Amor Fati – 11 – Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει, σήμερα πού ‘ναι Κυριακή…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Άγαρμπα ξύπνησε ο Μιχάλης εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, από τον ήχο της δόνησης του κινητού του. Κατάφερε να το πιάσει καθώς κουνιόταν, λίγο πριν πέσει στο πάτωμα, ενώ τα σφαλιστά του βλέφαρα, αρνιόντουσαν να κουνηθούν. Έκανε μια προσπάθεια ν’ ανοίξει τα κολλημένα του μάτια, για να δει ποιος τον καλούσε, μα δεν τα κατάφερε. Το σήκωσε και κόλλησε την συσκευή στο πρόσωπό του.

«Ναι; Ναι; Μ’ ακούτε; Ναι;» έκανε νυσταγμένα, πριν συνειδητοποιήσει ότι του είχαν κλείσει το τηλέφωνο, χωρίς να του μιλήσουν.

«Δε γαμιέσαι;» μουρμούρισε. Απενεργοποίησε το κινητό και γύρισε πλευρό. Άρχισε να κουνάει το δεξί του πόδι, ρυθμικά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να νανουριστεί. Δεν τα κατάφερε. Ξανάλλαξε πλευρό. Έφτιαξε το μαξιλάρι που τον ενοχλούσε. Αναθεμάτισε άηχα, πριν παλέψει με τον εαυτό του για να σηκωθεί από το κρεβάτι.

Τα μάτια του ήταν εξαιρετικά στεγνά και τον έτσουζαν. Είχε επιστρέψει στο σπίτι στις οχτώ το πρωί, είχε κοιμηθεί κατά τις εννιά και το ξυπνητήρι της Λίλιαν δεν είχε δείξει ακόμη δώδεκα. Βούτηξε το κινητό και το ενεργοποίησε ξανά, για να δει ποιος του είχε χαλάσει τον ύπνο και να τον σιχτιρίσει τηλεφωνικά. «Απόκρυψη αριθμού» έγραφε η οθόνη.

«Μάλλον θ’ αρχίσω να το κλείνω» συλλογίστηκε, καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι. Το βλέμμα του έπεσε σε κάτι που έμοιαζε με θερμόμετρο κι ήταν παρατημένο στο κομοδίνο του. Το κοίταζε το ξανακοίταζε, αλλά δεν κατάφερνε να καταλάβει τι θα μπορούσε να είναι. «Παρατάς τα πάντα παντού, γαμώτο μου…» μονολόγησε πριν το βουτήξει στα χέρια του και βγει από το δωμάτιο.

Η Λίλιαν είχε πιάσει μια θέσημια στοίβα με εκθέσεις. Δεν παρατήρησε τον Μιχάλη που ερχόταν. Σήκωσε για μια στιγμή το κεφάλι της, όταν ένιωσε την παρουσία του στο χώρο κι ύστερα συνέχισε να διαβάσει την κακογραμμένη έκθεση που βρισκόταν μπροστά της.

«Μάτια μου; Σε παρακαλώ, μην παρατάς τα σκουπίδια σου όπου να ‘ναι» μουρμούρισε εκείνος, καθώς κατευθυνόταν προς την σακούλα με τα σκουπίδια.

«Τα ποια μου;» αναφώνησε η Λίλιαν. Τινάχτηκε κι ακολούθησε τις κινήσεις του με το βλέμμα της. Τον είδε να πετάει κάτι στα σκουπίδια κι ύστερα να ανοίγει τα ντουλάπια και να ψάχνει για ποτήρι.

«Τι πέταξες;» τραύλισε εκείνη, φοβισμένα και νευριασμένα.

«Τι;» απόρησε ο Μιχάλης, που δεν είχε ακούσει τα λόγια της, ρίχνοντας λίγο νερό σ’ ένα ποτήρι, για να φτιάξει έναν φραπέ.

«Τι πέταξες;» επανέλαβε η Λίλιαν.

«Μια μαλακία που ‘χες παρατήσει πάνω στο κομοδίνο» της απάντησε νυσταγμένα, ρίχνοντας δύο κουταλιές καφέ στο ποτήρι.

«Μπράβο, καμάρι μου» του είπε χαμογελώντας ειρωνικά, μα το μυαλό του δεν είχε αρχίσει να δουλεύει ακόμη και δεν μπορούσε να πιάσει μήτε τον τόνο της, μήτε και το ύφος της.

Αφού έφτιαξε τον καφέ του, κάθισε απέναντί της και κοίταξε με κουρασμένο ύφος την στοίβα των χαρτιών. Της έκανε νόημα με τα μάτια, για να μην του μιλήσει. «Δεν έχει κάψει ο καφές, ακόμη, στο μυαλό, καρδιά μου, σε παρακαλώ…»

«Ξέρεις τι ήταν αυτό που πέταξες;» του απάντησε η Λίλιαν, αδιαφορώντας για το σχόλιό του.

«Τι;» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Τεστ εγκυμοσύνης».

«Καλά λέω εγώ, όπου να ‘ναι τα παρατάς…»

«Μιχάλη; Κατάλαβες τι σου είπα;»

«Κατάλαβα, δεν είμαι χαζός…»

«Τι σου είπα;» τον ρώτησε, αργά και καθαρά, τονίζοντας κάθε συλλαβή της.

«Τεστ εγκυμοσύνης» της απάντησε, πριν ρουφήξει την πρώτη τζούρα καφέ.

«Ναι…»

«Ναι, τι;»

«Καλά, ρε ηλίθιε…» βρυχήθηκε η Λίλιαν ο Μιχάλης αναπήδησε. «Σου άφησα ένα θετικό τεστ εγκυμοσύνης στο κομοδίνο, για να ξυπνήσεις, να το δεις και να χαρείς κι εσύ πήγες και το πέταξες στα σκουπίδια;»

Το άδειο μυαλό του Μιχάλη, δεν κατάφερνε να επεξεργαστεί τα λόγια της. «Τεστ εγκυμοσύνης… Θετικό… Να χαρώ…» συλλογίστηκε, μα οι λέξεις του φαινόντουσαν τόσο σκόρπιες και μεταξύ τους ασύνδετες, που αδυνατούσε να βρει πώς θα έπρεπε να τις ενώσει για να καταλάβει τι ήθελε να του πει η Λίλιαν.

«Πάμε πάλι! Θα γίνεις μπαμπάς!» του φώναξε η Λίλιαν.

«Μπαμπάς;» απόρησε ο Μιχάλης, ρουφώντας λίγο καφέ.

«Ξέρεις, αυτός ο τύπος που λέει μόνιμα κρύα αστεία, δεν χαλάει χατίρια, κακομαθαίνει τα παιδιά και λέει στους επίδοξους γκόμενους της κόρης του, ότι δεν τον πειράζει να ξανακάνει φυλακή;» συνέχισε ακάθεκτη.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε από την θέση του και πήγε βιαστικά προς την σακούλα. Άρχισε να σκαλίζει τα περιεχόμενά της. «Τι ψάχνεις;» τον ρώτησε η Λίλιαν. Ακατάληπτα αποκρίθηκε ο Μιχάλης. «Τι;» επέμεινε εκείνη.

«Λέει και το φύλο, αυτή η μαλακία;» επανέλαβε τον συνειρμό του ο Μιχάλης.

«Είσαι παντελώς ηλίθιος, έτσι; Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, γιατί ξύπνησες από τώρα;»

«Με ξύπνησε το τηλέφωνο» μουρμούρισε εκείνος, δίχως να σταματήσει να ψάχνει. «Μα, καλά, τώρα το ‘ριξα, πού στα κομμάτια πήγε;»

Τον λυπήθηκε η Λίλιαν, που ήξερε ότι όταν ήταν με ώρες ύπνου, το μυαλό του δεν λειτουργούσε καθόλου. Σηκώθηκε από την θέση της και τον αγκάλιασε. Τον γύρισε πίσω στο τραπέζι. «Το τεστ εγκυμοσύνης δεν λέει το φύλο, όμορφε» του ψιθύρισε γλυκά στο αυτί.

«Και γιατί είπες για κόρη;»

«Μιχάλη μου; Πιες καφέ μανάρι μου, σε παρακαλώ, πιες καφέ να ξυπνήσεις, γιατί δεν πρόκειται αλλιώς να συνεννοηθούμε».

***

Μέχρι να πάρει μπροστά το μυαλό του Μιχάλη, ο φραπές είχε τελειώσει. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Αν και καλοκαίρι, εκείνη η μέρα ήταν ανέλπιστα δροσερή. Είχαν βγει στο μπαλκόνι για να συζητήσουν, χαζεύοντας τον δρόμο και απολαμβάνοντας τον αέρα που χάιδευε την πόλη.

Από την στιγμή που είχε καταλάβει τι ακριβώς , ένα μόνιμο χαμόγελο είχε κολλήσει στο πρόσωπο του. Έμοιαζε σαν να ‘χε πάρει προαγωγή, ή σαν να είχε κερδίσει το λαχείο. «Μπαμπάς…» ψέλλιζε πού και πού, με δέος κι έπειτα γυρνούσε προς το μέρος της,την κοίταζε με λατρεία. «Εγώ… Μπαμπάς…»

«Κι εγώ μαμά» του απαντούσε η Λίλιαν, που δεν το είχε πάρει τόσο καλά όσο θα ήθελε ή όσο καλά το ‘χε πάρει ο Μιχάλης. «Και δεν μου κάθεται καλά στα αυτιά. Μαμά;» συνέχισε την σκέψη της.

«Μαμά, ναι, γιατί;»

«Γιατί, δεν ξέρω αν το θυμάσαι, γλυκέ μου, δεν είχα ποτέ μαμά. Μόνο γκουβερνάντες» του απάντησε μελαγχολικά, σχεδόν πικρόχολα.

«Δεν ξέρω αν είναι καλύτερο αυτό που πέρασες εσύ ή αυτό που πέρασα εγώ…» σχολίασε εκείνος.

«Το δικό σου είναι χειρότερο. Είχες κάτι και σου το στέρησαν. Εγώ, απ’ την άλλη, δεν το είχα ποτέ και δεν ξέρω καν πώς είναι».

«Κατ’ αρχήν…» είπε ο Μιχάλης, μα τον διέκοψε το αγριεμένο βλέμμα της. «Τι;» αναφώνησε με παράπονο.

«Σε μαλώνω προκαταβολικά, γιατί μάλλον θες να πεις “κατ’ αρχάς”. Για συνέχισέ το».

«Αρχικά…»

«Είδες που σου το είπα;» δήλωσε θριαμβευτικά η Λίλιαν.

«Τέλος πάντων, δεν είναι εκεί το θέμα μας. Κατ’ αρχάς, που λες κι εσύ, εσύ… Πώς να το πω…» κόμπιασε ο Μιχάλης, πριν πάρει μια βαθιά ανάσα και σφαλίσει τα βλέφαρά του. «Τέλος πάντων… Εσύ το θέλεις; Θέλεις να γίνεις μαμά;» την ρώτησε με μια ανάσα κι όταν την άκουσε να ξεφυσάει, η καρδιά του έχασε έναν χτύπο.

«Πήγαινε πάρε ένα πακέτο τσιγάρα. Θα σου χρειαστεί» του απάντησε, παραβλέποντας τελείως την ερώτησή του.

«Εξήντα δύο μέρες το έχω κομμένο και δεν θα το ξαναρχίσω σήμερα. Πάμε πάλι. Θέλεις;» επέμεινε εκείνος.

«Δεν έχω ιδέα» μουρμούρισε σκεφτικά η Λίλιαν. Όταν αντίκρισε το δύσπιστο ύφος του, έσπευσε να συμπληρώσει την σκέψη της. «Δεν έχει να κάνει μ’ εσένα ή με το παιδί. Έχει να κάνει μ’ εμένα. Εγώ δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη ή αν θα είμαι ποτέ έτοιμη για κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω».

«Υπάρχουν και οι εκτρώσεις» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Μπορείς να μην είσαι τόσο ρηχός και τόσο απόλυτος;» τον παρακάλεσε η Λίλιαν.

«Ρηχός; Γιατί; Άκουσέ με. Ό,τι πέρασα εγώ κι ό,τι πέρασες εσύ, δεν θα πρέπει να τα περνάει κανένα παιδί. Πόσο μάλλον το δικό μας. Κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι θα τα καταφέρουμε. Κανείς δεν μπορεί να μας βεβαιώσει ότι δεν θα αποτύχουμε. Και να σου πω και κάτι, στην τελική; Εγώ δεν θα περάσω τίποτα, όλα εσύ θα τα περάσεις. Από την αρχή μέχρι και πολύ μετά το τέλος της εγκυμοσύνης. Οπότε, πίστεψέ με, δεν μου πέφτει λόγος σ’ ό,τι κι αν κάνεις με το κορμί σου και σ’ ό,τι κι αν επιλέξεις να κάνεις με τη ζωή σου».

«Ωραία. Έστω ότι το ρίχνω. Θα μείνεις;» βούρκωσε η Λίλιαν κι ο Μιχάλης κάγχασε.

«Θέλω να πιστεύω ότι επέλεξα να είμαι με γυναίκα κι όχι με σκύλα. Αν και, ώρες – ώρες, γίνεσαι σκύλα. Το παιδί κι ό,τι αποφασίσεις να κάνεις μαζί του, δεν θα επηρεάσει την σχέση μας. Σ’ το ξαναλέω. Εγώ δεν θα περάσω τίποτα. Το μόνο που θα μπορέσω να κάνω, είναι το να σταθώ δίπλα σου, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, σε κάθε φάση της ζωής μας».

«Γίνομαι σκύλα;» παραπονέθηκε η Λίλιαν.

«Στο πήδημα; Ναι» της απάντησε κοφτά ο Μιχάλης, κοκκινίζοντας ολόκληρος. «Κοίτα πού με κατάντησες, να μιλάω σαν κι εσένα» προσπάθησε να την πειράξει, μα αυτό που έκανε την Λίλιαν να γελάσει και να τον αγκαλιάσει, ήταν η ντροπιασμένη φάτσα του και όχι το πείραγμά του.

«Σε κάθε σχέση δίνεις και παίρνεις χαρακτήρα» του απάντησε η Λίλιαν.

«Το ξέρω».

«Τι θα κάνουμε;»

«Δεν έχω ιδέα» μονολόγησε ο Μιχάλης.

«Το θες;»

«Όχι. Εσύ;»

«Όχι, γιατί;» αναφώνησε η Λίλιαν.

«Γιατί δεν έχω προλάβει να ζήσω μαζί σου. Εσύ;»

«Δεν είναι αρκετός αυτός ο λόγος» του απάντησε κοφτά η Λίλιαν, υπεκφεύγοντας.

«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σε βάλω σε δεύτερη μοίρα. Εσύ;» επέμεινε ο Μιχάλης.

«Δεν χρειάζεται να μπω σε δεύτερη μοίρα. Άλλο».

«Δεν ξέρω αν έχω αρκετή αγάπη για δύο άτομα. Και στην τελική, δεν μου απαντάς. Το θέλεις το παιδί;» κατέληξε ο Μιχάλης, μα δεν πήρε απάντηση.

Φλερτάριζε με την ιδέα του να πάει να πάρει τσιγάρα, όσο παρέμεναν σιωπηλοί. Πέντε λεπτά αργότερα την σήκωσε, την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και ξάπλωσε κι εκείνος δίπλα της. Τέντωσε τα χέρια του κι εκείνη κούρνιασε στην αγκαλιά του. Την έσφιξε με το αριστερό του χέρι και με το άλλο, άρχισε να παίζει με τα μαλλιά της. «Θέλεις να γίνουμε γονείς, Λίλιαν;» την ρώτησε, γλυκά και ψιθυριστά.

«Θέλω, ναι. Πολύ κιόλας» του απάντησε κι εκείνη, στον ίδιο ακριβώς τόνο.

«Ισχύει αυτό που λένε για βιολογικά ρολόγια, δηλαδή».

Η Λίλιαν ανασήκωσε το κεφάλι της και τον στραβοκοίταξε. «Ακόμη δεν έγινες πατέρας κι άρχισες τα ηλίθια αστεία; Περνάτε κάποιου είδους σχολή;»

«Όχι. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό σου».

«Φοβάμαι ότι θα αποτύχω» ψιθύρισε η Λίλιαν.

«Τα λάθη, καρδιά μου, είναι ανθρώπινα. Τα λάθη είναι για να γίνονται. Το θέμα είναι να μην τα επαναλαμβάνουμε. Να διορθώνουμε. Ο φόβος της αποτυχίας πάντα θα υπάρχει φωλιασμένος μέσα στις ψυχές μας. Στο χέρι μας είναι να τον καθυποτάξουμε, ώστε να μην φθείρει την καθημερινότητά μας».

«Είσαι υπέροχος. Το ξέρεις;» τον ρώτησε, φιλώντας τον στο μάγουλο.

Δεν πρόλαβε να απαντήσει ο Μιχάλης, γιατί του διακόπηκε από την δόνηση του κινητού. Κοίταξε την Λίλιαν στα μάτια. «Σε παρακαλώ, σήκωσέ το» της είπε, δίνοντάς της το τηλέφωνο κι εκείνη χαμογέλασε προτού απαντήσει.

«Τι θα γίνει ρε Στελλίτσα; Θα μας βγάλεις την ψυχή, κούκλα μου;» φώναξε στο κινητό η Λίλιαν κι όταν της το έκλεισαν κατάμουτρα, το ύφος της μαρτυρούσε πώς την είχε κουράσει εκείνη η ιστορία.

«Δεν θέλω να ασχοληθώ και μ’ αυτό σήμερα, αλλά θα προσπαθήσω. Επίσης θα προσπαθήσω να κοιμηθώ. Μην μ’ αφήσεις να ξυπνήσω νύχτα. Ναι;»

«Ναι».

«Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;»

«Κι εγώ σ’ αγαπάω» του απάντησε η Λίλιαν. Έπειτα σηκώθηκε, του έριξε ένα σεντόνι και βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

***

«Αναρωτιέμαι, ώρες – ώρες, γιατί περιπλέκουμε τόσο τις ζωές μας» συλλογίστηκε η Λίλιαν, καθώς διέσχιζε το σαλόνι, για να επιστρέψει στην κουζίνα και την δουλειά της. Κοίταξε την στοίβα με τις εκθέσεις που δεν είχε διορθώσει, μα δεν είχε την απαιτούμενη διάθεση για να καταπιαστεί μ’ εκείνη την επίπονη και ψυχοφθόρα εργασία. Αναστέναξε ανεπαίσθητα κι ύστερα γύρισε στο σαλόνι. Ξέθαψε τα σύνεργά της από κάποιο κουτί που βρισκόταν στην βιβλιοθήκη. Τα μολύβια της και τα χαρτιά της.

Κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει διαφορετικά τις λύπες, τις χαρές, τις πληγές και τα τέλματά του. Η Λίλιαν αντιμετώπιζε τις λύπες και τα τέλματα, σκιτσάροντας. Δεν ήταν ιδιαίτερα καλή σ’ αυτό, αν και είχε παρακολουθήσει αρκετά μαθήματα, για χρόνια, όταν σπούδαζε. Όταν ξέκοψε με τα ναρκωτικά, έπρεπε να βρει κάτι για να διοχετεύει τα συναισθήματα και τις σκέψεις της. Το σκίτσο την βοηθούσε να ξεκαθαρίσει το μυαλό της. Το χαρτί είχε αναλάβει τον ρόλο της ηρωίνης και την είχε αντικαταστήσει επάξια. Την βοηθούσε να μουδιάσει τον πόνο και να μπορέσει να τον δει ως παρατηρητής, για να τον καταλάβει, να βρει την ρίζα του και να συνειδητοποιήσει ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να τον αντιμετωπίσει.

Ξάπλωσε στο δροσερό πάτωμα, άφησε ένα λευκό χαρτί μπροστά της κι έπιασε στο χέρι της ένα από τα μολύβια. Άρχισε να σκιαγραφεί. Σκόρπιες ήταν οι σκέψεις της και μπερδεμένες. Σκόρπιο και μπερδεμένο ήταν και το σκίτσο της. Ένα ζευγάρι ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι. Ένας άντρας που είχε το χέρι του πίσω από το κεφάλι και μια γυναίκα που είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στο στέρνο του και κοιμόταν γαλήνια. Ημίγυμνοι. Κάτω από ένα σεντόνι που σκέπαζε μόνο τα μισά κορμιά τους.

«Δεν είμαι εγώ αυτή» σκέφτηκε, πριν πάρει ένα άλλο χαρτί κι αρχίσει να σκαλίζει το ίδιο θέμα, με διαφορετικό στήσιμο. «Ούτε αυτή» παρατήρησε όταν και το δεύτερο σκίτσο, που έμοιαζε με το πρώτο, άρχισε να παίρνει μορφή. Στο ίδιο συμπέρασμα έφτασε και την τρίτη και την τέταρτη φορά που προσπάθησε να καταλάβει ποια ήταν και ποιος ήταν ο ρόλος της σ’ εκείνη την σχέση. Παράτησε τα χαρτιά και τα μολύβια, σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Γέμισε ένα ποτήρι με νερό. Παρατήρησε την αδιόρατη αντανάκλασή της στο τζάμι του παραθύρου. «Ποια είσαι;» συλλογίστηκε κι η σκέψη εκείνη την γέμισε με πόνο, όχι γιατί δεν γνώριζε την απάντηση, μα γιατί η πραγματική απάντηση, που ήταν βαθιά κρυμμένη μέσα της, ήταν λάθος απ’ όλες τις πλευρές.

Η Λίλιαν δεν είχε πολλές σχέσεις ακριβώς τον ίδιο ρόλο. Ποτέ δεν ήταν σύντροφος, σύζυγος, συγκάτοικος ή, απλά, η γκόμενα κάποιου. Αναλάμβανε πάντοτε τον ρόλο που δεν γνώριζε και γινόταν η φιγούρα που πάντα της έλειπε. Σε κάθε σχέση της, η Λίλιαν έπαιζε την μαμά όποιου κι αν είχε δίπλα της.

Με τον Παύλο της είχε βγει εντελώς αυθόρμητα. Της πήρε αρκετά χρόνια για να καταλάβει ποια ακριβώς βρισκόταν δίπλα του, ποια είχε γίνει και πώς είχε καταλήξει εκεί. Ο Παύλος είχε ανάγκη έναν καθοδηγητή κι έναν μέντορα. Την αγάπη και την στοργή που δεν του έδωσε ποτέ η μάνα του. Ένα ακλόνητο στήριγμα, που θα τον έστηνε στα πόδια του ό,τι κι αν είχε γίνει. Μέχρι να το καταλάβει, η σχέση είχε φτάσει στα τελειώματά της. Το αποδέχτηκε λίγο αφ’ ότου πέθανε ο Παύλος και κατάφερε να το ξεπεράσει, τον καιρό που έμπλεξε με τον Βασίλη.

Ο Βασίλης, από την άλλη, ήταν ένας μυστήριος άνθρωπος, που τον πέτυχε σε μια εντελώς λάθος εποχή και για τους δύο. Ήταν σμπαραλιασμένος. Είχε προσπαθήσει, όσο ήταν ανθρωπίνως δυνατό, να τον βοηθήσει να μαζέψει τα κομμάτια του. Δίχως να το καταλάβει ανέλαβε και πάλι τον ρόλο της μαμάς και άφησε στην άκρη τον ρόλο της ερωμένης. Ήταν εκεί για να τον ακούσει, να τον κανακέψει, να τον αφήσει να ξεσπάσει, να του σταθεί σε κάθε του βήμα και να τον σηκώσει μετά από κάθε πτώση. Κάθε που έλεγε ή σκεφτόταν «ο μικρός μου», γέμιζε με συναισθήματα πανέμορφα, που δεν είχαν έρωτα, αλλά αγάπη. Μητρική αγάπη.

Επέστρεψε στο σαλόνι και κοίταξε το τελευταίο της σκίτσο. Το στερεοτυπικό ζευγάρι, που ο άντρας έχει τον ρόλο του προστάτη και η γυναίκα τον ρόλο του προστατευόμενου. Εραστές και σύντροφοι. Σύζυγοι και συγκάτοικοι που συμβιώνουν αρμονικά, αναλαμβάνοντας τους ρόλους που η κοινωνία θεωρεί πως πρέπει να αναλάβουν. Δεν ήταν αυτοί. Ήταν κάποιο άλλο ζευγάρι. Όχι η Λίλιαν και ο Μιχάλης. Ίσως αυτό που επιζητούσε και ποθούσε. Ίσως αυτό που της είχαν διδάξει πως έπρεπε να είναι. Ίσως το στερεότυπο που προβαλλόταν από τους πάντες και τα πάντα. Αλλά, σίγουρα, όχι αυτό που είχε. Κι αυτό την πείραζε και την πονούσε αφάνταστα.

Τον αγαπούσε τον Μιχάλη. Ήταν απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό. Τον αγαπούσε περισσότερο απ’ όσο είχε καταφέρει ν’ αγαπήσει οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Τον αγαπούσε περισσότερο απ’ όσο αγαπούσε τον εαυτό της. Τον αγαπούσε και διατεινόταν πως ήταν ερωτευμένη μαζί του. Όμως, εκείνο το απομεσήμερο, δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν ερωτευμένη ή αν απλώς αυτό δήλωνε. Δεν το καταλάβαινε, γιατί τον έρωτα τον είχε γνωρίσει μόνο εξ’ ακοής. Δεν τον είχε βιώσει ποτέ. Δεν είχε λιώσει ποτέ για κανέναν, ούτε είχε περιμένει, με τις ώρες, πάνω από κάποιο τηλέφωνο. Δεν λαχτάρησε ποτέ ένα του βλέμμα ή ένα του χάδι. Δεν χτυπούσε παράξενα ή καρδιά της, ούτε γέμιζε με πεταλούδες το στομάχι της, κάθε φορά που την φιλούσε.

«Δεν υπάρχει πάθος» συλλογίστηκε η Λίλιαν, μελαγχολικά. Μάζεψε τα χαρτιά και τα μολύβια και τα καταχώνιασε ξανά στη θέση τους. Πήγε στον καναπέ και κούρνιασε στην δεξιά γωνία, στην θέση του Μιχάλη. Ο ορυμαγδός των σκέψεών της, δεν την άφηνε να βγάλει λογικά συμπεράσματα.

Σκεφτόταν ότι χωρίς πάθος, η σχέση ήταν καταδικασμένη ν’ αποτύχει. Αργά ή γρήγορα, κάποιος από τους δύο θα γνώριζε τον έρωτα, το πάθος και την καψούρα και τότε, όλα θα πήγαιναν στράφι. Δεν φοβόταν τόσο πολύ τον εαυτό της, γιατί ήταν δυνατός χαρακτήρας και το γνώριζε. Έβαζε τους στόχους της και τους πετύχαινε γιατί είχε αυτοπειθαρχία. Ο Μιχάλης, όμως, ήταν μια άλλη ιστορία. Τον Μιχάλη φοβόταν. Τον Μιχάλη και το κάθε πάθος, μικρότερο ή μεγαλύτερο, που θα μπορούσε να απειλήσει ό,τι θα κατάφερναν να χτίσουν.

«Κοίτα να δεις που έφτασα να ζηλεύω κάτι που δεν υπάρχει…» μονολόγησε καγχάζοντας. «Αν αυτό δεν είναι καψούρα, τότε τι είναι;» συνέχισε τον συνειρμό της.

Τι είναι, άραγε, μια ερωτική σχέση, με αγάπη, στοργή και κατανόηση, αλλά δίχως πάθος; Είναι όντως ερωτική ή έχει περάσει σε κάποιο άλλο επίπεδο, στο οποίο δεν θέλουμε να βάλουμε ταμπέλα, μα επιμένουμε να κρατάμε αυτή, την γνώριμη ταμπέλα, της «ερωτικής» σχέσης; Αρκεί η αγάπη που μέρα με την μέρα χτίζεται, για να κρατήσει μαζί δύο ανθρώπους; Αρκούν η στοργή και η κατανόηση, που με τον καιρό, γιγαντώνονται; Τι είναι πιο σημαντικό; Να έχεις δίπλα σου τον άνθρωπο που θα σου βάλει ένα ποτήρι νερό, που θα σε κανακέψει όταν έχεις τις μαύρες σου κι έχεις πέσει στα πατώματα και κλαις; Να έχεις δίπλα σου τον άνθρωπο που θα σου βάλει θερμόμετρο και θα πατήσει πόδι για να καθίσεις σπίτι και να ξεκουραστείς, όταν ο πυρετός θα κάνει τα όνειρά σου να θεριέψουν και να μετατραπούν σε παραισθήσεις; Να έχεις δίπλα σου εκείνον που γνωρίζει τι σου αρέσει και τι δεν σου αρέσει; Που σ’ έχει σπουδάσει και σε ξέρει, ίσως καλύτερα απ’ όσο γνωρίζεις εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου; Ή το πάθος;

Αρκεί το πάθος για να κρατήσει δύο ανθρώπους μαζί; Το λυσσαλέο πάθος που ξυπνά όλα τα ζωώδη ένστικτα στον άνθρωπο; Το πάθος που τυφλώνει και σε καθιστά ανίκανο να δεις οτιδήποτε πέρα απ’ τον άνθρωπο που θέλεις να έχεις δίπλα σου; Και πώς γεννιέται αυτό το πάθος; Πώς φουντώνει; Πώς φωλιάζει μέσα στις καρδιές μας και πώς τροφοδοτεί με χημεία τα μυαλά μας; Αρκεί η παράνοια που γεννά το πάθος, για να κρατήσει ένα ζευγάρι μαζί; Κι όταν σβήσει το πάθος, τότε, τι; Τι ακριβώς μένει;

Εν κατακλείδι, τι είναι προτιμότερο; Μια άσβεστη φωτιά που σιγοκαίει και θα συνεχίσει εσαεί να καίει, γιατί τροφοδοτείται από τα καθημερινά συναισθήματα που ποτέ δεν θα πάψουν να υπάρχουν ή μια υπέρλαμπρη έκρηξη που θα λάμψει μ’ όλη της τη δύναμη για μία και μόνη στιγμή κι ύστερα θα αφεθεί στα χέρια του αδηφάγου χρόνου και θα χαθεί, καθώς τελειώνει το πάθος και δεν αφήνει κανένα άλλο καύσιμο στη θέση του;

***

Αυτά, περίπου, σκεφτόταν και η Θάλεια, στο μπάνιο του μικρού, ημιυπόγειου διαμερίσματος που έμενε. Σκεφτόταν, καθώς έβαζε eyeliner, μπροστά στον ξεφτισμένο καθρέφτη του παλαιικού μπάνιου, με τα πράσινα πλακάκια και τα εξίσου πράσινα, είδη υγιεινής. Αναλογιζόταν αν άξιζε να ελπίζει σε κάτι το οποίο γνώριζε ότι δεν θα αποκτούσε ποτέ της. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν μυστήριες και περίπλοκες ή αν οι άνθρωποι τις περιέπλεκαν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Γύριζε ο λογισμός της στον Μιχάλη. Μόνιμα εκεί τριγύριζε. Ποτέ δεν κατάφερε να τον ξεκολλήσει από τον Μπακάλμπαση.

Καθώς κοίταζε τον εαυτό της στον καθρέφτη, δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν αντικειμενικά όμορφη ή αν κατάφερνε, με το μακιγιάζ, να αναδείξει όλη της την γοητεία. Ήταν σίγουρη πως την αυτοπεποίθησή της, την χρωστούσε στον Μπακάλμπαση. Σ’ εκείνον τον, όχι και τόσο όμορφο, τύπο, που είχε τον τρόπο του με τους ανθρώπους.

Άφησε το μπάνιο και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξε την ντουλάπα κι άρχισε να σαρώνει με τα μάτια, τα περιεχόμενα της. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε να φορέσει. Είχε καλοκαιριάσει, αλλά εκείνο το σούρουπο ήταν δροσερό και το βράδυ θα έβγαζε ψύχρα. Ήταν ψυχρή πόλη η Λάρισα. Εξαιρετικά ψυχρή τους παγωμένους χειμώνες και εξαιρετικά καυτή, τα φλογερά καλοκαίρια. Έβραζε ο κάμπος και ζεματιζόταν το καλοκαίρι. Πάγωνε ο τόπος και σου μούδιαζαν το κορμί οι χειμώνες.

Αναθεμάτισε όταν άκουσε το κινητό της να χτυπάει. Το μικρό και σκοτεινό διαμέρισμα είχε σήμα μόνο δίπλα σ’ ένα παράθυρο, το οποίο έβλεπε σ’ έναν στενό δρόμο. Δεν άνοιγε ποτέ το παντζούρι γιατί το θεωρούσε κοροϊδία – ακόμη και τις ηλιόλουστες ημέρες, το φως δεν κατάφερνε να γεμίσει το σαλόνι. Το παράθυρο έμενε πάντοτε κλειστό, γιατί κάθε φορά που το άνοιγε, το σπίτι γέμιζε σκόνη σε χρόνο – ρεκόρ. Έπιασε το κινητό στα χέρια της κι η καρδιά της άρχισε να χάνει χτύπους όταν είδε το όνομα του καλούντα.

«Μιχάλη;» ψέλλισε ανυπόμονα, με λαχτάρα, μόλις σήκωσε το τηλέφωνο. Κόλλησε στο παράθυρο για να μην χαθεί το σήμα και περίμενε την απόκριση του συνομιλητή της.

«Θάλεια, υπέροχο πλάσμα, πώς είσαι;» την ρώτησε κι όταν τον άκουσε, ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και να θερμαίνονται.

«Καλά… Εσύ;» ρώτησε εκείνη, σχεδόν ντροπαλά και παιχνιδιάρικα.

«Εξαιρετικά! Θα γίνω μπαμπάς!» ανακοίνωσε ο Μιχάλης κι η Θάλεια πάγωσε από την έκπληξη που της προκάλεσε εκείνο το άκουσμα. Της έφυγε το τηλέφωνο από τα χέρια. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Έσκυψε να πιάσει το κινητό. Παρατήρησε πως έσταζε το μακιγιάζ της στο πάτωμα. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, μα δεν καταλάβαινε πως έκλαιγε άηχα. Είχε παγώσει η ψυχή της και το μυαλό της είχε σταματήσει να δουλεύει. Ένιωθε κενή. Κενή απ’ οποιαδήποτε σκέψη. Κενή απ’ οποιοδήποτε συναίσθημα.

«Θάλεια;» ακούστηκε η ανεπαίσθητη φωνή του Μιχάλη από το τηλέφωνο, βγαλμένη θαρρείς από κάποιο μακρύ και σκοτεινό τούνελ. Και το κενό, ξαφνικά, μετατράπηκε σε φωτιά και λαίλαπα. Πυρακτώθηκε ο λογισμός της, καθώς ακουμπούσε το τηλέφωνο στο αυτί της. «Δεν έχει σήμα το σπίτι» απολογήθηκε η Θάλεια.

«Το ξέρω» της απάντησε ο Μιχάλης.

«Μπαμπάς λοιπόν… Τι λένε σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Μ’ ένα πόνο;»

«Με το καλό, λένε».

«Με το καλό, τότε».

«Δε σε πήρα γι’ αυτό»

«Τότε;» επέμεινε η Θάλεια, με ψυχρό ύφος και παγωμένο πρόσωπο.

«Μιλάς ακόμη με την Στέλλα;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Όταν δεν μπορώ να το αποφύγω».

«Σε παρακαλώ… Σε θερμοπαρακαλώ, πες της κάτι. Πες της ότι προχώρησα παρακάτω και ότι πρέπει να σταματήσει να μ’ ενοχλεί. Μπορείς;»

«Θα της μιλήσω» αναστέναξε η Θάλεια.

«Χίλια ευχαριστώ».

«Θα σε ξαναδούμε, ποτέ, Μπακάλμπαση;»

«Όταν ανέβετε στην Θεσσαλονίκη» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Θα το κανονίσουμε».

«Χάρηκα που τα είπαμε».

«Κι εγώ» κατέληξε η Θάλεια πριν κλείσει βιαστικά το τηλέφωνο. Το πέταξε σε μια παλιά, καφέ πολυθρόνα κι ύστερα έφυγε, σχεδόν τρέχοντας, για την κουζίνα.

Άνοιξε το πρώτο ντουλάπι που αντίκρισε. Κοίταξε τα παράταιρα ποτήρια που ‘χε μαζέψει από προσφορές αλκοολούχων ποτών. «Μπαμπάς;» αναρωτήθηκε δυνατά. «ΜΠΑΜΠΑΣ!» ούρλιαξε πριν βάλει τα χέρια της στο ντουλάπι και αδειάσει με μανία τα περιεχόμενά του στο πάτωμα. «ΜΠΑΜΠΑΣ! ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ! ΓΑΜΗΜΕΝΕ ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗ!» συνέχισε να ουρλιάζει και να σπάει με μανία, ό,τι γυάλινο υπήρχε στην κουζίνα της.

Δέκα λεπτά αργότερα και αφού η κουζίνα έμοιαζε πλέον με βομβαρδισμένο τοπίο, η φωνή της είχε σχεδόν κλείσει από τα ουρλιαχτά. Επέστρεψε στο σαλόνι. Βούτηξε ένα μισοάδειο μπουκάλι ουίσκι. Το άνοιξε κι ήπιε μια γερή γουλιά, καθώς πήγαινε προς το στερεοφωνικό. Το αγαπημένο της CD ήταν ήδη μέσα. Πάτησε το play κι άνοιξε την ένταση στο τέρμα. Γύρισε προς την πολυθρόνα που ‘χε πετάξει το κινητό της. Μπορούσε να δει με το μάτι της φαντασίας της τον Μιχάλη να κάθεται εκεί, μ’ ένα τσιγάρο στο δεξί χέρι και το κεφάλι ριγμένο στην αριστερή παλάμη, ν’ αναστενάζει και να μισομιλάει όχι με μένος, αλλά με πόνο. Με το ίδιο, περίπου πόνο, που βίωνε εκείνη τη στιγμή. Τον πόνο της προδοσίας.

***

Είχε περάσει ενάμισης χρόνος από την νύχτα, που δεν κατάφερε ποτέ να βγάλει από το μυαλό της. Ο Μιχάλης ήταν τσακισμένος. Εκείνο ήταν το βράδυ που είχε καταλάβει πως η Στέλλα τον απατούσε. Ψιχάλιζε ανελέητα. Έριχνε μια μυστήρια και παγωμένη ψιχάλα που κατάφερνε να τρυπώσει παντού.

Οι χειμωνιάτικες βροχές στην Λάρισα, μπορούσαν να κρατήσουν μέρες. Μέρες ολόκληρες και ατελείωτες, που το νερό δεν σταματούσε να πέφτει από τον ουρανό. Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2000 κι ο Μιχάλης, εκείνο το διάστημα, δούλευε λιγότερο απ’ όσο ήθελε και περισσότερο απ’ όσο άντεχε.

Ούτε και ο ίδιος κατάλαβε πώς τα πόδια του, μέσα στην παγωμένη ψιχάλα, που έφερνε περισσότερο σε χιονόνερο, τον οδηγούσαν τυφλά στους δρόμους της πόλης. Απ’ το παλιό νοσοκομείο, στην τριακοστής πρώτης Αυγούστου. Στο ωδείο και στην Βενιζέλου. Στην κεντρική πλατεία, όπου δεν βρήκε ανοιχτό περίπτερο. Ποδαρόδρομος μέχρι το Αλκαζάρ και το περίπτερο που έμενε πάντοτε ανοιχτό, μέσα στο ψιλόβροχο που του τρυπούσε το σώμα και του τσάκιζε την ψυχή. Προσπαθούσε να καθαρίσει το μυαλό του, μα όλο και γύριζαν διάφορα εκεί μέσα. Άρχισε να σφυρίζει για να μην σκέφτεται. Αναπόλησε την Λίλιαν. Εκείνη σφύριζε κι εκείνος τραγουδούσε. Ανεφοδιάστηκε με τσιγάρα κι αναπτήρα κι έκανε μεταβολή. Ήθελε να γυρίσει την πόλη, μα δεν ήξερε πού ακριβώς ήθελε να πάει. Τα τελευταία μαγαζιά είχαν κλείσει και τα χαρμανάδικα δεν τ’ άντεχε με τίποτα. Είχε ανάγκη να πιεί εκείνο το βράδυ.

Καθώς περιδιάβαινε τα γλιστερά πεζοδρόμια της Άνθιμου Γαζή, θυμήθηκε πως η Θάλεια έμενε κάπου εκεί τριγύρω. Σκέφτηκε πως ίσως να μπορούσε να την ξεκουνήσει και να έπιναν κανένα ποτό. Κοίταξε βιαστικά το κινητό του. Ήταν περασμένες δύο. «Στην χειρότερη περίπτωση θα την ξυπνήσω» συλλογίστηκε πριν καλέσει τον αριθμό της, μοντάρει το κινητό στο αυτί του και ξεκολλήσει το τσιγάρο από τα χείλη του.

Η Θάλεια απάντησε σχεδόν αμέσως. «Θάλεια, κορίτσι υπέροχο, τι κάνεις;» την ρώτησε, καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια για να μην αφήσει την θλίψη του να ποτίσει την φωνή του.

«Καλά είμαι;» απόρησε εκείνη, μην μπορώντας να καταλάβει τον σκοπό εκείνου του μεταμεσονύκτιου τηλεφωνήματος. «Εσύ; Έγινε κάτι;» συνέχισε τον συνειρμό της.

«Δεν έχω ιδέα».

«Δεν έχεις ιδέα αν έγινε κάτι; Μιχάλη; Είσαι καλά;»

«Δεν είμαι καλά. Η Στέλλα με κερατώνει. Δεν θέλω να σου τα πω από το τηλέφωνο…»

«Πού είσαι;» τον διέκοψε η Θάλεια, που είχε σηκωθεί από τον καναπέ κι είχε αρχίσει να ψάχνει για ρούχα.

«Πριν από λίγο πέρασα έξω απ’ το Δουκάτο…» μουρμούρισε μπερδεμένα ο Μιχάλης, μην έχοντας καταλάβει την ερώτησή της.

«Σε ένα τέταρτο θα είμαι Ηπείρου και Γαζή γωνία. Θα με περιμένεις εκεί;»

«Θα σε περιμένω».

«Πεινάς; Έχεις φάει; Θέλεις κάτι να πιείς;» τον βομβάρδισε με ερωτήσεις.

«Όχι, καλά είμαι».

«Εντάξει. Σ’ ένα τέταρτο εκεί, ναι;» του είπε βιαστικά.

«Ναι».

«Σ’ αγαπάω» ψέλλισε η Θάλεια και πριν προλάβει να της απαντήσει ο Μιχάλης, του έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα.

Συνέχισε να περπατάει αργά και προσεκτικά στα πεζοδρόμια που είχαν παγώσει, αργοκαπνίζοντας και αναθεματίζοντας την Στέλλα, την επιμονή της, τα καπρίτσια της και το ξερό του το κεφάλι, που πάντοτε έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις.

Λίγα λεπτά αργότερα έφτασε στην διασταύρωση που θα περίμενε την Θάλεια. Έστριψε κι ύστερα ακούμπησε την πλάτη του σ’ ένα καφάο του ΟΤΕ, που βρισκόταν κάτω από ένα γυμνό, από φύλλα, δέντρο. Δεν είχε εξερευνήσει εκείνη την πλευρά της πόλης κι ήξερε μόνο τους κεντρικούς δρόμους. Αν επιχειρούσε να χωθεί στα στενά, σίγουρα θα χανόταν.

Άφησε το μυαλό του να περιπλανηθεί μέσα σε ξεχασμένες αναμνήσεις, για να μην σκέφτεται την προδοσία της Στέλλας. Είχε πλημμυρίσει με φόβο και αβεβαιότητα. Θυμήθηκε τον εαυτό του, χρόνια πριν, ακουμπισμένο σε κάποια τσιμεντένια κολώνα του σταθμού στην Θεσσαλονίκη. Φορτωμένος με μπαγάζια ήταν τότε, με το walkman στα αυτιά. Θυμήθηκε την Λίλιαν, να μπαίνει αεράτη στην προβλήτα και να πηγαίνει προς το μέρος του Παύλου. «Να σε σεργιανίσω σ’ όλους τους τάφους που λυτρώθηκαν φτωχοί αυτόχειρες, στρατιώτες εικοσάχρονοι, με μελανιασμένες κατανοήσεις…» μουρμούρισε, πριν στρέψει το βλέμμα του προς τον ουρανό και αναστενάξει.

«Γιατί δεν το έκανα τότε;» συλλογίστηκε. «Γιατί; Ευκαιρίες είχα. Γιατί; Γιατί έπρεπε να παραμείνω εδώ; Για να βασανίζομαι;» συνέχισε τον συνειρμό του. «Φοβάμαι πια ότι δεν θα πεθάνω ποτέ. Ότι θα παραμείνω εδώ, για να βασανίζομαι εσαεί. Φοβάμαι ότι έχω πεθάνει και βρίσκομαι βαθιά στην προσωπική μου κόλαση. Τρέμω να πιάσω κάτι όμορφο στα χέρια μου, γιατί ό,τι κι αν ακούμπησαν, καταστράφηκε. Κάηκε κι απόμεινε λιγότερο κι απ’ το τίποτα…»

Ο ρυθμικός ήχος τακουνιών που σταθερά δυνάμωνε, διέκοψε τον συνειρμό του. Γύρισε προς τα δεξιά κι είδε την Θάλεια να τον πλησιάζει κραδαίνοντας μια τεράστια ομπρέλα, σχεδόν τρέχοντας. Βαριαναστέναξε, πριν πετάξει μακριά την γόπα του τσιγάρου του. «Πού θα πάμε;» την ρώτησε κι εκείνη, όταν έφτασε μπροστά του, τον έπιασε από το χέρι, έκανε αναστροφή και ξεκίνησε να τον τραβάει, δίχως να πει τίποτα.

«Σπίτι σου;» ρώτησε ο Μιχάλης, καθώς χωνόταν κάτω από την ομπρέλα.

«Έχεις κάποια καλύτερη πρόταση;»

«Τέτοια ώρα;»

«Τέτοια ώρα μόνο σε κανένα κωλάδικο θα βρούμε ηρεμία για να συζητήσουμε, Μπακάλμπαση. Πάμε σπίτι. Έχω και κρεβάτι και κάτι για να πιείς» τον πείραξε η Θάλεια.

Σταμάτησε απότομα ο Μιχάλης και γύρισε προς το μέρος της. Του τράβηξε το χέρι. «Δυο βήματα είναι από εδώ. Είσαι μούσκεμα. Έχεις ξυλιάσει. Τρέμεις. Άσε τα παιδιαρίσματα και περπάτα» του είπε κοφτά, σχεδόν επιτακτικά κι εκείνος χαμογέλασε ανεπαίσθητα πριν την ακολουθήσει.

Ούτε πέντε λεπτά δεν τους πήρε για να φτάσουν σ’ εκείνο το μικρό, ημιυπόγειο διαμέρισμα, με το μακρόστενο σαλόνι, την κουζίνα που έβλεπε στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας, το μικρό υπνοδωμάτιο και το μπάνιο που ήταν επενδυμένο με πλακάκια στο χρώμα του πράσινου σαπουνιού. «Βγάλε, πασά μου, το μπουφάν και τα παπούτσια, βγάλε κι ό,τι είναι βρεγμένο και θα σου δώσω στεγνά» του είπε η Θάλεια όταν τον είδε να πηγαίνει προς τη μοναδική πολυθρόνα του σαλονιού για να καθίσει.

«Με δουλεύεις;» θύμωσε ο Μιχάλης. «Έχει μουσκέψει μέχρι και το βρακί μου!»

«Κι απ’ αυτά έχουμε» του απάντησε η Θάλεια.

«Συνεχίζεις να με δουλεύεις;»

«Κάθε άλλο. Περίμενε εδώ. Θα πάω μέσα να σου βγάλω ρούχα για να ντυθείς. Βάλε τα βρεγμένα στα καλοριφέρ» απάντησε η Θάλεια, πριν φύγει για το υπνοδωμάτιο.

Δύο λεπτά αργότερα, του έκανε νόημα να πάει στο δωμάτιο, για να ντυθεί. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, ο Μιχάλης αντίκρισε μια πετσέτα και μια καθαρή αλλαξιά αντρικά ρούχα, φρεσκοπλυμένα και σιδερωμένα, πάνω στο κρεβάτι. «Ρε, πού τα βρήκες αυτά;» την ρώτησε έκπληκτος.

«Μετά την κατάσχεση αντρικών ρούχων από πρώην γκόμενους, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται» του απάντησε περιχαρής η Θάλεια. «Ντύσου κι έλα μέσα» κατέληξε, πριν βγει από το δωμάτιο και κλείσει την πόρτα πίσω της.

Άρχισε να γδύνεται ο Μιχάλης. Στέγνωσε το κορμί του και άπλωσε στο μοναδικό καλοριφέρ, όλα του τα ρούχα. Παράτησε τα παπούτσια του κάτω από το σώμα, ελπίζοντας ότι θα στέγνωναν γρήγορα. Το μάτι του έπεσε σε δύο φωτογραφίες της, που ήταν κρεμασμένες πάνω από το κρεβάτι. Η μία ήταν σχετικά πρόσφατη. Η άλλη, αρκετά παλιά, έφερνε στο κορίτσι που είχε γνωρίσει, όταν είχε μετακομίσει στην Λάρισα. Μια στρουμπουλή κοπέλα, με φαρδιά φούστα, χοντρό καλσόν και μουσταρδί πλεχτό πουλόβερ. Η κοπέλα που δεν βαφόταν ποτέ και που ποτέ δεν περιποιούνταν τον εαυτό της. Η Θάλεια άρχισε να αποκτάει αυτοπεποίθηση και ν’ αλλάζει, όταν γνώρισε τον Μιχάλη. Έφταιγε και τ’ ότι ο Μιχάλης της συμπεριφερόταν ως γυναίκα κι όχι ως το απροσάρμοστο φρικιό που ήθελαν όλοι να βλέπουν στο πρόσωπό της, αλλά και τ’ ότι η Θάλεια ερωτεύτηκε εκείνον τον, όχι και τόσο όμορφο, άντρα, με τους υπέροχους τρόπους.

«Πόσο άλλαξες;» μουρμούρισε ο Μιχάλης, πριν στρέψει το κεφάλι του προς την πόρτα του δωματίου. Δεν ήθελε να το βάλει κι αυτό στο μυαλό του. Ήξερε πως η Θάλεια τραβούσε καψούρες με την πάρτη του και γνώριζε πως ενδεχομένως να προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί εκείνο το βράδυ, την δεδομένη κατάσταση. Ήξερε, επίσης, ότι ούτε κι αυτό ήθελε να το σκεφτεί. «Στα κομμάτια» μονολόγησε, προτού ανοίξει την πόρτα κι επιστρέψει στο σαλόνι.

Ένα γεμάτο ποτήρι ουίσκι τον περίμενε, μπροστά από την πολυθρόνα που είχε σκοπό να καθίσει, όταν μπήκε στο σπίτι. «Το θυμάσαι ότι δεν πίνω;» την ρώτησε περιπαικτικά κι εκείνη χαχάνισε. «Απόψε, όμως, έχω ανάγκη να πιώ» συνέχισε τον συνειρμό του.

«Πιες ένα ποτήρι μαζί μου. Και πες μου τι έγινε».

«Δεν θέλω να το συζητήσω» μονολόγησε ο Μιχάλης, ανάβοντας τσιγάρο και βουτώντας το ποτήρι από το τραπεζάκι. Άρχισε να κατεβάζει βιαστικά το ποτό του, λες κι ήταν νερό. Παράτησε το μισοάδειο, πια, ποτήρι στο τραπέζι, πριν ρουφήξει μανιασμένα το τσιγάρο του και βολευτεί στην πολυθρόνα. «Και, δηλαδή, τι να πω;» αναρωτήθηκε δυνατά, περισσότερο για να τον ακούσει ο εαυτός του. «Να πω ότι δεν το υποψιαζόμουν; Αυτό θέλεις να πω; Ή κάποια πονεμένη ιστορία, ίσως;» κατέληξε, πριν ξαναπιάσει το ποτήρι στα χέρια του.

Αναστέναξε η Θάλεια, κουνώντας θλιμμένα το κεφάλι της. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Γνώριζε έναν Μιχάλη χωρατατζή μα και σοβαρό, έναν άνθρωπο ατσάλινο, που δεν έδειχνε καμία απολύτως αδυναμία. Σηκώθηκε από τη θέση της και του πήρε το ποτήρι από το χέρι. «Παραληρείς» σχολίασε κι ο Μιχάλης ένευσε, καγχάζοντας σχεδόν παρανοϊκά.

«Σε πονάει;» τον ρώτησε, ίσα για να τον ακούσει να ξεφυσάει. «Το κέρατο; Τι ‘μαι ρε Θάλεια; Δεκαπέντε χρονών ή παράφορα ερωτευμένος; Με πληγώνει η προδοσία κι όχι γιατί η Στέλλα αποφάσισε να με απατήσει. Αλλά γιατί άφησα μια δουλειά και μία ζωή, για να ακολουθήσω μία αγάπη η οποία μου συμπεριφέρθηκε έτσι».

«Πώς, δηλαδή;» τον ρώτησε, μα εκείνος γύρισε το αγριεμένο βλέμμα του προς το μέρος της, δίχως ν’ απαντήσει.

«Δεν σ’ είχα για σεμνότυφο, ρε Μπακάλμπαση. Έχεις νεύρα. Βγάλ’ τα από μέσα σου» συνέχισε η Θάλεια.

«Δεν θέλω. Δώσε μου το ποτήρι» διέταξε ο Μιχάλης.

«Πιστεύεις ότι θα σε βοηθήσει; Ότι θα σε γιάνει; Ότι τι;»

«Ότι θα με κάνει να ξεχάσω».

«Παρ’ το. Παρ’ το κι όταν αρχίσουν να έρχονται διπλές και τρίδιπλες οι αναμνήσεις, θα το ξανασυζητήσουμε» του απάντησε, δίνοντάς του το ποτήρι. Κάθισε δίπλα του, στο μπράτσο της πολυκαιρισμένης πολυθρόνας. Εντελώς ασυναίσθητα άρχισε να μισοσφυρίζει θλιμμένα. Το αυτί του Μιχάλη έπιασε το ρεφρέν κάποιου κομματιού που γνώριζε. Θυμήθηκε τα εφηβικά του χρόνια και χαμογέλασε νοσταλγικά. «Τα μάτια σου έκλεισες και μ’ άφησες απ’ έξω, άλλη μια νύχτα θα την βγάλω στη βροχή…» τραγούδησε κι η Θάλεια, έκπληκτη, έκλεισε το στόμα της και γύρισε για να τον κοιτάξει.

«Υποτίθεται είσαι ροκάς!» αναφώνησε.

«Έχω τεράστιο ρεπερτόριο και καθόλου φωνή» απάντησε ο Μιχάλης, προτού αδειάσει το ποτήρι του. Τίναξε την στάχτη του τσιγάρου του κι ύστερα τράβηξε μια τζούρα. «Πρώτη φορά την βγάζω στη βροχή» σχολίασε μελαγχολικά.

«Ζεστάθηκες καθόλου;»

«Κάτι λίγα».

«Το δωμάτιο, μέσα, είναι πολύ πιο ζεστό, απ’ όσο αυτό. Θέλεις να πάμε εκεί;»

«Πάμε, ναι» μονολόγησε ο Μιχάλης σβήνοντας με δύναμη το τσιγάρο του. Βούτηξε το άδειο του ποτήρι και το μπουκάλι κι έφυγε για το υπνοδωμάτιο.

Όταν μπήκε η Θάλεια στο δωμάτιο, άναψε δύο αρωματικά κεριά που ευωδίαζαν φρεσκοκομμένο καφέ κι έσβησε το φωτιστικό με την λάμπα που ανέδιδε λευκό φως. Είδε τον Μιχάλη να κάθεται στο κρεβάτι και ν’ ακουμπάει την πλάτη του στο κεφαλάρι. Φαινόταν περισσότερο σκεφτικός, παρά θλιμμένος. «Να βάλω μουσική;» τον ρώτησε κι εκείνος ένευσε.

«Κάτι συγκεκριμένο;» συνέχισε εκείνη.

«Ό,τι θέλεις».

«Μητροπάνο;» τον πείραξε η Θάλεια.

«Ό,τι θέλεις» επανέλαβε εκείνος.

Γύριζαν μανιασμένα οι σκέψεις μέσα στο κεφάλι του Μιχάλη, καθώς την παρατηρούσε να πηγαίνει προς το σαλόνι για να βάλει μουσική. Το κέρατο δεν τον πείραζε. Δεν τον θύμωνε. Το είχε ξαναπεράσει στη ζωή του. Τον πείραζε τ’ ότι η Στέλλα τα ήθελε όλα δικά της. Τον ενοχλούσε που οι άνθρωποι τα ήθελαν όλα δικά τους. Αναρωτιόταν για πόσο θα μπορούσαν να γυρίζουν γύρω από τους εαυτούς τους; Πόσο τους ένοιαζε μόνο η πάρτη τους και κανένας πέρα απ’ αυτήν; Πόσα ήταν διατεθειμένοι να κάνουν για να κερδίζουν ό,τι γουστάρουν, χωρίς να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν. Άραγε, θα πονούσε η Στέλλα, αν την απατούσε εκείνος;

«Καλό;» διέκοψε τις σκέψεις του η Θάλεια κι εκείνος ένευσε. Ήδη είχε αρχίσει να κουνάει ρυθμικά το κεφάλι του.

«Σε πέτυχα;» συνέχισε η Θάλεια.

«Απόλυτα» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Σου έφερα τσιγάρα και σταχτοδοχείο».

«Και σ’ ευγνωμονώ αμέριστα γι’ αυτό» της απάντησε ο Μιχάλης, χαρίζοντάς της ένα αχνό χαμόγελο.

«Θα μιλήσεις ή χρειάζεσαι και δεύτερο ποτό;»

«Μπα. Δεν θέλω. Ήδη έχω αρχίσει να μουδιάζω».

«Εντάξει».

«Θα πιώ ακόμη ένα όμως. Γυρίζει αλλού το κεφάλι μου» μονολόγησε ο Μιχάλης, πριν πάρει το μπουκάλι και γεμίσει το ποτήρι του.

«Με τι γέμισε το κεφάλι σου;»

«Με θάνατο… Μακάβριες σκέψεις…» μονολόγησε, πίνοντας λίγο απ’ το ποτό του, πριν αφήσει το ποτήρι πάνω σ’ ένα σαραβαλιασμένο τραπεζάκι, που εκτελούσε χρέη κομοδίνου. Άναψε τσιγάρο και γύρισε προς την Θάλεια. «Τι πρέπει να κάνω;» την ρώτησε, κοιτάζοντάς την ίσια στα μάτια.

«Τι θέλεις να κάνεις;» αντιρώτησε εκείνη.

«Να εξαφανιστώ. Αλλά να πάω πού; Ο γέρος μου βγήκε στην σύνταξη, πούλησε το σπίτι και γύρισε στο χωριό του. Ο ένας ο παλιόφιλος, πέθανε πριν δυο μήνες. Ο άλλος εξαφανίστηκε όταν ήμασταν ακόμη παιδιά. Μια παλιά φίλη, ούτε που ξέρω τι κάνει. Ούτε που ξέρω πώς είναι και πώς περνάει. Πίσω… Πίσω δεν έμεινε τίποτα. Ούτε άφησα τίποτα. Η ζωή μου είναι εδώ. Στο τώρα…» κατέληξε, πριν πιάσει και πάλι το ποτήρι στα χέρια του.

«Στην Στέλλα;» τον ρώτησε η Θάλεια, παρατηρώντας τον να πίνει βιαστικά.

«Στην Στέλλα, άραγε; Δεν ξέρω. Απόψε δεν ξέρω. Η μία φορά μπορεί και να είναι λάθος. Μπορεί και να συγχωρείται…»

«Αν η μία φορά είναι λάθος, η δεύτερη τι είναι;» τον ρώτησε η Θάλεια.

«Συνήθεια» της απάντησε με στόμφο κι ύστερα απέμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Η μουσική συνέχισε να παίζει, ο Μιχάλης συνέχισε να κουνάει το κεφάλι του στον ρυθμό της, να καπνίζει και να πίνει το ποτό του, μισοτραγουδώντας κάπου – κάπου, κάποιον στίχο που του ερχόταν στο μυαλό.

«Δεν είναι νερό, Μπακάλμπαση! Είναι ουίσκι. Είναι ναρκωτικό, που μεταξύ άλλων, καταστέλλει τις αναστολές σου, προκαλεί στυτική δυσλειτουργία…» άρχισε να τον ψέλνει η Θάλεια, όταν τον είδε να ξαναγεμίζει το ποτήρι του.

«Παράξενο που έπιασες αυτά τα δύο πρώτα» σχολίασε εκείνος, γελώντας δυνατά.

«Έχεις αρχίσει να μεθάς. Γίνεσαι ευφορικός ακόμη κι αν κάνεις μακάβριες σκέψεις. Άφησε τ, το ρημάδι. Ξάπλωσε. Προσπάθησε να χαλαρώσεις κι αύριο, με καθαρό κεφάλι, θα σκεφτείς τι πρέπει να κάνεις» τον μάλωσε η Θάλεια.

«Θάλεια, υπέροχο πλάσμα…» μουρμούρισε ο Μιχάλης, υπακούγοντάς την και αφήνοντας το ποτό του στο τραπεζάκι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και γύρισε προς το μέρος της. Παρατήρησε πως έδειχνε λυπημένη. «Τι έχεις;» την ρώτησε, χαμογελώντας ανεπαίσθητα.

«Γιατί μου το κάνεις αυτό;»

«Ποιο;»

«Με φλερτάρεις».

«Δεν σε φλερτάρω, ούτε σου την πέφτω».

«Γιατί με αποκαλείς “υπέροχο πλάσμα”;»

«Βασικά, γιατί είσαι» της απάντησε κι έπειτα της έπιασε το χέρι. «Με λεπτεπίλεπτα, απαλά δάχτυλα, περιποιημένα νύχια, όμορφο μουτράκι. Είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος, που κάποια στιγμή θα πρέπει να δώσει τα εύσημα στον εαυτό του…»

«Τα ίδια λες και στην Στέλλα, σάτυρε;» τον ρώτησε, γλυκά και περιπαικτικά κι εκείνος χαμογέλασε, μισοκλείνοντας τα μάτια. «Δεν ξέρω πια αν έχει μείνει κάτι όμορφο μέσα στην Στέλλα».

«Τότε, γιατί παραμένεις εκεί;»

«Δεν ξέρω. Από συνήθεια… Μάλλον…»

«Γιατί δεν φεύγεις;» τον ρώτησε ψιθυριστά.

«Πού να πάω;» αντιρώτησε ο Μιχάλης κι η Θάλεια έσκυψε πάνω από το κεφάλι του και τον κοίταξε στα μάτια. Ποτέ του δεν είχε παρατηρήσει εκείνα τα βαθυγάλαζα, εκφραστικά μάτια, με το πανέμορφο σχήμα. Πετάρισε τα βλέφαρά του, προσπαθώντας να σκεφτεί καθαρά. Ήθελε απεγνωσμένα να φιλήσει τα σαρκώδη χείλη της, να τα δαγκώσει ακόμη, μα ήξερε πως ήταν μπλεγμένος σε μία κατάσταση που δεν είχε τελειώσει ακόμη. Δεν κατάλαβε πώς σήκωσε το χέρι του κι άρχισε να της χαϊδεύει το μάγουλο, ενώ σκεφτόταν ότι δεν ήταν σωστό να πληρώσει την Στέλλα με το ίδιο νόμισμα. Δεν ήταν εκείνος ο άνθρωπος. Δεν θα έπεφτε τόσο χαμηλά. Δεν θα χρησιμοποιούσε κανέναν, για το γινάτι του. Δεν θα έπαιζε με τα συναισθήματα κανενός. Δεν θα έκανε, ό,τι κάποτε του έκαναν.

«Μπακάλμπαση; Είσαι αρκετά μεθυσμένος για να μην κάνεις πίσω, ή να σ’ αφήσω πέντε λεπτά ακόμη, για να θολώσει κι άλλο το μυαλό σου;» του ψιθύρισε στο αυτί κι εκείνος της χαμογέλασε. «Το μυαλό μου είναι μια χαρά» της απάντησε, χωρίς να σταματήσει να χαμογελάει.

«Δεν είναι. Δεν είναι γιατί έχει αρχίσει να σκέφτεται κάτι που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα σκεφτόταν. Δεν είναι, γιατί δεν μπορείς να βάλεις φρένο στις σκέψεις του. Κι όταν αφεθείς, οι σκέψεις θα γίνουν πράξεις, πράξεις από τις οποίες δεν θα υπάρξει επιστροφή».

«Δεν θέλω…» ψιθύρισε ο Μιχάλης, καθώς έβλεπε την Θάλεια να σκαρφαλώνει πάνω του και να πλησιάζει το πρόσωπό της, στο δικό του.

«Δεν θες;» του απάντησε, στον ίδιο τόνο, όταν τα χείλη της άγγιξαν τα δικά του.

«Όχι» ψέλλισε ο Μιχάλης κι η Θάλεια τον φίλησε. Βαθύ φιλί. Παθιασμένο. Πρωτόγνωρο για τον Μιχάλη που ‘χε συνηθίσει στα μισά και στα λίγα. Βαθύ και εξερευνητικό, όπως κι εκείνο, το πρώτο και μοναδικό φιλί που είχαν δώσει με την Λίλιαν. Ρίγησε η Θάλεια όταν άγγιξε τα πλευρά της. Μεθούσε από την αίσθηση της γλώσσας του πάνω στη δική της. Μεθούσε κι ο Μιχάλης από το άρωμα του κορμιού της και τα αγγίγματά της. Κάπου, στο πίσω μέρος του μυαλού του, η εικόνα της Στέλλας καιγόταν και απόμενε στάχτη μέσα στις θολές και μακρινές του αναμνήσεις.

Ένιωσε την Θάλεια να ξεκολλάει από πάνω του. Την αγκάλιασε σφιχτά. «Πάρε με» του ψιθύρισε, σχεδόν μανιασμένα, για να τον δει να γνέφει αρνητικά, με θολό βλέμμα και αμυδρό χαμόγελο. Ανασηκώθηκε και την ξαναφίλησε. Έβαλε όλο της το βάρος και την δύναμη η Θάλεια, για να τους γυρίσει στο κρεβάτι. Την θύμωνε το τρυφερό του άγγιγμα και τα χάδια. Τον έσπρωξε από πάνω της για να γδυθεί.

«Μην βιάζεσαι» της είπε γαλήνια ο Μιχάλης.

«Δεν θα περιμένω να ξεμεθύσεις, να θυμηθείς την Στελλίτσα σου και να την κοπανήσεις με ελαφρά πηδηματάκια, πριν με πηδήξεις!»

«Θάλεια… Δεν θέλω… Δεν θέλω…» τραύλισε ο Μιχάλης κι ύστερα έκλεισε σφιχτά τα μάτια του. Είχε αρχίσει να κοκκινίζει.  «Δεν θέλω, γαμώτο, να σε πηδήξω… Δεν είσαι κομμάτι κρέας… Μην το κάνεις αυτό τον εαυτό σου…» κατέληξε, με λιγότερο τραύλισμα. Ξεφύσησε από ανακούφιση, πριν ανοίξει τα μάτια του για να την κοιτάξει.

«Τι θες, τότε;» αγρίεψε εκείνη.

«Να κάνουμε έρωτα» της απάντησε, βοηθώντας την να βγάλει την μπλούζα της.

«Πάμε λίγο στο fast-forward όμως, γιατί θα ξημερώσουμε».

«Να, αυτά δεν μπορώ…» αναστέναξε ο Μιχάλης.

«Έχει πάει τρεις παρά και ξυπνάω στις εφτά» του απάντησε, βγάζοντας ό,τι ρούχα είχαν απομείνει πάνω της, πριν αρχίσει να βγάζει και τα δικά του.

Την κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα. «Τι έπαθες;» τον ρώτησε κι εκείνος πικρογέλασε. «Άσε τις δικαιολογίες. Γιατί βιάζεσαι;» την ρώτησε.

«Μπακάλμπαση, τελείωνε!» τον διέταξε κι εκείνος, γελώντας, της απάντησε: «όπως διατάξετε, στρατηγέ μου!»

«Έτσι μπράβο, το αγόρι μου!»

Αναρίγησε ολόκληρος ο Μιχάλης, όταν μπήκε μέσα της κι ένιωσε τα πόδια της να τυλίγονται στο κορμί του και να τον σφίγγουν. Έσκυψε για να την φιλήσει. Τον δάγκωσε απαλά στα χείλη. «Σε μισώ, Μπακάλμπαση» του ψιθύρισε, δακρύζοντας.

«Γιατί;» απόρησε θλιμμένα, εκείνος.

«Γιατί δεν μπορώ να σ’ έχω».

«Απόψε μ’ έχεις».

«Απόψε δεν σ’ έχω, γλυκέ μου. Και δεν μπορείς να καταλάβεις το γιατί».

«Όχι, δεν μπορώ» της είπε, πριν την φιλήσει και νιώσει όλο το κορμί της να τραντάζεται από σπασμούς. Έκανε να τραβηχτεί, μα η Θάλεια τον έσφιξε ακόμη πιο δυνατά πάνω της. Έκανε να ανασηκωθεί για να κόψει το φιλί και να της μιλήσει, μα δεν τον άφησε. Δεν είχε κουράγιο να παλέψει μαζί της. Παραδόθηκε στην στιγμή και στην μοίρα του. Όμως ο λογισμός του ήταν αρκετά θολός για να σκεφτεί καθαρά και να καταλάβει την βαρύτητα των πράξεων του.

Δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει όταν η Θάλεια ξέσφιξε τα πόδια της και του επέτρεψε να σηκωθεί από πάνω της. Ξάπλωσε δίπλα της και άρχισε να της χαϊδεύει τα μάγουλα. Δάκρυζε. «Σε πόνεσα;» την ρώτησε μελαγχολικά κι εκείνη του χαμογέλασε. «Δάκρυα χαράς είναι… Και καύλας… Αλλά περισσότερο χαράς…»

«Το ξέρεις ότι έγινε μαλακία, ε;» την ρώτησε, δίχως ν’ αλλάξει το μελαγχολικό του ύφος.

«Το ξέρω, ναι. Το ήθελα. Το λαχταρούσα. Μην αγχώνεσαι. Παίρνω αντισυλληπτικά. Δεν θα γίνεις μπαμπάς…»

***

Δεν κατάφερε να κοιμηθεί πολύ ο Μιχάλης. Το μυαλό του τον βασάνιζε και έπλαθε ευφάνταστους εφιάλτες για να του αποδείξει πως η πραγματικότητα του ήταν πολύ χειρότερη απ’ όσο, συνειδητά, πίστευε. Αξημέρωτα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ασυναίσθητα κοίταξε δίπλα του. Η Θάλεια ήταν άφαντη. Ανασηκώθηκε κι έπιασε το κεφάλι του που βούιζε ελαφρά. Κάγχασε στην ενθύμηση της δακρυσμένης κοπέλας που βρισκόταν στην αγκαλιά του πριν λίγες ώρες.

Έσυρε τα πόδια του μέχρι το σαλόνι. Βρήκε την Θάλεια να κάθεται ημίγυμνή δίπλα από το παράθυρο. Είχε ανοίξει το παμβρώμικο παντζούρι κι είχε κολλήσει το βλέμμα της σε μια σταγόνα βροχής, που αψηφούσε την βαρύτητα και παρέμενε ακίνητη στο θολό τζάμι. Ένα από τα τσιγάρα του βρισκόταν ανάμεσα από τα λεπτά, μακριά δάχτυλά της. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Δεν είχε κοπάσει η ψιχάλα κι ο πρωινός αέρας την σκορπούσε ολόγυρα στην πλάση. Κι η Θάλεια, με βαριά καρδιά κι ανταριασμένη ψυχή, ατένιζε την βροχή, όντας ανήμπορη να σκεφτεί οτιδήποτε διαφορετικό από εκείνο που ‘χε, πριν λίγες ώρες, ζήσει.

Ο Μιχάλης πήγε και στάθηκε δίπλα της. «Να σου φτιάξω καφέ, πασά μου;» τον ρώτησε, δίχως να γυρίσει να τον κοιτάξει.

«Θέλεις να μας φτιάξω εγώ;» την ρώτησε, χαμογελαστά, καθώς χασμουριόταν.

«Όχι, καλέ μου» του απάντησε πριν σηκωθεί από το ψηλό καρεκλάκι που καθόταν. Γύρισε προς το μέρος του και του χαμογέλασε γλυκά. «Ξεμέθυσες;» τον ρώτησε κι εκείνος, μισοκλείνοντας τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι, νεύοντας καταφατικά.

«Είσαι καλύτερα;» συνέχισε η Θάλεια, πριν σταθεί μπροστά του.

«Όχι» απάντησε μελαγχολικά, εκείνος.

«Γιατί, καλέ μου;»

«Δεν ξέρω» της απάντησε, προσπαθώντας να αποφύγει την ερώτηση. Έσκυψε το κεφάλι του. «Αν ήμασταν πάνω, θα σ’ έπαιρνα να πάμε βόλτα. Να πάρουμε μπουγάτσα και καφέ και ν’ απολαύσουμε τον Βαρδάρη…»

«Και χθές θα ‘ταν εκείνη η νυχτιά, που φύσαγε ο Βαρδάρης;» τον διέκοψε η Θάλεια.

«Ίσως…» της απάντησε μπερδεμένα, μην μπορώντας να καταλάβει πού ακριβώς αναφερόταν.

«Άμα σου το σφυρίξω, θα το θυμηθείς;» τον ρώτησε κι εκείνος κάγχασε. «Προσπάθησέ το» της είπε, δίχως ν’ αλλάξει το χαρούμενο ύφος του.

Άρχισε να σφυρίζει η Θάλεια κι ο λογισμός του Μιχάλη να ταξιδεύει μακριά, βουτώντας μέσα στις κακοφορμισμένες αναμνήσεις του. Ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει από το δεξί του μάτι. Θλίφτηκε η Θάλεια όταν είδε το πρόσωπό του να συσπάται από την στεναχώρια. «Εκτός από τη μάνα σου, κανείς δε σε θυμάται…» μονολόγησε ο Μιχάλης, ανήμπορος να τραγουδήσει κάτι που τον πλήγωνε. Αναστέναξε. «Γαμώτο» μουρμούρισε και πριν προλάβει να τον πάρει αγκαλιά η Θάλεια, γύρισε κι έφυγε για την κουζίνα.

Άνοιξε τα ντουλάπια κι άρχισε να ψάχνει για κούπες και μπρίκι. Τον ακολούθησε η Θάλεια. «Άφησέ τα. Κάθισε. Θα μας φτιάξω, εγώ, καφέδες» του είπε μ’ ένα ύφος που περισσότερο έφερνε σε παράκληση παρά σε προσταγή. Γύρισε προς το μέρος της. Αναστέναξε, πριν αφήσει το πόμολο του ντουλαπιού και καθίσει στο μικρό και παράταιρο τραπεζάκι της κουζίνας, με το πλαστικό κάλυμμά και το παλαιικό, χωριάτικο, τραπεζομάντιλο. Η Θάλεια πιάστηκε να φτιάξει τους καφέδες τους κι εκείνος άρχισε να παραμιλάει ακατάληπτα. Μέχρι που άκουσε τον ήχο μιας κούπας να ακουμπάει στο τραπέζι, μπροστά του. Τότε μόνο σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε στα μάτια. «Η μάνα μου δεν με θυμάται κι η Στέλλα έχει τρελαθεί στα τηλέφωνα. Οι γυναίκες, στη ζωή μου, Θάλεια, κοιτάνε μόνο την πάρτη τους και τίποτ’ άλλο πέρα απ’ αυτήν…» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Άλλαξέ το, τότε» του απάντησε κοφτά, καθώς καθόταν απέναντί του.

«Πώς;» ρώτησε εκείνος, σχεδόν απελπισμένα.

«Αλλάζοντας τους ανθρώπους που σε περιστοιχίζουν».

«Ναι. Πώς;» συνέχισε ο Μιχάλης.

«Το ξέρεις ότι η ιστορία με την Στέλλα έχει πια τελειώσει; Το ξέρεις ότι δεν μπορείς, πια, να την υποστηρίξεις; Δεν δίνεις οξυγόνο σε κάποιον που το χρειάζεται. Προσπαθείς να κρατήσεις στη ζωή κάτι το οποίο έχει πεθάνει. Με νύχια και με δόντια. Δεν θα το καταφέρεις. Ο θάνατος, στο τέλος, κερδίζει τα πάντα. Και αυτή τη φορά και κάθε φορά, με την Στέλλα, θα βρίσκεις μπροστά σου τον θάνατο. Ο θάνατος μιας σχέσης, Μιχάλη, δεν αντιστρέφεται. Δεν περιορίζεται. Δεν επιδιορθώνεται. Ο θάνατος είναι τελεσίδικος. Για πόσο ακόμη θα βασανίζεσαι;»

«Δεν ξέρω…» μονολόγησε εκείνος. «Δεν μπορώ να καταλάβω…»

«Τι δεν μπορείς να καταλάβεις; Ότι πρέπει να χωρίσεις;»

«Ναι…»

«Αυτό μπορείς να το καταλάβεις. Φοβάσαι όμως να το κάνεις γιατί δεν έχεις προσχεδιάσει το “μετά”. Δεν γνωρίζεις τι θα γίνει μετά τον χωρισμό κι αυτό σε τρομάζει. Δεν ξέρεις πού να πας. Δεν ξέρεις τι να κάνεις. Δεν ξέρεις σε ποιο σοκάκι θα σε βρει το χάραμα. Τρέμεις στην ιδέα ότι μπορεί να καταλήξεις σαν τον φίλο σου, τον Παύλο…»

«Πού ξέρεις για τον Παύλο;» την διέκοψε, έκπληκτος.

«Όποιος νοιάζεται, Μπακάλμπαση, μαθαίνει».

«Νοιάζεσαι, Θάλεια; Νοιάζεσαι πραγματικά; Ή, όπως θα έλεγε μια παλιά, καλή μου φίλη, το μόνο που σε νοιάζει είναι να κορέσεις την καύλα σου;» της απάντησε, μελαγχολικά και θυμωμένα κι εκείνη άφησε την κούπα της και του έπιασε το χέρι. Έριξε το βλέμμα του πάνω στα δάχτυλά της. «Άκουσέ με» του είπε, για να την κοιτάξει στα μάτια, μα ο Μιχάλης δεν είχε καμία απολύτως διάθεση ν’ ακούσει. Παρ’ όλα αυτά η Θάλεια ήταν αποφασισμένη να του μιλήσει.

«Δεν σου υπόσχομαι κάτι. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτα. Ή… Όχι… Μπορώ. Μπορώ να σου υποσχεθώ ένα ζεστό κρεβάτι, έναν ώμο να ξαποστάσεις και καλό σεξ κι απ’ αυτό, όσο θέλεις…»

«Έλα μαζί μου στην Σαλονίκη…» αποκρίθηκε ο Μιχάλης.

«Δεν μπορώ και το ξέρεις… Έχεις αρχίσει όμως και το σκέφτεσαι…»

«Ποιο;» απόρησε εκείνος.

«Το “μαζί”, Μιχάλη» του απάντησε κι εκείνος, χαμογελώντας, αναστέναξε. Έσφιξε το χέρι της στην παλάμη του. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια. Συρφετός είχαν γίνει οι σκέψεις του. Ένας όχλος τον ενοχλούσε αφάνταστα. Έπρεπε να τις εκφράσει και να τις αφήσει πίσω του. Μισούσε τ’ απωθημένα, γιατί είχε κι εκείνος τα δικά του. Η ανάσα του είχε μετατραπεί σε αναστεναγμούς και ξεφυσήματα. Οπλίστηκε με θάρρος πριν αρχίσει να μιλάει.

«Πού θα στηρίξουμε το “μαζί”; Σοβαρά σε ρωτάω. Πού; Στο μονόπλευρο πάθος και στην καψούρα σου; Κι εγώ; Πού είμαι εγώ σ’ όλο αυτό; Περαστικός; Θεατής; Τι είμαι; Τι θα μπορούσα να είμαι; Σου το έχω ξαναπεί και θα συνεχίσω να σου το λέω. Είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος. Αν βουτήξεις βαθιά μέσα σου, θα το καταλάβεις. Δεν θέλεις όμως να το κάνεις. Δεν μπορώ πιά να αρκεστώ σ’ ένα πάθος και μια καψούρα. Δεν είμαι πιτσιρικάς. Έχω μεγαλώσει. Θέλω σταθερότητα και ηρεμία στη ζωή μου. Θέλω να γυρίσω πίσω, πίσω εκεί που δεν έχει μείνει τίποτα και να χτίσω. Να χτίσω μια ζωή. Να βρω μια δουλειά και να μην χρειάζεται να σερβίρω ποτά σε θαμώνες που προσπαθούν να κάνουν τον πόνο τους ν’ αυτοκτονήσει, πίνοντας. Να κάνω οικογένεια. Κοντεύω τα είκοσι εφτά. Περνάει ο χρόνος. Πέφτουν οι αντοχές μου. Δεν αντέχω πια να με κυνηγάει η μοίρα μου. Δεν αντέχω πια να γίνεται στάχτη ό,τι αγγίζουν τα δάχτυλά μου. Ας ζήσω και με λιγότερα, δίχως πάθη, δίχως καψούρες, δίχως σκοτούρες, δίχως λαχτάρες, δίχως τον έρωτα. Θέλω να ζήσω Θάλεια, βάζοντας τους δικούς μου, πια, κανόνες. Ξέρεις τι θα γίνει όταν σου φύγει η καψούρα; Θα βρεθείς μ’ έναν σχετικά αδιάφορο τύπο, έναν ροκά, “όχι και τόσο όμορφο” όπως συνηθίζεις να λες. Και μετά; Μετά τι, Θάλεια; Στην επόμενη καψούρα; Και τότε τι; Ό,τι θα έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε, τι θ’ απογίνει; Κι άλλες στάχτες; Κι άλλες στάχτες στη ζωή μου; Θα κάθομαι και θα μαζεύω τ’ απομεινάρια μιας σχέσης με την, εν δυνάμει, επόμενη, όπως κάνω τώρα; Κι ύστερα; Ύστερα τι;» κατέληξε ο Μιχάλης, προσπαθώντας να εκλογικεύσει τα θέλω της. Της έδωσε λίγο χρόνο για να σκεφτεί την απάντησή της, μα η Θάλεια δεν είπε τίποτα. Είχε σφαλίσει τα χείλη της και τον κοίταζε μελαγχολικά.

«Μήπως να το συνεχίσουμε στα κρυφά; Εντελώς κλισεδιάρικα;» συνέχισε ο Μιχάλης. Η θλίψη του και η οργή του είχαν αρχίσει να αποτυπώνονται στο πρόσωπό του. Σηκώθηκε και πήγε στο σαλόνι. Βρήκε τα τσιγάρα του και τον αναπτήρα του, δίπλα απ’ το καρεκλάκι που καθόταν η Θάλεια. Παρατήρησε την σταγόνα που πεισματικά παρέμενε κολλημένη πάνω στο τζάμι και δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να υποταχθεί στην μοίρα της. Άναψε τσιγάρο, πριν επιστρέψει στην κουζίνα. Βούτηξε τον καφέ από το τραπέζι. «Δεν είμαστε μυθιστορηματικοί ήρωες, Θάλεια. Δεν είμαστε πρωταγωνιστές σε κάποια ταινία. Δεν είμαστε πρόσωπα σε κάποιο ποίημα. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία απολύτως σχέση μ’ ό,τι έχεις πλάσει στο μυαλό σου. Αυτό, μπορείς να το καταλάβεις;»

«Μπορώ» τραύλισε, σχεδόν ξεψυχισμένα, εκείνη.

«Τι έχεις σκοπό να κάνεις τις άδεις νύχτες σου; Να ξενυχτάς, περιμένοντας με να γυρίσω από τη δουλειά, για ένα σεξ κι έναν ύπνο; Κι αυτό θα σου βγει όπως το έχεις σχεδιάσει ή όπως, το μυαλό σου, το έχει πλάσει;» συνέχισε εκείνος τις ερωτήσεις.

«Δεν ξέρω» ψέλλισε η Θάλεια.

«Και χθες;» αντιρώτησε ο Μιχάλης κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε, με φόβο και απορία. «Το χθεσινό τι ήταν για σένα, Θάλεια;» συνέχισε τον συνειρμό του.

«Δεν ξέρω» μονολόγησε, σχεδόν ψιθυρίζοντας, εκείνη.

«Γιατί δεν μ’ άφησες να σε χαρώ, χθες; Γιατί δεν μ’ άφησες να συμμετάσχω; Γιατί, απλώς, ήθελες ό,τι ήθελες και δεν νοιάστηκες για ό,τι ήθελα κι εγώ;»

«Μη με σταυρώνεις…»

«Δεν σε σταυρώνω. Θέλω μια απάντηση. Βασικά, δεν την θέλω. Την απαιτώ!» κατέληξε ο Μιχάλης, τινάζοντας με μανία το τσιγάρο του στον νεροχύτη. Του έφυγε η κάφτρα κι απόμεινε να ρουφάει ένα σβηστό τσιγάρο. Αναθεμάτισε.. «Γιατί;» συνέχισε οργισμένα, πριν ξανανάψει το τσιγάρο του.

«Δεν ξέρω… Φοβήθηκα… Τι να σου πω…»

«Τι φοβήθηκες, Θάλεια;»

«Ότι θα σ’ έχανα!» ούρλιαξε εκείνη κι ο Μιχάλης πήγε προς το μέρος της. Γονάτισε δίπλα της και την αγκάλιασε σφιχτά. «Βγάλ’ το από μέσα σου» της ψιθύρισε.

«Θα σ’ έχανα… Γαμώτο… Θα ξεμεθούσες και θα μ’ έδιωχνες. Θα τραβιόσουν. Θα επέστρεφες στην Στέλλα σου. Σε κυνηγάω… Τόσο καιρό σε κυνηγάω, μα δεν μου δίνεις σημασία… Τι έχει αυτή κι είναι καλύτερη από εμένα; Μέλι; Κι όταν είδα πως όντως ήσουν εδώ, ακόμη κι έτσι, ακόμη και με θολό μυαλό και ανύπαρκτη κρίση, χωρίς αναστολές κι αναμνήσεις που θα σ’ έκαναν να μ’ αρνηθείς, φοβήθηκα ότι θα έχανα ό,τι θα μπορούσε να υπάρξει μεταξύ μας. Βλέπω… Τώρα βλέπω… Ήταν λάθος να βιάσω την κατάσταση. Έπρεπε να την αφήσω να εξελιχθεί φυσικά. Έπρεπε να μην σου βάλω κανένα φρένο και να μην επιβάλλω καμία απαίτηση. Έπρεπε…»

«Έπρεπε, μα τώρα πέρασε» της απάντησε εκείνος θλιμμένα. Σκούπισε τα μάγουλά της που είχαν πλημμυρίσει με δάκρυα. Της έπιασε το πηγούνι κι έστρεψε το κεφάλι της προς το δικό του. «Κι ένα “σ’ αγαπώ” δεν μου είπες» αστειεύτηκε ο Μιχάλης κι η Θάλεια κάγχασε. Ρούφηξε την μύτη της. «Μ’ αγαπάς, άραγε, ή είμαι απλώς μια εμμονή;» κατέληξε ο Μιχάλης, μα δεν πήρε καμία απολύτως απάντηση.

Το αγουροξυπνημένο του μυαλό, δεν είχε αρχίσει να δουλεύει κανονικά. Χάθηκε για μερικές στιγμές μέσα στα βαθυγάλαζα, εκφραστικά μάτια, που ‘χαν κοκκινίσει από τον πόνο και τα δάκρυα. Τον ενοχλούσε που η Θάλεια δεν έδινε απαντήσεις στις μυριάδες ερωτήσεις του. Τον πλήγωνε που σκεφτόταν μια ενδεχόμενη αλλαγή ζωής. Τον σακάτευε που έβλεπε απέναντί του κάποια που διατεινόταν πως θα μπορούσε να τον αγαπήσει άνευ όρων, χωρίς όμως να είναι σε θέση να καταλάβει τα λόγια της. Έβλεπε πως η Θάλεια είχε μπερδέψει την αγάπη με το πάθος, μέσα στο μυαλό της. Δεν ήθελε ν’ αρχίσει κάτι καινούριο, το οποίο, εξ’ αρχής, δεν θα ήταν ξεκάθαρο, δεν θα είχε στέρεες βάσεις και θα στηνόταν πάνω σ’ αστερόσκονη. Ίσως, κάποτε, όταν ήταν μικρότερος, να ‘χε ανάγκη να ζήσει ό,τι ποθούσε η Θάλεια. Μα είχε μεγαλώσει κι είχε δει τον κόσμο με διαφορετική ματιά. Η καψούρα και το πάθος δεν θα τον έβγαζαν πουθενά. Έτσι είχε γίνει και με την Στέλλα.

«Η Στέλλα μου λέει ότι μ’ αγαπάει…» της ψιθύρισε ο Μιχάλης.

«Εσύ την αγαπάς;» τον ρώτησε ξεφυσώντας, μ’ έναν αναστεναγμό που έφερνε σε ουρλιαχτό πληγωμένου ζώου.

«Όχι. Σίγουρα την νοιάζομαι. Σίγουρα θέλω να την βλέπω καλά. Σίγουρα την έχω συνηθίσει. Αλλά δεν την αγαπάω. Ίσως, στην αρχή, να την ερωτεύτηκα για λίγο. Ίσως. Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά ποτέ δεν την αγάπησα. Παραμένω εκεί, γιατί δεν θέλω ν’ αλλάξω. Είμαι εξαιρετικά προκατειλημμένος ενάντια σε οποιαδήποτε αλλαγή. Προτιμώ να την συγχωρέσω ή, τουλάχιστον, να προσπαθήσω να το κάνω, απ’ το να φύγω. Προτιμώ να παραμείνω σε κάτι που εδώ και πολύ καιρό με πονάει, παρά να προσπαθήσω να το αλλάξω. Βλέπεις, από μικρό παιδί, είχα συνηθίσει τη μιζέρια μου κι έμαθα, πια, να την αγαπώ. Νιώθω πως μου είναι απαραίτητη, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να καταλάβω. Πρέπει να φύγω, Θάλεια» κατέληξε εκείνος κι ύστερα έσπασε την αγκαλιά και σηκώθηκε όρθιος. «Πρέπει» επέμεινε, όταν είδε το θλιμμένο της βλέμμα να γράφει «μείνε».

Μα ο Μιχάλης δεν είχε σκοπό να μείνει. Ντύθηκε βιαστικά με τα μισοστεγνωμένα του ρούχα. Επέστρεψε στην κουζίνα. Βούτηξε ένα τσιγάρο και το άναψε. Άφησε μπροστά της το πακέτο και τον αναπτήρα. Έπιασε τον καφέ του, που ‘χε αρχίσει να κρυώνει. Παρατήρησε πως είχε χαράξει. Γύρισε προς το μέρος της. Έκλαιγε βουβά η Θάλεια, που αδυνατούσε να καταλάβει το σκεπτικό του Μιχάλη. Σήκωσε την κούπα του για να πιεί, μα το μετάνιωσε. «Υπό άλλες συνθήκες, θα το ‘παιζα κοιμισμένος και θα σηκωνόμουν αφού έφευγες από το σπίτι. Αλλά δεν είμαι πια δεκαεφτά. Δεν φοβάμαι. Ό,τι είχα να πω, το είπα. Ό,τι έγινε, έγινε. Θέλω χρόνο για να πάρω αποφάσεις. Πολύ χρόνο. Δεν τα πάω καλά με τις αποφάσεις. Άπαξ όμως και τις πάρω, τις υλοποιώ χωρίς να με νοιάζει το κόστος τους» μονολόγησε ο Μιχάλης.

Σηκώθηκε απότομα η Θάλεια, σκούπισε τα δάκρυά της και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Όσο χρόνο θέλεις. Θα σου δώσω όσο χρόνο θέλεις…» μουρμούρισε.

«Δεν θέλω να με περιμένεις. Δεν… Ρε συ, Θάλεια… Δεν καταλαβαίνεις;»

«Δεν μου εξηγείς…» τραύλισε κλαψουρίζοντας εκείνη.

«Ωραία. Θα σου εξηγήσω» της απάντησε, πριν αρχίσει να μονολογεί ακατάσχετα.

***

Από πού να το πιάσω; Από την Στέλλα; Μπα. Όχι. Λίγο πιο πίσω. Απ’ την Σαλονίκη. Ή… Δεν αξίζει. Θα το πιάσω απ’ την Στέλλα.

Όσον αφορά την επιλογή συντρόφου, πάντα ήμουν αναποφάσιστος. Είχα τα μάτια μου σε κάποια. Σε κάποιο άπιαστο όνειρο. Ίσως σε μια, σαν τη δική σου, εμμονή. Δεν ξέρω. Ποτέ δεν ήξερα, ούτε και θα μάθω σήμερα. Με την Στέλλα ήμουν αναποφάσιστος. Με γυρόφερνε επιθετικά κι εγώ σφύριζα αδιάφορα. Μέχρι που είπα το «ναι» κι έκλεισε το deal. Και, για λίγο καιρό, στην Σαλονίκη, περνούσαμε καλά. Χωρίς πολλά σύννεφα, χωρίς πολλή μαυρίλα.

Όταν πέρασε εδώ και έπρεπε να μείνει εδώ, συμβιβάστηκα. Είπα στον εαυτό μου πως θα πάλευα με την εξ’ αποστάσεως σχέση. Υπολόγιζα όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Γιατί η Στέλλα δεν το άντεχε. Είχε συνηθίσει στους καφέδες και την περατζάδα και τις βόλτες στην παραλία. Τριάντα τηλέφωνα την ημέρα. Διακόσια σαράντα μηνύματα. Ορυμαγδός. Σκεφτόμουν να χωρίσω. Με βασάνιζε. Μα, όπως σου είπα, είμαι αρνητικός σε κάθε αλλαγή. Αναποφάσιστος. Αναποφάσιστος στην αρχή, αναποφάσιστος και στο τέλος.

Με τον καιρό, τα παρακάλια της έγιναν απαιτήσεις, από τις οποίες δεν μπορούσα να ξεφύγω. Δεν ξέρω πώς, αλλά κατάφερε και μ’ έβαλε σ’ έναν μονόδρομο, τον οποίο βαδίζω ακόμη. Δεν θα χωρίζαμε και δεν θα μέναμε χώρια. Πώς θα γινόταν αυτό; Έπρεπε να μετακομίσω. Ένα κρύο και βροχερό πρωινό του Νοέμβρη. Με δυο βαλίτσες πράγματα και ό,τι ψιλά είχα καταφέρει να μαζέψω. Αναποφάσιστος στην ίδια μου τη ζωή, έρμαιο των αποφάσεων που έπαιρναν άλλοι.

Έπρεπε, από τότε, να δω την παράνοια της ζωής μου. Έπρεπε, αλλά δεν το έκανα. Έτσι έφτασα στο χθες. Δεν με πειράζει ο δρόμος που βάδισα για να φτάσω στο χθες. Η Στέλλα, ειλικρινά σου το λέω, δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια κακή συνήθεια, σαν το τσιγάρο που κάποτε έκοψα, σαν το ξενύχτι που θέλω να κόψω. Μια κακή συνήθεια που, αργά ή γρήγορα, θα τελειώσει. Αυτός είναι ο προορισμός μου. Δεν μπορώ να ζήσω εδώ. Δεν γουστάρω να ζήσω εδώ. Δεν ξέρω αν ψάχνω την καταλληλότερη στιγμή για να φύγω, αν θέλω να καπελώσω πρώτα την επόμενη, αν θα φτιάξω ένα exit strategy. Δεν ξέρω τίποτα γιατί αρνούμαι να σκεφτώ την επόμενη μέρα. Φυτοζωώ, ανεχόμενος την Στέλλα, σερβίροντας ποτά και κάνοντας γυμναστική. Εκεί έχω καταλήξει.

Με πείραξε το χθες. Ξέρεις τι με πόνεσε περισσότερο; Όχι η απιστία, την έχω ξαναζήσει. Όχι η προδοσία, γιατί το κακόγουστο αστείο της Στέλλας, ωχριά μπροστά σ’ ό,τι έχω περάσει. Όχι τ’ ότι μ’ έφεραν τα πόδια μου εδώ. Αλλά τ’ ότι σκέφτηκα, για περισσότερες από μία στιγμές, ότι η αλλαγή ζωής είχε φτάσει και δεν αρκούσε παρά να τεντώσω το χέρι μου, να πιάσω ένα πόμολο και να ανοίξω μια πόρτα, πίσω από την οποία θα βρισκόταν η συνέχεια της ζωής μου. Με πείραξε, γιατί μέσα στην θολούρα μου, είχα ξεχάσει πώς αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου και γιατί επαναλαμβάνω συνέχεια, προσπαθώντας να σε κάνω να ξεκολλήσεις, ότι είσαι ένα υπέροχο πλάσμα.

Με πειράζει, Θάλεια, που δεν έχεις όρια και δεν σέβεσαι. Πώς μπορείς, όμως, να σεβαστείς κάποιον, όταν δεν έχεις αυτοσεβασμό; Δεν μπορείς, γιατί δεν ξέρεις πώς είναι. Πώς μπορείς να έχεις όρια, όταν κανένας δεν σου έβαλε όρια; Δεν μπορείς, γιατί δεν γνωρίζεις τι είναι όρια. Και δεν μιλάω για χθες. Γάμησέ το, το χθες. Χθες έκανα… Κάναμε κάτι το οποίο δεν πρόκειται να μετανιώσω. Δεν με πονάει η πράξη, δεν με στενοχωρεί η αφορμή. Με πειράζει που δεν με ξέρεις και που, ώρες – ώρες, με περνάς για χαζό. Με πειράζει που αναφέρεσαι σ’ εμένα σαν «όχι και τόσο όμορφος». Με πειράζει που η εμμονή σου έχει να κάνει καθαρά με τον χαρακτήρα μου και την συμπεριφορά μου, όταν συμπεριφέρεσαι στον εαυτό σου σαν ένα κομμάτι κρέας.

Δεν μπορείς απλώς να μου ζητάς να σε πηδήξω. Το ‘πα, γαμώ! Επιτέλους! Δεν γίνεται από την μία να έχεις εμμονή μαζί μου, να με γυροφέρνεις και να με κυνηγάς, γνωρίζοντας μόνο μία, την καλή και στοργική, πλευρά μου, αλλά να συνεχίζεις να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου κατ’ αυτό τον τρόπο.

Ο Μιχάλης, με τον οποίο έχεις εμμονή, δεν έχει καμία σχέση μαζί μου. Είμαι ένας εξαιρετικά ρηχός άνθρωπος, στυγνός ρεαλιστής, που μπορώ να καταστρέψω οποιαδήποτε συζήτηση σε χρόνο ρεκόρ. Είμαι στοργικός και δοτικός. Και στο κρεβάτι μου δεν γουστάρω ζωώδη πάθη, ξύλο και τρίλεπτα πηδήματα. Δεν είμαι κουνέλι. Άνθρωπος είμαι.

Χθες μπορούσες να μ’ αφήσεις να ανοίξω μια πόρτα. Να πάρω αποφάσεις. Ν’ αλλάζαμε τις ζωές μας. Αντ’ αυτού, όχι ο φόβος της απώλειας, αλλά όσα έχουν ριζώσει μέσα σου, κατέστρεψαν τα πάντα. Ήθελα να εξερευνήσω το σώμα σου κι εσύ το δικό μου. Ήθελα να σε γευτώ. Να απολαύσω τα χρώματα των ματιών σου και τις εκφράσεις του προσώπου σου, καθώς θα κάναμε έρωτα. Να σε σφίξω πάνω μου. Να νιώσω την ζέση του κορμιού σου. Να κουρνιάσω στον κόρφο σου για να ξαποστάσω. Να σε νιώσω όχι μόνο δίπλα μου αλλά και μέσα μου. Να σου μιλήσω. Να κλάψω, διάολε, για να μου φύγει το παράπονο. Αντ’ αυτού, νομίζω ότι θυμάσαι, πάρα πολύ καλά, τι έγινε.

Θα μπορούσα να ‘χω διαγράψει όποια βλακεία έχεις κάνει όσο καιρό σε γνωρίζω. Το παιχνιδιάρικο κλείσιμο του ματιού, όταν δήθεν διαβάζατε με την Στέλλα, αλλά ήσουν κολλημένη σ’ εμένα. Τα κοντά φουστάνια τα οποία προσάρμοζες με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται όσο το δυνατό περισσότερη σάρκα. Τους αναστεναγμούς, όταν περνούσες από μπροστά μου. Τα λογάκια που ξεστόμιζες όταν πίστευες ότι δεν μπορούσα να σε ακούσω. Όλα αυτά, Θάλεια, για το τι; Για τις λίγες στιγμές που θα μ’ ένιωθες, άγαρμπα, μέσα σου; Κι εγώ; Παθητικός συμμέτοχος σε κάτι το οποίο ούτε με τραβάει, ούτε με τιμάει;

Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα, Θάλεια; Εγώ θα συνεχίσω να ζω, όπως ζω, εδώ που δεν γουστάρω να βρίσκομαι κι εσύ θα γυρνάς απ’ τη σχολή και θα θες να καβαληθούμε για λίγο, σαν ζώα, πριν πλυθείς και στρωθείς στο διάβασμα. Δεν μπορείς να μ’ αγαπήσεις, γιατί δεν μπορείς να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Θα πρέπει να πάρεις πρώτα αυτό το μεγάλο μάθημα κι ύστερα… Ύστερα θα καταλάβεις όλα αυτά που σου λέω…

***

Η Θάλεια σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε θλιμμένα. Χαμογελούσε μελαγχολικά. «Έχεις δίκιο. Απόλυτο δίκιο» του είπε, σχεδόν ψιθυριστά, αναστενάζοντας.

«Να το κάνω τι, το δίκιο, ρε Θάλεια;» της απάντησε εκείνος, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αγκαλιά της.

«Σου το αναγνωρίζω».

«Πρέπει να φύγω».

«Μπορείς να μου δώσεις ακόμη μια ευκαιρία;» τον ρώτησε, σφίγγοντάς τον πιο δυνατά.

«Τι ευκαιρία;» την ρώτησε καγχάζοντας.

«Να δοκιμάσουμε όλα τα, δικά σου, γλυκανάλατα. Σου ζητάω μια άφεση αμαρτιών και μία δεύτερη ευκαιρία. Εσύ είπες ότι θα ήθελες να ανοίξεις αυτή την πόρτα…»

Ανεξιχνίαστο ήταν το ύφος του Μιχάλη κι η Θάλεια που δεν τον είχε ζήσει, υπέθετε και έλπιζε ότι σκεφτόταν να της κάνει το χατίρι. Όμως, ο λογισμός του Μιχάλη ταξίδευε κάπου αλλού. Στους ανθρώπους και στο ότι δεν αλλάζουν επειδή, απλώς, είπαν πως θ’ αλλάξουν. Στην πόρτα που θα τον οδηγούσε στην αλλαγή ζωής. Και στ’ ότι θα την άνοιγε αν η Θάλεια μπορούσε να χορέψει εκείνον το χορό μαζί του. Όχι αν το ήθελε. Το έβλεπε, με τα ίδια του τα μάτια πως ήθελε. Όμως, κάτι μέσα του τού έλεγε πως δεν μπορούσε να ζήσει μ’ έναν άνθρωπο όπως εκείνος.

Έσκυψε για να την φιλήσει κι εκείνη, από την χαρά της και την φούρια της, πήδηξε πάνω του. Την στραβοκοίταξε. «Είναι για χόρταση, όχι με αυτό τον τρόπο, όμως» την μάλωσε γλυκά κι εκείνη κατσούφιασε. «Μην κατέβεις. Θα σε πάω μέσα» της είπε κι ύστερα ξεκίνησε, με την Θάλεια στην αγκαλιά του, για το υπνοδωμάτιο.

Την άφησε απαλά πάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι κι ύστερα ξάπλωσε δίπλα της. Το θλιμμένο της πρόσωπο είχε πάρει μια έκφραση απόκοσμης προσμονής. «Όμορφα ματάκια… Πανέμορφα…» ψιθύρισε ο Μιχάλης, αγγίζοντας το μάγουλό της. Κατέβηκε σιγά – σιγά προς το λαιμό και τα πλευρά. Έσκυψε για να την φιλήσει. Απόμεινε να παρατηρεί το ύφος της, για μερικές στιγμές. Τον κοίταζε με αποστροφή και αηδία. Αναστέναξε ο Μιχάλης. «Δεν μπορείς…» μονολόγησε απορημένα.

«Δεν ξέρω αν μπορώ» σχολίασε η Θάλεια.

«Σ’ ενοχλεί το χάδι;»

«Ναι… Πολύ…»

«Γιατί, κούκλα μου;»

«Δεν ξέρω…»

«Δεν αξίζεις λίγη τρυφερότητα;»

«Πρέπει να φύγεις, Μιχάλη μου» μουρμούρισε εκείνη, βουρκώνοντας.

«Το ξέρω».

***

«Μπαμπάς, λοιπόν…» αναστέναξε βραχνά η Θάλεια, μην έχοντας αφήσει το μπουκάλι με το ουίσκι από τα χέρια της. Την βασάνιζε, συχνά – πυκνά, εκείνη η ενθύμηση. Δεν μπορούσε να βγάλει τον Μιχάλη από το μυαλό της. Την διέλυε που σιχαινόταν ό,τι πιότερο ποθούσε. Την στοργή. Την αγκαλιά. Το χάδι. Το να έχει κάποιον δίπλα της που να την νοιάζεται πραγματικά. Δεν μπορούσε όμως να τα ζήσει. Κάτι στο μυαλό της δεν ήταν καλωδιωμένο σωστά.

Αναστέναξε κι ήπιε λίγο ακόμη. Παράτησε το μπουκάλι και χώθηκε βιαστικά στο υπνοδωμάτιο. Φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά της, βούτηξε μια τσάντα, πέταξε μέσα της το κινητό και τα κλειδιά της κι ύστερα έφυγε από το σπίτι.

Περπάτησε αρκετά, συλλογιζόμενη ανοησίες που δεν την οδηγούσαν πουθενά. Τα «όταν» της, ξαφνικά, με δυο κουβέντες του Μιχάλη, είχαν μετατραπεί σε «αν». Η βεβαιότητα είχε γίνει υπόθεση κι η οποιαδήποτε ελπίδα, είχε πια μαραθεί. Μέχρι να φτάσει στο διαμέρισμα της Στέλλας, είχε αφήσει τις τελευταίες της ελπίδες να πεθάνουν κι είχε βρει το κουράγιο να τις θάψει βαθιά μέσα της, κρατώντας όμως στο μυαλό της, ζωντανές και καθάριες εκείνες τις λίγες ώρες και τις ελάχιστες αναμνήσεις με τον Μιχάλη. Τον πιο υπέροχο άνθρωπο που είχε γνωρίσει στη ζωή της.

«Στέλλα άνοιξε» είπε κοφτά στο θυροτηλέφωνο όταν άκουσε την βαριεστημένη φωνή της συμφοιτήτριάς της. Έσπρωξε την πόρτα με δύναμη κι άρχισε ν’ ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια προς τον τρίτο. Είχε βάλει σε μια σειρά όλα όσα είχε να πει, καθώς βάδιζε. Ξεφύσησε λαχανιασμένα, όταν έφτασε στον όροφο. Είδε την Στέλλα να στέκει στο κατώφλι της πόρτας και να την κοιτάζει με απορία. «Ξέρεις γιατί ήρθα» μουρμούρισε, μέσα στις βαθιές ανάσες της, η Θάλεια.

«Όχι;» απόρησε προσποιητά η Στέλλα.

«Πρέπει να αφήσεις τον Μιχάλη ήσυχο» δήλωσε η Θάλεια

«Δεν θα γίνει ποτέ δικός σου, πουτανάκι» της απάντησε η Στέλλα με μένος, σχεδόν τραγουδιστά και περιπαικτικά.

«Ούτως ή άλλως…»

«Τότε, γιατί κόβεσαι;»

«Ο άνθρωπος προχώρησε τη ζωή του. Περιμένει παιδί. Θα γίνει πατέρας. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβεις, τόσο πιο καλά θα είναι και για τους δύο».

«Αυτός σ’ έβαλε να ‘ρθεις;»

«Μόνη μου ήρθα. Δεν χρειάζεται να βασανίζεστε…»

«Δεν βασανιζόμαστε!» αγρίεψε η Στέλλα.

«Στέλλα, σ’ εμένα μιλάς! Πόσα τηλέφωνα τον παίρνεις κάθε μέρα; Πάει τόσος καιρός και δεν έχει γυρίσει. Δεν έχει σκοπό να γυρίσει».

«Σου το είπε;»

«Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Θα γίνει πατέρας! Περιμένει παιδί!» της απάντησε, σχεδόν φτύνοντας, η Θάλεια, που είχε αρχίσει να συλλαβίζει τις λέξεις, θεωρώντας πως μόνο έτσι θα της έδινε σημασία η Στέλλα.

«Θα πάω να τον βρω και να του μιλήσω, τότε!» ούρλιαξε η Στέλλα, πριν της κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Κάγχασε η Θάλεια. «Δεν πρόκειται να βάλεις μυαλό…» μονολόγησε, πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της.

***

Ο Μιχάλης χάζευε την Λίλιαν που ετοιμαζόταν, καθώς αργόπινε τον απογευματινό του καφέ. Είχε αρχίσει να δύει ο ήλιος και να βάφει την πόλη με τα πιο φανταχτερά χρώματα. «Μανάρι, αργείς;» την ρώτησε κι εκείνη, μισογελώντας, του απάντησε «βόλτα δεν ήθελες; Να περιμένεις!»

Την ώρα που βγήκαν από την πολυκατοικία, το σούρουπο ήταν στα τελειώματά του. Εκείνος ήθελε να κάνουν μια βόλτα στην πόλη κι εκείνη ήθελε να γυρίσουν στα παλιά τους τα λημέρια και ν’ αλητέψουν. Ήταν σχεδόν τέσσερεις μήνες μαζί κι όμως, δεν είχαν κάνει τίποτα από τα δύο. Κυρίως γιατί ο φόβος της απώλειας που ένιωθε η Λίλιαν, δεν είχε κοπάσει ποτέ, παρά μόνο είχε κρυφτεί κάτω από τις αναθυμιάσεις της καθημερινότητας. Μέχρι να ‘ρθει εκείνη η μέρα και να δει πως ο Μιχάλης θα παρέμενε εκεί, ό,τι κι αν γινόταν, αρνιόταν να ζήσει μια κανονική ζωή μαζί του. Κι ο Μιχάλης, που ‘χε συνηθίσει στο τίποτα και στο λίγο, έβλεπε ως πάρα πολλά, τα όσα του έδινε η Λίλιαν.

«Είναι Κυριακή σήμερα. Έχω ρεπό. Θέλω να πιώ μια παγωμένη μπύρα και ν’ ακούσω την μουσική που γουστάρω. Τώρα που ανοίγει ο καιρός μπορούμε ν’ αλητεύουμε όποτε θέλεις» της είπε ο Μιχάλης, με παρακλητικό ύφος.

«Όποτε δεν δουλεύεις, εννοείς» τον μάλωσε, με στοργικό όμως τόνο, εκείνη.

«Να πάρω ρεπό το επόμενο Σάββατο και να πάμε ν’ αράξουμε;»

«Και θα δώσουν ρεπό, σαββατιάτικα, στον καλύτερο μπαρμάν του Βαρδάρη;» τον πείραξε η Λίλιαν, πριν του δώσει το χέρι κι αρχίσουν να περπατάνε μαζί προς το κέντρο.

Αρκετή ώρα αργότερα, περπατώντας άσκοπα μέσα στους κατάμεστους δρόμους, η Λίλιαν θυμήθηκε κάποια παλιά λόγια. Σταμάτησε απότομα και γύρισε προς τον Μιχάλη, που την κοίταζε με έκπληξη. «Ξέρω ένα ροκόμπαρο. Όχι πολύ μακριά από ‘δω…»

«Οδήγησέ με, τότε» αποκρίθηκε εκείνος.

Αν και είχε πάει μία και μοναδική φορά σ’ εκείνο το μαγαζί, το βράδυ που γνώρισε τον Βασίλη, θυμόταν και πού ήταν και πώς ήταν. Όταν άνοιξε την βαριά πόρτα του μαγαζιού και είδε το καταθλιπτικό, ξύλινο ντεκόρ, αναστέναξε. Συνειδητοποίησε πως της έλειπε ο Βασίλης. Όχι σαν άτομο, σαν παρουσία ή σαν σχέση. Αλλά όταν έφυγε, ένιωσε πως έχασε τις βαθιές, φιλοσοφικές συζητήσεις, την ανεμελιά και το «θα την βρούμε την άκρη». Ίσως γι’ αυτό να ήθελε να σεργιανήσει στα παλιά της λημέρια, μαζί με τον Μιχάλη.

«Όμορφο. Και πρέπει να ‘ναι καινούριο» σχολίασε ο Μιχάλης, πηγαίνοντας προς το άδειο μπαρ.

«Μελαγχολικό» παρατήρησε η Λίλιαν.

«Και παίζει κάτι που δεν έχω ξανακούσει».

«Παίζει καλά. Αν και την τελευταία φορά που ήρθα, έπαιζε μόνο ελληνικά και την πετσοκόψαμε την φλέβα».

«Πόσο ελληνικά;»

«Την ώρα που φεύγαμε, έπαιζε το αγαπημένο σου».

«Το αγαπημένο μου;» απόρησε ο Μιχάλης, γέρνοντας το κεφάλι προς τα δεξιά και χαμογελώντας παράξενα.

«Το αγαπημένο σου» επανέλαβε η Λίλιαν.

«Φωτιά στο λιμάνι;»

«Όχι».

«Διαμαντένια προβλήτα;»

«Όχι!» του απάντησε, χαχανίζοντας και κλείνοντάς του το μάτι.

«Ποιο, μάτια μου;» ρώτησε ο Μιχάλης, μα η Λίλιαν δεν πρόλαβε να του απαντήσει. «Mike B!» φώναξε μια δυνατή, μα εξαιρετικά βραχνή φωνή, πίσω του κι ο Μιχάλης αναπήδησε. Είχαν να τον αποκαλέσουν έτσι από το γυμνάσιο. Τα μάτια του έτρεξαν στον χώρο, προσπαθώντας να εντοπίσουν τον ξεχασμένο, από χρόνια, συμμαθητή, που προφανώς δεν είχε ξεχάσει εκείνο το παρατσούκλι. Το μαγαζί ήταν απολύτως άδειο, πέρα από έναν στιβαρό, φαλακρό μπάρμαν με τραχιά γένια, που γέμιζε ένα ποτήρι με μπύρα. Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν του θύμιζε κάποιον. Δεν ήξερε πώς να τον προσφωνήσει, για να γυρίσει προς το μέρος του. Απλώς απόμεινε να τον παρατηρεί να γεμίζει με μεράκι το ποτήρι.

Ο μπάρμαν ποτέ δεν γύρισε προς τον Μιχάλη, μόνο έστρεψε την ματιά του προς το ζευγάρι. Γελούσε κάτω από τα πυκνά γένια του. «Ο Μιχάλης και η Αγλαΐα» μονολόγησε κι ύστερα τους γύρισε την πλάτη. Πήγε προς τον DJ και του μίλησε για λίγο, πριν επιστρέψει στην μπάρα του. «Όχι, ε;» τους ρώτησε, απολαμβάνοντας τις απορημένες φάτσες τους.

«Όχι;» σχολίασε ο Μιχάλης κι η Λίλιαν που σιχαινόταν το βαφτιστικό της, είχε κοκκινίσει κι ήταν έτοιμη να αρχίσει να βρίζει.

«Ποιος καθόταν στο θρανίο, πίσω σου, Μπακάλμπαση;» ρώτησε ο μπάρμαν κι ο Μιχάλης, από την έκπληξη, κόντεψε να πέσει από το σκαμπό του.

«Αντώνη;» αναφώνησε, ίσα για να δει τον παλιόφιλό του να γελάει υστερικά. «Ζεις ρε τριμάλακα;»

«Και βασιλεύω, καθώς φαίνεται» σχολίασε ο Αντώνης, σηκώνοντας το δάχτυλό του και δείχνοντας γύρω – γύρω το μαγαζί. «Κι εσείς» συνέχισε τον συνειρμό του. Πήρε την μπύρα του στα χέρια και πήγε προς το μέρος τους.

«Λύσε μου μια απορία» απευθύνθηκε προς την Λίλιαν. «Κι ας με βρίσεις όσο θέλεις μετά. Αλλά, σε παρακαλώ, λύσε μου την απορία».

«Πες» μουρμούρισε η Λίλιαν, που είχε παγώσει από την έκπληξη. Κάθε φορά που έπεφτε στην κουβέντα το όνομα του Αντώνη, τον φανταζόταν σαν εργάτη σε κάποια φάμπρικα, βολεμένο σε μια μικροαστική ζωή. Ποτέ δεν θα μπορούσε να φτάσει τόσο μακριά το μυαλό της. Ποτέ δεν θα μπορούσε να τον φανταστεί έτσι.

«Τον πηδούσες από τότε τον Μπακάλμπαση, ή με παραμύθιαζε η Κλειώ;» ρώτησε ο Αντώνης, όσο πιο σοβαρά μπορούσε, μα δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια, στιγμές αφ’ ότου τελείωσε την πρότασή του. «Μην θίγεσαι, Μιχάλη. Ξέρουμε και οι δύο ότι δεν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Αλλά, πραγματικά, πόσα χρόνια πάνε…»

«Από τότε που χάθηκες;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Ναι».

«Κοντά δέκα χρόνια».

«Δέκα χρόνια με βασανίζει αυτό το πράγμα».

«Όχι. Είναι νεοαποκτηθείς» πετάχτηκε η Λίλιαν, αφού τα πρώτα κύματα έκπληξης είχαν αρχίσει να καταλαγιάζουν μέσα της.

Ξεφύσησε ο Αντώνης, φορώντας μια σκεφτική γκριμάτσα. «Μου το ‘λεγα και τότε… Καλός μαλάκας υπήρξα και του λόγου μου…»

«Και για να ‘χουμε καλό ‘ρωτημα, γιατί εξαφανίστηκες, ρε τριμάλακα;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Γιατί παντρεύτηκα κι έκανα παιδί» σχολίασε, με αδιάφορο ύφος, ο Αντώνης.

«Κι εμείς για εκεί πάμε, αλλά…» μονολόγησε η Λίλιαν, μα δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της.

«Δηλαδή, εκεί μέσα…» ξεκίνησε να λέει ο Αντώνης με θέρμη, «…έχει ένα μικρό Μπακαλμπασάκι; Α! Παιδιά! Κερνάω μπύρες!»

«Καμία σχέση, έτσι;» σχολίασε χαμηλόφωνα η Λίλιαν, αφού απομακρύνθηκε ο Αντώνης.

«Αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου» της απάντησε ο Μιχάλης, καθώς παρατηρούσε τον παλιόφιλό του, να γεμίζει δύο τεράστια ποτήρια με μπύρα.

«Τόσο πολύ;»

«Ναι, γιατί;»

«Γιατί ήταν ένα καχεκτικό παιδάκι, και τώρα φέρνει σε American chopper rider, με δικό του μπαρ. Καμία σχέση» του απάντησε η Λίλιαν.

«Ποιος ξέρει τι πέρασε κι εκείνος…»

«Λίλιαν; Κανονική ή άνευ;» φώναξε ο Αντώνης.

«Άνευ τι;»

«Άνευ αλκοόλ».

«Όχι. Βάλε κανονική. Είναι πολύ νωρίς ακόμη».

«Bien sûr» απάντησε με βλαχοφράγκικη προφορά ο Αντώνης, κάτι που έκανε την Λίλιαν να ντραπεί για λογαριασμό του.

«Πώς είναι η ζωή με το παιδί;» φώναξε ο Μιχάλης.

«Καλή είναι. Πλάκα έχει. Τεράστιο σχολείο είναι ο μπόμπιρας. Αυτός μεγαλώνει μαζί μου, εγώ παλιμπαιδίζω μαζί του. Έχουμε πλάκα».

«Πόσο είναι τώρα;» ρώτησε η Λίλιαν.

«Έκλεισε τα εννιά».

«ΤΑ ΠΟΣΑ!» αναφώνησαν εν χορό ο Μιχάλης και η Λίλιαν, τόσο συγχρονισμένα, που έμοιαζε να είχαν προβάρει την αντίδρασή τους.

«Τα εννιά, βεβαίως – βεβαίως…» μονολόγησε ο Αντώνης και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία στην έκπληξή τους, άφησε δύο τεράστια ποτήρια μπύρας μπροστά τους. Γύρισε προς τον Μιχάλη, που είχε παγώσει στην θέση του. «Σας είπα γιατί χάθηκα» σχολίασε.

«Με ποια ρε φίλε;» τραύλισε ο Μιχάλης.

«Με ποια λες, Μπακάλμπαση;»

«Με την Κλαίρη» αποφάνθηκε η Λίλιαν κι ο Αντώνης χαμογέλασε σαρκαστικά. «Με ποια άλλη; Φυσικά με την Κλαίρη» σχολίασε κι ύστερα έπιασε ένα πακέτο με τσιγάρα που βρισκόταν κάτω από το μπαρ. Άναψε ένα και φύσηξε τον καπνό του αδιάφορα, πριν συνεχίσει τον συλλογισμό του. «Αλήθεια, ακόμη και σήμερα, δεν ξέρω αν η Κλειώ κατάφερε να φτιάξει ή να καταστρέψει τη ζωή μου. Αν δεν την αγαπούσα όσο την αγαπάω, θα την πλάκωνα στις σφαλιάρες…»

«Και μεγαλώνετε παιδί, μαζί με την Κλαίρη, τόσα χρόνια;» απόρησε ο Μιχάλης.

«Τρελός είσαι ρε φιλαράκι; Πίνεις τίποτα περίεργα; Ληγμένα μανιτάρια τρως; Η Κλειώ έγινε μπουχός και με παράτησε μ’ ένα πιτσιρικά τεσσάρων μηνών, να τα βγάλω πέρα μόνος μου. Ο οποίος πιτσιρικάς, ειλικρινά, δεν ήξερα κι αν ήτανε δικός μου…»

«Γιατί;» πετάχτηκε η Λίλιαν.

«Δεν σας κόβει, ε; Η Κλειώ, εκείνο το διάστημα, γαμιόταν με τουλάχιστον τρία άτομα που ξέρω και ίσως με ακόμη τόσα, που δεν ξέρω. Όχι ότι είναι σημαντικό ή ότι με νοιάζει, αλλά θα μπορούσε να ‘ναι του Μπακάλμπαση» της απάντησε ο Αντώνης, περιπαικτικά. «Βέβαια…» μουρμούρισε κι ύστερα άρχισε να παίζει με τα δάχτυλά του πάνω στο ξύλινο μπαρ, για να εντείνει την αναμονή και την αγωνία τους. «Εκτός του ότι μου μοιάζει, έκανα τεστ πατρότητας».

«Πόσες σφαλιάρες θέλει αυτή η γυναίκα;» σχολίασε η Λίλιαν, παρατηρώντας τον Μιχάλη που προσπαθούσε να σηκώσει το ποτήρι του. «Όχι έτσι, καρδιά μου, πέρνα την παλάμη σου μέσα από το χερούλι. Είναι λίτρου το ποτήρι. Δεν σηκώνεται αν δεν το πιάσεις αντρικά» σχολίασε κι ο Μιχάλης την στραβοκοίταξε.

«Πώς φαίνεται η μεγάλη μπυροπότισσα…» κάγχασε ο Αντώνης.

«Γενικότερα, πότισσα. Ειδικότερα, αν μιλήσεις με την Κλαίρη, πες της ότι της χρωστάω ένα κουβά σφαλιάρες».

«Όχι μω’ε, το γυναικάκι μου, και δεν θα ‘χει μούτρο να βρει άνθρωπο να πηδηχτεί» ειρωνεύτηκε ο Αντώνης, προσπαθώντας να λεπτύνει την εξαιρετικά γρεζαριστή φωνή του, μια προσπάθεια που προκάλεσε ακατάσχετο γέλιο στον Μιχάλη και την Λίλιαν.

«Πού είναι το γυναικάκι σου;» ρώτησε η Λίλιαν.

«Στον Καναδά. Μπορεί να ‘ρθει για Χριστούγεννα. Ποιος την ξέρει… Έρχεται κάνα εικοσαήμερο, εκεί Δεκέμβρη – Γενάρη και την ξανακοπανάει. Κι όχι τίποτ’ άλλο, την βγάζουμε στα ξενοδοχεία, γιατί έχω πει στον πιτσιρικά ότι η μάνα του έχει πεθάνει και δεν μπορώ να την ανασταίνω μια φορά το χρόνο για κάνα εικοσαήμερο και μετά να την ξαναψοφάω. Ούτε ο Τζίζας τέτοιο πράγμα».

«Σε ξενοδοχεία;» απόρησε ο Μιχάλης.

«Έρχεται;» μπερδεύτηκε η Λίλιαν.

«Ναι, έρχεται. Ναι, την βγάζουμε στα ξενοδοχεία, γιατί είμαστε ακόμη παντρεμένοι και λόγω εξαφάνισης, δεν έχει κανέναν άλλο στην Θεσσαλονίκη. Και δεν ακούει πια στο “Κλαίρη”, την φωνάζουμε “Κλειώ”. Τώρα, που ‘ταν εδώ, ανακάλυψε ότι έχει κι έναν ετεροθαλή αδερφό και μας ζάλισε τον έρωτα…»

«Αντουάν, παρ’ το απ’ την αρχή, ρε ψυχή, γιατί έχουμε χάσει την μπάλα» τον παρακάλεσε ο Μιχάλης.

«Έχεις όρεξη να γελάσεις με τα χάλια μου;» τον ρώτησε εκείνος.

«Δεν το συνηθίζω» απάντησε ο Μιχάλης.

«Τέλεια. Γιατί εγώ έχω όρεξη να γελάσω με τα χάλια μου. Παγωμένες μπύρες έχουμε, τσιγάρα έχουμε, κόσμο δεν νομίζω να δούμε σήμερα. Πάμε!»

Συνεχίζεται…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook