μαθαίνει οτιδήποτε έκανε πίσω από την πλάτη της.

Της είχε πάρει καιρό αλλά είχε καταφέρει να αποδεχτεί εκείνα τα χρόνια. Τα πρώτα τους χρόνια και την σχέση αλληλεξάρτησης που είχαν, όταν βουτούσαν το μυαλό τους σ’ οποιαδήποτε επικίνδυνη χημική ένωση έπεφτε στα χέρια τους. Ποτέ της δεν είχε καταφέρει να αγαπήσει τον Παύλο γι’ αυτό που ήταν, μόνο τον αγαπούσε, μέχρι και στιγμές πριν από το τέλος του, για ό,τι πίστευε πως θα μπορούσε, κάποτε, να έχει γίνει. Αγαπούσε έναν γεροδεμένο μηχανόβιο, με γαλήνιο πρόσωπο και αμυδρά δειλό χαμόγελο. Την κοκαλιάρικη καρικατούρα με τα σάπια δόντια και την μόνιμη κατήφεια, δεν την αγαπούσε, μα την λυπόταν και γι’ αυτό παρέμενε στο πλευρό της, περισσότερο ως μάνα κι ως φίλη, παρά ως γκόμενα. Λυπόταν τον Παύλο, που μέρα με την μέρα έλιωνε, όπως έλιωναν όλα όσα σούταρε στις φλέβες του. Λυπόταν και ντρεπόταν.

Ντρεπόταν για αυτό που ήταν κάποτε και ντρεπόταν που είχε χώσει και τον Παύλο σ’ εκείνο τον δρόμο. Ντρεπόταν και πάσχιζε ν’ αλλάξει μια απόφαση που ποτέ δεν ήταν δική της. Ντρεπόταν και θλιβόταν για το τσιγάρο που, κάποτε, του ‘χε πασάρει. Ντρεπόταν κι αναλάμβανε να κουβαλήσει πάνω της, μια ευθύνη που ποτέ δεν ήταν δική της. Ντρεπόταν και φοβόταν για την κατάληξη εκείνου του παιδιού, γι’ αυτό του χάριζε απλόχερα στοργή. Στοργή κι αγάπη. Αυτά της είδε διδάξει, κάποτε, ο Μιχάλης. Στοργή για να γαληνεύει η σαραβαλιασμένη ψυχή ενός διαλυμένου ανδρείκελου. Κι αγάπη, γιατί όλοι την αξίζουν.

Γυρίζοντας στο σαλόνι, βρήκε τον Μιχάλη να έχει πλέξει τα δάχτυλά του και να κοιτάζει νωχελικά την φλόγα ενός κεριού που ξεψυχούσε. Έσταζε αίμα από το χέρι του, στο πάτωμα. «Εσύ θα το σφουγγαρίσεις» τον πείραξε, κι ύστερα άγγιξε τα δάχτυλά του. Του τα ξέμπλεξε στοργικά κι έπειτα, πήρε στα χέρια της, την ξεσκισμένη του παλάμη. Μ’ ένα τσιμπιδάκι έβγαλε κάποια μικροσκοπικά κομμάτια γυαλιού, που ήταν σφηνωμένα στις ανοιχτές πληγές. Το καθάρισε σχολαστικά κι ύστερα το έδεσε. «Πονάς;» τον ρώτησε, ίσα για να τον δει να γνέφει αρνητικά. «Θα ξενυχτήσουμε;» συνέχισε κι ο Μιχάλης φρούμαξε, πριν γυρίσει να την κοιτάξει.

«Πολύ θα το ‘θελα, γιατί έχω τόσα πολλά να σου πω, αλλά όχι. Δεν θα ξενυχτήσουμε. Έχει πάει τέσσερεις παρά κι άρχισε να κάνει ψύχρα» της απάντησε, ήρεμα και μαλακωμένα, καθώς η θλιμμένη της έκφραση είχε καταφέρει να κατευνάσει την οργή του.

«Έχεις ακόμη πολλές ιστορίες γι’ αγρίους, να μου διηγηθείς;» τον πείραξε, χαμογελώντας ανεπαίσθητα κι εκείνος της χάιδεψε απαλά το μάγουλο με το μπανταρισμένο του χέρι. «Πόσες φορές μιλήσαμε από εκείνο, τον ηλίθιο, καυγά, μέχρι που πέθανε ο Παύλος;» την ρώτησε, μισοκλείνοντας τα μάτια και προσπαθώντας να θυμηθεί τις ελάχιστες συναντήσεις τους.

«Τρείς» του απάντησε, σχεδόν ακαριαία. «Η πρώτη ήταν όταν πήρες το πτυχίο σου. Η δεύτερη, λίγο πριν φύγεις από την πόλη. Και η τρίτη ήταν δύο μέρες μετά την κηδεία του Παύλου» συνέχισε κι όταν παρατήρησε το σκεφτικό του ύφος, κάγχασε. «Δεν θυμάσαι…» μουρμούρισε μελαγχολικά.

«Προσπαθώ να τα βάλω όλα σε μια λογική σειρά, τόσο για να σου εξηγήσω τι έχει γίνει και ποιος έχω γίνει, μέσα από αυτά που έχω περάσει, όσο και για να τα καταλάβω κι εγώ. Κάποια πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολο να τα χωνέψω. Καλύτερα να κατάπινα πέτρες, αμάσητες» της απάντησε κι ύστερα σηκώθηκε από τον καναπέ, δίχως ν’ αφήσει το χέρι της. «Σβήσε τα κεριά. Πάμε για ύπνο».

Η Λίλιαν φύσηξε τις φλόγες των κεριών για να σβήσουν κι άφησε λίγο ανοιχτή την μπαλκονόπορτα, για να αεριστεί ο χώρος που ‘χε πνιγεί από τον καπνό των τσιγάρων και την μυρωδιά των κεριών. Είδε την σιλουέτα του να χάνεται στην πόρτα του σκοτεινού υπνοδωματίου. Έσβησε τα φώτα του σπιτιού και τον ακολούθησε. Ξάπλωσε δίπλα του.

«Συγγνώμη που σ’ έδιωξα όπως σ’ έδιωξα, τότε, αλλά δεν είχα επιλογή…» άρχισε να λέει ο Μιχάλης, μα τον διέκοψε η Λίλιαν, βάζοντας τον δείκτη της, στα χείλη του. «Φτάνει. Αρκετά γι’ απόψε. Κάποτε ήμασταν φιλαράκια και θα το τραβούσαμε μέχρι τα χαράματα, μέχρι αύριο τ’ απόγευμα, μέχρι το Σάββατο. Απόψε και κάθε απόψε, δεν είμαστε μόνο φιλαράκια. Έχω ανάγκη κι άλλα πράγματα. Όχι μόνο τα λόγια».

«Όπως;» την ρώτησε εκείνος.

«Την σαρκική επαφή και δεν εννοώ τις αγκαλιές. Καταλαβαίνω ότι είσαι μουδιασμένος, παγωμένος ακόμη, από έναν επώδυνο χωρισμό. Καταλαβαίνω ότι σου είναι δύσκολο να μ’ εμπιστευτείς, ή να εμπιστευτείς γενικότερα, τον οποιονδήποτε. Καταλαβαίνω ότι σε πονάει όλο αυτό που έγινε μεταξύ μας κι ότι σε τσακίζουν αυτά που έγιναν με την Στέλλα. Καταλαβαίνω, και προσπαθώ, αλήθεια προσπαθώ, να σου δώσω χρόνο. Όμως, έχω ανάγκη κι άλλα πράγματα…» κατέληξε, πριν ανεβεί πάνω του.

«Είσαι τρελή;» την ρώτησε ο Μιχάλης, μερικά λεπτά αργότερα, ξεψυχισμένα, ενώ προσπαθούσε να ελέγξει τον σφυγμό του.

«Όχι» του απάντησε καθώς πλάγιαζε δίπλα του. Πέρασε το χέρι του κάτω από το κεφάλι της κι ύστερα ξάπλωσε στο στέρνο του κι άρχισε να ακούσει την καρδιά του, που δούλευε τα όριά της.

«Επίτηδες το έκανες;» συνέχισε εκείνος.

«Μπορεί…» του είπε, χαμογελώντας πονηρά, μέσα στο σκοτάδι.

«Λίλιαν; Θέλεις παιδιά;» αναφώνησε ο Μιχάλης κι εκείνη γέλασε, για μια στιγμή μαζί του.

«Πρέπει να καταλάβεις πως, πλέον, είμαστε σύντροφοι. Παρέχουμε τροφή ο ένας στον άλλο. Είμαστε συνοδοιπόροι. Βαδίζουμε μαζί τον ίδιο δρόμο. Είμαστε σύζυγοι. Και κουβαλάμε, μαζί, κοινά βάρη. Είμαστε συγκάτοικοι. Μένουμε μαζί. Έχουμε ξεφύγει από το επίπεδο της φιλίας αν και, ευτυχώς και για τους δύο, δεν θα το χάσουμε ποτέ. Μαζί σου, ναι, θέλω παιδιά. Γιατί ξέρω ότι πάντοτε θα έχουν μια αγκαλιά. Γιατί ξέρω ότι πάντοτε θα ακούν έναν καλό λόγο, ό,τι κι αν έχουν κάνει. Γιατί ξέρω ότι θα μπορούν να κουρνιάσουν κάτω από τις δικές σου, ατσάλινες, φτερούγες κι ότι θα τα προστατέψεις, όσο δύσκολα κι αν γίνουν τα πράγματα. Γιατί ξέρω ότι η μαλαματένια σου καρδιά, θα τους ανήκει για πάντα. Ποτέ δεν είχα οικογένεια και δεν ξέρω ούτε τι χρειάζεται μια οικογένεια, ούτε πώς στήνεται, ούτε πώς μεγαλώνει, ούτε πώς ωριμάζει, ούτε τίποτα. Κι όμως, ακόμη κι αν το φοβάμαι, μαζί σου, είμαι διατεθειμένη να κάνω το επόμενο βήμα. Ακόμη κι αν ξέρω ότι κάτι τέτοιες στιγμές, είσαι ο πιο ρηχός άνθρωπος του κόσμου, που αντί να μου πεις ένα ομορφόλογο ή να μου χαρίσεις ένα χάδι, θα με ρωτήσεις τι θα κάνουμε αν γκαστρώθηκα».

«Την σιχαίνομαι αυτή τη λέξη» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Η οποία σημαίνει “βάζω κάτι στην κοιλιά κάποιου”. Εν προκειμένω το έβαλα μόνη μου, άρα μπορεί να γκαστρώθηκα, αλλά δεν με γκάστρωσες».

«Τα σιχαίνομαι τα λογοπαίγνιά σου» συνέχισε εκείνος.

«Ανέκαθεν τα σιχαινόσουν. Άντε, περιμένω να πεις την μαλακία σου, για να συνεχίσουμε την συζήτηση, αφού σε βρίσω» του απάντησε κοφτά.

«Είσαι το πιο υπέροχο πλάσμα στον κόσμο. Πάντοτε ήσουν. Κάποτε ήσουν ένα υπέροχο και απίστευτο αγρίμι, τώρα, πια, είσαι η υπέροχη γυναίκα με την οποία θέλω να βαδίσω τον δρόμο προς το τέλος της ζωής μου, μ’ ό,τι κι αν μου φέρει. Έχεις ένα υπέροχο κορμί, που δεν χορταίνω να χαζεύω, ένα ακόμη πιο υπέροχο πρόσωπο, που όταν το αντικρίζω, φωτίζει ακόμη και τις πιο σκοτεινές μέρες και μια ατόφια ψυχή, γεμάτη μ’ όσα ποτέ δεν πήρες. Σ’ ευχαριστώ που επέλεξες να είσαι δίπλα μου. Συγγνώμη αν, αυτό το διάστημα δεν λειτουργώ όπως πρέπει ή όπως θα ήθελες. Ελπίζω να μην μ’ εγκαταλείψεις και να μην με πουλήσεις. Δεν φοβάμαι πια. Ξέρω ποια είσαι κι από τι είσαι φτιαγμένη. Κι είμαι σίγουρος ότι θα τα φτιάξουμε όλα. Όσο στραβά κι αν έρθουν τα πράγματα στη ζωή μας…»

Ο ειρμός του διακόπηκε από ένα πνιχτό αναφιλητό. Την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Κλαις, μικρό μου κρίνο; Γιατί;» την ψιθύρισε γλυκά.

«Να πας να γαμηθείς, Μπακάλμπαση, νυχτιάτικο! Με συγκίνησες, με σκλάβωσες και με έλιωσες! Φέρε πίσω τον μαλάκα τον φίλο μου, που ‘ναι ρηχός και που έχω συνηθίσει να ακούω τις μαλακίες του!» του φώναξε, χτυπώντας τον, παιχνιδιάρικα, στο χέρι.

«Αγάπα με γι’ αυτό που είμαι. Όχι για ό,τι έχεις πλάσει στο μυαλό σου κι ό,τι πιστεύεις ότι μπορεί να είμαι» της είπε εκείνος, φιλώντας της τα μαλλιά.

«Εδώ θα φτάναμε, ούτως ή άλλως, αργά ή γρήγορα. Ήταν αναπόφευκτο. Ήταν μοιραίο…» μουρμούρισε εκείνη, προσπαθώντας να ελέγξει τα μυριάδες αντιφατικά συναισθήματα που ξεχείλιζαν από μέσα της.

«Δεν πιστεύω στην μοίρα, Λίλιαν».

«Amor Fati, Μιχάλη. Ό,τι έγινε στις ζωές μας, έγινε για να φτάσουμε απόψε, εδώ. Η Κλαίρη, ο Παύλος, η Στέλλα, τα ναρκωτικά, η μάνα σου, ο πατέρας μου, ο χαμός μας και η επανασύνδεσή μας, όλα αυτά έπρεπε να τα περάσουμε, για να φτάσουμε σήμερα εδώ. Αν δεν τα περνούσαμε, τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δεν θα είχα ένα κομμάτι σου, μέσα μου. Δεν θα είχα εσένα, δίπλα μου. Δεν θα είχες εμένα, στην αγκαλιά σου. Αν με αγαπάς, αν μας αγαπάς, αν αγαπάς ό,τι έχουμε και ό,τι θα αποκτήσουμε, αγάπησε και αυτά που μας έφεραν εδώ. Αγάπησε το πεπρωμένο σου, γιατί η πορεία μας ήταν προδιαγεγραμμένη».

«Το αποτέλεσμα του τεστ εγκυμοσύνης είναι προδιαγεγραμμένο» μονολόγησε ο Μιχάλης, μ’ έναν προσποιητά αδιάφορο τόνο και η Λίλιαν έβαλε τα γέλια. «Ο παλιός, καλός, Μπακάλμπασης» σχολίασε, κλείνοντας τα μάτια της. Απόμεινε εκεί, να αφουγκράζεται την ανάσα του και τον χτύπο της καρδιάς του.

«Δεν πιστεύω στην μοίρα, ψυχή μου. Δεν μπορεί ένα αόρατο χέρι να βάζει το απόλυτο χάος, σε πλήρη τάξη».

«Αν μπορούσες απόψε να γυρίσεις πίσω στον χρόνο και να βρεθείς στην καφετέρια που γνωριστήκαμε, πριν σε δω, πριν με δεις κι είχες την ευκαιρία να μιλήσεις με τον μικρό Μπακάλμπαση, τι θα του έλεγες;» τον ρώτησε, με κλειστά βλέφαρα και αργόσυρτο τόνο η Λίλιαν.

«Τίποτα» της απάντησε εκείνος.

«Γιατί, όμως;»

«Γιατί ο μικρός Μιχάλης, έχοντας γνώση του μέλλοντος, θα έκανε τελείως διαφορετικές επιλογές από αυτές που έκανα εγώ, βάσει των όσων γνώριζα…»

«Και;» τον παρότρυνε να συνεχίσει τον συνειρμό του, καθώς χασμουριόταν.

«Και είναι βαριά η ώρα και δεν σκέφτομαι καθαρά. Αλλά, λογικά σκεπτόμενος, αν ο μικρός Μιχάλης έκανε διαφορετικές επιλογές, δεν θα γύριζε, όταν θα έφτανε, στο δικό του μέλλον του, στο σημείο όπου έφτασα εγώ, δηλαδή στο να γυρίσω και να μιλήσω στον εαυτό μου, γιατί αυτό το μέλλον, για εκείνον, δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Άρα, εγώ δεν θα υπήρχα, άρα στον μικρό Μιχάλη δεν θα μιλούσε κανένας, άρα θα έκανε τις επιλογές που έκανα εγώ και…»

«Amor Fati, Μιχάλη. Αν αγαπάς το σημείο που είσαι, θα πρέπει να αγαπήσεις και όλα όσα πέρασες, όλα εκείνα που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα σου και σ’ έφτασαν εδώ» μουρμούρισε η Λίλιαν και στιγμές αργότερα, ο ρυθμός της ανάσας της επιβραδύνθηκε, το κεφάλι της βάρυνε κι ο Μιχάλης, απόμεινε δίπλα στην υπέροχη κοιμωμένη του, να σκέφτεται και να φιλοσοφεί, εκείνα, τα τελευταία της, λόγια.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook