Amor Fati – 09 – Ολομόναχη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Βασανιζόταν για πολλές μέρες το μυαλό της Λίλιαν, από εκείνα τα λόγια που της είχε πει ο Μιχάλης, την τελευταία φορά που είχε αναφερθεί το όνομα του Παύλου. «Αν, αλήθεια, ήξερες τι έκανε τότε ο Παύλος…»

Στριφογύριζαν εκείνες οι λέξεις στον λογισμό της, αλλά δεν ήθελε, για κανένα λόγο, να ξύσει μια πολύ παλιά πληγή, που με απίστευτο κόπο είχε καταφέρει να επουλώσει. Δεν ήθελε να ξανασκαλίσει την ιστορία του Παύλου. Δεν ήθελε να θυμηθεί. Δεν ήθελε να τα ξαναζήσει κι αυτό, γιατί μέχρι και λίγους μήνες νωρίτερα, ζούσε μέσα σ’ εκείνη την ιστορία. Ο Παύλος είχε δυόμισι χρόνια νεκρός κι εκείνη, δυόμισι χρόνια, νεκροζώντανη.

Επιβράδυνε το βήμα της. Κοίταζε το πλήθος που την περιστοίχιζε. Βιαστικοί άνθρωποι, σκεφτικοί, κατσούφηδες. Της φαινόταν πως περπατούσαν άσκοπα. Πως διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, χωρίς να γνωρίζουν πού ακριβώς θέλουν να φτάσουν. Αναστέναξε. Γύρισε νοερά πίσω στην κούραση και τα τελευταία της Χριστούγεννα.

Δεν ήθελε για κανένα απολύτως λόγο να παρευρεθεί σ’ εκείνο το τραπέζι, αλλά έπρεπε. Δεν υπήρχαν επιλογές ούτε και υπεκφυγές. Δεν μπορούσε να προφασιστεί τίποτα, για να το αποφύγει. Η συνάδελφός της και, κάποιες φορές, φίλη της, αρραβωνιαζόταν. Έκανε πέτρα την καρδιά της εκείνο το απόγευμα, ντύθηκε, βάφτηκε, φόρεσε ένα, από χρόνια, ξεχασμένο χαμόγελο και κίνησε για εκείνη την ταβέρνα, που θα ‘χε γεμίσει από νωρίς με χαρούμενες φάτσες, καπνούς και την αποφορά του αλκοόλ που είχε αρχίσει να σιχαίνεται.

Όταν μπήκε στην ταβέρνα με το παλαιικό ντεκόρ, ένιωσε σαν απόβλητη. Δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε τι έκανε εκεί, ούτε ποια ήταν η θέση της. Πενθούσε και το πένθος της, δεν ταίριαζε με χαρές και τα πανηγύρια. Χαιρέτισε από μακριά το ζεύγος μ’ ένα νεύμα κι ύστερα έψαξε για κάποιο τραπέζι, μακριά από γνωστούς και συναδέλφους, με τη ματιά της. Τότε παρατήρησε εκείνον τον παράταιρο, γενειοφόρο τύπο, με το κοντομάνικο μπλουζάκι και το μάλλινο, βαρύ κασκόλ, τυλιγμένο ακόμη στο λαιμό του, να καπνίζει κοιτάζοντας τον κόσμο έξω από το παράθυρο.

Αν και δεν ήθελε παρέα, εκείνο το απόγευμα, χωρίς να γνωρίζει το πώς, ήταν πεπεισμένη ότι εκείνος θα ήταν η μοναδική παρέα που θα άντεχε. Κατευθύνθηκε βιαστικά προς το μέρος του, προσευχόμενη. Ήλπιζε ότι ούτε παρέα θα περίμενε κι ότι δεν θα συνοδευόταν. Έφτασε απέναντί του. Φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Δεν την παρατήρησε. Το χαρακωμένο, από τη στεναχώρια, πρόσωπο ήταν πολύ καλά κρυμμένο κάτω από τα πυκνά του γένια και τα μάτια του, που ήταν πλαισιωμένα από εκείνον τον κόκκινο, βαρύ, κοκάλινο σκελετό, έμοιαζαν να αστράφτουν.

«Περιμένετε παρέα;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή κι ο Βασίλης σχεδόν αναπήδησε όταν κατάλαβε πως απευθυνόταν σ’ εκείνον. Σήκωσε το χέρι του για να τραβήξει μια τζούρα από το τσιγάρο του, πριν της απαντήσει. Το βλέμμα του ήταν βαθύ. Εξερευνητικό. Η χροιά της φωνής του ηχούσε πολύ γνώριμα στα αυτιά της. Σαν να την κατάλαβε. Σπασμένο χαμόγελο που διήρκησε για μία στιγμή. Συγκαταβατικός. «Όχι. Καθίστε» σχεδόν μουρμούρισε, πριν φυσήξει τον καπνό του και βουτήξει ένα καθαρό ποτήρι, που υπήρχε πάνω στο στρωμένο τραπέζι.

«Μιχάλη;» ρώτησε τον εαυτό της η Λίλιαν, σιωπηλά, καθώς παρατηρούσε τις κινήσεις του. Κάθισε απέναντί του και περίμενε να την σερβίρει λευκό κρασί. «Έχουν ακριβώς το ίδιο βλέμμα. Δεν περίμενα ποτέ πως θα εύρισκα ξανά, κάποιον που να κοιτάζει έτσι τους ανθρώπους» συνέχισε τον συνειρμό της, καθώς έβλεπε το ποτήρι της να γεμίζει. Το άφησε μπροστά της κι ύστερα μόνταρε το τσιγάρο στο στόμα κι επέστρεψε το βλέμμα του στον παγωμένο δρόμο, έξω από το ξύλινο, στενό και πανύψηλο παράθυρο που έχασκε παράταιρα ανάμεσα στους πλίνθινους τοίχους της γέρικης ταβέρνας.

«Λίλιαν» του είπε κοφτά, προτάσσοντας το χέρι της κι εκείνος γύρισε, σχεδόν βαριεστημένα και την κάρφωσε στα μάτια, με το βλέμμα του.

«Βασίλης. Χάρηκα πολύ» της απάντησε, καταβάλλοντας υπερπροσπάθεια για να πείσει τον μουρτζούφλη εαυτό του να της χαμογελάσει.

«Λοιπόν, Βασίλη, πού ταξιδεύεις;» τον ρώτησε, μ’ εκείνον τον ευθύ, σχεδόν ανακριτικό και δασκαλίστικο τόνο, που είχε αρχίσει να αποκτάει τα τελευταία χρόνια.

«Μακριά από ανούσιες κοινωνικές συναθροίσεις» της απάντησε κρυπτικά, κρύβοντας επιμελώς την έκπληξή του, για τον τρόπο της. Ο Βασίλης δεν ήταν συνηθισμένος σε ανθρώπους που μιλούσαν ευθέως και δεν κρυβόντουσαν πίσω από το δάχτυλό τους και η Λίλιαν, ήταν ακριβώς αυτός ο άνθρωπος.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι η Λίλιαν να γκρινιάζει για την βαβούρα του όχλου και τον οδυρμό του κλαρίνου. «Μα, είναι δυνατόν; Παντρεύονται! Έχουν χαρά! Πώς είναι δυνατόν ν’ ακούνε τέτοια; Τι κακό έκανα ο καημένος και με λεν’ όλοι φονιά;» μουρμούρησε απηυδισμένα, ίσα για να την ακούσει ο Βασίλης, που γελούσε τρανταχτά μ’ εκείνη της την σκέψη.

«Είναι στην κουλτούρα τους» της απάντησε, πριν κάνει μια μικρή παύση για να σκεφτεί. «Ξέρω ένα ροκόμπαρο. Όχι πολύ μακριά από εδώ. Ωραία η κουβέντα, αλλά αυτή την κλάψα, ούτε κι εγώ την παλεύω…»

Η Λίλιαν έπιασε την πρόταση στον αέρα και την αποδέχθηκε πριν καν την ρίξει στο τραπέζι ο Βασίλης. «Σήκω. Φύγαμε» σχεδόν διέταξε, βουτώντας την τσάντα της από το τραπέζι. Τον είδε να σηκώνεται αργά και να φοράει ένα βαρύ μπουφάν με επένδυση. Φαινόταν γεροδεμένος και χειροδύναμος, μα τα χέρια του φάνταζαν απαλά, σαν να μην είχε δουλέψει ούτε μία μέρα στη ζωή του. Το γκρι μπλουζάκι του έπεφτε αεράτα πάνω του και το στενό του τζιν, ήταν χιλιοσκισμένο. Βαρύ ήταν το περπάτημά του, βαρύ όπως και οι μπότες του. Την πήρε αγκαζέ και βγήκαν από το μαγαζί χωρίς να ευχηθούν στους μελλόνυμφους. Τι θα μπορούσαν, άραγε, εκείνοι οι δύο να ευχηθούν; Ήξεραν πως οι σχέσεις των ανθρώπων είναι καταδικασμένες να τελειώνουν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Πάγωσαν τα πόδια της όταν τον είδε να κατευθύνεται προς την πράσινη, μεγάλου κυβισμού, μηχανή. Τον είδε να βγάζει τα κλειδιά του. Ο Βασίλης γύρισε και την κοίταξε όταν συνειδητοποίησε πως δεν περπατούσε πια δίπλα του. Κάγχασε. «Μπορούμε να πάμε και με τα πόδια, αν…»

«Όχι, δεν έχω πρόβλημα» τον διέκοψε εκείνη, πηγαίνοντας με αποφασιστικό βήμα προς το μέρος του, ενώ προσπαθούσε να κατευνάσει τους φόβους της.

«Σίγουρα;» ρώτησε ο Βασίλης, βάζοντας μπρος τη μηχανή.

«Σίγουρα» τον διαβεβαίωσε η Λίλιαν.

«Φύγαμε, τότε».

Ο Βασίλης είχε ξεσυνηθίσει τις διαδρομές με συνεπιβάτη. Από τότε που είχε χωρίσει με την Χριστίνα, κυκλοφορούσε μόνος του μέσα στην πόλη, σαν την άδικη κατάρα. Μα και η Λίλιαν είχε ξεσυνηθίσει το να είναι συνεπιβάτης σε μικρά ή και μεγαλύτερα ταξίδια. Είχε να ανέβει σε μηχανή από τότε που ‘χε πεθάνει ο Παύλος. Ο Βασίλης ξεκίνησε ήρεμα και συνέχισε να οδηγεί ήρεμα, κάτι που παραξένεψε την Λίλιαν. «Συνήθως έχουν το μυαλό πάνω από το κεφάλι» συλλογίστηκε κι όταν κατάλαβε πως περισσότερο απολάμβανε τη διαδρομή, παρά κατάπινε την ψυχή της σε κάθε στροφή, κάθε στοπ και κάθε φανάρι, απόμεινε αγέρωχη σαν συνεπιβάτης, να παρατηρεί τις φάτσες στα αυτοκίνητα που αναθεμάτιζαν το αέναο μποτιλιάρισμα της πόλης.

«Θα μας την χαντακώσουν την διάθεση απόψε» μονολόγησε η Λίλιαν καθώς έπιανε θέση στο μπαρ.

«Γιατί;» την ρώτησε ο Βασίλης κι εκείνη κάγχασε. «Άκου» του είπε κι έπειτα μισόκλεισε τα μάτια της. Την κοίταξε στραβά καθώς αφουγκραζόταν το άγριο κομμάτι που έπαιζε στα ηχεία. «… μέσα στα μπαρ που αυτοκτονούνε οι θαμώνες…»

«Καλά, χρόνια τώρα είμαστε αυτοκτονημένοι» αστειεύτηκε ο Βασίλης, πριν καθίσει απέναντί της. Η συζήτηση πήρε φωτιά πριν φτάσει μπροστά τους το πρώτο ποτό. Στο τέταρτο ποτό ήταν αρκετά μεθυσμένοι κι αστειευόντουσαν. Στο έκτο φάνταζαν σαν άνθρωποι που η θλίψη δεν είχε καταφέρει ν’ αγγίξει ούτε μια μέρα των ζωών τους. Στο έβδομο, ο Βασίλης, που παρατηρούσε την συμπεριφορά της, είχε αρχίσει να την πειράζει. «Making advances?» την ρώτησε, χαμογελώντας κι εκείνη πετάρισε τα βλέφαρα.

«Να σου πω κι εγώ λεξούλες που δεν μπορείς να φανταστείς ότι υπάρχουν;»

«Μου κολλάς» διευκρίνισε ο Βασίλης.

«Ε, και;» του απάντησε εκείνη, χαμογελώντας πονηρά.

«Τι και; Αυτό σημαίνει. Φλερτάρεις με απώτερο σκοπό να ερωτοτροπήσεις!»

«Γλυκάκι μου! Μιλάς και καλά ελληνικά;» τον ειρωνεύτηκε, με γλυκό όμως τρόπο, η Λίλιαν.

«Το παλεύω».

«Δεν σε φλερτάρω. Σ’ τα χώνω ευθέως» συνέχισε την σκέψη της, βλέποντας ότι ο Βασίλης ήθελε να αλλάξει την συζήτηση.

«Χαράζει…» μονολόγησε ο Βασίλης, μην δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στους παράξενους στίχους του τραγουδιού που έπαιζε.

«Και;»

«Κυνηγάω τις ανατολές και δεν τις φτάνω. Τις νιώθω, στις άκρες των δαχτύλων μου, κάθε που χαράζει, νιώθω ότι αν μπορούσα να τεντωθώ λίγο ακόμη, θα είχα πιάσει τις ανατολές, μα θα έσκιζα τον εαυτό μου στα δύο…» της απάντησε, μα ο ειρμός του διακόπηκε από το ανεπαίσθητο μουρμουρητό της. «Αλλάζουν την πορεία στο αίμα τους…» την άκουσε να λέει κι ύστερα η προσοχή του στράφηκε στο τραγούδι που έπαιζε στο παρασκήνιο, πίσω από την στιγμή τους, την συζήτησή τους και το φλερτάρισμα και των δύο, που είχε αρχίσει να χοντραίνει.

Τον παράτησε σύξυλο καθώς σηκώθηκε κι άρχισε να πηγαίνει, τρεκλίζοντας προς τον DJ. Την παρατήρησε να του μιλάει, στιγμές πριν βυθιστεί στους στίχους. Έβγαλε λεφτά και πλήρωσε και τα δικά του και τα δικά της. Σηκώθηκε κι έβαλε μπουφάν. Άναψε τσιγάρο. Το σόλο του κομματιού έκανε τους θαμώνες να χτυπιούνται. «Όλα τα χαμένα βράδια μας…» μουρμούρισε ο Βασίλης, αναλογιζόμενος τα δικά του, χαμένα βράδια. Άρχισε να βαδίζει προς την έξοδο, όταν είδε την Λίλιαν να πηγαίνει προς το μέρος του. Απόμεινε στο πεζοδρόμιο, με κλειστά μάτια, να τον χτυπάει ο αέρας για να ξεθολώσει ο νους του.

«Να φύγουμε;» τον παρακάλεσε κι εκείνος άνοιξε απότομα τα μάτια του.

«Να φύγουμε» της απάντησε, πριν την πιάσει από το χέρι κι αρχίσει να την σεργιανάει μέσα στα στενά δρομάκια του κέντρου.

***

Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν κατάφερε να ανοίξει τα μάτια της η Λίλιαν. Το προηγούμενο βράδυ ήταν πιο θολό και από τα παράξενα όνειρα που, ενίοτε, τάραζαν τον ύπνο της. Μισάνοιξε τα βλέφαρα της. Προσπάθησε να χαρτογραφήσει τον άγνωστο χώρο, με μάτια που έτσουζαν και εξαιρετικά θολή όραση. Είχαν καταλήξει στο σπίτι του Βασίλη.

Με πολύ κόπο κατάφερε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το υπνοδωμάτιο ήταν ένα αχούρι, γεμάτο με πεταμένα πράγματα και καθαρά ρούχα τα οποία, θυμόταν πως είχαν πετάξει από το κρεβάτι, το προηγούμενο βράδυ. «Ανοικοκύρευτε» μουρμούρισε, καθώς διέσχιζε με προσοχή, τους σωρούς των ρούχων και των μικροπραγμάτων που βρισκόντουσαν ολούθε. Βρήκε το μπάνιο, το οποίο, παραδόξως, έλαμπε από καθαριότητα.

Το σαλόνι, αν και βρώμικο, δεν ήταν ακατάστατο. Σίγουρα δεν είχε καθαριστεί για καιρό κι αυτό μπορούσε να το συμπεράνει από τα παχιά στρώματα σκόνης που είχαν σκεπάσει σχεδόν τα πάντα. Πάνω στο γρατζουνισμένο, μαύρο τραπεζάκι του σαλονιού, βρισκόντουσαν μερικά λιωμένα κεριά, που είχαν ρεύσει προς όλες τις κατευθύνσεις κι είχαν στάξει πάνω στο παλιομοδίτικό χαλί. Οι δύο βιβλιοθήκες ήταν γεμάτες με βιβλία κι ούτε μια φωτογραφία που να μαρτυρούσε ποιοι ήταν οι ένοικοι εκείνου του σπιτιού. Το γραφείο ήταν γεμάτο με σκόρπια χαρτιά. Ένα λάπτοπ, πάνω του, με αναμμένη οθόνη, της κίνησε την περιέργεια. Πήγε προς το μέρος του. Κοίταξε τον κέρσορα που εμμονικά αναβόσβηνε στο τέλος μιας παράξενης πρότασης.

«Θα μπορούσες να με κάνεις να νοιάζομαι» διάβασε κι ύστερα πήγε στην αρχή του κειμένου και πιάστηκε να το μελετάει. Τα γραφόμενα του Βασίλη κατάφεραν να βαρύνουν την ήδη βεβαρυμμένη της ψυχολογία. Επέστρεψε τον κέρσορα εκεί που τον βρήκε κι ύστερα παράτησε την οθόνη.

Αναστέναξε πριν γυρίσει στο υπνοδωμάτιο. Βούτηξε μια μπλούζα του και μια φόρμα και τα φόρεσε. Πήγε στην μικροσκοπική κουζίνα και βούτηξε μια κούπα. Η καφετιέρα ήταν στο σαλόνι. Αναθεμάτισε άηχα. Επέστρεψε στο σαλόνι, βούτηξε την καφετιέρα, την έπλυνε κι έφτιαξε φρέσκο, καυτό καφέ. Γέμισε την κούπα της. Κοίταξε έξω από την μπαλκονόπορτα. Παγωμένη ήταν εκείνη η ημέρα σε μια παγωμένη πόλη, σε μια παγωμένη πλάση. Παγωμένη ήταν και η Λίλιαν, που δεν ήθελε ούτε να καταλάβει, ούτε και να αποδεχτεί ό,τι είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ.

Ένα στραπατσαρισμένο πακέτο Lucky Strike ήταν ξεχασμένο στο ντουλάπι πάνω από τον απορροφητήρα. Αναπτήρας δεν υπήρχε. Βούτηξε ένα τσιγάρο κι ύστερα άναψε το μάτι της κουζίνας. Περίμενε να ζεσταθεί, πριν προσπαθήσει να ανάψει το τσιγάρο. Το ‘χε κομμένο από χρόνια, όπως κι άλλα πράγματα. «Μα… Για ποιόν; Για μένα;» συλλογίστηκε καθώς ρουφούσε το τσιγάρο, αναλογιζόμενη ότι όλα στην ζωή της είχαν έρθει πάρα πολύ αργά.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν μπήκε ο Βασίλης στο σπίτι. Έξι παρά είκοσι το απόγευμα έγραφε το ρολόι που βρισκόταν στην κουζίνα. Κοίταξε την Λίλιαν που καθόταν στην καρέκλα δίπλα από το παράθυρο, εκείνη που έπιανε κι εκείνος, κάθε φορά που ήθελε να ρεμβάσει και να συλλογιστεί. «Το βρήκες το χαρτάκι, κοριτσάρα;» την ρώτησε με βραχνή φωνή, απόρροια των μυριάδων τσιγάρων που είχε καπνίσει το προηγούμενο βράδυ.

«Το βρήκα, ναι…» μουρμούρισε εκείνη, αδιάφορα.

«Έμεινες για να συνεχίσουμε την κουβέντα;» την ρώτησε, βουτώντας μια κούπα από το ντουλάπι και γεμίζοντάς την καφέ.

«Δεν ξέρω…»

«Δεν ξέρεις γιατί έμεινες;» την παρότρυνε να συνεχίσει τον συνειρμό της.

«Βασίλη, πιστεύεις στην μοίρα;» τον ρώτησε, γυρίζοντας προς το μέρος του, με πολύ σοβαρό ύφος.

«Δεν πιστεύω στην μοίρα» αποκρίθηκε εκείνος, πριν πιεί μια γουλιά καφέ. «Ο κάθε ένας από εμάς έχει την δύναμη να αλλάξει τα πάντα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θέλουμε να αλλάξουμε ό,τι υπάρχει τη δεδομένη στιγμή στη ζωή μας» συνέχισε τον συνειρμό του.

«Παρακάτω;» ρώτησε η Λίλιαν.

«Παρακάτω;» κάγχασε ο Βασίλης κι ύστερα πήρε τσιγάρο και το άναψε. «Παρακάτω, ξέρω τι θα γίνει αν αποφασίσουμε να συνεχίσουμε» κατέληξε, πριν στρέψει το βλέμμα του στον κόσμο έξω από το παράθυρο.

«Όπως αγαπάς, Βασίλη» του απάντησε η Λίλιαν, πριν σηκωθεί από την καρέκλα. Έφυγε για το υπνοδωμάτιο βιαστικά. Πέταξε τα ρούχα του από πάνω της και φόρεσε εκείνα με τα οποία είχε φύγει, το προηγούμενο απόγευμα, από το σπίτι της. «Ιστορία, σ’ εμάς, κύριε Βασίλη;» συλλογιόταν, καθώς ντυνόταν. «Δεν μπορούσες να μου πεις ότι ήταν ένα βράδυ κι ύστερα “τέλος”; Έπρεπε ν’ αφήσεις σημείωμα; Έπρεπε να με βάλεις στη διαδικασία να σε περιμένω;»

«Δεν πιστεύω να έχουμε να πούμε κάτι άλλο» του είπε, ντυμένη πια, από το κούφωμα της πόρτα της κουζίνας, κοιτάζοντας τον νευριασμένα, να ρεμβάζει.

«Δεν φταίω» αποκρίθηκε εκείνος, γυρίζοντας για να την κοιτάξει.

«Να το πάλι αυτό το βλέμμα!» συλλογίστηκε η Λίλιαν, καθώς θυμόταν εκείνο το βράδυ που όλα πήγαν ανέλπιστα καλά, μέχρι που τα κατέστρεψε. Κυλιόταν, ο άνθρωπος απέναντί της, μέσα σ’ έναν αβαθή βούρκο θλίψης και αυτολύπησης. Πίστευε κι εκείνος, όπως κι ο Μιχάλης, πως δεν θα κατάφερναν να βγουν ποτέ από εκεί μέσα. Ήξερε πως έπρεπε να κάνει την υπέρβαση, ότι είναι από σπάνιο μέχρι ακατόρθωτο να ζήσουμε, σχεδόν το ίδιο, υπέροχο, πράγμα στην ζωή μας κι ότι θα πρέπει να είμαστε εντελώς ηλίθιοι για να το κρατήσουμε στα χέρια μας και να το καταστρέψουμε.

«Φταις, μα δεν πειράζει. Ίσως κάποια άλλη φορά, Βασίλη» του απάντησε θυμωμένα και λυπημένα, πριν φύγει βιαστικά από το σπίτι.

Κάγχασε ο Βασίλης. Έριξε το κεφάλι του πάνω στη γροθιά του κι απόμεινε να κοιτάζει την καύτρα του τσιγάρου, που έκαιγε το χαρτί και το μετέτρεπε, αργά και βασανιστικά, σε άψυχη στάχτη.

Είχε περάσει ώρα κι είχε νυχτώσει για τα καλά, όταν αποφάσισε να σηκωθεί και ν’ ανάψει το φως της κουζίνας. Βαριεστημένα, σχεδόν άψυχα, γέμισε την παγωμένη του κούπα με καφέ και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Το βλέμμα του έπεσε πάνω σ’ ένα κινητό, που ‘ταν παρατημένο στο γρατζουνισμένο τραπεζάκι του σαλονιού. Κάγχασε, καθώς πήγαινε να το πάρει στα χέρια του. Το ξεκλείδωσε κι άρχισε να ψάχνει τις επαφές. Ήλπιζε πως, όπως και ο ίδιος, θα ‘χε αποθηκεύσει κάπου το σταθερό της, για να μην χρειάζεται να το μάθει απ’ έξω.

Άρχισε να παίζει με το γένι του, ασυναίσθητα, όταν κάλεσε την επαφή «Σπίτι» και κόλλησε το τηλέφωνο στο αυτί του. Υπολόγιζε πως η Λίλιαν θα είχε γυρίσει σπίτι της. Νευριασμένη ακουγόταν, όταν του απάντησε μ’ ένα λιτό και κοφτό «ναι».

Σάστισε όταν άκουσε την βραχνή φωνή του. «Μπράβο ρε τρελάδικο, το παράτησες εδώ». Δεν βρήκε κάτι να του απαντήσει. Παρέμεινε σιωπηλή περιμένοντας την επόμενή του πρόταση. «Θες να σ’ το φέρω απ’ το σπίτι ή να βρεθούμε κάπου έξω, να σ’ το δώσω;» συνέχισε εκείνος.

«Δεν ξέρω…» μουρμούρισε και κοντοστάθηκε για μια στιγμή. «Καλύτερα φερ’ το απ’ το σπίτι» κατέληξε.

«Διεύθυνση;» ρώτησε ο Βασίλης, με ανακριτικό ύφος. Του την είπε κι ύστερα του έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα, χωρίς να πει οτιδήποτε, χωρίς να περιμένει ν’ ακούσει οτιδήποτε. «Δεν πειράζει. Ας πιστέψει ό,τι θέλει» μονολόγησε πριν επιστρέψει στον καναπέ.

***

Η Λίλιαν, μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει εκείνο το μουντό, σαββατιάτικο απόγευμα, άνοιξε την τηλεόραση και απόμεινε να την χαζεύει αφηρημένα. Αισθανόταν άσχημα που είχε βροντήξει το ακουστικό του τηλεφώνου στη θέση του, δίχως να πει ένα «γεια» στον Βασίλη, μα δεν μπορούσε να σκάσει και γι’ αυτό. Οι μέρες της ήταν ούτως ή άλλως μαύρες, και χωρίς τέτοιες, μικρές, παρασπονδίες. Μαύρες, όπως και ο ουρανός, εκείνου του καταθλιπτικού απογεύματος.

Πήγαιναν σχεδόν δυόμισι χρόνια που θρηνούσε, μέρα και νύχτα, χωρίς να θέλει να το παραδεχτεί ή να το μοιραστεί. Από το απόγευμα που έμαθε πως ο Παύλος είχε πια πεθάνει, μέχρι κι εκείνο το απόγευμα, ο εαυτός της ήταν κολλημένος σ’ έναν νοσηρό και σκοτεινό κόσμο και δεν έβρισκε ούτε την έξοδο κινδύνου από αυτόν. Είχε κολλήσει εκεί, λόγω των τύψεών της. Αρνιόταν να καταλάβει πως ο Παύλος είχε κάνει τις επιλογές του και πως, υπαίτια, για τον θάνατό του, δεν ήταν εκείνη.

Γύριζαν, κάθε απόγευμα και κάθε βράδυ, οι σκέψεις της, στον πρώτο τους καιρό. Οι ίδιες σκέψεις και τα ίδια σκηνικά, έπαιζαν σαν παλιά, ασπρόμαυρη ταινία κι εκείνη, ως παρατηρητής, προσπαθούσε να παγώσει τις στιγμές και να καταλάβει, πού, ακριβώς, είχε σφάλλει. Ήταν εκείνο, το πρώτο, τους τσιγάρο ή η βουτιά που έκανε η ίδια και τον συμπαρέσυρε σ’ έναν μη αναστρέψιμο κατήφορο;

Τινάχτηκε όταν άκουσε το τηλέφωνο του σπιτιού να χτυπάει. Είχε χαθεί, ξανά, στις σκέψεις της. Βαριεστημένα σηκώθηκε από τον καναπέ κι ακόμη πιο βαριεστημένα απάντησε στο τηλέφωνο. «Τι γράφει το κουδούνι;» ακούστηκε η φωνή του Βασίλη κι η Λίλιαν κάγχασε. «Είναι αυτό που δεν έχει όνομα» του απάντησε, προτού κλείσει το τηλέφωνο.

«Στον τρίτο» είπε στο θυροτηλέφωνο, ανοίγοντας την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Πήγε και στάθηκε στην πόρτα του διαμερίσματος και τον περίμενε. Άκουσε το ασανσέρ να κατεβαίνει κι ύστερα να σταματάει. Αιώνες της φαινόντουσαν τα δευτερόλεπτα που πέρασαν, μέχρι να δει τον Βασίλη, με το κράνος στο ένα χέρι και το κινητό της στο άλλο, να βγαίνει από το ασανσέρ. Κοφτό ήταν το βήμα του. Στάθηκε μπροστά της. Επέστρεψαν οι σκέψεις της προηγούμενης νύχτας στο μυαλό της.

«Ορίστε. Και καλή συνέχεια στην ζωή» της είπε κοφτά και βιαστικά, δίνοντάς της το κινητό. Γύρισε την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται. Ξεπάγωσε η Λίλιαν, που ‘χε χαθεί στις σκέψεις και στα συναισθήματα που ανάβλυζαν από τον πληγωμένο νου της. «Έλα τουλάχιστον για έναν καφέ!» του φώναξε, μόλις τον είδε να πιάνει το πόμολο της πόρτας του ασανσέρ.

«Με δουλεύεις;» την ρώτησε αργόσυρτα και νευριασμένα, πριν γυρίσει να την κοιτάξει. «Πες μου ότι με δουλεύεις. Πες μου ότι μου κάνεις πλάκα. Πες το. Σου κάνω πλάκα!» συνέχισε, με ταραγμένη φωνή και αγριεμένο βλέμμα.

«Γιατί να σε δουλέψω;» του απάντησε η Λίλιαν, με το πιο αθώο ύφος της.

«Έφυγες από το σπίτι χωρίς να χαιρετίσεις. Μου έκλεισες το τηλέφωνο στα μούτρα. Με κουβάλησες στην άλλη άκρη της πόλης για ένα κινητό και τώρα τι; Μου λες να μείνω για καφέ;» συνέχισε εκείνος.

«Ναι, κάπως έτσι…»

«Ρε! Πας καλά;»

«Κατ’ αρχάς, συγγνώμη για την συμπεριφορά μου…» άρχισε να απολογείται η Λίλιαν, μα δεν το είχε με τις συγγνώμες και τις μεταμέλειες, κάτι που ο Βασίλης αναγνώρισε αμέσως. Κάγχασε, γιατί εκείνη την στιγμή, πίστεψε ότι τον δούλευε. Δεν είχε σκοπό να την αφήσει σε ησυχία όμως. «Κατά δεύτερον;» την παρότρυνε να συνεχίσει τη σκέψη της.

«Κατά δεύτερον, θα τα πούμε στην πόρτα;» τον ρώτησε, σταυρώνοντας τα χέρια της. Έκανε δύο βήματα πίσω και ένευσε με το κεφάλι. Χαμογέλασε ο Βασίλης. «Έχεις δίκιο» της απάντησε, πριν μπει στο σπίτι και κλείσει πίσω του την πόρτα.

«Κάθισε. Τι καφέ θες;»

«Ό,τι να ‘ναι, αρκεί να ‘ναι μέτριος» της απάντησε, πηγαίνοντας προς τον καναπέ. Κάθισε και παρατήρησε την λιτή διακόσμηση του σπιτιού. Ο μικρός καναπές, το κοντό τραπεζάκι, τα πουφ – αντί για καρέκλες και πολυθρόνες – η βιβλιοθήκη που έμοιαζε να ‘ναι χτισμένη μέσα σ’ έναν τοίχο που φάνταζε να γέρνει, η κρεμασμένη, στον τοίχο, τηλεόραση και τα πεθαμένα φυτά, ήταν όλα κι όλα τα υπάρχοντά της. Αναστέναξε, σχεδόν άηχα, όταν συνειδητοποίησε πως και η Λίλιαν, όπως κι εκείνος, πέθαινε χωρίς να γνωρίζει το γιατί.

«Και λοιπόν, για πες;» της φώναξε.

«Να πω τι;» τον ρώτησε, φωνάζοντας κι εκείνη, από την κουζίνα.

«Δεν ξέρω. Με κάλεσες για καφέ, άρα κάτι θα ‘χεις να μου πεις. Εκτός αν θέλεις να πιούμε καφέ στην μούγκα».

«Τι άνθρωπος είσαι εσύ, ρε Βασίλη; Μπορείς να μου εξηγήσεις;» μουρμούρισε η Λίλιαν, χαζογελώντας.

«Πλέον;»

«Ναι»

«Ούτε κι εγώ ξέρω τι σκατά άνθρωπος έχω καταντήσει» της απάντησε, με περίεργο τρόπο, σχεδόν πένθιμο.

Η Λίλιαν πήρε τους καφέδες στα χέρια της και επέστρεψε στο σαλόνι. Κάθισε δίπλα του, ενστικτωδώς. Του έδωσε τον καφέ. Την κοίταξε με απορία. «Κρύο;» την ρώτησε κι εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Ό,τι να ‘ναι, δεν μου είπες;» τον ρώτησε, ίσα για να τον δει να γελάει και να πίνει λίγο από τον καφέ του. Έβγαλε τα τσιγάρα και το κινητό του από το μπουφάν και τα παράτησε πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά τους. Ύστερα έβγαλε το βαρύ, μαύρο μπουφάν από πάνω του και το άφησε στο μπράτσο του καναπέ. Σήκωσε τα μανίκια της μακριάς, αλλά λεπτής μπλούζας, ως τους αγκώνες. Γύρισε προς το μέρος της. Την κοίταξε στα μάτια.

«Μπορεί να μην ξέρω τι άνθρωπος είμαι πια, αλλά ξέρω, σίγουρα, ότι δεν είμαι χαζός» της είπε, με μυστηριώδες ύφος, σαν να προσπαθούσε να την κάνει να καταλάβει κάτι που δεν έβλεπε.

«Δηλαδή;» τον ρώτησε η Λίλιαν. Της έπιασε τα χέρια και της χάιδεψε απαλά τα δάχτυλα.

«Το χθεσινοβραδινό σεξ ήταν μια εξιλέωση και για τους δύο. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο» αποφάνθηκε, θλιμμένα, ο Βασίλης.

Όταν η Λίλιαν κατάλαβε πως δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος για να διατυπωθεί εκείνη η σκέψη, είχε ήδη ραγίσει. Δεν θα μπορούσε να την έχει εκφράσει με πιο όμορφα, λιτά και γεμάτα λόγια. Ξέσπασε, γιατί εκείνη την στιγμή κατάλαβε πως είχαν τελειώσει όλα, πως όλα είχαν φύγει και πως όλα είχαν χαθεί. Όλα όσα υπήρξαν στη ζωή της και όλα εκείνα για τα οποία ζούσε, είχαν για πάντα πεθάνει.

«Κλάψε, καλή μου. Κλάψε, να ηρεμήσεις» της ψιθύρισε ο Βασίλης, καθώς την αγκάλιαζε σφιχτά. Άρχισε να της χαϊδεύει το μάγουλο. Κούνησε θλιμμένα το κεφάλι του όταν μούσκεψε το χέρι του από τα δάκρυά της. «Σπάραξε και για μένα, που ‘χω ξεχάσει πώς γίνεται…» συλλογίστηκε, πριν απομείνει να την χαϊδεύει και να την κοιτάζει θλιμμένα, καθώς βίωνε ένα κομμάτι από τον ασύλληπτο οδυρμό της.

***

Ο Φευγάτος είχε το χάρισμα ν’ ακούει τους ανθρώπους. Ίσως γι’ αυτό κι οι άνθρωποι να μιλούσαν σ’ εκείνον τον παράξενο τύπο, με τα ατημέλητα γένια, τον βαρύ, κοκάλινο σκελετό και το τσιγάρο που πάντοτε ήταν μονταρισμένο στο στόμα του. Άκουγε, ο Βασίλης, πάντοτε κοιτάζοντας τον συνομιλητή του στα μάτια. Άκουγε δίχως να διακόπτει. Άκουγε δίχως να μορφάζει ή να κατακρίνει. Ήταν εκεί, όχι για να καταλάβει ή για να δώσει συμβολές, μα για να γίνει, άθελά του πάντοτε, το σκεύος που θα ταξίδευε κάποιον έξω από το λούκι που είχε εγκλωβίσει τον εαυτό του. Εν προκειμένω, την Λίλιαν.

Αναστέναξε όταν κατάφερε να σχηματίσει με την φαντασία του, την εικόνα της έφηβης με τον σκούφο, τα φαρδιά ρούχα, τα άρβυλα, το άσχημο στόμα και το ακόμη ασχημότερο λεξιλόγιο. Έβγαλε τα γυαλιά του και σχεδόν τα πέταξε στο τραπέζι, στιγμές πριν αρχίσει να παίζει με το γένι του. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς η αντισυμβατική κοπέλα του κάποτε, είχε γίνει ένα με το στερεότυπο που τόσο πολύ μισούσε στα εφηβικά της χρόνια.

Χαμογέλασε όταν άρχισε να του εξιστορεί τις μέρες με τους φίλους της. «Βαλέδες» συλλογίστηκε πικρόχολα, καθώς, ασυναίσθητα, έκανε συνδέσεις και συγκρίσεις με τα δικά του εφηβικά χρόνια και τους δικούς του παλιόφιλους, που ‘χε από καιρό παρατήσει. Την άκουγε να παραληρεί ακατάσχετα και να πηδάει από εποχή σ’ εποχή κι από κατάσταση σε κατάσταση και προσπαθούσε να δημιουργήσει εικόνες και να βγάλει συμπεράσματα, μέσα από σπασμένα λόγια και σκόρπιες αναμνήσεις.

Ο Βασίλης θεωρούσε, όπως όλοι μας άλλωστε, πως οι δικές του αναμνήσεις ήταν οι πιο επώδυνες στον κόσμο. Γι’ αυτό και δεν τις μοιραζόταν. Φοβόταν ότι θα πλήγωναν εκείνον που θα προσπαθούσε να τις ακούσει, περισσότερο από εκείνον που θα τις έφερνε στο μυαλό του, για να δημιουργήσει ήχους και λέξεις και να τις αφηγηθεί στον οποιονδήποτε. Βέβαια, κοιτάζοντας το παραμορφωμένο, από τη θλίψη, πρόσωπο της Λίλιαν, που βρισκόταν ανάμεσα στις παλάμες της, κατάφερε να συνειδητοποιήσει πως, στη ζωή, πάντοτε υπήρχαν εκείνα τα χειρότερα, που πιστεύουμε ότι δεν θα μας αγγίξουν ποτέ. Εκείνα που πάντοτε, αόριστα, θα συμβαίνουν κάπου μακριά κι όχι σ’ εμάς.

Μπόρεσε να δει εκείνη την παλιά κουζίνα και τα δυο παιδιά που μοιραζόντουσαν ένα τσιγάρο και να καταλάβει ακριβώς τι τα είχε ενώσει. Μισόκλεισε τα μάτια του καθώς έχτιζε την εικόνα του Παύλου, εκείνου του ξανθού, τσαμπουκαλεμένου παιδιού, με το νωχελικό βλέμμα. Έγνεψε, ασυναίσθητα, όταν η σκηνή είχε χτιστεί πια στο μυαλό του, καθώς είχε καταλάβει πως εκείνο το τσιγάρο θα ήταν το πρώτο σκαλί σε μια στενή και περιστροφική σκάλα με γλιτσιασμένα σκαλοπάτια, απ’ την οποία, κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, θα έπεφταν και οι δύο στο κενό.

Η Λίλιαν είχε την τάση να πηδάει διαστήματα στην αφήγησή της και να δίνει σκόρπια στοιχεία στον Βασίλη κι εκείνος, που είχε αδειάσει εντελώς το κεφάλι του, έριχνε κάθε πρότασή της σ’ ένα κενό του χώρο, ανακατεύοντάς τες πού και πού, ώστε να καταφέρει να δει την γενική εικόνα της οδυνηρής της ιστορίας. Σκάλωσε, όταν το βλέμμα του έπεσε στα δάκρυα που ανάβλυζαν σαν χείμαρροι από τα μάτια της και έσκαβαν τα μάγουλά της. Οι καταρράκτες της θλίψης έσκαγαν με δύναμη πάνω στην μπλούζα του, μουσκεύοντάς την με τις λιωμένες αναμνήσεις της. «Άραγε…» συλλογίστηκε ο Βασίλης, θλιμμένα, «έτσι ήταν κι ό,τι, κάποτε, σούταραν στις φλέβες τους, για να καταφέρουν ν’ αντέξουν την σκληρή πραγματικότητά;»

Από την εφηβεία στα Γιάννενα κι από ‘κει, πίσω στην Θεσσαλονίκη, η Λίλιαν αφηγούταν τα γεγονότα όπως της ερχόταν κι ο Βασίλης, τα έπιανε και τα ταξινομούσε, χρονολογικά. Από το τρία χρόνια καθαρή, πήγε πίσω και θυμήθηκε ένα βράδυ που κατέρρευσε μέσα σε μια στενή ντουζιέρα κι ύστερα έφυγε μπροστά, σ’ ένα αντίο που δεν ήθελε, μα έπρεπε, να έχει πει. «Ντράγκια, ξύδια και ταχύτητα, δεν πάνε, χίλιες φορές του το ‘χα πει…» μονολόγησε η Λίλιαν, πριν ξεφυσήσει δυνατά και σηκώσει το κεφάλι της. Έτρεμε μέσα στα χέρια του Βασίλη. Τον κοίταξε στα μάτια. Σκεφτικό και θλιμμένο ήταν το ύφος του.

«Να σ’ αφήσω για ένα λεπτό;» την ρώτησε σκεφτικά κι εκείνη, με σπασμένη φωνή, κατάφερε να ψελλίσει, σχεδόν ψιθυριστά, ένα πονεμένο «γιατί;»

«Γιατί, ηλίθιο πλάσμα, θα πάθεις αφυδάτωση από το κλάμα» της απάντησε, προτού την αφήσει απαλά στον καναπέ. Σηκώθηκε όρθιος. Συνοφρυώθηκε όταν παρατήρησε την στάμπα που είχαν δημιουργήσει τα δάκρυά της, στην μπλούζα του. Την έβγαλε και της την έδωσε. «Κράτα την, μέχρι να σου φέρω χαρτί» συνέχισε.

Ένιωθε λίγο πιο ανάλαφρη η Λίλιαν, μα δεν είχε σταματήσει να δακρύσει και να τραντάζεται από λυγμούς που δημιουργούσε ο απίστευτα έντονος πόνος, που ανάβλυζε από τις αναμνήσεις που ‘χε προσπαθήσει να πετάξει, ανεπιτυχώς, στα σκουπίδια. Τον είδε να βαδίζει με κοφτό βήμα, προς την κουζίνα. Ν’ ανοίγει τα ντουλάπια. Ν’ ανοίγει το ψυγείο. Να επιστρέφει με μπουκάλι νερό, ποτήρια και ένα ρολό χαρτί. Κάθισε πάλι δίπλα της. Της γέμισε ένα ποτήρι με νερό και της το έδωσε. «Πίνε» την διέταξε, δίνοντάς της το ποτήρι. Έβγαλε τσιγάρο και τ’ άναψε, μισοκλείνοντας τα μάτια και μισομουρμουρώντας ακατάληπτα.

«Να σου πάρω ένα;» τον ρώτησε κι εκείνος, δίχως ν’ αποκριθεί, έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο του και της το έδωσε.

Πέρασαν πέντε λεπτά κι ύστερα άλλα πέντε. Το τσιγάρο του Βασίλη είχε καεί, μα το κιτρινισμένο φίλτρο παρέμενε ανάμεσα στα δάχτυλά του. «Βασίλη;» έσπασε την σιωπή η Λίλιαν. Τον άκουσε να καγχάζει. Γύρισε αργά προς το μέρος της. «Ορίστε η εξιλέωσή σου. Και με το χθεσινοβραδινό και με την αποψινή εξομολόγηση. Είσαι καλύτερα;» την ρώτησε, με ένα στοργικό, σχεδόν πατρικό, τόνο, που την ξένισε.

«Ειλικρινά, σ’ ευχαριστώ που μ’ άκουσες» του απάντησε η Λίλιαν.

«Τον εαυτό σου να ευχαριστήσεις. Όχι εμένα. Δεν έχει σημασία το αν σ’ άκουσα, σημασία έχει που κατάφερες κι εμπιστεύτηκες κάποιον, γι’ ακόμη μια φορά σ’ αυτή τη ζωή, τόσο ώστε να μπορέσεις να του μιλήσεις».

«Ξέρεις τι με μπερδεύει σ’ εσένα, Βασίλη;» τον ρώτησε, καθώς της σκούπιζε τα δάκρυα. Της χαμογέλασε. «Τι;»

«Δεν ξέρω αν υπάρχεις ή αν το ‘χω χάσει και σ’ έχω βγάλει από το μυαλό μου» απάντησε δειλά η Λίλιαν.

«Ούτε εγώ ξέρω αν υπάρχω…» μουρμούρισε ο Βασίλης, πριν σηκωθεί όρθιος κι αρχίσει να βαδίζει μέσα στο σαλόνι. «Ίσως και να ‘χω πεθάνει και να μην μου το ‘χουν προλάβει ακόμη…» συνέχισε τον παράξενο συνειρμό του. Η θλίψη είχε αρχίσει να χαράζει το πρόσωπό του, όπως εκείνος χάραζε το πάτωμα με τα βήματά του. «Το μόνο που, σίγουρα, πια ξέρω είναι ότι κάθε πράξη είναι αποδεκτή, αρκεί να μπορούμε να πληρώσουμε το τίμημα που επισύρει. Κάποιοι δεν το κατάφεραν, γιατί το πορτοφόλι τους δεν άντεχε να πληρώσει τα όσα έκαναν. Τους είδα, τους πρόλαβα, πλήρωσα εγώ και τους ξεχρέωσα. Είτε γιατί αγάπησα, είτε γιατί το γούσταρα, είτε γιατί λυπόμουν, είτε για οποιονδήποτε άλλο, λογικό ή παράλογο, λόγο. Μόνο που, πια, ξέμεινα, γαμώ! Ξέμεινα και δεν μπορώ να πληρώσω ούτε τα δικά μου. Μαζεύτηκαν πολλά και πρέπει να ξεχρεώσω… Να ξεχρεώσω…» συνέχισε την μουρμούρα του. Γύρισε προς το μέρος της. Τα μάτια του έμοιαζαν να βράζουν μέσα στις κόγχες τους. Το ‘χε ξαναδεί εκείνο το βλέμμα, η Λίλιαν. Σηκώθηκε απότομα από τον καναπέ και πήγε προς το μέρος του.

«Δεν έχω τίποτα! Δεν μπορώ να πληρώσω τίποτα! Δεν μπορώ να πληρώσω κανένα τίμημα κι αυτή είναι πια η δική μου εξιλέωση!» μονολόγησε δακρύζοντας.

«Ξέρω…» του ψιθύρισε η Λίλιαν, καθώς τον αγκάλιαζε.

«Δεν ξέρεις και δεν θα μάθεις γιατί δεν θέλω να με προλάβεις» της απάντησε κοφτά, προτού συμμαζέψει τον εαυτό του και σκουπίσει τα δάκρυά του. «Συγγνώμη, δεν έπρεπε να με δεις έτσι» απολογήθηκε κι ύστερα την πήρε από το χέρι για να επιστρέψουν στον καναπέ.

«Γιατί;» κάγχασε η Λίλιαν. «Θεωρείς ότι τώρα σε βλέπω λιγότερο άντρα;»

«Κάποιος πρέπει να παραμένει δυνατός…»

«Βασίλη; Ό,τι λυγίζει, επανέρχεται. Ό,τι σπάει…» του απάντησε η Λίλιαν. «Για ψυχίατρο είμαστε και οι δύο, το ξέρεις;» συνέχισε την σκέψη της, σ’ έναν πιο πρόσχαρο τόνο.

«Ούτε γι’ αυτό δεν είμαι. Δεν έχω όρεξη να βοηθήσω τον εαυτό μου. Καλά το είπες. “Χάθηκαν όλα”. Τα Χριστούγεννά μου… Και φέτος, γι’ άλλη μια φορά, προσπαθώ να επιβιώσω όπως κι όσο…» κατέληξε ο Βασίλης.

«Ξέρεις τι θαυμάζω σ’ εσένα;»

«Τι;»

«Ότι ζεις στα άκρα, σαν να ‘ναι η τελευταία σου μέρα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Ζεις σαν να περπατάς για τελευταία φορά στον πλανήτη. Οδηγείς σαν να ξέρεις πως διασχίζεις για τελευταία φορά τους μικρούς δρόμους της πόλης. Κάνεις έρωτα σαν να ‘ναι η τελευταία σου φορά…»

«Το ξέρω».

«Χθες ήσουν ένας άνθρωπος που ζούσε το τελευταίο βράδυ του…»

«Χθες, όντως ζούσα το τελευταίο βράδυ μου, μέχρι που έπεσα πάνω σ’ εσένα και μου το χάλασες» της απάντησε, στραβοκοιτάζοντάς την, πριν βάλει ένα τσιγάρο στο στόμα του και τ’ ανάψει.

«Τι, ακριβώς, σου χάλασα, Βασίλη;» άρχισε να νευριάζει η Λίλιαν, που είχε καταλάβει πάρα πολύ καλά τι εννοούσε ο Βασίλης.

«Υπάρχει σχέδιο» αποκρίθηκε εκείνος, χαμογελώντας. «Πάντοτε υπήρχε» συνέχισε, καθώς φυσούσε τον καπνό του.

«Μπορείς να μου εξηγήσεις το σχέδιό σου;» επέμεινε η Λίλιαν.

«Γιατί αρπάζεσαι; Μαζί το ‘χουμε;» την ρώτησε, με προσποιητά αγριεμένο ύφος.

«Ποιο;»

«Την ζωή μου, Λίλιαν».

«Ρε Βασίλη… Αξίζει;»

«Να φορτώσω όλες τις ευχές, να καβαλήσω την κούκλα μου, ν’ ανοίξω το γκάζι και να φύγω από καμιά στροφή; Ναι ρε, αξίζει. Αξίζει» κατέληξε εκείνος, προτού γυρίσει το δακρυσμένο του βλέμμα, προς τη μπαλκονόπορτα.

«Σε παρακαλώ, προσπάθησε να ηρεμήσεις».

«Να ηρεμήσω;» κάγχασε εκείνος. «Ζω στιγμές απείρου κάλλους και τρέλας κι όχι, δεν μπορώ να ηρεμήσω γιατί δεν υπάρχει λόγος για να το κάνω. Έδωσα τα πάντα, μου ζήτησαν κι άλλα. Δεν έχω πλέον κάτι να δώσω κι απαιτούν. Απαιτούν και δεν μπορώ να κάνω πια κάτι, για να σώσω κανένα. Μόνο για την πάρτη μου. Μόνο σήμερα…»

«Μόνο σήμερα, Βασίλη;» τον ρώτησε η Λίλιαν, προσπαθώντας να καταλάβει το νόημα πίσω από εκείνες τις δύο λέξεις.

«Ναι, κορίτσι μου. Μόνο σήμερα. Αύριο βλέπουμε».

«Στραβώνεις…» άρχισε εκείνη, μα ο Βασίλης την διέκοψε, σβήνοντας με φόρα το τσιγάρο του στο τασάκι. «Στραβώνω με την πάρτη μου και μόνο, για όσα έκανα και δεν εκτιμήθηκαν, για όσα χάρισα και μου τα πέταξαν διαλυμένα, πίσω, κατάμουτρα. Εσύ, κορίτσι όμορφο, είσ’ αλλιώς, έχεις μάθει να εκτιμάς. Αλλά η ρουφιάνα η μοίρα μας δεν θα μας αφήσει να το συνεχίσουμε» κατέληξε ο Βασίλης κι ύστερα βυθίστηκαν στην σιωπή.

***

Πέρασαν πέντε, δέκα, δεκαπέντε λεπτά. Είχε νυχτώσει για τα καλά και το σπίτι είχε αρχίσει να παγώνει. Σηκώθηκε η Λίλιαν από τον καναπέ, για να ανάψει τα καλοριφέρ και να βάλει κάτι να πιούν. «Θα πιείς κάτι μαζί μου;» τον ρώτησε κι εκείνος, βαριεστημένα και θλιμμένα, της απάντησε «ό,τι πίνεται».

«Τι απάντηση είναι αυτή, ρε Βασίλη;»

«Η ιδανική απάντηση» αποκρίθηκε εκείνος.

Κάγχασε η Λίλιαν, πριν βγάλει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί από το ψυγείο και κατεβάσει δύο κολονάτα ποτήρια από κάποιο ντουλάπι. Επέστρεψε στο σαλόνι κι έδωσε το μπουκάλι στον Βασίλη για να το ανοίξει. «Το κόκκινο με σκοτώνει… Ας είναι…» μονολόγησε εκείνος, καθώς πάλευε με το μπουκάλι και το τιρμπουσόν.

«Συνήλθες κάπως;» τον ρώτησε κι εκείνος έγνεψε αρνητικά.

«Βασίλη; Για να μην θυμάμαι και κατ’ επέκταση, για να μην πονάω, κάποτε, έπινα ό,τι έβρισκα, ό,τι πινόταν, τρυπιόμουν κι έριχνα στο μυαλό μου, οποιαδήποτε μαλακία μπορούσε, έστω και για λίγο, να μουδιάσει ή να εξαφανίσει τον πόνο μου. Έπεφτα κι ύστερα, για να σηκωθώ, έπρεπε να πάρω τ’ αντίδοτο. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα βράδια έχω κάψει, ούτε και πόσες φορές έφτασα στο χείλος του γκρεμού. Δεν μπορείς καν να φανταστείς τα μαγικά συναισθήματα που έχω βιώσει και πόσο, κάποιες μέρες, παλεύω για να κρατηθώ καθαρή…»

Ο ήχος του φελλού που έβγαινε με δύναμη από το μπουκάλι, διέκοψε τον συνειρμό της. Ο Βασίλης γέμισε άγαρμπα τα ποτήρια τους, πριν της κάνει νόημα να συνεχίσει την σκέψη της. Τον στραβοκοίταξε. Την κατάλαβε. «Είμαι άξεστος» απολογήθηκε.

«Άξεστος, όχι. Σίγουρα όχι. Αφ’ ενός είσαι μικρός. Αφ’ ετέρου, δεν μπορώ το σαβουάρ βίβρ και τις λοιπές, καθωσπρέπει, ηλιθιότητες» του απάντησε η Λίλιαν, παίρνοντας το ποτήρι στα χέρια της.

«Στην υγειά μας;» ρώτησε ο Βασίλης.

«Στην υγειά σου» του απάντησε η Λίλιαν.

«Συνέχισε τον συλλογισμό σου».

«Δεν μπορείς να τον καταλάβεις».

«Μπορώ να τον καταλάβω κι ας μην έχω δοκιμάσει τίποτα. Ίσως η μέθη του αλκοόλ και η ζάλη που μου προκαλούσε, κάποτε, το τσιγάρο, να ωχριούν, σαν συναισθήματα, μπροστά σ’ ό,τι έχεις ζήσει, αλλά καταλαβαίνω… Το γιατί δεν μπορώ να καταλάβω…»

«Γιατί πίνεις, Βασίλη;»

«Γιατί η ζωή μου μοιάζει με γρατζουνισμένο βινύλιο κι η βελόνα του πικάπ έχει κολλήσει εδώ και χρόνια σ’ ένα αυλάκι και παίζει συνέχεια το ίδιο και το ίδιο. Πίνω για να μουδιάζει το μυαλό μου και να σταματάει να σκέφτεται. Για να ξεθωριάζουν οι αναμνήσεις μου και να μην έρχονται τα βράδια για να με στοιχειώσουν. Δεν ξυπνάω από εφιάλτες. Βυθίζομαι στην λήθη…»

«Το ίδιο κάναμε, κάποτε, με τον Παύλο…» μονολόγησε η Λίλιαν κι ύστερα απόμεινε σιωπηλή, να κοιτάζει το ποτήρι με άδειο βλέμμα.

«Πιάσε την ιστορία από την αρχή. Δεν έχω καταλάβει τίποτα. Μου τα είπες τόσο μπερδεμένα, που ανάθεμα κι αν την κατάλαβα. Ο Παύλος σ’ έμπλεξε ή εσύ τον έμπλεξες; Αυτός προσπάθησε να ξεκόψει κι εσύ τον τραβούσες πίσω ή τ’ ανάποδο; Κάπου χάθηκα…»

«Από την αρχή, ή, όχι, καλύτερα απ’ το τέλος. Ο Παύλος πέθανε, αυτό το κατάλαβες;» τον ρώτησε, πίνοντας μια γουλιά κρασί.

«Ναι. Κατάλαβα και πώς πέθανε».

«Ο Παύλος, μπορώ να το δω σήμερα, ήταν μια παράπλευρη απώλεια. Δυστυχώς, ο θάνατος του Παύλου ήταν αποτέλεσμα την δικής μου δειλίας. Αυτό πρέπει να το καταλάβεις πριν σου πω οτιδήποτε άλλο».

«Γιατί;» απόρησε ο Βασίλης.

«Γιατί ήμουν δειλή με τους ανθρώπους, με τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά μου. Μέχρι και τα είκοσι μου, έκανα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να τους ξεφύγω. Όχι μόνο δεν τα κατάφερα, μα, μόνο σήμερα – όπως είπες νωρίτερα – μπορώ να δω πως απέτυχα παταγωδώς».

«Πάμε απ’ την αρχή…» μονολόγησε ο Βασίλης κι ύστερα βολεύτηκε στον καναπέ και σταύρωσε τα χέρια του, περιμένοντας τον μονόλογό της, που δεν θ’ αργούσε να ‘ρθει.

***

Ο Παύλος, η ζωή μας και ο θάνατός του, ήταν το αποτέλεσμα πολλών και διαδοχικών λαθών. Δεν θα τα ρίξω όλα στον χαρακτήρα μου, γιατί ο Παύλος δεν ήταν άμοιρος ευθυνών. Απόψε θα επωμιστώ το μερίδιο της ευθύνης που μου αναλογεί. Το υπόλοιπό το ανέλαβε εκείνος, όταν πέθανε.

Το φθινόπωρο του ‘91 συχνάζαμε με την κολλητή μου σε μια καφετέρια. Πιάναμε πάντοτε το ίδιο τραπέζι. Δίπλα από το ψεύτικο τζάκι εκείνου του ξύλινου μαγαζιού. Τις περισσότερες φορές, σ’ εκείνο το μαγαζί, μερικά τραπέζια παρακάτω, καθόταν μια παρέα αγοριών που έπαιζαν τάβλι. Ο Μιχάλης, ο Παύλος και ο Αντώνης. Παράξενα παιδιά. Ιδιαίτερα ο Παύλος κι ο Μιχάλης. Ο Αντώνης ήταν πάντα η καρότσα – εκείνος που τον έσερναν πάντα και παντού, μαζί τους.

Σ’ εσένα δεν μπορώ να πω ψέματα και δεν θέλω να πω ψέματα. Έλεγα ψέματα στον εαυτό μου για πολλά χρόνια. Γιατί να το κάνω κι απόψε; Και γιατί να πω ψέματα σ’ έναν άνθρωπο που διατείνεται ότι είναι ετοιμοθάνατος; Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Ο Μιχάλης μου ‘χε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ο Μιχάλης που ποτέ δεν ήταν όμορφος, μα ντυνόταν όμορφα. Ο Μιχάλης που εμφανισιακά ήταν αδιάφορος, μα όταν τον άκουγα να μιλάει και να γελάει κι όταν έβλεπα πώς συμπεριφερόταν, με προκαλούσε να τον γνωρίσω. Είχε μια παράξενη αίγλη εκείνο το παιδί. Ο Μιχάλης, πάντα με τα πουκάμισά του, το τσιγάρο του και τον μυστήριο τρόπο που πετούσε τα ζάρια.

Το πρώτο λάθος, εκείνο που θα γινόταν η βάση όλων τον λαθών που θα επακολουθούσαν, ήρθε εκείνο το φθινόπωρο. Η Κλαίρη δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής, αλλά είχε καταλάβει, μάλλον από τον τρόπο που κοίταζα εκείνη την παρέα – γιατί δεν είχα τα κότσια να κάνω κάτι παραπάνω – ότι κάτι έτρεχε. Τότε ξεκίνησε να τους παρατηρεί κι εκείνη. Και μάντεψε με ποιον ενθουσιάστηκε; Με τον Μιχάλη.

Αν δεν ήμουν και δεν παρέμενα ερωτευμένη μαζί του, θα τολμούσα να πω πως εκείνα τα χρόνια ήταν άσχημος. Ίσως να έφταιγε η επιμονή του να μεγαλοδείχνει, ενώ κατά βάθος παρέμενε ένα πιτσιρίκι. Ίσως να έφταιγε το παράξενο σουλούπι του. Αυτό που όλα τα αγοράκια, στην εφηβεία, έχετε κάποια παιδικά και κάποια αντρικά στοιχεία, αλλά νομίζετε πως είστε άντρες. Δεν ξέρω, γιατί έλιωσαν οι αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια, όταν ήρθαν τα συναισθήματα. Που ήρθαν πολύ αργότερα. Αλλά… Τέλος πάντων… Πλατειάζω.

Την ήξερα την Κλαίρη. Είχε ένα κόλλημα με την «τάξη» μας και το «συνάφι» μας. Μη χέσω. Ήξερα ότι θα έκανε πέρα, όταν καταλάβαινε πως ο Μιχάλης κι η παρέα του δεν ήταν από τον «δικό μας» κόσμο. Η έμφαση, πιστεύω ότι το καταλαβαίνεις, είναι από πίκρα, για τις μαλακίες που διδαχτήκαμε. Έπεσα έξω. Ό,τι ήξερα ή ό,τι πίστευα πως γνώριζα, ήταν πέρα για πέρα λάθος. Κι έτσι, άρχισε η Κλαίρη, να τον γλυκοκοιτάζει κι όλο να μιλάει για εκείνον. Κι εγώ, απέμενα ν’ ανακατεύω τον καφέ μου και να βράζω, ενώ, ταυτόχρονα, προσπαθούσα να μην δείξω τίποτα.

Το κερασάκι ήρθε για να πέσει στην τούρτα την μέρα που μου ζήτησε να πάω να του μιλήσω. Να πάω εγώ, να μιλήσω στον Μιχάλη, για την Κλαίρη. Και να έλεγα, ακριβώς, τι; «Σε γουστάρει το γκομενάκι εκεί πέρα;». Και αν δεν το έκανα; Τι θα έλεγα στην Κλαίρη; «Τον είδα πρώτη;». Ούτε τα πεντάχρονα δεν τα κάνουν αυτά.

Και σηκώθηκα και πήγα και τον κόμπλαρα τον Μπακάλμπαση, γιατί έπρεπε. Έτσι το είχα δικαιολογήσει, τότε, στον εαυτό μου. Έπρεπε, για να μην αφήσω τίποτα να ριζώσει μέσα μου. Έπρεπε, γιατί ήμουν ένα ακραίο παιδί που λειτουργούσε με ακραίους τρόπους. Έπρεπε, Βασίλη. Γιατί αυτή ήμουν τότε.

Δύο πράγματα δεν είχα υπολογίσει. Ότι θα έμπλεκε η Κλαίρη με τον Μιχάλη κι ότι ο Μιχάλης θα ήταν ένας αξιοθαύμαστος και υπέροχος άνθρωπος, με τον οποίο θα μπορούσα να μοιραστώ όλη μου τη ζωή μαζί του. Ήταν ο μόνος που κάθισε και μ’ άκουσε και μου μίλησε χωρίς να τον νοιάζει αν έπινα και τι έπινα. Χωρίς να με κρίνει που πηδιόμουν όταν ήθελα να μαστουρώσω χωρίς να πληρώσω. Χωρίς να ενδιαφέρεται για το τι μπορεί να υπήρξε πίσω μου, απ’ την στιγμή που αποφάσιζα να τ’ αφήσω στο παρελθόν. Ο Μιχάλης ήταν ο πρώτος, πραγματικός φίλος που είχα κι εκείνη η φιλία θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί σε κάτι υπέροχο. Μα όχι. Όχι. Δεν το άντεχα τότε. Είχα τόση ανάγκη την συντροφιά του και τις συζητήσεις μας, όση και την ηρωίνη. Δεν θα μπορούσα να σταθώ δίπλα του, σε καμία των περιπτώσεων. Τότε δεν σκεφτόμουν καθαρά. Δεν υπολόγιζα τίποτα.

Ο Παύλος… Μεγάλος μαλάκας… Ξέρεις, στην αρχή πίστευα ότι θα είχαν αρκετά κοινά με τον Μιχάλη, γιατί έκαναν αμέτρητα χρόνια παρέα. Μου ψιλοκολλούσε τότε, αλλά κίνηση δεν έκανε, γιατί με φοβόταν. Και πώς να μη με φοβόταν, το θρασύδειλο τσογλάνι; Έχω καταφέρει, γι’ αυτόν τον άνθρωπο, να μισήσω τον εαυτό μου και μισώντας τον εαυτό μου, μισώ και τη μνήμη του. Θρασύδειλο τσογλάνι. Όπως, ακριβώς, σου το λέω. Δεν είχε το θάρρος να μου ζητήσει το τσιγάρο. Περίμενε, ο γατούλης, να του το προτείνω. Να ακολουθήσει. Ποτέ του δεν είχε πάρει πρωτοβουλία.

Μ’ ένα τσιγάρο, ένα φιλί κι ένα γρήγορο, στην κουζίνα του πατρικού του Μπακάλμπαση, ξεκίνησε μια σχέση, ή κάτι που έφερνε σε σχέση, που θα τελείωνε εφτά χρόνια αργότερα, μ’ ένα τρακάρισμα. Με πονάει το «γιατί». Πολλά χρόνια με πονάει κι αν δεν το βγάλω τώρα από μέσα μου, θα συνεχίσει να πονάει. Το «μαζί» ξεκίνησε γιατί εμένα μ’ είχε κουράσει η μοναξιά κι ο Παύλος έψαχνε γκόμενα. Συνέχισε, γιατί είχαμε την ίδια τρέλα στο κεφάλι και τελείωσε, από πλευράς μου, επειδή είχα σιχαθεί να μαζεύω απ’ τα πατώματα, έναν άνθρωπο – κομμάτια.

Τον Παύλο τον αγαπούσα, μέχρι που άρχισα να τον λυπάμαι. Μετά, απλά, μπήκα σ’ έναν φαύλο κύκλο, αγάπης και λύπησης, καυγά και συγγνώμης, χωρισμού κι επανασύνδεσης. Τον πρώτο καιρό ήμασταν καλά. Ο Παύλος έπινε τα τσιγάρα του, εγώ ό,τι έβρισκα, εκείνος την άκουγε πανηγυρικά, γιατί δεν μπορούσε να ξεχωρίσει την χρήση από την κατάχρηση κι εγώ, απ’ την άλλη, παραμύθιαζα τον εαυτό μου πως ήταν άπειρος και πως είχε χρόνο για να μάθει.

Άρχισε να τρέχει το ‘92 και να μην το φτάνω. Ο Παύλος χανόταν κι εγώ δεν νοιαζόμουν για τον εξαφανισμό του. Με τον Μιχάλη βρισκόμασταν σχεδόν καθημερινά και τα λέγαμε. Πού και πού, δύο – τρεις φορές τη βδομάδα, ανταμώναμε και με τον Παύλο. Ίσα να πιούμε, να πούμε καμιά κουβέντα, να πηδηχτούμε και να το διαλύσουμε. «Γιατί έμενες μαζί του, Λίλιαν;» θα με ρωτήσεις και θα σου πω ότι έμενα εκεί, γιατί φοβόμουν να μείνω μόνη. Ο Παύλος ήταν ό,τι να ‘ναι, αλλά, μόνη μου, μια φορά, δεν ήμουν. Εγωιστικά έμενα εκεί. Εγωιστικά και γιατί, ίσως, είχαμε δύο κοινά ενδιαφέροντα. Το πήδημα και την μαστούρα.

Κι όσο έτρεχε το ‘92 τόσο έχανα τον Παύλο και τόσο ερχόμουν κοντά με τον Μιχάλη. Κάπου στη μέση της χρονιάς, έχασα τον Μιχάλη. Το επέλεξα. Έπρεπε να τον πονέσω για να μην χρειαστεί να πονάει για εμένα. Έμεινα με τον Παύλο. Έφυγε φαντάρος. Πέρασα στα Γιάννενα. Είπα ότι θα κόψω. Δεν έκοψα τίποτα.

Αλλού εγώ κι αλλού ο Παύλος. Ερχόταν στις άδειές του και ζούσαμε μαζί. Σαν ζευγάρι. Δυσλειτουργικό, αλλά ζευγάρι. Μπαίναμε στο σαραβαλιασμένο Ford του μακαρίτη του πατέρα του και βολτάραμε άσκοπα, στα βουνά, στα χωριά, στις λίμνες και τις κορυφές. Τι να σου αφηγηθώ από εκείνα τα χρόνια; Το τίποτα; Τα χάλια μας; Την ίδια, επαναλαμβανόμενη μέρα, που δεν θέλαμε ν’ αφήσουμε πίσω μας; Τίποτα, Βασίλη. Ένα τίποτα και τίποτα περισσότερο. Κράτησα τις σκηνές, αλλά, τώρα γυρίζοντας πίσω και κοιτάζοντας, βλέπω την ίδια ακριβώς μέρα, που διήρκησε πάρα πολύ καιρό.

Έφευγε ο Παύλος κι έλεγα ότι θα έκοβα, μα δεν έκοβα κι όλο έχανα μέρες. Ήρθε, σε κάποια φάση, για λίγο, ο Μιχάλης. Το προσπάθησα και το πάλεψα. Μα όταν έφυγε ξανακύλησα. Δεν είχα ένα σταθερό σημείο για να στηριχτώ. Δεν μπορούσα να κρατηθώ από πουθενά. Ξανάρθε ο Παύλος. Απλός περαστικός. Ούτε καν γκόμενος. Ίσα για να πιεί και να κομματιαστεί. Μαλώσαμε. Βασικά δεν μαλώσαμε. Μάλωσα μόνη μου. Το μόνο κοινό μας ενδιαφέρον ήταν η πρέζα. Είχε αρχίσει να με κουράζει η ζωή μου. Είχα σιχαθεί τα μισά «ευχαριστώ» για την δωρεάν μαστούρα του Παύλου. Είχα απαυδήσει με τον σακάτη άνθρωπο που είχα δίπλα μου.

Μάρτιος του ‘93. Είχα κλείσει τα είκοσι κι είχα σκοτωθεί με τον Παύλο. Πήρα την απόφαση να ξεκόψω, κάποιο βράδυ, στην ακρολιμνιά της Παμβώτιδας. Δεν μπορούσα πια ν’ αντέξω την ντεκαντάντσια της ζωής μου. Δεν άντεχα και την μοναξιά. Διάβαζα τα γράμματα του Μιχάλη. Του έστελνα καρτ ποστάλ, γιατί δεν ήθελα να του γράψω. Κάθε φορά που ξεκινούσα να βάζω τις σκέψεις μου στη σειρά και τις λέξεις μου στο χαρτί, το μέσα μου συνθλίβονταν από τα λάθη που συνέχιζα να διαπράττω. Παρέμεινα στον Παύλο, όχι γιατί ήθελα, μα γιατί έπρεπε. Έπρεπε να είμαι δίπλα του. Έπρεπε να προσπαθήσω να τον βγάλω από ‘κει που τον είχα μπλέξει. Έπρεπε να παλέψω για εκείνον που δεν είχε το κουράγιο να παλέψει. Του πήρε καιρό για να καταλάβει ότι είχα καθαρίσει. Σήμερα μπορώ να δω ότι δεν τον ένοιαζε. Μόνο σήμερα καταφέρνω να καταλάβω ότι, πέρα απ’ την πάρτη του, ο Λιόπεσης, αυτό το θρασίμι που το ‘παιζε μάγκας και βαρύς, μπορούσε να νοιαστεί για την παρτάρα του και μόνο.

Κοίταξα την οθόνη του υπολογιστή σου το μεσημέρι. Μου έκανε εντύπωση το γραπτό σου. «Θα μπορούσες να με κάνεις να νοιάζομαι». Το διάβασα. Με έκανες να θέλω να πιάσω εκείνη την Μελίνα που ανέφερες στο κείμενο και να της πω ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο να βρούμε κάποιον που θα μας συντροφεύει και θα μας συμπληρώνει. Ήθελα να σου πω ότι δεν έχει νόημα να δίνεις την ψυχή και το μυαλό σου σε κάποια που δεν τα αξίζει.

Κατάλαβα ότι δεν θα μπορούσα να κάνω ποτέ τον Παύλο να νοιαστεί. Εξάλλου εκείνος είχε τον ρόλο του μικρού παιδιού που ερχόταν κλαμένο στον κόρφο μου, για να γιατρευτεί και να ξαποστάσει κι εγώ είχα αναλάβει τον ρόλο της καλής μάνας, που πάντοτε ήταν εκεί για να κανακεύει τον μονάκριβό της.

Αναγκάστηκα να επιστρέψω όταν τελείωσα τις σπουδές μου, γιατί δεν μπορούσα άλλη βροχή και άλλη μαυρίλα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου κάθισα και συζήτησα σοβαρά με τον πατέρα μου. Του ξεκαθάρισα πως δεν θα γύριζα ούτε με σφαίρες στο πατρικό μου και πως χρειαζόμουν στήριξη για να πατήσω στα πόδια μου και να φύγω από ένα σπίτι που μ’ έπνιγε. Κι ο Χαραμής, που πάντα ήταν ένας σκληρός πατέρας, κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, λέγοντάς μου πώς δεν ήθελε να με ξαναδεί να πέφτω χαμηλά. Πέντε χρόνια είχαμε να ιδωθούμε. Είχε αφήσει μια καχεκτική και κοντοκουρεμένη Λίλιαν, με μουτζουρωμένα μάτια από το eyeliner και ένα τσιγάρο στο στόμα κι είχε βρει μια υγιή γυναίκα, που δεν χρειαζόταν να ακροβατεί στο χείλος κανενός γκρεμού, για να καταφέρει να ζήσει. Έναν όρο μου είχε βάλει μόνο. Να μην συγκατοικούσα με τον Παύλο. Δεν είχα σκοπό να το κάνω. Ούτε είχα σκοπό να το αφήσω να «τύχει». Θυμάμαι να του λέω πως οι γάμοι και τα παιδιά δεν τυχαίνουν, πετυχαίνουν. Ίσως για να του στρίψω το μαχαίρι στην πληγή, για έναν αποτυχημένο γάμο και ένα αποτυχημένο παιδί. Τον δικό του αποτυχημένο γάμο και το δικό του, μέχρι τότε, αποτυχημένο παιδί.

Τέσσερα χρόνια πριν, με τον Παύλο, περνούσαμε από δουλειές του ποδαριού. Εγώ, με την βοήθεια του πατέρα μου, είχα στήσει τούτο ‘δω το μικρό σπιτικό. Ο Παύλος έμενε στην μάνα του. Μάζεψε λεφτά. Πήρε μηχανή. Πήγαινε κομμάτια. Τα έπινε όλα μαζί κι ύστερα καβαλούσε την μηχανή.

Είχαμε ωραίες μέρες, νηφάλιες, χαμογελαστές. Αλλά ήταν ελάχιστες, σταγόνα στον ωκεανό, σε σχέση με τις μέρες που δεν μιλιόμασταν, τις μέρες που ήμασταν χωρισμένοι, τις μέρες που έτρεχα για να μαζέψω τα κομμάτια ενός ανθρώπου που δεν ήθελε να ζήσει. Τότε ζούσαμε με τις μέρες, τουλάχιστον τα διαστήματα που ήμασταν μαζί.

Τις Δευτέρες κοιμόταν εδώ και του τηλεφωνούσα για να τον ξυπνήσω και να του πω να μαγειρέψει κάτι πρόχειρο. Γελούσε μέσα στην νύστα του και μου απαντούσε, πάντοτε με τον ίδιο τρόπο «μην αργήσεις, ήδη μου λείπεις».

Τις Τρίτες βγαίναμε έξω, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Του γκρίνιαζα για την μανιακή οδήγηση και μου γκρίνιαζε που μου ‘βγαινε το μαμαδίστικο ύφος μου. Δεν πήραμε ποτέ ταξί, ούτε καταδέχτηκε να τον γυρίσει κάποιος άλλος στο σπίτι. Ακόμη κι αν δεν μπορούσε να περπατήσει, οδηγούσε με νωχελικό βλέμμα, παρατηρώντας την απεραντοσύνη της ασφάλτου και το γκρι να γίνεται λευκό και πάλι γκρι.

Τις Τετάρτες μαλώναμε. Εβδομαδιαία ιεροτελεστία. Ποτέ δεν μπόρεσα να μας καταλάβω, ούτε εμένα, ούτε εκείνον. Οι σκληρές κουβέντες είχαν την τιμητική τους, το δωμάτιο βρωμούσε τσιγάρο και αλκοόλ κι αν δεν έφευγε σαν το δαρμένο σκυλί, τον έδιωχνα εγώ από το σπίτι.

Τις Πέμπτες ήμασταν χωρισμένοι. Μελαγχολικές μέρες οι Πέμπτες, απρόσωπες. Ο Παύλος χανόταν κι εγώ καθόμουν και σκιτσάριζα μ’ ένα μολύβι, σε λευκά χαρτιά. Διαλύαμε το «εμείς» τις Πέμπτες ακόμη κι αν γνωρίζαμε και οι δυο πως αυτό μας έλειπε και πως αυτό μας χώριζε.

Οι Παρασκευές ήταν πάντα νεκρές μέρες που μας έτρωγαν τα χέρια, οι γλώσσες και τα δόντια. Πάντα ο ένας έκανε κίνηση και ο άλλος ακολουθούσε. Προσπαθούσαμε να διαγράψουμε τις αναμνήσεις των σκληρών λόγων, προσπαθούσαμε να μετατρέψουμε τις λύπες σε χαρούμενες και φωτεινές εικόνες. Εκείνα τα βράδια μου μάθαινε πώς δουλεύει ο κινητήρας εσωτερικής καύσης κι εγώ του μάθαινα να μιλάει σωστά.

Κι ύστερα, η ιστορία, σκορπιζόταν μέσα στα σαββατοκύριακα, σαν κυκλοθυμική γυναίκα, σαν διπολικός που η ψυχή του άλλαζε βίαια καταστάσεις. Ο χρόνος χανόταν μέσα στις λέξεις και τις πράξεις που ποτέ δεν καταφέραμε να συγχωρήσουμε. Έτσι περνούσε ο καιρός. Έτσι περνούσαν οι μέρες μας. Μέχρι και το φθινόπωρο του ‘99.

Μην με ρωτήσεις πότε, ακριβώς. Την θυμάμαι την ημερομηνία, αλλά δεν θέλω να την ξεθάψω από το μυαλό μου, πιστεύω πως αν το κάνω, θα διαλυθώ. Παρασκευή ήταν. Σκοτωθήκαμε. Δεν άντεχα άλλο εκείνη την κατάσταση. Δεν τον άφησα να φύγει, του ζήτησα να μείνει, να μιλήσουμε, να ξεκαθαρίσουμε. Τα ξαναβρήκαμε. Δεν είχαμε σκοπό να σπάσουμε τον ατέρμονο βρόγχο.

Δεν ξέρω πώς, εκείνο το βράδυ που ήθελε να φύγει για να βολτάρει, γιατί δεν άντεχε το σπίτι, γύρισα και του είπα ότι τον αγαπούσα. Με κοίταξε. Μου έγνεψε. Χαμογέλασε. Δεν είπε τίποτα, μόνο έφυγε από το σπίτι.

Τον περίμενα μέχρι αργά, μα κατά τις τέσσερεις αποφάνθηκα ότι δεν είχε σκοπό να φανεί. Τον ήξερα τον Παύλο, ήξερα τις εποχές του, ήξερα ότι τα φθινόπωρα βάραινε και πως έπεφτε με τα μούτρα στον βούρκο. Την ώρα που ξάπλωνα να κοιμηθώ, ο Παύλος, κάπου στην πόλη, σακατεμένος και αιμόφυρτος, περίμενε το ασθενοφόρο που θα τον έκανε την τελευταία του βόλτα. Είμαι σίγουρη ότι προσπάθησε, με τα ματωμένα και σμπαραλιασμένα δόντια του, να τραγουδήσει τον «κουρσάρο». Πίστευε ακράδαντα, όπως κι εσύ, πως μόνο αυτό το τέλος του άρμοζε και μου το ‘χε πει πολλές φορές. «Αν είναι να φύγω, θέλω να φύγω με την μηχανή μου». Ευτυχώς που δεν πήρε και κανέναν άλλο χριστιανό στο λαιμό του.

Κι όμως, Βασίλη, μετά απ’ όλα αυτά, εγώ συνεχίζω να θυμάμαι, τον Παύλο που έχει απομείνει μια ανάμνηση, γλυκόπικρη και οδυνηρή. Θα με ρωτήσεις «γιατί;» και «τι του έλειπε;» και «πώς έπεσε τόσο χαμηλά;» και θα σου απαντήσω ότι ο Παύλος θεωρούσε τον εαυτό του ένα λάθος. Ο Παύλος δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι τα τραύματα μπορούν να επουλωθούν για να σταματήσουν, κάποια στιγμή, να μας πονάνε. Δεν ήθελε να επουλώσει κανένα τραύμα. Δεν ήθελε να καταλάβει ότι ο πατέρας του, ένας μέθυσος του ελέους όπως μου είχε αναφέρει κάποτε, πέθανε γιατί δεν ήθελε να σταματήσει να πίνει. Δεν ήθελε να καταλάβει ότι η μητέρα του ήταν ένας εξαιρετικά σκληρός άνθρωπος που αγαπούσε μόνο το πρώτο της παιδί και όχι τον Παύλο. Δεν ήθελε να καταλάβει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε χωρίς να πληρώνουμε τις συνέπειες και κάθε που μαλακιζόταν και δεν πλήρωνε, οι συνέπειες τον τραυμάτιζαν. Ένας φαύλος κύκλος που ο ίδιος δεν ήθελε να σπάσει, ο ίδιος ατέρμονος βρόγχος που με βασάνιζε κι εμένα, για χρόνια.

Δεν ήθελε να καταλάβει ότι δεν ήταν μόνος – ο Παύλος πάντοτε πίστευε πως ήταν ξεχωριστός και προορισμένος για μεγάλα πράγματα. Ακόμη κι όταν έπεφτε στα τάρταρα, έκανε όνειρα για το τι θα έκανε, όταν θα έπιανε την καλή. Πίστευε ότι θα κέρδιζε λεφτά στο Λόττο, ενώ δεν είχε πατήσει ούτε έξω από προποτζίδικο – ανάθεμα κι αν ήξερε πως παίζεται. Ούτε λαχείο δεν είχε αγοράσει στη ζωή του. Για το μόνο πράγμα που ‘χε παλέψει ήταν η μηχανή. Κι οι μικροκλοπές που έκανε, όταν δεν του έδινα λεφτά για να πιεί, ή όταν ήμασταν σκοτωμένοι και δεν ήθελε να ρίξει τα μούτρα του για να ζητήσει μια συγγνώμη.

Ακόμη και τώρα τον θυμάμαι γιατί έχω κρατήσει ένα σκασμό πράγματα που μου τον θυμίζουν. Τα οποία θα μαζέψω αύριο και κάτι θα βρω να τα κάνω. Γιατί αύριο δεν βλέπουμε. Αύριο θα κάνουμε πράγματα. Και εγώ και εσύ. Κι εσύ, Βασίλη, θα πρέπει να καταλάβεις ότι κόβοντας το νήμα της ζωής σου, δεν θα αλλάξει κάτι. Μάθε να επουλώνεις το τραύμα και να μην τ’ αφήνεις να σαπίζει, να γίνεται γάγγραινα και να τρώει την ψυχή σου.

***

Όταν η Λίλιαν μπήκε στο σπίτι, βρήκε τον Μιχάλη να την περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας, με το φαγητό σερβιρισμένο. «Προβληματισμένη είσαι;» παρατήρησε, κοιτάζοντας το ονειροπόλο ύφος της.

«Περίπου» ξεφύσησε η Λίλιαν, πετώντας τα κλειδιά στο τραπέζι του σαλονιού και παρατώντας την τσάντα της στον καναπέ.

«Θέλεις να μοιραστείς μαζί μου, τους προβληματισμούς σου;» την ρώτησε, καθώς πήγαινε προς το μέρος της για να την αγκαλιάσει.

«Θέλω, άραγε;» συλλογίστηκε εκείνη δυνατά κι ύστερα γύρισε και τον κοίταξε. Θλιμμένη του φαινόταν. «Δεν ξέρω τι θ’ ακούσω και γι’ αυτό δεν ξέρω αν θέλω…» συνέχισε, καθώς την αγκάλιαζε.

«Τι θα μπορούσες ν’ ακούσεις, δηλαδή;» την ρώτησε ο Μιχάλης, χαϊδεύοντάς της απαλά το μάγουλο, με την πίσω πλευρά της παλάμης του.

«Δεν ξέρω… Το τελευταίο διάστημα… Νιώθω πως πάντα ήμουν ένας τυφλός παρατηρητής της ζωής μου. Ποτέ δεν είδα τι πραγματικά συνέβαινε γύρω μου…» μονολόγησε, η Λίλιαν, με παράπονο.

«Ποτέ δεν άνοιξες τα μάτια σου για να δεις».

«Τι έχει κάνει ο Παύλος, Μιχάλη;» τον ρώτησε, με σταθερή φωνή, πεταρίζοντας τα βλέφαρά της. Τον είδε να κλείνει τα μάτια και να κουνάει το κεφάλι του, με ένα ύφος απογοήτευσης και απελπισίας. Τον άκουσε ν’ αναστενάζει και ακολούθησε με την ματιά της, το βλέμμα του που έτρεχε στο πάτωμα. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, στην ανάποδη της παλάμης που ακόμη ακουμπούσε στο μάγουλό της. Άκουσε το σφύριγμά του. Θυμήθηκε εκείνο το τραγούδι που είχαν ακούσει μαζί, μία απ’ τις λίγες φορές που είχαν ανταμώσει, στα χρόνια που ήταν χαμένοι. Έγειρε το κεφάλι της κι έσπρωξε την παλάμη του. Την σφήνωσε ανάμεσα από τον ώμο και το μάγουλό της. Σφάλισε τα βλέφαρά της. Έπαιζαν το παιχνίδι τους, ανάποδα.

«Μέσα στα μπάρ που αυτοκτονούνε οι θαμώνες…» ξεκίνησε να ψιθυρίζει η Λίλιαν κι ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι γνέφοντας καταφατικά.

«Θέλεις να μου πεις κάτι;» τον ρώτησε κι εκείνος πικρογέλασε. Την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Κατάλαβες…» της ψιθύρισε στο αυτί.

«Μπακάλμπαση, δεν κόβεις τα παιχνίδια με τις λέξεις;» αγρίεψε η Λίλιαν.

«Να σ’ το πω και να σωριαστείς;» της απάντησε, σχεδόν κλαψουρίζοντας, γιατί ήξερε την αγάπη που είχε για τον Παύλο, ακόμη και μετά απ’ όσα είχαν περάσει, ακόμη και τόσα χρόνια μετά από τον χαμό του.

«Λέγε!»

«Αυτοκτόνησε ο Παύλος» ξεφύσησε ο Μιχάλης.

«Αυτο… Τι;» κατάφερε να ψελλίσει εκείνη, εμβρόντητη από μια αποκάλυψη την οποία δεν περίμενε. Έσπρωξε τον Μιχάλη και πήγε προς την βιβλιοθήκη της. Ξέθαψε ένα σκίτσο που ‘χε τελειώσει στις αρχές του χρόνου. Απόμεινε να το κοιτάζει μελαγχολικά. Δεν παρατήρησε πως ο Μιχάλης είχε πάει προς το μέρος της.

«Δικό σου;» την ρώτησε κι εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Ο Παύλος;» συνέχισε εκείνος.

«Ο μικρός» κάγχασε η Λίλιαν.

«Έχεις μια τάση να ερωτεύεσαι τελειωμένους μηχανόβιους, αγάπη» σχολίασε, με σοβαρό ύφος, ο Μιχάλης.

«Είχα μια τάση να αναλαμβάνω τον ρόλο της μαμάς για τους τελειωμένους μηχανόβιους που έχουν την τάση να θέλουν να τελειώσουν την ήδη τελειωμένη ζωή τους. Κοίταξέ τον. Παρατήρησέ τον. Το παιδί που έχει στρέψει την πλάτη στον κόσμο, πάνω στη μηχανή του, με το τσιγάρο στο στόμα και το νωχελικό βλέμμα, που προσπαθεί να βρει το φως στο τούνελ της ζωής του. Ο μικρός βούταγε το κεφάλι του στο οινόπνευμα για να καταφέρει να κοιμηθεί. Ο Παύλος βούλιαζε στην ηρωίνη, για να καταφέρνει να απαλύνει τον πόνο του…»

«Τον πόνο που μόνος του προκαλούσε στον εαυτό του» την διέκοψε ο Μιχάλης.

«Όντως. Ο Παύλος πονούσε που απομακρύνθηκε από τον αδερφό του, κάτι που μόνος του προκάλεσε. Ο Δημήτρης δεν τον ήθελε στο σπίτι και με το δίκιο του. Δεν ήθελε τα παιδιά του να βλέπουν το χάλι του Παύλου. Πονούσε που χαθήκατε κι ήξερε ότι έφταιγε αυτός…»

«Ξέρω…» μονολόγησε ο Μιχάλης.

«Τι ξέρεις;» τον ρώτησε, βουρκώνοντας, η Λίλιαν.

«Αυτή την ιστορία την άκουσα απ’ το Νίκο τον Κουρτέση, που την έμαθε απ’ τον Τάσο τον Ζορμπά που κι εκείνος, με τη σειρά του, την είχε ακούσει απ’ τον Σκύλο, πριν αυτοκτονήσει κι εκείνος, με τη μηχανή του. Είναι μικρή αυτή η πόλη, πολύ μικρή για να χαθείς, πολύ μικρή για να χαθούν οι ιστορίες μας. Δεν ήθελα να σου την πω γιατί, αν θα σου την πω, θα πρέπει να σου πω και πώς την έμαθα. Κι αν σου πω πώς την έμαθα, θα πρέπει να πάρω και μια απόφαση που αρνούμαι εδώ και μέρες να πάρω».

«Ξεκίνα από κάπου».

«Πάμε να φάμε».

«Μιχάλη;» μουρμούρισε η Λίλιαν, σκουπίζοντας τα δάκρυά της.

«Πάμε, σε παρακαλώ, να φάμε».

«Δεν κατεβαίνει μπουκιά».

«Ο Κουρτέσης είναι παλιοσειρά, δουλεύει μπράβος σ’ ένα σκυλάδικο…»

«Και;» απόρησε η Λίλιαν.

«Δεν μπορώ να βρω δουλειά, μάτια μου. Το ‘χα παρατημένο τόσα χρόνια. Μόνο να σερβίρω ξέρω και να γεμίζω ποτήρια».

«Και τι μου λες;»

«Μπάρμαν σε σκυλάδικο…»

«Μπάρμαν σε σκυλάδικο;» αναφώνησε εκείνη, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του.

«Αυτό λέω. Το σκέφτομαι. Δεν το έχω αποφασίσει ακόμη. Δεν μπορώ, όμως, να μείνω άπραγος και άεργος. Πρέπει κάτι να κάνω. Τα λεφτά τελειώνουν. Θα πεινάσουμε» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Και; Μπάρμαν σε σκυλάδικο, ρε Μιχάλη; Να βλεπόμαστε, πότε ακριβώς; Τα πρωινά που θα λείπω εγώ ή τα βράδια που θα λείπεις εσύ; Τα σαββατοκύριακα που το σπίτι θα είναι άδειο, γιατί τα πρωινά θα κοιμάσαι και τα βράδια θα δουλεύεις; Τι ζωή θα ‘ναι αυτή;» του παραπονέθηκε κι εκείνος της χαμογέλασε κι ύστερα την πήρε από το χέρι. Την πήγε στην κουζίνα και την κάθισε, με το στανιό στην καρέκλα. Έπιασε κι εκείνος την καρέκλα απέναντί της. Χαμογελούσε θλιμμένα. Κοίταζε ανόρεχτα το φαγητό. Ομολογουμένως τα γεμιστά είχαν γίνει πάρα πολύ ωραία, όμως είχαν σταματήσει να αχνίζουν και να γεμίζουν την κουζίνα με την μυρωδιά τους. «Δεν πάει μπουκιά κάτω, γαμώ…» παραπονέθηκε η Λίλιαν.

«Το ξέρω, μάτια μου. Το ξέρω».

«Τι θα κάνεις με τη δουλειά;»

«Το σκέφτομαι».

«Για πόσο, αγάπη;»

«Δεν παίρνω εύκολα αποφάσεις και το ξέρεις» της απάντησε ο Μιχάλης, χτυπώντας το κεφάλι του με την παλάμη του. «Κι όταν τις παίρνω… Πάντα βιαστικά… Πάντα εν βρασμώ…» κατέληξε.

Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε με απορία. Είχε αρχίσει να σφυρίζει η Λίλιαν. «Τι είναι αυτό, μάτια μου;» την ρώτησε.

Κάγχασε η Λίλιαν, πριν κάνει μια παιχνιδιάρικη γκριμάτσα και του κλείσει το μάτι πονηρά. Συνέχισε να σφυρίζει. «Δεν σου θυμίζει τίποτα;»

«Όχι;» αναφώνησε ο Μιχάλης.

«Καινούριο σκυλάδικο που παίζει στα ραδιόφωνα» του απάντησε, πριν σκάσει στα γέλια. «Κοίτα να τα συνηθίσεις» του είπε κι εκείνος κούνησε το κεφάλι του, απογοητευμένα, μα γελώντας μαζί της και με την συμπεριφορά της.

«Το ‘χει η μοίρα μου».

«Amor fati, γλυκέ μου».

«Απ’ αυτό» της απάντησε ο Μιχάλης.

«Πες μου για τον Παύλο» τον παρακάλεσε, αναστενάζοντας.

Την κάρφωσε με τα μάτια του για μερικά δευτερόλεπτα κι ύστερα σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς το ψυγείο. Έβγαλε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Βούτηξε και δύο ποτήρια από κάποιο ντουλάπι και τα πήγε στο τραπέζι. «Είναι κωλοϊστορία, να ξέρεις…» την προειδοποίησε, πριν γεμίσει τα ποτήρια τους.

«Πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβω γιατί, διάολο, πέθανε και γιατί, διάολο, έχω ακόμη τύψεις για τον θάνατό του».

«Είμαι σίγουρος ότι μετά από αυτή την ιστορία και οι τύψεις θα σου φύγουν και την μνήμη του θα καταφέρεις να μισήσεις…» μονολόγησε ο Μιχάλης.

«Μισώ ήδη τη μνήμη του. Παρακάτω» αποκρίθηκε η Λίλιαν.

«Ξέρω και την αιτία και την αφορμή. Είναι δύο διαφορετικές ιστορίες που εκτυλιχθήκαν με διαφορά έξι μηνών. Ποια θέλεις πρώτη; Ή τις θέλεις χρονολογικά;»

«Την αιτία την ξέρω, Μιχάλη».

«Όχι, μάτια μου. Δεν ξέρεις την πραγματική αιτία κι από αυτήν την ιστορία θ’ αρχίσω» της απάντησε ο Μιχάλης, προτού ξεκινήσει την αφήγηση.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook