Amor Fati – 10 – Decedere

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σημείωση του επιμελητή: Το κείμενο πραγματεύεται εξαιρετικά σκληρά θέματα (χρήση ναρκωτικών, βιασμός, κοινωνικά στερεότυπα). Συνιστάται στον αναγνώστη που δεν είναι εξοικειωμένος με αυτά τα θέματα ή που τα βρίσκει εξαιρετικά σκληρά ή ανάρμοστα, να μην το διαβάσει. Συνεχίστε υπ’ ευθύνη σας. 

Προηγούμενο

Ο χρόνος, αυτό το μυστήριο κατασκεύασμα με τα αμέτρητα μυστικά, καταφέρνει με τρόπο μαγικό και ανεξήγητο να ξεθωριάζει και να ξεφτίζει τις θύμησες του ανθρώπου. Ίσως, κάποιες φορές, η αστείρευτη και ασταμάτητη ροή του να μπορεί να φθείρει και τα συναισθήματα· εκείνα που παλεύουμε, με νύχια και με δόντια, να κρατήσουμε ριζωμένα, βαθιά μέσα μας. Μπορεί να καταφέρουμε να ξεχάσουμε το σχήμα ενός ζευγαριού ματιών και τους μυριάδες τρόπους με τους οποίους, κάποτε, μας κοίταζαν, μα να κρατήσουμε, αόριστα, στις αναμνήσεις μας, μια ασαφή και γενική απόχρωση, ένα θολό και στραπατσαρισμένο σχήμα σε κάποιο αδιόρατο πρόσωπο. Όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχάσουμε τα συναισθήματα που μας δημιουργούσαν οι ματιές. Είναι πολύ δύσκολο να τα αποβάλλουμε κι ακόμη δυσκολότερο ν’ αφήσουμε την ορμητική ροή του χρόνου, να γδάρει όσα παλεύουμε να φυλάξουμε μέσα στις ψυχές και τις καρδιές μας.

Η Αλεξάνδρα ήταν μια ψηλή, ξανθιά, ντροπαλή και εξαιρετικά όμορφη κοπέλα, που μιλούσε με βαριά, μα ανεπαίσθητη, προφορά, την οποίας τον ήχο δεν μπορούσες να πιάσεις, αν είχες συνηθίσει ν’ ακούς τον πράο τόνο της φωνής της. Εκείνη η αέρινη ύπαρξη περνούσε συνήθως απαρατήρητη, εκτός κι αν κατάφερνες να δεις τα μεγάλα και βαθυπράσινα μάτια της, τα ροζ της μάγουλα και το αχνό και αγνό χαμόγελο, που ήταν πάντοτε σχηματισμένο στα χείλη της.

Ήταν ένα από εκείνα τα φθινοπωρινά σούρουπα, που ο αδηφάγος χρόνος κατάφερε να μετατρέψει σε άμορφη μάζα εικόνων. Τα νεκρά φύλλα των δέντρων έπεφταν πάνω στο μουσκεμένο έδαφος, για να μετατραπούν σε λίπασμα και να ξαναδώσουν ζωή στην πλάση. Τα γλιτσιασμένα πεζοδρόμια της πόλης γλιστρούσαν επικίνδυνα. Τα δαρμένα, από τον άνεμο και την βροχή, παγκάκια, έχασκαν παράταιρα σ’ εκείνο το συνοικιακό παρκάκι. Τα χρώματα στα νοτισμένα τους ξύλα είχαν αρχίσει να σπάνε και οι μεταλλικές βάσεις τους είχαν βαφεί με τους πρώτους τόνους της σκουριάς. Παρά τον αέρα και την υγρασία εκείνου του σούρουπου, τρεις κοπέλες είχαν καθίσει και συζητούσαν, χασκογελώντας σ’ ένα παγκάκι. Η πανέμορφη Χριστίνα, η καπάτσα Ελπίδα και η ντροπαλή Αλεξάνδρα. Θα τελείωναν το λύκειο εκείνη τη χρονιά.

Λίγα μέτρα πιο μακριά, σ’ ένα πεζούλι χτισμένο από τσιμέντο και παλιά τούβλα, καθόταν ο Βάιος, που από μικρός άκουγε στο παρατσούκλι «Σκύλος». Σκύλος, γιατί σ’ έναν καυγά, όταν ήταν πιτσιρικάς, είχε δαγκώσει άσχημα κάποιον. Σκύλος, γιατί αν ήσουν φίλος του, αν του έδειχνες πως είσαι εκεί για ‘κεινον, ο Βάιος δεν θα σε πούλαγε ποτέ. Σκύλος, γιατί, αν κι έδειχνε τραχύς κι αγριεμένος, με την γυναίκα που αγαπούσε ήταν ένα παιχνιδιάρικο κουτάβι που όλο ήθελε αγκαλιές και χάδια.

Χάζευε, ο Σκύλος, την μεταχειρισμένη μηχανή του, καθώς κάπνιζε, προσπαθώντας να αποβάλλει από μέσα του την ένταση της ημέρας του και την κούραση της δουλειάς. Χάζευαν και τα κορίτσια, από μακριά, τον ατημέλητο Σκύλο. Το αξύριστο μούτρο του, το ανακατεμένο και ατίθασο μαλλί του και η γεμάτη γράσα και λάδια σαλοπέτα του, τον έκαναν να φέρνει περισσότερο σ’ άστεγο, παρά σε μηχανικό.

Ήθελαν τσιγάρο τα κορίτσια και κάποια απ’ αυτές έπρεπε να πάει να τον τρακάρει. Έστειλαν την Χριστίνα. Όταν αντίκρισε το σοβαρό βλέμμα του, που της έλεγε να φύγει μακριά, έφυγε πριν να μπει στον κόπο να του μιλήσει. Ύστερα πήγε η Ελπίδα, που δεν την σταματούσε τίποτα και δεν κομπλάριζε πουθενά.

Η ιστορία της Ελπίδας και του Σκύλου, είναι ακόμη μια ιστορία απ’ αυτές που δεν μας απασχολούν. Όχι γιατί δεν έχει κάτι ιδιαίτερο – όλες οι ιστορίες και κάθε μία από αυτές είναι ξεχωριστές και ιδιαίτερες. Ούτε η ιστορία εκείνης της κοριτσοπαρέας, που με τα χρόνια χάθηκαν, θα μας απασχολήσει. Γιατί, ακόμη και οι φιλίες που έχουν τις πιο γερές βάσεις, ακόμη κι οι φιλίες που ανθοφορούν, αν δεν προσεχτούν, αν δεν πάρουν συναισθήματα από τα μέρη που τις απαρτίζουν, εξασθενούν και σβήνουν και πεθαίνουν, όπως τα φύλλα των δέντρων τα φθινόπωρα.

Μπορεί να με ρωτήσεις «γιατί;» κι εγώ θα καγχάσω, για να μην κοιτάξω λυπημένα το χαρτί, με μελαγχολικό ύφος και νοσταλγικό βλέμμα. Θα σου απαντήσω ότι κάποιες ιστορίες, όσο ιδιαίτερες κι αν είναι, δεν τις αφηγούμαι γιατί δεν εξυπηρετούν κανένα απολύτως σκοπό. Ο έρωτας είναι μέσα στη ζωή μας. Μικροί ερωτευόμαστε περισσότερο και γρηγορότερα. Καθώς μεγαλώνουμε, έχοντας πάθει κι έχοντας μάθει από τα πάθη μας, προσπαθούμε να το αποφύγουμε. Δεν έχει νόημα να ξοδέψω λίγο χαρτί ακόμη για να σου αφηγηθώ έναν εφηβικό έρωτα που θα τελειώσει άδοξα – εκείνον της Ελπίδας και του Σκύλου. Ξέρεις, όμως, τι έχει νόημα; Να σου αφηγηθώ πώς οι άνθρωποι διαφθείρουν και πώς, οι χαρακτήρες τους, διαφθείρονται.

Πριν σου τα πω όλα αυτά, θα πρέπει να σε προετοιμάσω κατάλληλα. Εγώ είμαι η αφηγήτρια αυτής της ιστορίας. Δεν με ξέρεις ακόμη. Ίσως να με γνωρίσεις αργότερα. Ίσως να επιλέξω να σου πω ποια είμαι και τι ρόλο βαράω. Εγώ, όμως, ξέρω πού αφηγούμαι την ιστορία ετούτη. Ξέρω το ακροατήριό μου. Ξέρω κι ότι το ακροατήριό μου, ορισμένες ιστορίες, δεν τις αντέχει, είτε γιατί τις έζησε, κάποτε – μπορεί να ήσουν το θύμα ή ο θύτης – είτε γιατί συνειδητά εθελοτυφλεί και ζει μέσα σ’ έναν ονειρεμένο μικρόκοσμο, στον οποίο θεωρεί πως τα κακά του κόσμου δεν μπορούν ν’ αγγίξουν κανέναν και τίποτα.

Οπλίσου με σθένος και κουράγιο, γιατί αυτή η ιστορία είναι εξαιρετικά οδυνηρή και διόλου ασυνήθιστη. Γιατί ο κόσμος που ζούμε, δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Ο κόσμος που ζούμε, μου είχαν πει κάποτε, ότι είναι μικρός, κακός και ηλίθιος.

***

Η Αλεξάνδρα, λοιπόν, είχε δύο φίλες. Την Ελπίδα και την Χριστίνα. Κι η Ελπίδα είχε μια σχέση. Μια πολύ όμορφη και παθιασμένη σχέση με τον Σκύλο. Κι ο Σκύλος, εκείνος ο παράξενος άνθρωπος με την μαλαματένια καρδιά, που ‘χε μεγαλώσει στο περιθώριο κι έφερνε περισσότερο σ’ άστεγο αληταρά, παρά σε μηχανικό αυτοκινήτων, έκανε, αραιά και πού, παρέα με τον Παύλο. Τον Παύλο τον Λιόπεση, που βούταγε συχνά – πυκνά το κεφάλι του στην ηρωίνη και το χασίς, για να μπορέσει ν’ αντέξει ο νους του, τα όσα ο ίδιος διέπραττε, στην μίζερη ζωή του.

Ξέρεις πώς μπλέκουν οι άνθρωποι με τις παρέες τους και πώς γνωρίζονται και πώς συναναστρέφονται μεταξύ τους και πώς ανοίγονται και δένονται, με άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο. Κι αν θεωρείς πως δεν το γνωρίζεις ή ότι δεν το έζησες ποτέ σου, θα καταλάβεις και ότι ξέρεις και ότι το έχεις ξεχάσει. Για τον ένα ή τον άλλο, προσωπικό σου, λόγο. Έτσι έμπλεξε και η ντροπαλή Αλεξάνδρα, με τον παράξενο Παύλο. Εκείνος ενθουσιάστηκε με την αιθέρια και συνεσταλμένη ύπαρξη, που κάθε που τον κοίταζε, κοκκίνιζε κι εκείνη ενθουσιάστηκε με τον μυστήριο και σαγηνευτικό τύπο, που αστειευόταν βροντερά, δεν κολλούσε πουθενά και την έκανε βόλτες με τη μηχανή του.

Κάποιο παγωμένο βράδυ, μιας εποχής που ο Παύλος είχε την ανάγκη να βουτάει συνέχεια το μυαλό του στο αλκοόλ και την ηρωίνη, κατέληξαν στο πατρικό του. Η Αλεξάνδρα, μην έχοντας κανένα αίσθημα κινδύνου, πέρασε αεράτα την πόρτα του δωματίου του και κάθισε σε μια παλιά, παιδική καρέκλα γραφείου, μπροστά από ένα γραφείο γεμάτο με μπιχλιμπίδια και αναμνηστικά. Το μάτι της έπεσε στην βιβλιοθήκη που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο, αριστερά της. Μια εύθραυστη κατασκευή με μερικές σανίδες μελαμίνης, που έτριζαν κάτω από το βάρος των μυριάδων πραγμάτων που είχε τοποθετήσει πάνω τους ο Παύλος. Αριστερά και δεξιά, δύο μεταλλικά πλέγματα, προσπαθούσαν να κρατήσουν τόσο το βάρος των ξύλων και των όσων βρισκόντουσαν πάνω τους, όσο και το δικό τους βάρος, στον γκρι τοίχο του δωματίου. Απέναντί της μια παλιά κουκέτα, στο χρώμα του ξύλου, λουστραρισμένη βιαστικά και πρόχειρα, με δήθεν περίτεχνα σκαλίσματα στα κεφαλάρια της.

Η ματιά της ακολούθησε το αργόσυρτο βήμα του Παύλου, καθώς έμπαινε στο δωμάτιο και έκλεινε την παλιά πόρτα πίσω του. Τον ήχο που έκανε η κλειδαριά, καθώς το κλειδί περιστρεφόταν μέσα της, δεν τον άκουσε ποτέ. Συνέχισε να τον ακολουθεί με το βλέμμα, σιωπηλά, καθώς καθόταν στο κάτω μέρος της κουκέτας και σκάλιζε την μπανάνα που κουβαλούσε πάντοτε μαζί του. Σήκωσε το βλέμμα του και την κάρφωσε στα μάτια. «Μικρό; Πιάσε τις τζιβάνες από ‘κει» της είπε κοφτά και χαμογελαστά και η απορημένη Αλεξάνδρα άρχισε να ψάχνει τριγύρω της, κάτι άγνωστο.

Ανασηκώθηκε ο Παύλος για να βάλει το χέρι του στην κωλότσεπη. Έβγαλε ένα κομμάτι από σκληρό χαρτί. Ξαναβολεύτηκε στο κρεβάτι. Έκοψε το χαρτί στις διαστάσεις που θεωρούσε σωστές κι ύστερα, με τους αντίχειρες και με τους δείκτες άρχισε να το τυλίγει. Έπειτα έβαλε το ρολό ανάμεσα στους δύο δείκτες του κι άρχισε να τους κουνάει με αντίθετη φορά, τρίβοντας το κυλινδρικό πια χαρτί. Έπαιξε για λίγο μαζί του κι ύστερα το άφησε δίπλα του, πάνω στο στρωμένο κρεβάτι.

Η Αλεξάνδρα παρακολουθούσε το τελετουργικό του στριψίματος εκείνου του μακριού και δυνατού τσιγάρου, χωρίς να μιλάει. Μόνο όταν το άναψε ο Παύλος, της απηύθυνε τον λόγο. «Θες;» ήταν τα μόνα λόγια που είπε, μισοκλείνοντας τα μάτια, ενώ φυσούσε τον καπνό του προς το ταβάνι.

Χαμογέλασε η Αλεξάνδρα, γνέφοντας καταφατικά. Της έκλεισε το μάτι ο Παύλος. «Έλα» της είπε άηχα κι εκείνη σηκώθηκε και τον πλησίασε. Πήρε το τσιγάρο από το χέρι του και το έβαλε στο στόμα της. Τράβηξε μια μεγάλη τζούρα. Προσπάθησε να κατεβάσει τον καπνό στα πνευμόνια της, μα απέτυχε, πνίγηκε κι άρχισε να βήχει. Έβαλε τα γέλια ο Παύλος. «Σιγά – σιγά ρε κορκόδειλε, σιγά, δεν είναι για χόρταση» την πείραξε ο Παύλος, σπρώχνοντάς την μέσα στο γέλιο του. «Πάμε ξανά. Σιγά αυτή τη φορά» της είπε κι εκείνη τον υπάκουσε.

Όταν η Αλεξάνδρα άρχισε να νιώθει ένα μούδιασμα στα δάχτυλα των χεριών, το τσιγάρο ήταν κάπου στη μέση. Θα έπρεπε να έχει αρχίσει να τρομάζει, μα εκείνη την στιγμή, με την συγκεκριμένη παρέα, στον συγκεκριμένο χώρο, μόνο φόβο δεν ένιωθε. Ζήτησε το τσιγάρο από τον Παύλο κι έκανε ακόμη μια τζούρα, πριν αφήσει το κορμί της να πέσει αργά πάνω στο κρεβάτι. Μισόκλεισε τα βλέφαρά της. Ένα αμυδρό χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη της ασυναίσθητα. Ένιωσε τον Παύλο να σηκώνεται από το κρεβάτι. Έκανε να ανασηκωθεί για να δει πού θα πήγαινε, μα ένιωθε πως το σώμα της είχε βαρύνει απίστευτα. Στιγμές ή λεπτά αργότερα – δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η ροή του χρόνο είχε αλλάξει και όλα γύρω της ήταν ρευστά – άκουσε μια πολύ γνώριμη μελωδία.

Εκείνο το τραγούδι το είχε ξανακούσει με τον Παύλο, κάποιο άλλο βράδυ που ‘χαν αράξει στο σπίτι του. Όμως, το συγκεκριμένο βράδυ, ηχούσε διαφορετικά στα αυτιά της. Ο ήχος του ήταν πιο καθαρός. Ενώ η ταχύτητά του δεν είχε αλλάξει, της φαινόταν πως ήταν πιο αργό απ’ ότι συνήθως. Αντιλαμβανόταν εντελώς διαφορετικά τον χρόνο και την πραγματικότητα. Μπορούσε να ακούσει ξεχωριστά, κάθε όργανο που συνέθετε εκείνο το ταξιδιάρικο κομμάτι με τους παράξενους στίχους, αλλά και να τα ακούσει όλα μαζί. Μπορούσε να εστιάσει στην βαριά μπασογραμμή που την έκανε να ταξιδεύει σε σκοτεινές γωνιές της πόλης κι αμέσως μετά στην παραμορφωμένη μα μελωδική κιθάρα, που σκέπαζε επιμελώς την επίσης παραμορφωμένη φωνή του τραγουδιστή. «My shadow…»

Ούτε που κατάλαβε πότε βρέθηκε δίπλα της ο Παύλος, ούτε μπορούσε να ξεχωρίσει τα λόγια από τους στίχους του τραγουδιού. Όλα γύρω της είχαν χάσει τη σημασία τους και το μόνο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, για εκείνη, την δεδομένη στιγμή, ήταν το απόλυτο αίσθημα γαλήνης και η ευφορία που της προξενούσε. Μισάνοξε τα μάτια της και τον κοίταξε. Ο παχύς καπνός που έβγαινε από το στόμα του και κατευθυνόταν αργά προς το ταβάνι, έκαναν το πρόσωπό του να μοιάζει με το κεφάλι κάποιου σαμάνου, που ετοιμαζόταν να φέρει την βροχή στον τόπο του. Ένιωσε το χέρι του να αγγίζει το στομάχι της και άρχισε να γουργουρίζει. Δεν συγκράτησε τα λόγια του, μόνο ξανάκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στο σκοτάδι, την μουσική και το χάδι.

«Σ’ αρέσει;» την ρώτησε ο Παύλος κι η Αλεξάνδρα αποκρίθηκε καταφατικά, μ’ ένα ανεπαίσθητο μούγκρισμα.

«Εγώ, σ’ αρέσω;» συνέχισε ο Παύλος.

«Προτιμώ τα κορίτσια» αποκρίθηκε, κρυφογελώντας, η Αλεξάνδρα.

«Προτιμάς τα κορίτσια;» αναφώνησε εκείνος, για να πάρει ως απάντηση, ακόμη ένα καταφατικό μουγκρητό.

«Την Χριστίνα ας πούμε;»

«Ιού ρε! Η Χριστίνα έχει μικρά βυζιά!» του απάντησε εκείνη

«Όχι σαν τα δικά σου;» την πείραξε ο Παύλος, πριν τραβήξει το χέρι του από το στομάχι της και χουφτώσει το στήθος της.

«Όχι» του απάντησε η Αλεξάνδρα.

«Την Ελπίδα;»

«Είναι αγοροκόριτσο. Το προτιμώ».

«Προτιμάς περισσότερο τα αγόρια ή τα κορίτσια».

«Χμ…» μουρμούρισε η Αλεξάνδρα, καθώς τα γρανάζια του λογισμού της περιστρεφόντουσαν εξαιρετικά αργά, σε μια πραγματικότητα όπου ο χρόνος από ορμητικό ποτάμι είχε μετατραπεί σε έλος. «Περισσότερο τα κορίτσια» αποφάνθηκε μετά από μερικές στιγμές περισυλλογής.

«Γιατί;» απόρησε ο Παύλος.

«Εσένα γιατί σου αρέσουν τα κορίτσια;» τον αντιρώτησε η Αλεξάνδρα κι ο Παύλος κάγχασε. «Γιατί είμαι άντρας, προφανώς».

«Ναι, αλλά θα μπορούσαν να σου αρέσουν τα αγόρια».

«Τότε δεν θα ήμουν άντρας, αλλά πούστης» θύμωσε ο Παύλος.

«Και πού το πρόβλημα;» συνέχισε τις ερωτήσεις η Αλεξάνδρα.

«Με το να είσαι πούστης;»

«Ναι».

Δεν βρήκε κάτι ν’ απαντήσει ο Παύλος, όσο κι αν το σκέφτηκε. Δεν έβγαζε πάντοτε άκρη με τις ερωτήσεις και τις σκέψεις της Αλεξάνδρας, αλλά εκτός από καλή παρέα ήταν μπάνικο γκομενάκι. Ήθελε να την ρίξει, αλλά, από την άλλη, ήταν πολύ ντροπαλή κι άβγαλτη για τα γούστα του. Συνοφρυώθηκε όταν δεν κατάφερε να απαντήσει και της χούφτωσε και το άλλο στήθος.

«Θα μου πεις;» μουρμούρισε η Αλεξάνδρα.

«Τι να σου πω;»

«Πού είναι το πρόβλημα;»

«Είναι σιχαμεροί…»

«Οι ομοφυλόφιλοι;»

«Οι πούστηδες».

«Και τι σ’ ενοχλούν;»

«Με ενοχλούν»

«Γιατί;»

«Γιατί μ’ ενοχλούν. Έτσι. Κουβέντα θ’ ανοίξουμε;» την ρώτησε, νευριασμένα κι εκείνη γέλασε με το ύφος του.

«Δεν θες να ανοίξουμε κουβέντα;» συνέχισε η Αλεξάνδρα, με γαλήνιο και πράο τόνο.

«Όχι».

«Θες να πλέξουμε;» αστειεύτηκε η Αλεξάνδρα καθώς ο Παύλος άνοιγε το κουμπί του τζιν της. Κάγχασε πριν συνεχίσει να μιλάει. «Ξέρεις γιατί προτιμώ τα κορίτσια;» τον ρώτησε κι εκείνος, που ήδη είχε βάλει το χέρι του μέσα από το εσώρουχό της, απάντησε μ’ ένα ξερό «γιατί;» δίχως να την κοιτάξει.

«Επειδή είναι καλές στο στοματικό» μουρμούρισε η Αλεξάνδρα, σχεδόν αυτάρεσκα.

«Ίου ρε, που λες κι εσύ!» της απάντησε ο Παύλος.

«Όχι;» τον ρώτησε η Αλεξάνδρα, κλείνοντας τα πόδια της και σφηνώνοντας το χέρι του ανάμεσά τους.

«Όχι» αποκρίθηκε τελεσίδικα ο Παύλος.

«Εσύ χάνεις» απάντησε η Αλεξάνδρα, δίχως να κουνηθεί.

«Άσε το χέρι μου».

«Όχι».

«Άσε το χέρι μου» επανέλαβε ο Παύλος.

«Πάρε το χέρι σου από εκεί» του απάντησε η Αλεξάνδρα κι ούτε που κατάλαβε τι έγινε, όταν αποφάσισε να απελευθερώσει το χέρι του Παύλου.

Ο Παύλος τράβηξε το χέρι του και την γύρισε απότομα πάνω στο κρεβάτι. Δεν αντέδρασε η Αλεξάνδρα, που το σώμα της ήταν υπερβολικά βαρύ. Αδυνατούσε να σηκώσει οποιοδήποτε κομμάτι του. Της κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο, με μια σβέλτη κίνηση, μέχρι τα γόνατα. Μέχρι να προλάβει να πει κάτι η Αλεξάνδρα, είχε μπει βίαια μέσα της. «Σ’ αρέσουν τα κορίτσια;» την ρωτούσε, ξανά και ξανά, με μένος καθώς την βίαζε.

Αν δεν ήταν μαστουρωμένη η Αλεξάνδρα, θα συνειδητοποιούσε ότι ο βιασμός ψυχής και σώματος είχε κρατήσει μόλις σαράντα δευτερόλεπτα. Όμως, η αλλοίωση της πραγματικότητας που βίωνε, σε συνδυασμό με την αποκρουστικά παραμορφωμένη, σχεδόν ανύπαρκτη ροή του χρόνου, την έκαναν να νιώσει πως ο βιασμός της είχε κρατήσει μια ολόκληρη ζωή.

Όταν σηκώθηκε από πάνω της ο Παύλος, άναψε τσιγάρο και κάθισε στην παιδική καρέκλα του γραφείου. Το Forty Six & 2 δεν είχε ακόμη τελειώσει. Μήτε που γύρισε να την κοιτάξει, μόνο στέριωσε το βλέμμα του στο παράθυρο με τα παλιά ξύλινα κουφώματα κι απόμεινε να ρεμβάζει, παρατηρώντας το άδειο από αστέρια στερέωμα.

Ούτε που κατάλαβε πώς είχε περάσει η ώρα, όταν η άκρη του ματιού του έπιασε την Αλεξάνδρα να ανεβάζει το εσώρουχο και το παντελόνι της, να γυρίζει και να ανακάθεται στο κρεβάτι. «Θα με πας σπίτι;» τον ρώτησε με κενό βλέμμα και ήρεμη φωνή κι εκείνος ένευσε, δίχως να πει κουβέντα. Πήρε τα κλειδιά της μηχανής στα χέρια του, σηκώθηκε, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιο δίχως να την περιμένει.

Η διαδρομή τους, αν και μικρή, ήταν αργή και απόκοσμα σιωπηλή, σαν νεκρική πομπή που συνόδευε στην τελευταία του κατοικία, έναν άνθρωπο δίχως σχέσεις και επαφές. Το μυαλό της Αλεξάνδρας ήταν περισσότερο μουδιασμένο από το κορμί της και δεν ήθελε να μιλήσει. Ο Παύλος δεν είχε όρεξη ν’ ακούσει τίποτα, πόσο μάλλον να πει το οτιδήποτε. Ήθελε απλά να παρατήσει την Αλεξάνδρα στο σπίτι της και να καθίσει να πιεί.

Όταν έφτασαν έξω από γέρικη πολυκατοικία με τα καφέ παντζούρια και τα μπαλκόνια με τα αμέτρητα φυτά, η Αλεξάνδρα κατέβηκε κι ο Παύλος περίμενε να τον χαιρετήσει, όπως έκανε πάντα. Αντ’ αυτού, η Αλεξάνδρα στάθηκε μπροστά του και χαμογέλασε, με ένα πρωτόγνωρα μοχθηρό και σατανικό μειδίαμα που τον έκανε να τρομάξει. «Το ξέρεις ότι με βίασες, έτσι;» τον ρώτησε, όχι με τον γνωστό και πράο τόνο της, αλλά με μια προσποιητά παιδιάστικη φωνή, που μέσα της υπήρχε οργή και μένος. «Το ξέρεις» συνέχισε, κλείνοντας το μάτι της, δίχως να σταματήσει να χαμογελάει.

«Αλεξάνδρα…» άρχισε να λέει εκείνος, μα δεν τον άφησε να μιλήσει.

«Πρεζάκιας και βιαστής. Ευτυχώς, όμως, τ’ αγόρι μου, δεν είναι πούστης. Προς Θεού! Όλα τ’ άλλα ναι, αλλά πούστης, όχι…»

«Αλεξάνδρα…» επέμεινε εκείνος, μα η Αλεξάνδρα δεν είχε σκοπό να τον ακούσει.

«Βιαστής από κούνια. Και, εν κατακλείδι, πούστης. Γιατί η πουστιά, αγοράκι, δεν είναι στο σώμα. Η πουστιά είναι στην ψυχή» κατέληξε η Αλεξάνδρα πριν χαμογελάσει μοχθηρά, κάνει μεταβολή και φύγει για την είσοδο της πολυκατοικίας.

***

Ο Παύλος άλλαξε μετά από εκείνο το βράδυ. Αν και μπορούσε, κατά καιρούς, να διαχειριστεί τα συσσωρευμένα τραύματά του, αυτό δεν μπορούσε ούτε να το επουλώσει, ούτε να το αφήσει να γιάνει. Το έξυνε, συχνά – πυκνά, καθώς η φωνή της Αλεξάνδρας, αντηχούσε μέσα στο μυαλό του. «Βιαστής» άκουγε και ξανάκουγε και βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά, μέσα σ’ έναν βούρκο απ’ τον οποίο δεν είχε το κουράγιο να βγει.

Άρχισε να κλείνεται στον εαυτό του και να πίνει περισσότερο. Όμως, οι ουσίες δεν λειτουργούσαν πια θεραπευτικά, δεν γιάτρευαν ούτε την ψυχή, ούτε και το μυαλό του. Αν και ποτέ δεν μιλούσε ιδιαίτερα με την Λίλιαν, ποτέ δεν έκανε σοβαρές κουβέντες μαζί της, έπαψε και να συζητάει, τα όσα, λίγα, κάποτε, μπορούσε να συζητήσει. Η σχέση τους παρέπαιε, όμως δεν ήταν διατεθειμένος να την τερματίσει για τους δικούς του λόγους.

Η Λίλιαν, από την άλλη, δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι και προσπαθούσε, με νύχια και με δόντια, να τον καταφέρει να της επιτρέψει να τον βοηθήσει. Μάταια. Πέρασε ένα εξάμηνο κι ύστερα άλλο ένα. Εκείνη καλούνταν κάθε φορά να μαζέψει τα σπασμένα του Παύλου, να τον δανείσει, να χρηματοδοτήσει τα βίτσια του κι εκείνος, όποτε ντρεπόταν, όποτε δεν άντεχε, όποτε δεν ήταν καλά, εξαφανιζόταν για να μην την πονάει.

Κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί συνεχιζόταν εκείνο το παράλογο παιχνίδι μεταξύ τους. Μέχρι που, κάποιο βράδυ, η Λίλιαν δεν κατάφερε ν’ αντέξει ό,τι ζούσε με τον Παύλο και τον εξοστράκισε από τη ζωή της. Για μερικές μέρες. Γιατί δεν κατάφερνε να ζει με τις τύψεις του ανθρώπου που έμπλεξε κάποιον σ’ έναν κόσμο από τον οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Γιατί δεν κατάφερνε να κάνει τις ερινύες να σωπάσουν· εκείνη ήταν καθαρή και παρέμενε καθαρή κι ο Παύλος, μέρα με την μέρα, κατέρρεε σιωπηλά.

Κι έτσι θα συνεχιζόταν ο φαύλος κύκλος τους εσαεί. Κι έτσι συνεχίστηκε μέχρι που ο Παύλος πήρε αποφάσεις και για τους δύο. Πήρε τις λάθος αποφάσεις, για τους σωστούς λόγους, γιατί έτσι τον είχαν μάθει να κάνει. Βλέπεις, το να πάρεις τις πραγματικά σωστές αποφάσεις είναι κοινωνικά κατακριτέο. Γιατί, για την κοινωνία, είναι περισσότερο ταμπού η ψυχική ασθένεια, παρά ο αλκοολισμός. Για την κοινωνία το να ζητήσεις βοήθεια είναι περισσότερο ταμπού απ’ το να πνίγεις το κεφάλι σου σ’ ότι σε βοηθάει να καθαρίσει. Για την κοινωνία, ο άντρας είναι άντρας και πρέπει να ‘χει εμπειρίες. Δεν πρέπει να κλαίει, δεν πρέπει να λυγίζει, δεν πρέπει να δείχνει αδύναμος.

Κι ο Παύλος, που τού ‘χαν στερήσει το κλάμα, που τού ‘χαν αρνηθεί την έκφραση της αδυναμίας και που τού ‘χαν απαγορέψει να λυγίζει, έσπασε. Γιατί ό,τι δεν λυγίζει, αργά ή γρήγορα, σπάει και διαλύεται και μετατρέπεται σ’ αναρίθμητα κομμάτια που κανένας δεν μπορεί να μαζέψει, πόσο μάλλον, να ανασυναρμολογήσει έναν εαυτό από αυτά.

***

Ο Παύλος είχε κλειστεί γι’ ακόμη μια φορά στον εαυτό του. Μετά από ακόμη έναν επικό καυγά, μια απόπειρα φυγής και μια υπόσχεση για ξεκαθάρισμα, καθόταν στον καναπέ της Λίλιαν και κοίταζε με θολό, βαριεστημένο βλέμμα, την τηλεόραση που έπαιζε άσκοπα. Το πέλμα του κουνιόταν στον ρυθμό της αργής μουσικής που πήγαζε από κάποιο παρκαρισμένο, στο δρόμο, αυτοκίνητο. Ο χτύπος της βαριάς μπότας πάνω στο πάτωμα, εκνεύριζε την ήδη νευριασμένη Λίλιαν, που προσπαθούσε, μάταια, να τον κάνει να της μιλήσει.

«Μπορείς να μου πεις, τι διάολο έχεις πάθει;» σχεδόν ούρλιαξε η Λίλιαν κι εκείνος ανέβλεψε, για μία στιγμή, πριν χαθεί και πάλι στις σκέψεις του.

«Δεν τρως! Δεν μιλάς! Δεν κοιμάσαι! Δεν λειτουργείς!» συνέχισε εκείνη.

Μισόκλεισε τα μάτια του. Κούνησε το κεφάλι του, το οποίο πήρε φόρα κι άρχισε να ταλαντεύεται πάνω – κάτω, όντας ανήμπορος να το συγκρατήσει. Τράβηξε μια βαθιά ανάσα. Κράτησε τον αέρα στα πνευμόνια του. Γύρισε προς το μέρος της. Τα χέρια του έτρεμαν. Το πόδι του συνέχιζε να χτυπάει ρυθμικά το δάπεδο. Ξεφύσησε. «Δεν έχω όρεξη» της απάντησε βαριεστημένα, πριν χωθεί στον καναπέ. Έπλεξε τα δάχτυλά του κι ύστερα απόθεσε τα χέρια του πάνω στο στήθος του.

«Ποτέ δεν έχεις όρεξη!» συνέχισε η Λίλιαν, όντας ανήμπορη να τιθασεύσει την οργή της.

«Μη με ψέλνεις ρε κούκλα…» ψιθύρισε, σχεδόν άψυχα, ο Παύλος

«Συνέχεια σε ψέλνω και σου γκρινιάζω! Καραμέλα το ‘χεις κάνει, Παύλο!»

«Το κάνεις, αφού».

«Θα μου πεις τι έχεις πάθει;» τον ρώτησε, αναστενάζοντας κι εκείνος έγνεψε αρνητικά, πριν ξεβολευτεί και σηκωθεί όρθιος.

«Δεν είπαμε ότι θα μιλήσουμε κι ότι θα ξεκαθαρίσουμε;» τον ρώτησε θλιμμένα η Λίλιαν, όταν τον είδε να στέκεται, όρθιος, μπροστά της.

«Με πνίγει το σπίτι. Θα βγω λίγο να βολτάρω και θα τα ξεκαθαρίσουμε. Ναι, κούκλα;» την ρώτησε, φορώντας το βαρύ του μπουφάν και πηγαίνοντας προς την πόρτα.

Αναστέναξε η Λίλιαν, που ήξερε ότι ο Παύλος μπορεί να επανεμφανιζόταν την Δευτέρα στο κατώφλι της. «Καλά» μουρμούρισε, κοιτάζοντάς τον να παίζει με το κλειδί της μηχανής του.

«Καλά;» την ρώτησε, κοιτάζοντάς την με την άκρη του ματιού του, μισοχαμογελώντας στραβά.

«Καλά, Παύλο».

«Έφυγα, κούκλα».

«Σ’ αγαπάω, Παύλο» του είπε η Λίλιαν κι εκείνος, δίχως ν’ απαντήσει, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και εξαφανίστηκε.

Η καρδιά του ήταν πάρα πολύ βαριά εκείνο το βράδυ και βούλιαξε ακόμη περισσότερο μέσα στην άβυσσο της ψυχής του, όταν του χάιδεψε το πρόσωπο ο παγωμένος αέρας του Οκτώβρη. Έφτασε μπροστά στη μηχανή, χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε σταματήσει να παίζει με το κλειδί της. Για πρώτη φορά δεν την βάτεψε, αλλά την καβάλησε με σεβασμό και δέος. Έβαλε το κλειδί στην μίζα. Ψάρεψε ένα στραπατσαρισμένο πακέτο με τσιγάρα από την τσέπη του. Έβγαλε ένα και το έφερε κοντά στη μύτη του. Μύρισε το σφιχτά τυλιγμένο τσιγάρο, πριν το σαλιώσει ελαφρά και ακουμπήσει το φίλτρο στα χείλη του. Έβγαλε τον αναπτήρα από την άλλη του τσέπη, εκείνον που του είχε κάνει δώρο η Λίλιαν, λίγο πριν τον πάρουν φαντάρο. Άνοιξε το καπάκι του και απόμεινε για μερικές στιγμές ακίνητος, για να οσμιστεί το αρωματικό καύσιμο. Μ’ ένα περίτεχνο χτύπημα των δαχτύλων, περίστρεψε τον τροχό του αναπτήρα, για να γεννήσει μια σπίθα που θα δημιουργούσε μια φλόγα. Σήκωσε τα μάτια του και έψαξε το μικρό μπαλκονάκι της Λίλιαν, ανάμεσα στις σκοτεινές πολυκατοικίες. Κάγχασε όταν συνειδητοποίησε πως η Λίλιαν είχε σβήσει το φως του σαλονιού. Άναψε το τσιγάρο κι έκλεισε τον αναπτήρα με μια ακόμη περίτεχνη κίνηση. Τράβηξε μια τζούρα κι ύστερα έριξε τους αγκώνες του πάνω στο τιμόνι της μηχανής.

Το ανύπαρκτο φεγγάρι και ο αέρας που αλυχτούσε παράξενα, γέμιζαν με αναμνήσεις το μυαλό του Παύλου. Εκείνες τις αναμνήσεις που ποτέ δεν ήθελε να κουβαλάει, μα πάντοτε τις έσερνε μαζί του. Πάλευε μαζί τους και υπήρχαν στιγμές που κατάφερνε να τις καθυποτάξει και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Όμως, ως άλλος Σίσυφος, όταν έφτανε στο τέρμα της διαδρομής, προσέθετε ακόμη ένα λάθος στον σωρό κι οι τύψεις του απελευθέρωναν τον χαμό των αναμνήσεων και τον έσερναν πάλι στον πάτο, για να προσπαθήσει ξανά, από το μηδέν, να βγει νικητής σ’ έναν πόλεμο που, από παιδί, είχε χάσει.

Άφησε εκείνες τις σκέψεις να περιπλανηθούν στα τοιχώματα του μυαλού του. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως δεν θα ξημέρωνε η μέρα που θα πατούσε γερά στα πόδια του, χωρίς να νιώσει την ανάγκη να πνίξει τις κραυγές που τριβέλιζαν το κρανίο του. Πέταξε το μισοκαπνισμένο τσιγάρο μακριά και έβαλε μπροστά τη μηχανή. Άγγιξε απαλά το γκάζι. Παρατήρησε πως το χέρι του έτρεμε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι φοβόταν πια κι αν φοβόταν κάτι. Μπορούσε όμως να δει, με το μάτι της φαντασίας του, πως το πλήρωμα του χρόνου είχε φτάσει για εκείνον. Είχε μέρες που ‘χε πάρει τις αποφάσεις του και δεν σκόπευε, εκείνο το βράδυ να τις ανακαλέσει, μόνο ήθελε να ξεμπερδέψει μια και καλή μ’ όσα τον βασάνιζαν, πριν να βγει σε μια μεγάλη λεωφόρο για ν’ αρχίσει ένα ταξίδι από το οποίο δεν θα υπήρχε επιστροφή.

Ξεκίνησε αργά κι έβαλε πλώρη για την μισοτελιωμένη και παρατημένη οικοδομή, που άραζε και κοιμόταν, όταν δεν ήθελε να πάει στην μάνα του κι όταν ντρεπόταν πολύ ν’ αντικρίσει την Λίλιαν. Ήξερε πως θα ‘βρισκε παρέα εκεί. Έστω και για λίγο. Έστω και κακής ποιότητας. Έστω και οι «πεταμένοι», όπως τους χαρακτήριζε, ήταν προτιμότεροι από την αβυσσαλέα μοναξιά που θρυμμάτιζε την ψυχή του.

Την μοναξιά δεν άντεχε ο Παύλος, γιατί ήταν μόνος από παιδί. Είχε καταφέρει να την γνωρίσει, να την κάνει κτήμα του και, πολλές φορές, να την έχει ανάγκη. Μα δεν την άντεχε, για κανένα λόγο, όσο κι αν επιζητούσε, για λίγες στιγμές ή για πολλές μέρες, να μένει μόνος.

Πάρκαρε την μηχανή έξω από το γιαπί που ήταν περιστοιχισμένο από σιδερένια πλέγματα. Ξεπέζεψε απαλά κι απόμεινε για μερικές στιγμές να κοιτάζει το κτήριο που δεν έμελλε να ολοκληρωθεί ποτέ. Εκείνη η πολυκατοικία, στο στενό δρομάκι που ελίσσονταν ανάμεσα σε μικρά οικόπεδα και παλιά σπίτια, είχε μείνει στα μπετά, από τότε που ο Παύλος θυμόταν τον εαυτό του. «Ίσως να ήταν ωραία γειτονιά, κάποτε, παλιά…» συλλογίστηκε, θωρώντας τον σκελετό του εξαώροφου θηρίου, που τις μέρες έπνιγε τον αέρα και έριχνε την σκιά του σε παστρικές, ασβεστωμένες αυλές και τις νύχτες τρόμαζε τους περίοικους με τους περίεργους θορύβους του και τις παρέες παριών που προσέλκυε.

Πέρασε στην πιλοτή της οικοδομής κι ανέβηκε την στριφογυριστή σκάλα μέχρι τον τρίτο όροφο. Δεν ήταν τόσο η θέα, αλλά οι παλέτες με τα πετρωμένα τσιμέντα και τα σπασμένα τούβλα, και τα έπιπλα που ‘χαν προχειροφτιάξει με δοκάρια, καρφιά και φελιζόλ, όσοι έβρισκαν καταφύγιο σ’ εκείνη την οικοδομή. Ήλπιζε να βρει λίγη συντροφιά. Μάταια. Μόνο μια γνωστή, που κάπου – κάπου έκαναν παρέα, βρισκόταν εκεί κι εκείνη κοιμόταν, τρέμοντας, πάνω σε μερικά σακιά τσιμέντου, τυλιγμένη μ’ ένα φαρδύ και βρώμικο, μάλλινο πουλόβερ.

Περπάτησε σχεδόν αθόρυβα, μέσα στα μπάζα, τα μπουκάλια από μπύρες, τα τσίγκινα κουτάκια αναψυκτικών και τις άδειες σύριγγες, για να φτάσει σε κάτι που έφερνε σε αυτοσχέδιο παγκάκι. Κάθισε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, αλλά το παγκάκι έσκουξε βάναυσα κάτω από το βάρος του. Άναψε τσιγάρο βιαστικά κι έχωσε τα παγωμένα του δάχτυλα στις τσέπες του μπουφάν για να τα ζεστάνει λίγο. Κόλλησε το βλέμμα του στην ισχνή και βρώμικη κοπέλα, με τα λαδωμένα, μαύρα μαλλιά και τις κόκκινες, μακριές ανταύγειες. Ξεφύσησε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. «Άραγε έτσι να ‘μαι κι εγώ, όταν παρατάω το κορμί μου να ξαποστάσει;» συλλογίστηκε θλιμμένα.

Εκείνο ήταν το πρώτο βράδυ που δεν ήθελε να χαλαστεί. Είχε εξασφαλίσει τις δόσεις του και τις κουβαλούσε μαζί του, γνωρίζοντας πως τα φθινοπωρινά βράδια δεν έβρισκε απάντηση σε καμία ερώτηση κι έπρεπε να μουδιάσει το μυαλό του για να πάψει ο πόνος. Μα εκείνο το βράδυ δεν πονούσε. Στεναχωριόταν, αλλά δεν πονούσε. «Καινούριο συναίσθημα» μονολόγησε πικρόχολα. Ένα χαμόγελο χαρμολύπης σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.

Εκείνο ήταν το πρώτο βράδυ που μπορούσε πραγματικά να εκτιμήσει την νύχτα κι ό,τι έφερνε μαζί της. Το ζεστό, κίτρινο φως των φανοστατών, που αδυνατούσε να φωτίσει τον παράξενο δρόμο. Τον απόηχο τον αυτοκινήτων που μάρσαραν και κορνάριζαν στην πιο κοντινή λεωφόρο. Τις κραυγές μιας μάνας για τα μαθήματα του κανακάρη της. Την μυρωδιά τσιγαρισμένου λουκάνικου, αναμεμειγμένη μ’ εκείνη της πιπεριάς. Το I suppose, στην απόσταση, έμοιαζε να έρχεται από το δωμάτιο κάποιας ερωτευμένης έφηβης που ονειροπολούσε. Το ήξερε γιατί το είχε ακούσει αμέτρητες φορές. Άρεσε στην Λίλιαν εκείνο το τραγούδι. Το είχε μέχρι και για ήχο κλήσης στο κινητό της. «You taught me hell now and no one knows it…» μονολόγησε κι εκείνα τα λόγια τον γύρισαν αιώνες πίσω.

Πετάρισε τα βλέφαρα, γιατί, για μία στιγμή, του φάνηκε πως πέρασε από μπροστά του ένα κοντό, ξανθό παιδί, με μια μακρόστενη και άκαμπτη σχολική τσάντα. Τινάχτηκε όταν άκουσε έναν ανεπαίσθητο κρότο. Γύρισε απότομα προς τα αριστερά του. Το λειψό κορμί της κοπέλας που κοιμόταν, είχε αρχίσει να ξυπνάει. Πέταξε το τσιγάρο του κι άναψε ένα άλλο. Την είδε να ανακάθεται, να τεντώνεται, να τρίβει τα μάτια της και να μαζεύει πρόχειρα τα μαλλιά της. Την είδε να τον κοιτάζει με απορία, γέρνοντας το κεφάλι της, μισοκλείνοντας τα βλέφαρα και προσπαθώντας να καταλάβει ποιον είχε απέναντί της. «Λιόπεση;» μουρμούρισε, με βραχνή, σχεδόν γρεζαριστή φωνή κι εκείνος ένευσε καταφατικά.

Η Αθηνά πήρε μια βαθιά ανάσα, κλείνοντας τα μάτια της. Τέντωσε τα χέρια της για να ξεπιαστεί κι ύστερα, μ’ ένα επιδέξιο σάλτο, κατέβηκε από εκείνη την στοίβα και πήγε προς το μέρος του. «Κάνα τσιγάρο έχεις;» τον ρώτησε, πριν καθίσει δίπλα του κι εκείνος, καγχάζοντας θλιμμένα, της έδωσε το πακέτο του.

«Έχω ξεμείνει και τραβάω ζόρια…» μονολόγησε εκείνη, ανάβοντας το τσιγάρο.

«Ρε, αφού το δίνεις για ένα πακέτο τσιγάρα και δύο σουβλάκια…» την πείραξε ο Παύλος.

«Ε, δεν με λες και καλό πράμα» σχολίασε εκείνη, χαμογελώντας και δείχνοντας τα δόντια της που είχαν αρχίσει να σαπίζουν. «Κάποτε ήμουν μπάνικο γκομενάκι. Τώρα δεν μου ‘χει μείνει ούτε βυζί… Δεν γαμιέται, Παύλε; Ό,τι μπορούμε κάνουμε…»

«Ό,τι μπορούμε…» επανέλαβε αφηρημένα ο Παύλος και χωρίς να καταλάβει πώς, έβαλε το χέρι του στη μέσα τσέπη του μπουφάν του κι έβγαλε από εκεί το πορτοφόλι του. Το άνοιξε και μέτρησε βιαστικά τα χαρτονομίσματα. Σχεδόν είκοσι πέντε χιλιάρικα, σε χιλιάρικα, πεντακοσάρικα και κατοστάρικα.

«Πλούσιος…» τον πείραξε η Αθηνά, καθώς τα κατακόκκινα μάτια της, έτρεχαν πάνω στην στοίβα των χαρτονομισμάτων που μετρούσε ο Παύλος.

«Δε βαριέσαι… Έφαγα τρία πορτοφόλια προχθές…» μουρμούρισε καθώς της έδωσε τα χαρτονομίσματα.

Η Αθηνά τον κοίταζε με απορία. Ήθελε να απλώσει το χέρι και να τα βουτήξει, μα γνώριζε, ίσως καλύτερα απ’ τον καθένα, ότι όπως κι εκείνη, έτσι και ο Παύλος, δεν θα έδινε ποτέ λεφτά, πόσο μάλιστα τόσα λεφτά, σ’ οποιονδήποτε, χωρίς να έχει καλό λόγο.

«Πάρ’ τα, ρε» της είπε ο Παύλος, χαμογελώντας.

«Γιατί;» τον ρώτησε εκείνη, καχύποπτα.

«Γιατί, έτσι» της απάντησε, δίχως ν’ αλλάξει ύφος.

«Σίγουρα;»

«Σίγουρα».

Η Αθηνά βούτηξε τα λεφτά από το χέρι του και τα έχωσε, βιαστικά, στον κόρφο της. Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος που μέχρι πριν λίγο κοιμόταν. Ο Παύλος δεν της έδωσε σημασία, μόνο γύρισε το κεφάλι προς τον ουρανό κι απόμεινε να ρεμβάζει.

Στιγμές αργότερα, η Αθηνά επέστρεψε κρατώντας ένα μπουκάλι μαυροδάφνη. «Κερνάω εγώ» του είπε, γελώντας, προτού ανοίξει το μπουκάλι και το δώσει στον Παύλο.

«Δεν θέλω» της απάντησε εκείνος.

«Είσαι καλά;»

«Όχι».

«Έχεις κάτι;»

«Δεν ξέρω».

«Γι’ αυτό σε στέλνει το γκομενάκι σου. Γιατί δεν της μιλάς, Παύλε;»

«Ναι, μπράβο, κι η Λίλιαν θεωρεί πως όλα λύνονται με συζήτηση» σχολίασε εκείνος, πριν βάλει το χέρι του στην κωλότσεπη. Είχε προνοήσει να προμηθευτεί ηρωίνη, που πια ούτε ήθελε, ούτε γούσταρε. Την έδωσε κι εκείνη στην Αθηνά.

«Πολύ γκράντε είσαι σήμερα, αδερφάκι μου. Έπιασες την καλή;»

«Μπα…»

«Τι σκέφτεσαι;»

«Ένα κοντό παιδί, με μια φαρδιά, μακρόστενη σάκα, κάποιο πρωινό του ‘79…» μονολόγησε ο Παύλος κι ύστερα τράβηξε ακόμη μια τζούρα από το τσιγάρο του. Έβγαλε τον αναπτήρα του από την τσέπη κι άρχισε να παίζει μαζί του.

«Το ‘79 ε; Το ‘79 ήμουν αγέννητη» του είπε η Αθηνά.

«Το ‘79 ήμασταν παιδιά – θραύσματα. Ο Παυλής κι ο Μιχαλάκης. Έτσι μας φώναζε ο γέρος μου. Πόσα χρόνια πάνε ρε…» αναθυμήθηκε εκείνος, αναστενάζοντας μελαγχολικά.

«Λες καλές ιστορίες, Λιόπεση;»

«Που ξέρω; Δεν είπα και ποτέ μου καμία…»

«Πες μου αυτή την ιστορία…» άκουσε να τον παρακαλεί και το μυαλό του γύρισε σε αναμνήσεις που πίστευε πως είχε θάψει πολύ βαθιά μέσα του. Βούρκωσε, δίχως να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Ένα δάκρυ κύλισε από το μάτι του στο μάγουλό του κι ύστερα έσκασε στο γεμάτο σκόνη και βρωμιά πάτωμα, με έναν εκκωφαντικό πάταγο, που μόνο εκείνος θα κατάφερνε ν’ ακούσει.

Θυμήθηκε ένα κοντό, στρουμπουλό παιδί, με ροδαλά μάγουλα, να περπατάει σ’ έναν παγωμένο δρόμο. Παμβρώμικο ήταν εκείνο το παιδί, που φορούσε ένα λεπτό, μακρυμάνικο μπλουζάκι και μια παλιά, τρύπια φόρμα. Τα ρούχα που ήταν πάνω του για τρεις εβδομάδες, συνεχόμενα, μέρα και νύχτα, δεν μπορούσε να τα ξεχάσει. Το κοντό παντελονάκι που δεν έφτανε μέχρι τους αστραγάλους του. Οι χοντρές, μα λιωμένες από την χρήση κάλτσες, που δεν κατάφερναν να ζεστάνουν τα ποδαράκια του. Τα τρύπια παπούτσια που έμπαζαν κρύο και βρωμόνερα που λίμναζαν στα σακατεμένα πεζοδρόμια, είχαν γίνει γκρι και καφέ, από άσπρα. Από την συνεχόμενη χρήση και την τριβή, η φόρμα είχε διαλυθεί και τα μπούτια του ήταν μόνιμα συγκαμένα. Ούτε που μπορούσε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που ‘χε πλυθεί.

Θυμήθηκε τον ζεστό και φωτισμένο φούρνο της γειτονιάς, που ευωδίαζε υπέροχα και το βλέμμα του, το πεινασμένο και θλιμμένο βλέμμα που έπεφτε πάνω στα κουλούρια, στα μπισκότα, στα κριτσίνια και στα ζεστά ψωμιά, κάθε που περνούσε από εκεί. Σπάνια είχε χρήματα για να μπει μέσα και να πάρει ένα ζεστό κουλουράκι με σουσάμι, για να καταφέρει να κατευνάσει το στομάχι του, που βαρούσε μόνιμα ταμπούρλο από την πείνα. Κάθε που κατάφερνε να ξεκλέψει κανένα κέρμα από το σπίτι, μπουκάριζε στον φούρνο, σέρνοντας μαζί του την βαριά και άκομψη σχολική τσάντα και αγόραζε ένα κουλούρι που του κρατούσε συντροφιά μέχρι να φτάσει έξω από το προαύλιο του σχολείου. Οι μπουκιές του ήταν πάντοτε μικρές και ποτέ δεν μασούσε το γλυκό κουλούρι, μόνο το πιπιλούσε στο στόμα του, αντλώντας μια παράξενη ηδονή, από την γεύση που σπάνια είχε το δικαίωμα να αισθανθεί.

Θυμήθηκε την κυρία Αριάδνη, την ψηλή, ξανθιά γυναίκα με το καρέ και τα κατάμαυρα, πελώρια μάτια, ν’ αφήνει τον φίλο του, τον Μιχάλη, έξω από την πόρτα του σχολείου. Αν και ο Μιχάλης έμενε πιο κοντά στο σχολείο από εκείνον, η μητέρα του, κάθε πρωί, του ετοίμαζε το πρωινό του κι ύστερα τον έφερνε στο σχολείο. Σε αντίθεση με την κυρία Αριάδνη, ο κοντόχοντρος μπόγος που αποκαλούσε «μάνα» δεν αξιώθηκε ποτέ να του φτιάξει πρωινό ή να τον πάει μέχρι το σχολείο. Μόνο ήξερε να αναστενάζει συνέχεια, φωνάζοντας «ωχ Παναγία μου» και να σταυροκοπιέται.

Θυμήθηκε τις σκανταλιές του και το ξύλο που μάζευε τόσο στο σχολείο, όσο και στο σπίτι. Όμως δεν το έβαζε κάτω. Ποτέ δεν το έβαζε κάτω ο Παυλής, που ήταν πρώτος στο πείραγμα και στην αταξία. Ακόμη κι όταν οι συμμαθητές του δεν τον πλησίαζαν γιατί βρωμούσε χειρότερα από βρωμοκούναβο. Ακόμη κι όταν ένιωθε πως ένα τεράστιο χέρι συνέθλιβε ό,τι υπήρχε μέσα του. Ακόμη και τα απογεύματα που αποζητούσε την στοργή μιας μάνας εμμονικής με την λάτρα. Ακόμη και τα βράδια που ήθελε μια αγκαλιά απ’ τον πατέρα, που μονίμως ήταν κόκκινος, έχανε τα λόγια του και έζεχνε ρακί. Ακόμη και το χάραμα, που ξυπνούσε από τρομακτικούς εφιάλτες και σκαρφάλωνε στο περβάζι του παραθύρου, για να χαζέψει τον άδειο δρόμο και τα λιγοστά αυτοκίνητα που τον διέσχιζαν αραιά και πού.

Δεν άλλαξε ούτε όταν έχασε τον πατέρα του. Το κοστούμι που φορούσε στην κηδεία ήταν δανεικό και το φέρετρο δεν το ‘χε πλησιάσει, γιατί φοβόταν πως θα μύριζε όπως μύριζε κι ο γέρος του, όταν ήταν εν ζωή. Δεν ήταν βίαιος άνθρωπος ο Μένιος, μόνο έπινε περισσότερο απ’ όσο άντεχε, γιατί θεωρούσε ότι πίνοντας μπορούσε ν’ αντέξει, όσα του έφερνε κάθε μέρα η ζωή του. Το ‘ξερε ο Παύλος, το ‘ξερε πως ο πατέρας του ήταν δυστυχισμένος, το ένιωθε, γιατί ένιωθε πως κι εκείνος ήταν δυστυχισμένος. Γι’ αυτό κι ο ίδιος δεν άργησε να μπει στον φαύλο κύκλο της υποτιθέμενης αυτοίασης που ο Μένιος θεωρούσε ότι του προσέφερε το αλκοόλ.

Δεν άλλαξε ούτε όταν πήγε στο γυμνάσιο κι έμεινε μόνος με την μάνα του. Ο αδερφός του την κοπάνησε για να σπουδάσει. Δεν άλλαξε ούτε όταν ο αδερφός του ξενιτεύτηκε, γιατί με μια σύνταξη στο σπίτι, δεν είχαν ούτε για να φάνε. «Έγινε μπρούκλης ο αδερφός σου, κατάλαβες;» άκουγε τη μάνα του να λέει πικραμένα, τον καιρό που δεν κατάφερνε να τον χορτάσει ένα πιάτο με φαΐ.

Στα δεκατέσσερα άρχισε ν’ αλλάζει, όταν ανακάλυψε, παρέα με τον Μιχάλη, τον μαγικό κόσμο της μέθης και του τσιγάρου. Κι άξαφνα, έφυγαν όλες οι σκοτούρες από πάνω του. Έκλεισαν οι πληγές κι επουλώθηκαν τα τραύματα. Αυτό πίστευε, γιατί αυτό ένιωθε. Και όλα, στην ζωή του, πήγαιναν καλά.

Εκείνο το βράδυ, σκαλίζοντας μια εξαιρετικά επίπονη ιστορία, πάνω σε αναμνήσεις που είχαν ξεθωριάσει κι είχαν καεί κι είχαν γίνει στάχτη και τις είχε σκορπίσει ο άνεμος στα πέρατα του μυαλού του, συνειδητοποίησε τα λόγια που του είχε πει κάποτε η Λίλιαν. «Αδύναμος». Ναι, ο Παύλος ήταν πάντοτε αδύναμος, γιατί αδυνατούσε να σκεφτεί πιο μακριά από το κάθε «τώρα». Ποτέ δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες, μόνο ακολουθούσε, πάντοτε στα σίγουρα και στα ασφαλή. Πότε δεν έφευγε μακριά απ’ την ακτή, ποτέ δεν πήγαινε στα βαθιά, εκεί που δεν πατούσε, ποτέ δεν δοκίμαζε κάτι χωρίς να ‘χει ακούσει από κάποιον ότι ήταν καλό, ποτέ δεν έφυγε από την πατρική εστία, ποτέ δεν άφηνε τον εαυτό του να βρεθεί μακριά απ’ το καταφύγιό του. Στα είκοσι έξι του, ο Παύλος ήταν ένας αδύναμος άνθρωπος, που ζούσε περισσότερο σαν ψευτοεπαναστάτης έφηβος, παρά ως ένας ενήλικας που έπρεπε να αναλάβει το βάρος των πράξεων του και τις ευθύνες που του αναλογούσαν.

Γύρισε προς την Αθηνά και την κοίταξε στα μάτια. Ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε, απαλά με τον δείκτη του, το μάγουλό της. Ό,τι είχε μάθει από στοργή, το ‘χε μάθει απ’ την Λίλιαν κι από εκείνη, ποτέ δεν πήρε την στοργή που ήθελε να του δώσει, αλλά μόνο εκείνη που πραγματικά είχε ανάγκη. Την μητρική στοργή. Ίσως και γι’ αυτό να μην μπορούσε να μένει μαζί της. Αλλά απ’ την άλλη φοβόταν κι έτρεμε την μοναξιά. Ίσως γι’ αυτό να μην μπορούσε να κάνει μακριά της.

Τα δάκρυά μας δεν είναι το νερό που θα δώσει ζωή στην πλάση, αλλά η σπορά των αναμνήσεών μας, σε έναν κόσμο που καταρρέει. Κι αν δεν τα αφήσουμε να τρέξουν, αν δεν σπείρουμε τον κόσμο μ’ ό,τι κακό μας συνέβη, εκείνο το κακό δεν θα φύγει ποτέ από τα στενά όρια του μυαλού μας και θα συνεχίζει να κατασπαράσσει ό,τι βρίσκει μέσα μας, μέχρι να μας αφήσει κενούς και κούφιους, ψυχικά καταβεβλημένους και συναισθηματικά ανάπηρους. Κι ο Παύλος, εκείνο το βράδυ, είχε καταλάβει πως δεν είχε μείνει τίποτα μέσα του. Ζούσε για να ζει· μια άδεια ύπαρξη σε μια μίζερη ζωή, χωρίς πεπρωμένο, χωρίς προορισμό, χωρίς αύριο.

Οι αναμνήσεις μας έχουν την τάση να ξεθωριάζουν και να χάνονται, να φθείρονται, από την άγρια ορμή του χρόνου, που στο τέλος μας αφήνει με μια παράξενη επίγευση. Η επίγευση του ό,τι μπορεί να είχε συμβεί· γιατί την γεύση δεν την νιώσαμε πραγματικά ποτέ, μόνο νοερά, κάθε φορά που σκεφτόμασταν πού θα μας οδηγούσε η επιλογή που δεν κάναμε. Ο χρόνος μας γεμίζει με αμφιβολίες για τα όσα συνέβησαν· μην έχοντας ατόφιες και αλώβητες αναμνήσεις, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν περάσαμε όσα πιστεύουμε ότι περάσαμε. Ο χρόνος μας κατακλύζει με απορίες για όλα όσα πιστεύουμε πως έχουν συμβεί, μα έχουμε πια ξεχάσει.

Οι αναμνήσεις των βιωμάτων μας είναι αυτές που πλάθουν τον χαρακτήρα μας. Όταν γυρίζουμε πίσω και κοιτάζουμε το δρόμο που έχουμε διανύσει, αναρωτιόμαστε πώς φτάσαμε μέχρι εκεί το σημείο που στεκόμαστε και δεν μπορούμε να το καταλάβουμε, γιατί έχουμε χάσει τις εικόνες, τα λόγια, τις μυρωδιές κι ίσως και τα συναισθήματα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε από τι είμαστε χτισμένοι, ούτε γιατί επιλέξαμε να δομήσουμε τους χαρακτήρες μας με τον τρόπο που το κάναμε. Κι όταν έρχεται η ώρα του απολογισμού, ο πόνος των αναμνήσεων είναι αβάσταχτος – όχι για όσα γνωρίζουμε πώς περάσαμε, αλλά για όσα ξεχάσαμε και δεν μπορούμε πλέον να ξεθάψουμε, για να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ποιοι ακριβώς γίναμε και γιατί επιλέξαμε να μετασχηματιστούμε στον άνθρωπο που είμαστε.

Από κάθε βίωμα αποκομίζουμε εμπειρία κι η εμπειρία μας μάς κάνει καλύτερους σ’ ότι κι αν κάνουμε. Όταν όμως επιλέγουμε να θάψουμε το βίωμα, επιλέγουμε και να αφήσουμε τον χρόνο να λειάνει, μέχρι να εξαφανίσει, τις αναμνήσεις μας και, αναπόφευκτα, και την εμπειρία που είναι συνδεδεμένη μαζί τους και τρέφεται από αυτές. Έτσι, χτίζουμε χαρακτήρα πάνω σε μια εμπειρία που μέρα με την μέρα διαστρεβλώνεται, γιατί τα βιώματα έχουν κατακρεουργηθεί κι έχουν αφεθεί να σαπίζουν, παρέα με τις αναμνήσεις που τα συντροφεύουν, στις σκοτεινότερες και υγρότερες, στις πιο φρικαλέες φυλακές των συνειδήσεών μας, σε μέρη που δεν θέλουμε να πατήσουμε το πόδι μας. Μα συχνά – πυκνά, η ίδια η ζωή μας αναγκάζει να ανοίγουμε τις σκουριασμένες αμπάρες εκείνων των γκροτέσκων κελιών, για ν’ αντικρίσουμε, το μικρό, βρωμερό και πεινασμένο παιδί, που αποζητούσε ένα χαμόγελο, λίγη ζεστασιά, λίγη στοργή και λίγη τρυφερότητα.

«Ξέρεις τι με πειράζει περισσότερο;» μονολόγησε ο Παύλος, ανάβοντας τσιγάρο κι ύστερα συνέχισε τον συνειρμό του, μην περιμένοντας απάντηση. «Ούτε οι αναμνήσεις μου, ούτε ο πόνος, ούτε το κρύο, ούτε η κατρακύλα, ούτε τ’ ότι μένω άστεγος, όποτε δεν γουστάρω να με κρίνουν. Η μικρή που βίασα. Αυτό με πειράζει. Αυτό δεν μπορώ να ξεπεράσω…»

«Ποια μικρή;»

«Είναι κωλοϊστορία…»

«Είσαι καλός στις ιστορίες» σχολίασε η Αθηνά.

«Είχα γνωρίσει ένα γκομενάκι, πριν κάνα – δυο χρόνια. Δεκαεφτά χρονών, μπουμπούκι σαν κι εσένα. Υπέροχο πλάσμα. Έντεκα στα δέκα. Απ’ όποια πλευρά κι αν την κοίταζες. Πανέμορφη. Ντροπαλή. Χαμογελαστή. Χαρούμενη. Πιάσαμε παρέες. Πώς; Άλλη ιστορία. Αράζαμε συχνά. Έπινε ρετσίνα το μικρό και μεθούσε με το δεύτερο ποτήρι. Κάποιο βράδυ μου ‘χε πει πως γούσταρε και άντρες και γυναίκες. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ακόμα δεν μπορώ. Γκόμενες που γουστάρουν γκόμενες; Απ’ τ’ άγραφα. Τι σου λέω κι εσένα…» κατέληξε ο Παύλος.

«Ρε, πες ρε» τον παρότρυνε να συνεχίσει η Αθηνά.

«Είχαμε αράξει ένα βράδυ. Ξεκίνησε να με πειράζει, άρχισε να το χοντραίνει. Έπρεπε να καταλάβω ότι δεν ήταν έτοιμο το μικρό. Έπρεπε να το κόψω. Αλλά όχι. Τι πήγα κι έκανα ο μαλάκας; Την κλείδωσα στο δωμάτιο και την έβαλα κάτω. Ξέρεις τι με πειράζει περισσότερο;»

«Τι;»

«Ξέρω και γιατί το έκανα».

«Γιατί;»

«Για να την σπάσω. Δεν άντεχα να βλέπω τον εαυτό μου σπασμένο, σκόρπιο σε χιλιάδες κομμάτια κι απ’ την άλλη έναν άνθρωπο ευτυχισμένο, χαρούμενο και ολόκληρο…»

«Είσαι μαλάκας, Λιόπεση» αποφάνθηκε η Αθηνά.

«Το ξέρω» μουρμούρισε ο Παύλος κι ύστερα σηκώθηκε. Έβγαλε το μπουφάν του και της το έδωσε.

«Κιμπάρης είσαι σήμερα».

«Εκτός του ότι θα κρυώσεις, είμαι σίγουρος ότι θα χρειαστείς λεφτά, αύριο – μεθαύριο».

«Αλήθεια τώρα;» αναφώνησε εκείνη κι ο Παύλος έγνεψε καταφατικά. Έπειτα άρχισε να απομακρύνεται, πηγαίνοντας προς την σκάλα.

«Γιατί, ρε Λιόπεση, δεν τα λες στην γκομενίτσα σου όλα αυτά;» τον ρώτησε η Αθηνά κι εκείνος, δίχως να γυρίσει, κάγχασε πριν της απαντήσει. «Ίσως της τα πεις, κάποια μέρα, εσύ» αποκρίθηκε, κατεβαίνοντας βιαστικά τις σκάλες.

«Εγώ…» μονολόγησε η Αθηνά, πριν αναθεματίσει. «Τον βλάκα, δεν άφησε ούτε ένα τσιγάρο!» μονολόγησε, στιγμές πριν ακούσει τον κινητήρα της μηχανής του Παύλου. Φόρεσε το βαρύ μπουφάν κι ύστερα το κοίταξε. «Ο Σκύλος ψάχνει ένα τέτοιο. Καλή ευκαιρία να το σκοτώσω…» συλλογίστηκε χαμογελώντας παράξενα.

***

Ο Παύλος κοίταζε με θολό βλέμμα το κόκκινο φανάρι, καθώς ο κινητήρας της μηχανής, μούγκριζε ρυθμικά στο ρελαντί. Το μυαλό του είχε αδειάσει από την κούραση. Όσο κι αν ήθελε να σκεφτεί, δεν τα κατάφερνε. Ήταν πολύ κρύο εκείνο το βράδυ κι η πόλη, που δεν είχε ακόμη κοιμηθεί, είχε σκεπαστεί από μια παχιά κουρτίνα ομίχλης. Ίσα που μπορούσε να διακρίνει το επόμενο φανάρι, αν και τους χώριζαν μόλις διακόσια μέτρα. Βασανιστικά αργές ήταν οι κινήσεις του σώματός του. Έβαλε ταχύτητα και πάλεψε με τον εαυτό του για να κρατήσει τον συμπλέκτη. Το βλέμμα του είχε κολλήσει στο κενό που εκτεινόταν μπροστά του.

Άξαφνα ήρθε στο μυαλό του εκείνη η φιγούρα, της κοπέλας με τα καστανόξανθα, σγουρά μαλλιά. Για μια στιγμή, ένα αμυδρό χαμόγελο, έσκασε στο πρόσωπό του. Απόηχοι ήταν τα λόγια της. Κραυγές με ηχώ που αντηχούσαν μέσα στο άδειο του κρανίο. Άρχισε να ιδρώνει. Άρχισε η καρδιά του να χτυπάει δυνατά και να την νιώθει σε κάθε ίνα του σώματός του. Ο παρανοϊκός ρυθμός της, εκείνο το βράδυ, δεν είχε κατευναστεί. Ήταν το πρώτο βράδυ που ο Παύλος αποφάσιζε, συνειδητά, να μην σουτάρει τίποτα στις φλέβες του. Ήταν το πρώτο βράδυ που θα περνούσε στεγνός και νηφάλιος, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε απογίνει στην μίζερη ζωή του.

Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στον σηματοδότη. Το κόκκινο παρέμενε αναμμένο. Λόγια, διάφορα και σκόρπια, τριγύριζαν τον λογισμό του. Με το μάτι της φαντασίας του είδε την Λίλιαν, σκυθρωπή, με σταυρωμένα χέρια, να τον κοιτάζει. «Κουράστηκα να μαζεύω κομμάτια. Θέλω να σε βοηθήσω, αλλά δεν μ’ αφήνεις. Πρέπει να μεγαλώσεις. Πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου. Ως πότε θα ζεις έτσι; Ως πότε θα ζούμε έτσι;»

Ξανακοίταξε το φανάρι. Παρέμενε κόκκινο. Τα δάχτυλά του είχαν αρχίσει να μουδιάζουν. Το δεξί του χέρι έσφιξε το γκάζι. Μάρσαρε την μηχανή, για να σπάσει την εκκωφαντική σιωπή της νύχτας. Θυμήθηκε, γελώντας θλιμμένα. Λίγες ώρες πριν, όταν έφυγε από το σπίτι της και πήγε και την έβγαλε στην οικοδομή. Με την δόση του και τα τσιγάρα του. Έσπασε την ψυχή του σε κομμάτια κι ύστερα έφυγε για να κάνει το τελευταίο του ταξίδι.

Το φανάρι παρέμενε κόκκινο και το μυαλό του γύριζε στις αναμνήσεις των τελευταίων ημερών. Τρεις μέρες πριν. Σκοτωμένοι με την Λίλιαν. Άστεγος, ξανά από επιλογή.

Τον είχε ξυπνήσει το κρύο και οι πρώτες ακτίδες του ήλιου. Κατούρησε σε μια γωνιά, κάτω από μια μισοτελειωμένη σκάλα κι έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Καβάλησε την μηχανή και πήρε τους δρόμους. Είχε ανάγκη να δει κάποιον, μα γνώριζε πως οι περισσότεροι του είχαν κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Έπρεπε να βάλει και βενζίνη στη μηχανή, μα λεφτά δεν είχε. Το στομάχι του τον έγδερνε. Έψαξε βαριεστημένα τις τσέπες του. Κροτάλιζαν τα ψιλά που ‘χε συσσωρευμένα. Γέμισε την χούφτα του και τα ξεφόρτωσε πάνω σε μια παλέτα με τούβλα. Άρχισε να μετράει δεκάρια, ‘κοσάρια και πενητάρια. Μισούσε τα παλιά, βαριά και μεγάλα εικοσάρικα, γιατί γέμιζαν άσκοπα τις τσέπες του. Του έφταναν για μια τυρόπιτα και έναν καφέ. Αναστέναξε, προτού τα ξαναχώσει στην τσέπη και την κοπανήσει για να βολτάρει με την μηχανή.

Άσκοπα πέρασε εκείνη στην μέρα, καίγοντας την στην ουσία, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Μόνο βολτάρισε για λίγο κι ύστερα βγήκε έξω από την πόλη, άραξε σε κάποιον λόφο και κοίταζε, δίχως σκέψεις, την θάλασσα.

Όταν ξαναμπήκε στην πόλη, είχε νυχτώσει για τα καλά. Παράτησε τη μηχανή στο κέντρο κι άρχισε να περπατάει, ανώνυμος μέσα σ’ ένα πλήθος που δεν του έδινε σημασία. Κατάφερε να βουτήξει ένα πορτοφόλι που ‘ταν ξεχασμένο σ’ ένα τραπέζι κάποιου φαγάδικου. Βούτηξε από μέσα τα λεφτά και το πέταξε σ’ ένα σκουπιδοτενεκέ. Μ’ εκείνα τα τριάντα χιλιάρικα, θα την έβγαζε για δυο – τρεις μέρες. Χάρηκε για λίγο μ’ εκείνη την σκέψη μα, πολύ σύντομα, επέστρεψε η κατήφεια στο πρόσωπό του και η μαυρίλα στην ψυχή του. Ήθελε απεγνωσμένα να κάνει ένα μπάνιο, μα στην Λίλιαν δεν ήθελε να πάει και δεν είχε όρεξη και να ακούσει την γκρίνια της μάνας του, οπότε το πατρικό του δεν ήταν λύση. Έβγαλε ένα στραπατσαρισμένο κινητό από την τσέπη του κι έκανε δυο – τρία τηλέφωνα. Δεν πήρε καμία απάντηση. Κι εκείνο το βράδυ την έβγαλε στην οικοδομή.

Το επόμενο πρωί σιχαινόταν τον εαυτό του, όμως δεν ήθελε να κάνει καμία κίνηση για να τον βοηθήσει. Οι γνωστοί του είχαν κλείσει τις πόρτες. «Και με το δίκιο τους» σκέφτηκε, καθώς κοίταζε επίμονα το κόκκινο φανάρι. «Πρεζάκιας και χαλιάρης; Μασιέται, καταπίνεται, παραβλέπεται. Βιαστής, όμως;» συλλογίστηκε, προτού γυρίσει στην ανάμνηση. Ακόμη μια μέρα που κάηκε δίχως να κάνει τίποτα. Ακόμη μια μέρα που ο πόνος έσφιγγε την ψυχή του. Ακόμη μια μέρα που δεν έβρισκε άκρη για οτιδήποτε είχε γίνει στη ζωή του. Ακόμη μια μέρα που βούλιαζε, βαθιά, μέσα στην σαπίλα μιας άρρωστης ψυχής. Η πρώτη μέρα που δεν ήπιε τίποτα. Η πρώτη μέρα που θα έβγαζε καθαρός, γιατί είχε σιχαθεί τον εαυτό του και το χάλι του. Η πρώτη μέρα που θα πάλευε να είναι λειτουργικός κι όχι ένα απομεινάρι του παλιού του εαυτού.

Είδε το φανάρι ν’ ανάβει πράσινο. Αποσύμπλεξε κι άνοιξε το γκάζι. Ο πίσω τροχός της μηχανής άρχισε να σπινάρει πάνω στην λεία και υγρή, από την ομίχλη, άσφαλτο. Άλλαξε ταχύτητα κι η μηχανή ξεκόλλησε με βία από το οδόστρωμα. Στην απόσταση, το επόμενο φανάρι, παρέμενε κόκκινο, μα τον Παύλο δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα. Είχε τα μάτια του καρφωμένα στο δρόμο και στο μυαλό του έτρεχαν ιδέες με ιλιγγιώδη ταχύτητα. «Να μαζέψω τα κομμάτια μου και να εξαφανιστώ» συλλογίστηκε καθώς κάρφωνε την τρίτη. Γλίστρησε η μηχανή, μα ο Παύλος κατάφερε και την κράτησε. Δεν ήξερε πού ήθελε να πάει. Ήθελε μόνο να τρέξει, να γεμίσει το σώμα και το μυαλό του με αδρεναλίνη, να ξεχαστεί, να σβήσει, έστω και για λίγο, όλες τις απαίσιες θύμησες και τα λόγια που χάραζαν την ψυχή του.

Όταν άρχισε να γλιστράει η μηχανή σ’ εκείνη την κλειστή στροφή, ο Παύλος δεν έκανε καμία προσπάθεια να την μαζέψει. Είχε αποφασίσει πως είχε φτάσει η ώρα να παραδοθεί στο αναπόφευκτο. Άκουσε τον μανιασμένο κινητήρα της μηχανής, να ρίχνει τις στροφές του, καθώς το χέρι του δεν βρισκόταν πια στο γκάζι. Άκουσε το σφύριγμα των ελαστικών καθώς τσουλούσαν άγαρμπα πάνω στο μουσκεμένο οδόστρωμα. Ένιωσε τον μεταλλικό σκελετό του οχήματός του να ακουμπάει στο έδαφος και να του συνθλίβει το αριστερό πόδι. Είδε τις σπίθες που μέσα σε στιγμές γεννιόντουσαν και πέθαιναν, από την τριβή του μετάλλου με τον δρόμο. Έβλεπε το πεζοδρόμιο να τον πλησιάζει με ασύλληπτη ταχύτητα. Χαμογέλασε. Το σώμα του, μαζί με την μηχανή, προσέκρουσαν σε κάποιο σταθμευμένο αυτοκίνητο κι ύστερα, το φως και ο θόρυβος χάθηκαν.

Πετάρισε τα βλέφαρά του. Η όρασή του ήταν θολή. Τα πόδια του ακίνητα. Το αριστερό του χέρι ήταν διαλυμένο. Το στόμα του είχε γεμίσει αίμα. Το έφτυσε στην άσφαλτο. Η γεύση του σιδήρου τον κρατούσε ξύπνιο. Με πολύ κόπο κατάφερε να ψαρέψει το κινητό από την τσέπη του. Ήθελε απεγνωσμένα να κάνει ένα τσιγάρο, μα ήξερε, μέσα στον πόνο και τη θολούρα του, πως το στραπατσαρισμένο Prince του, θα είχε διαλυθεί, μαζί με το αριστερό του πόδι. Κοίταξε τα ονόματα και τα τηλέφωνα που είχε αποθηκευμένα στο κινητό. Μόνο μ’ έναν παλιόφιλο ήθελε να μιλήσει.

Ο Μιχάλης τινάχτηκε από το κρεβάτι όταν άκουσε το τηλέφωνό του να χτυπάει. Η καρδιά του χτυπούσε σαν παλαβή. Προσπάθησε να εστιάσει στο όνομα του καλούντα. «Λιόπεσης» έγραφε. «Ονειρεύομαι» σκέφτηκε, μα βούτηξε το τηλέφωνο, σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο σαλόνι να μιλήσει, για να μην ξυπνήσει τη Στέλλα.

«Παύλο;» ρώτησε, χαμηλόφωνα, ο Μιχάλης για ν’ ακούσει ένα γέλιο πνιγμένο μέσα σ’ ένα βήχα και μια βραχνή, καταπονημένη φωνή, να ψελλίζει «Εγώ είμαι, Mike…»

«Τι έγινε ρε μαλάκα, νυχτιάτικο;» ρώτησε, ανυπόμονα, νευριασμένα και σχεδόν φοβισμένα, ο Μιχάλης.

«Τσακίστηκα με την μηχανή» κατάφερε να πει ο Παύλος, μέσα στον βήχα και την βαριά ανάσα του. Το σώμα του είχε αρχίσει να κρυώνει και να πονάει αφόρητα.

«Πού είσαι; Πες ρε που είσαι, να στείλω ασθενοφόρο!»

«Γάμησέ το… Δεν σε πήρα γι’ αυτό…»

«Λέγε ρε τριμάλακα!»

«Μιχάλη… Εγώ ξεμπέρδεψα… Την Λίλιαν βόηθα, αδερφέ… Αυτό μόνο…»

«Λιόπεση; Λέγε ρε μαλάκα πού είσαι!»

Απρόθυμα και σχεδόν μηχανικά έδωσε το στίγμα του ο Παύλος κι ο Μιχάλης έκλεισε το τηλέφωνο και πήρε το ΕΚΑΒ. Βιαστικά, μπερδεμένα, τους είπε ό,τι ήξερε και τους παρακάλεσε να στείλουν ένα ασθενοφόρο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Έκλεισε το τηλέφωνο κι επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο. Ξύπνησε την Στέλλα. «Θα φύγω. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω σήμερα. Τράκαρε ένας παλιόφιλος. Δεν ξέρω σε τι κατάσταση είναι. Εντάξει;»

Η Στέλλα τον κοίταζε με άδειο βλέμμα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της έλεγε. Κούνησε το κεφάλι της νυσταγμένα, με απορία. Πετάρισε τα βλέφαρα. Τον είδε να παραχώνει ρούχα σ’ ένα μικρό σακίδιο πλάτης. «Δεν κατάλαβα» μουρμούρισε.

«Θα φύγω. Πρέπει να πάω στην Θεσσαλονίκη. Τράκαρε ένας φίλος με μηχανή» επανέλαβε ο Μιχάλης.

«Εντάξει» του απάντησε, τρίβοντας τα μάτια της.

«Θα πάρω το αυτοκίνητο» συνέχισε εκείνος.

«Εντάξει».

«Δεν ξέρω αν θα γυρίσω σήμερα. Δεν ξέρω σε τι κατάσταση είναι. Δεν ξέρω…»

«Εντάξει, Μιχάλη μου. Να πας».

«Θα έρθεις;» την ρώτησε κι εκείνη έγνεψε αρνητικά.

«Σ’ αγαπάω. Να προσέχεις. Ναι;» ρώτησε ο Μιχάλης κι εκείνη απάντησε μ’ ένα ξερό «εντάξει», πριν ξαπλώσει και ξανακοιμηθεί.

Βιαστικά, σχεδόν μανιασμένα, έβαλε τα παπούτσια του και έφυγε από το σπίτι, κρατώντας το κλειδί του αυτοκινήτου. Ξανακάλεσε τον Παύλο. «Πήρα ασθενοφόρο» του είπε μόλις το σήκωσε.

«Δεν ήταν ανάγκη» μουρμούρισε, πονεμένα και αργόσυρτα, εκείνος.

«Γιατί;» συνέχισε ο Μιχάλης.

«Έτσι».

«Ανεβαίνω Θεσσαλονίκη».

«Δεν μένεις πια εδώ; Σ’ έψαξα στα παλιά μας τα στέκια. Στην παλιά γειτονιά…»

«Έφυγα, Παύλο».

«Κι εγώ, αδερφέ. Κι εγώ».

«Γιατί;» κλαψούρισε ο Μιχάλης.

«Κουράστηκα».

«Με τι;»

«Με την μοναξιά;» κάγχασε ο Παύλος. «Με τις πλαστικές αγάπες;» συνέχισε, μέσα στο παράταιρο γέλιο και τον βήχα του. «Με τον κόσμο; Με τον πόνο; Με τον χρόνο; Δεν ξέρω. Κουράστηκα όμως…»

«Σώπα. Μην τα λες αυτά. Μην κουράζεσαι. Σώπα. Όλα θα φτιάξουν» απάντησε ο Μιχάλης, ακούγοντας την σειρήνα του ασθενοφόρου μέσα από το τηλέφωνο. «Όλα διορθώνονται…»

***

Το κλίμα στην κουζίνα είχε βαρύνει απίστευτα. Η Λίλιαν κοίταζε το μισοάδειο ποτήρι με θολό βλέμμα. Πίεζε με το νύχι του δεξί της αντίχειρα το δέρμα κάτω από το νύχι του παράμεσου. Το χέρι της έτρεμε. Τα χείλη της είχαν σχηματίσει μια ευθεία γραμμή. «Θρασύδειλο τσογλάνι» μονολόγησε, πριν αναστενάξει πονεμένα.

Ο Μιχάλης της έπιασε το χέρι κι εκείνη το έσπρωξε μακριά, με δύναμη, ρίχνοντας το μπουκάλι με το κρασί στο πάτωμα. Ούτε που έστρεψε το βλέμμα της για να ρίξει μια ματιά σ’ εκείνο τον γυάλινο όγκο που προσέκρουε με δύναμη στο πάτωμα και θρυμματιζόταν. Μόνο γύρισε προς τον Μιχάλη και τον κοίταξε οργισμένα. «Γιατί δεν μου τα είπες τότε;» τον ρώτησε, με βραχνή φωνή.

«Δεν τα ήξερα τότε. Τώρα τα έμαθα, από σπόντα…»

«Τώρα;» ούρλιαξε η Λίλιαν.

«Άκου λίγο. Ηρέμησε κι άκου λίγο».

«Τι ‘ν ακούσω ρε Μιχάλη; Τι άλλο ν’ ακούσω; Και γιατί να τ’ ακούσω; Όλη μου η ζωή ήταν ένα τεράστιο ψέμα. Ήρθες για να μου διαλύσεις τον κόσμο. Σ’ ευχαριστώ πολύ…» κατέληξε πριν βάλει τα κλάματα.

Δεν κουνήθηκε ο Μιχάλης. Μήτε άγγιξε το κρασί του, μήτε άναψε τσιγάρο. Μόνο πετάρισε μερικές φορές τα βλέφαρά του, προσπαθώντας να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. «Πέτυχα έξω τον Σεϊτάν. Είναι κιθαρίστας σ’ ένα σκυλάδικο. Στο ίδιο σκυλάδικο που δουλεύει ο Κουρτέσης. Δεν σου το είπα γιατί έπεσε η πρόταση για τη δουλειά. Καθίσαμε με τον Σεϊτάν για ένα ουζάκι, στο πόδι, πέρασε ο Κουρτέσης, πιάσαμε το θέμα δουλειάς, πήρε τηλέφωνο τ’ αφεντικό του, πέρασε κι αυτός από εκεί, κουβέντα στην κουβέντα, αναφέρθηκε το όνομα του Λιόπεση. Ο Τάσος, τ’ αφεντικό του Κουρτέση ήξερε τη μισή ιστορία, ο Κουρτέσης την υπόλοιπη. Θλιβερή ιστορία. Άκουγα κι έκανα τις συνδέσεις στο μυαλό μου…»

«Ποιες συνδέσεις;» απόρησε η Λίλιαν, μέσα στα αναφιλητά της.

«Η πιτσιρίκα που βίασε ο Παύλος έκανε παρέα με την αδερφή της Κλαίρης, την Χριστίνα. Δεν την θυμάμαι καθόλου, το πιστεύεις;»

«Το Χριστινάκι;» απόρησε η Λίλιαν. «Αυτό ήταν… Πολύ μικρό ήταν ρε συ».

«Μεγαλώνουν οι άνθρωποι, Λίλιαν».

«Τελευταία φορά που την είδα, ήταν δώδεκα; Κάπου εκεί» σχολίασε εκείνη. Κοντοστάθηκε. Σκούπισε τα δάκρυά της κι ύστερα σηκώθηκε και πήρε την σκούπα για να μαζέψει τα σμπαράλια του διαλυμένου μπουκαλιού. «Όμως… Τι σχέση έχει…» άρχισε να λέει, πριν την διακόψει ο Μιχάλης.

«Μάτια μου, ο λόγος που έφυγε ο “μικρός” σου από την χώρα, ήταν ο χωρισμός του με την Χριστίνα».

«Με το Χριστινάκι;» αναφώνησε έκπληκτη η Λίλιαν.

«Ω, ναι».

«Μα… πώς;» συνέχισε, δίχως ν’ αλλάξει το κεραυνόπληκτο ύφος της, από εκείνη την αποκάλυψη του Μιχάλη.

«Οι άνθρωποι επηρεάζουν τους ανθρώπους. Οι διεφθαρμένοι άνθρωποι, διαφθείρουν τους αγνούς χαρακτήρες. Ένας φαύλος κύκλος είναι. Ανθρωποφαγία. Οι άδειοι άνθρωποι τρέφονται με ανθρώπινες ψυχές. Αυτό έκανε ο Παύλος. Αυτό έκανε η Αλεξάνδρα. Αυτό έκανε και η Στέλλα. Γλυτώσαμε, άραγε;» μονολόγησε εκείνος κι ύστερα σηκώθηκε και πήρε την σκούπα και το φαράσι από τα χέρια της. Μάζεψε το μπουκάλι και πέταξε στα σκουπίδια τα κομμάτια του. Βούτηξε την σφουγγαρίστρα κι άρχισε να τρίβει το πάτωμα για να φύγουν οι λεκέδες από το πάτωμα. Έπιασε ξανά τη θέση του στο τραπέζι. Πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε. «Βιαστής…» άκουσε την Λίλιαν να ψελλίζει και κάγχασε.

«Τόσο βαρύ σου έπεσε; Δεν πέρασες ποτέ από ‘κει;» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Μυριάδες φορές…» του απάντησε, πριν επιστρέψει κι εκείνη στην θέση της. Τέντωσε τα χέρια πάνω στο τραπέζι κι ο Μιχάλης παράτησε το τσιγάρο στο τασάκι κι άρχισε να της τα χαϊδεύει.

«Τι μας διδάσκει ο κόσμος, Λίλιαν; Διδάσκει στον άντρα να επιβάλλεται. Διδάσκει στην γυναίκα ότι το “ναι” θα της προσάψει την ταμπέλα της “πουτάνας” και πως η ευθεία άρνηση, το “όχι”, μπορεί και να είναι “ναι”. Έτσι δεν είναι, Λίλιαν;»

«Όχι, Μιχάλη, δεν…»

«Μην κρίνεις εξ ιδίων. Ρώτα κι εμένα που είμαι άντρας. Μπορείς να φανταστείς πόσα “όχι” έχω ακούσει; Πόσες φορές, αμέσως μετά το “όχι”, αμέσως μετά την άρνηση, τράβηξα το χέρι μου ή το στόμα μου και σηκώθηκα από το κρεβάτι; Και πόσες απ’ αυτές τις φορές, με τα μπερδεμένα σήματα, το “όχι” του στόματος και τα “ναι” του σώματος, συνέχισα μια κατάσταση, γιατί το χέρι που έφευγε από ένα στήθος, μου το ξανάβαζαν ακριβώς εκεί και με προέτρεπαν να συνεχίσω, συνεχίζοντας να επιμένουν στην άρνηση του στόματος; Πόσα βράδια δεν κατάφερα να κοιμηθώ γιατί το μυαλό μου βασανιζόταν από σκέψεις; Πόσες φορές τριγύριζε ο λογισμός μου, μην μπορώντας να καταλάβω αν έκανα το σωστό ή αν ό,τι έκανα ήταν λάθος; Πόσες φορές φλερτάρισα με την ταμπέλα του βιαστή, που δικαίως φέρει ο μακαρίτης; Ξέρεις;»

«Δεν ξέρω… Δεν… Δεν μπορώ να το αντιληφθώ…» αποκρίθηκε μουδιασμένα η Λίλιαν.

«Η ίδια κοινωνία που βάζει την ταμπέλα της “πουτάνας” στην γυναίκα, βάλει την ταμπέλα του “καληνυχτάκια” ή, ακόμη χειρότερα, του “κίναιδου” στον άντρα. Γιατί για την υποκριτική κοινωνία, αποδεκτό σεξ είναι μόνο αυτό που γίνεται για την τεκνοποίηση. Όλα τ’ άλλα είναι απαράδεκτα, αλλά αυτό δεν σταμάτησε κανέναν απ’ το να πηδιέται από ‘δω κι από ‘κει στα κρυφά. Αυτοί που βάζουν ταμπέλες, είναι οι ίδιοι που ‘χουν κολλήσει κονδυλώματα το άπαν σύμπαν. Γαμώ το κερατάκι μου. Δεν δικαιολογώ κανέναν, δεν μπορώ να τους δικαιολογήσω γιατί οι πράξεις τους είναι αδικαιολόγητες. Πρέπει, κάποια στιγμή, ν’ αλλάξουμε την κοινωνία…»

«Και πώς αλλάζεις την κοινωνία, Μιχάλη;»

«Αλλάζοντας τον εαυτό σου, μάτια μου» κατέληξε εκείνος, πριν σβήσει με μανία το τσιγάρο του και σηκωθεί από το τραπέζι. Την σήκωσε κι εκείνη και την πήγε στον καναπέ. Την έβαλε να καθίσει κι ύστερα πήγε στο υπνοδωμάτιο και έφερε μια λεπτή κουβέρτα. Έπιασε την μία άκρη του καναπέ και της έκανε νόημα να ξαπλώσει. Έβραζε το κεφάλι του, όχι τόσο απ’ τον μονόλογο και την συζήτηση, αλλά από την άρνησή του να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που τον κοίταζε πια κατάματα. Εκείνο της ανεργίας. Την σκέπασε κι άρχισε να της χαιδεύει τα μαλλιά, καθώς γυρνούσε στο μυαλό του όλες τις πιθανές του επιλογές. Απόμεινε στο πλευρό της μέχρι που την πήρε ο ύπνος κι ύστερα, ανασηκώθηκε, έβαλε ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της και πήγε στην κουζίνα για να πλύνει τα πιάτα.

Του πήρε σχεδόν μια εβδομάδα για να πάρει την απόφαση κι αυτή, όχι με ελαφριά καρδιά. «Μπάρμαν σε σκυλάδικο, αναγκαστικά, μέχρι να βρεθεί κάτι καλύτερο» ανακοίνωσε το απόβραδο του Σαββάτου στην Λίλιαν κι εκείνη κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της. «Αλήθεια σου λέω. Θα ψάχνω. Δεν θα τ’ αφήσω. Πρέπει, όμως, κάπως να τρώμε και κάπως να καλύπτονται τα έξοδα του σπιτιού» απολογήθηκε πριν την αγκαλιάσει σφιχτά.

Βαθιά μέσα του όμως ήξερε πως εκείνη η προσωρινή απόφαση θα γινόταν μόνιμη. Ο Μιχάλης, όπως και η Λίλιαν, πολύ δύσκολα έβγαιναν από την βολή τους. Θα έψαχνε για κάτι καλύτερο, για ένα διάστημα, όπως έκανε κι όταν αποφάσισε να συγκατοικήσει με την Στέλλα κι ύστερα θα παραδινόταν στην βολή και την ρουτίνα του. Το ήξερε κι αυτό τον έκανε να θλίβεται. Όμως είχε σκοπό να το παλέψει. Είχε σκοπό να αλλάξει τον εαυτό του, για να αλλάξει τον κόσμο.

Συνεχίζεται…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook