Amor Fati – 12 – Bloodbirds

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Λοιπόν, καρντάσια μου… Βρισκόμαστε στο σωτήριον έτος 1992, μετά την του Τζίζας γέννηση. Μέσα Μαρτίου εάν δεν με γελάει η μνήμη μου, κάτι που, τα τελευταία χρόνια κάνει συχνά – πυκνά, καθ’ ότι δεν γουστάρω να θυμάμαι. Αλλά θυμάμαι κι όταν θυμάμαι, γελάω με τα χάλια μου. Θυμάμαι, όταν τείνω να ξεχνάω πως κάποτε είχα τέσσερεις τρίχες για μουστάκι κι ήμουν εντελώς άβγαλτος. Κουραμπιές. Θυμάμαι, κάθε που νιώθω πως αγαπώ την Κλειώ. Κρίμα. Κρίμα γιατί κάθε μέρα αγαπάω την Κλειώ και κάθε μέρα τα θυμάμαι. Γυροφέρνουν στο μυαλό μου σαν την μπίλια κάποιου ξεχαρβαλωμένου φλίπερ. Και κάθε που μου ‘ρχεται η συγκεκριμένη ανάμνηση στο μυαλό, πέφτει η μπίλια στον πρώτο στόχο, ανάβουνε λαμπιόνια, ακούγονται οχτάμπιτες φανφάρες, μετράνε πόντοι οι οθόνες κι ανάβω τσιγάρο. Ακόμη και τώρα, μισή ζωή αργότερα, δεν μπορώ να καταλάβω αν έπραξα ορθά ή όχι.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να κρατήσω τόσο ολόκληρη την ανάμνηση στο μυαλό μου, γιατί, ουσιαστικά, από ‘κείνη ξεκινάει η ζωή μου, ή αν απ’ το πολύ το λέγε – λέγε και μόνο, μου εντυπώθηκε ανεξίτηλα και δεν μπορώ να την αποχωριστώ. Ο μακαρίτης ο Λιόπεσης απέναντί μου, να κοιτάζει νωχελικά το τάβλι. Εγώ με τα ζάρια στο χέρι. Ο Μπακάλμπασης με τον καφέ του, το τουπέ του και το κορίτσι του στην αγκαλιά του. Η Λίλιαν να χαμογελάει κάτω από τα μουστάκια της και να προετοιμάζεται να πει «Παύλο, ζωή μου, παράτα το, δεν σε θέλει σήμερα». Κούνημα τα ζάρια στην παλάμη. Εκπνοή. Τσίμπημα ανάμεσα από αντίχειρα, δείκτη και μέσο. Εκτόξευση στο ταμπλό. Εξάρες. Ταρατατάν. Δεν μπήκα καν στην διαδικασία να κουνήσω τα πούλια μου. Ήταν και χαμένο και διπλό κι ο Παύλος το ήξερε. Σηκώθηκα για να πάω τουαλέτα, πριν ν’ αρχίσει τα καντήλια.

Το θυμάστε ρε, εκείνο το καφενεδάκι, που μάζευε γυμνασιόπαιδα και λυκειόπαιδα; Την τουαλέτα, πίσω απ’ το τζάκι, με τα πάλλευκα πλακάκια που ‘χαν πάνω τους χαραγμένα από οπαδικά και τηλέφωνα, μέχρι ερωτικές εξομολογήσεις, την θυμάστε; Ένας στενός προθάλαμος, ένα επί δύο ξέρω ‘γω, αριστερά οι αντρικές, δεξιά οι γυναικείες. Έπεσα πάνω στην Κλειώ, μόλις βγήκα από την αντρική. Δεν της έδωσα ιδιαίτερη σημασία – θυμάστε τον συνωστισμό και το χάος, κάθε που γέμιζε το μαγαζί. Με σταμάτησε καθώς πήγαινα να βγω από την τουαλέτα. Το ύφος της ήταν σοβαρό, πολύ πιο σοβαρό απ’ οποιαδήποτε άλλη φορά την είχα δει. Μέχρι τότε μπορεί να είχαμε ανταλλάξει ίσαμε είκοσι λέξεις. Τίποτα παραπάνω. Σάστισα. Είπαμε. Τέσσερεις τρίχες για μουστάκι κι εντελώς άβγαλτος ο υπερτριπλάσιος.

Μια συζήτηση που κράτησε όχι παραπάνω από τριάντα δευτερόλεπτα, ήταν εκείνη που άφησε στα χέρια μου μια σφαίρα. Τα λόγια, πια, δεν τα θυμάμαι με ακρίβεια. Μέσες – άκρες, μου ‘πε πως την κερατώνεις με την Λίλιαν κι εσύ, πως κερατώνεις τον Παύλο με τον Μιχάλη. Μπάχαλο. Ήταν σίγουρη, τόσο σίγουρη που την πίστεψα. Ο μαλάκας…

Μου ζήτησε να την βοηθήσω. Θυμάμαι να μένω παγωτό και να ρωτάω «πώς;», δίχως να πάρω απάντηση. Μου ‘πε πως θα σκεφτόταν κάτι και πως θα μ’ ενημέρωνε κι ύστερα με κέρασε ένα φιλί στα χείλη. Παξιμάδι ο δικός σου. Πού μυαλό για τάβλι; Πού μυαλό γι’ ασσόδυα και ντόρτια; Πού μυαλό για κουβέντα; Νομίζω μ’ είχε ρωτήσει ο Παύλος αν τραβούσα κάνα ζόρι. Δεν θυμάμαι να ‘χα απαντήσει. Ούτε πρέπει να ‘χα καθίσει πολύ εκείνο το απόγευμα… Ρε συ Γιώργο; Τι πεθαμενατζίδικα είναι αυτά ρε άρχοντα; GY!BE και μαλακίες, βάλε μωρ’ αδερφάκι μου λίγο Fade to Black να μας πιαστεί, να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα, έχουμε ιστορία να αφηγηθούμε.

Πού είχα μείνει; Είναι λίγο ζαβός ο δικός μου, ακούει τα δικά του και παίζει τα δικά του, αλλά έχει χάρισμα με τον κόσμο. Τους σατανιάζει όταν παίζει, ειδικά κάτι παρασκευοσάββατα. Α! Το ‘βαλε το καρντάσι! Ναι, είχα μείνει στην καφετέρια. Φιλί στα χείλη.

Γύρισα σπίτι. Mike, το θυμάσαι το δωμάτιο με την παλιατζούρα; Έχω πιάσει το, και καλά γραφείο, μ’ εκείνη την καρέκλα που σου ‘βγαζε κύστη κόκκυγα μια φορά το τρίμηνο. Έχω ανοίξει φυσική, έχω βάλει την αθάνατη και χιλιομασημενη κασέτα που ‘χε το Ride The Lightning – αλμπουμάρα και μην ακούσω τίποτα επ’ αυτού. Έχω πιαστεί να λύσω κάτι ασκήσεις και κοιτάζω το βιβλίο σαν χαμένος. Σφυρίζει δίπλα μου η μουσική και στο μυαλό μου, τα λόγια της Κλειούς, που δεν μπορώ πια να θυμηθώ. Μ’ έπιασε η νύχτα κι εγώ ακόμη σκεφτόμουν και οι εξισώσεις μπροστά μου ήταν άλυτες κι οι κιθάρες τσίριζαν και το φιλί ήταν πάρα πολύ καλό για να ν’ αληθινό. Κι είδα πως τα πράγματα είχαν ζορίσει. Κι είπα πως γαμιόσαστε κι εσύ κι ο Παύλος. Γιατί ήμασταν φιλαράκια, ρε. Και μεταξύ μας, τα λέγαμε όλα. Και μ’ αφήσατε στην απ’ έξω. Όπως κάνατε πάντα. Ναι, έφτασα είκοσι οχτώ χρονών γομάρι κι ακόμη σας κρατάω μούτρα για τότε. Όχι τόσο σ’ εσένα Mike, όσο στο μπάσταρδο, τον Λιόπεση. Γιατί τα ‘μαθα τα χουνέρια του. Κανέναν σεβασμό στη μνήμη του δεν είχα, γι’ αυτό και δεν πάτησα το πόδι μου στην κηδεία. Αλλά, ένα – ένα. Όλα με τη σειρά τους.

Ξαγρύπνησα εκείνο το βράδυ. Μη με ρωτήσετε γιατί. Δεν ξέρω. Δεν έμαθα. Δεν κατάλαβα. Αν ερχόταν η Λίλιαν και μου έλεγε, «ξες τι, ρε Αντουάν; Με κερατώνει ο Παύλος με την Κλειώ» θα την ρωτούσα γιατί δεν του ‘χει τραβήξει ακόμη ξερόμυτο στ’ αχαμνά. Η Κλειώ όμως… Η Κλειώ… Το ξαναδίνω στο νεαρό της ηλικίας. Αν ήξερα τότε ότι είναι τόσο χειριστικός άνθρωπος, δεν θα έφτανα ποτέ στο σήμερα. Όμως έφτασα.

***

Τότε ξεκίνησα να σπάω, γιατί ένιωθα απομονωμένος. Τι δουλειά είχα εγώ με τα ζευγάρια; Έκανα τον φανοστάτη, ξέρω ‘γω; Κι αφού βγαίναμε πάντα ζευγάρια κι ο ψωριάρης μόνος του, ποιο το νόημα να συνέχιζα ν’ ακολουθώ; Αυτό εκμεταλλεύτηκε η Κλειώ. Μου το ‘πε, χρόνια αργότερα, μου το ‘πε. Όταν ξεκίνησα να κόβω και ν’ αλλάζω στέκια, μ’ ακολούθησε στα μουλωχτά. Δυο στενά παραπάνω, πέντε καφετέριες πιο ‘κει, ταβλαδόρος μεταξύ ταβλαδόρων, με το καμελάκι μου και το φραπεδάκι μου, να κουνάω τ’ ασσόδυα και τις τριπλές, χωρίς να με τσούζει τ’ ότι οι φίλοι μου με πούλησαν. Και η πώληση δεν έγινε γιατί έτρεξαν πίσω απ’ το φουστάνι, μην τρελαθούμε τώρα. Η πώληση έγινε γιατί μ’ άφησαν στην απ’ έξω. Και να πά’ να γαμηθείτε, γιατί στην απ’ έξω έμεινα. Κι η Κλειώ, τρία τραπέζια παραδίπλα, χωρίς τον ποδόγυρο – εσένα, Μπακάλμπαση, γιατί καθώς αποδείχθηκε, ο άντρας της σχέσης ήταν εκείνη κι εσύ ήσουν ο ποδόγυρος – να με παρακολουθεί από απόσταση. Δίχως να μιλάει. Δίχως να αλληλοεπιδράει με τον κόσμο.

Βράδυ Σαββάτου, που λέτε, καρντάσια μου, με παχυλό χαρτζιλίκι και οικοδομική μπύρα, στο ίδιο μαγαζί. Μέχρι που άρχισε να σπάει ο κόσμος. Εσείς θα ‘χατε πιάσει το παρκάκι ή θα ‘σασταν κάπου αλλού. Κάπου έντεκα παρά. Και την βλέπω να μπαίνει στο μαγαζί, ντυμένη – στολισμένη, με βήμα συγχρονισμένο με το τέμπο του R ‘n’ R του Πρίγκιπα, που ‘παιζε από πίσω. Με το πουλοβεράκι της το λεπτεπίλεπτο και το σουέντ μποτάκι. Καρφί στα μάτια με κοίταζε. Σαν σκηνή από ταινία ένα πράγμα. Κινηματογραφικά το θυμάμαι. Εγώ αραγμένος με την οικοδομική και το καμελάκι μου, μονάχος στο τραπέζι, με το ‘να πόδι πάνω στην απέναντι καρέκλα. Μαγκιά, κλανιά κι εξάτμιση ο δικός σου. Κι έρχεται προς το μέρος μου, που λέτε, το υπέροχο το πλάσμα και σκάει μπροστά μου, και κατεβάζει ο αρχίμαγκας ο δικός σου το πόδι απ’ την καρέκλα, σαν τον κούταβο που έκανε ζημιά ξέρω ‘γω και προσπαθεί να κρυφτεί. Τραγικούλης ήμανε. Μ’ αρέσω.

Και κάθεται και μου πιάνει το πίρι – πίρι. Κι εγώ να μην μπορώ να σταυρώσω κουβέντα. Να μην βγαίνει φωνή από τον λάρυγγα. Να κουνάω το κεφάλι συμφωνώντας στα πάντα. Ντροπή; Κάτσε καλά δικέ μου, να δεις τον υπερτριπλάσιο που βλέπεις τώρα να ‘χει σκύψει κεφάλι και να ψιθυρίζει, να σου φύγει το συκώτι απ’ το γέλιο και να πάει μόνο του στα επείγοντα περιστατικά. Και να μιλάει και να λέει και να μου τελειώνει η μπύρα και να μην ξέρω κατά πού να κάνω. Πολύ δράμα, ρε παιδάκι μου, η δικιά μου. Δράμα, κλάψα και νεύρο. Τυχαίο που έγινε θεατρίνα; Δε νομίζω.

Πήραμε κι άλλη μπύρα και συνέχισε να τα λέει. Είχε κι εκείνη την ψιλή, ένρινη φωνούλα που σ’ την έδινε στα νεύρα. Ευτυχώς, με τα χρόνια, γλύκανε η φωνή της, γιατί, ειλικρινά, ώρες – ώρες, με κούρδιζε αφάνταστα. Όχι ό,τι έλεγε ή ο τρόπος που το έλεγε, αλλά η χροιά της. Έσκουζε και στο σεξ, μπα πανάθεμά την, αλλά αυτό δεν το ‘χα μάθει ακόμη. Όχι ότι θα περνούσε και πολύς καιρός για να το μάθω, αλλά, λέμε τώρα…

Πού καταλήξαμε; You had to pay, my dear friends κι εγώ θα γινόμουν ο καταλύτης, για να πληρωθούν τα σπασμένα σας. Στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα. Και πώς θα γινόμουν ο καταλύτης; Είναι μανούλα σ’ αυτά η Κλειώ. Εξαιρετικά χειριστικός άνθρωπος που, με τα χρόνια, έμαθα να χειρίζομαι. Στα δεκαεφτά μου γινόμουνα χαλάκι να με πατήσει με τα λασπωμένα της, ψηλοτάκουνα, σουέντ μποτάκια. Μπέσα όμως. Κι αυτό έγινα. Χαλάκι. ‘τε καν καρότσα, που να με σέρνει κατά ‘κει που γουστάρει. Χαλάκι. Μικρό, φτηνό κι εν κατακλείδι, πεταμένο χαλάκι.

Κι όταν τελείωσαν οι μπύρες, αποφασίσαμε να το σπάσουμε. Ελάχιστοι θαμώνες είχαμε πιά απομείνει. Έπαιζε κάτι τελειωμένες μπαλάντες ο DJ, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να τ’ αδειάσει. Ψιχάλιζε έξω. Καθάριες αναμνήσεις έχω, ολάκερες, σκηνές κινηματογραφικές. Στης ζωής μου το film noir, η Κλειώ με το τζιν της και το κεραμιδί πλεχτό πουλοβεράκι, να μου χαμογελάει γλυκά, στιγμές πριν βγούμε από το μαγαζί, στην βραδινή ψιχάλα. Κι εγώ, ο βαρβάτος τακουνόμαγκας, να στέκομαι δίπλα της, με την καμελιά ανάμεσα στα δόντια και να της ανοίγω σαν δουλικό την πόρτα του μαγαζιού. Και βγήκαμε έξω. Και πήγαμε να καληνυχτιστούμε. Και μου πήρε το τσιγάρο απ’ το στόμα. Και κόλλησε πάνω μου. Ακόμη ένα φιλί. Όχι όπως το πρώτο. Πιο ζεστό. Πιο γεμάτο. Με κάτι τις από πάθος.

Γύρισα στο σπίτι με κόκκινο κραγιόν στα χείλη, νιώθοντας ότι έχω πάρει τριάντα πόντοι μπόι απ’ την περηφάνεια. Ο γέρος μου, κλασσικά εικονογραφημένα, είχε πέσει τ’ ανάσκελα στην πολυθρόνα, μπροστά στην τηλεόραση πού ‘πεφταν χιόνια. Η γριά κοιμόταν. Είχε, βλέπεις, να σηκωθεί αξημέρωτα, για να πάει στην λειτουργία. Χώθηκα στο δωμάτιο. Κλείδωσα πόρτα κι άνοιξα παράθυρο. Έκανα το τελευταίο τσιγάρο της ημέρας, αγναντεύοντας τα φώτα της πόλης, που παραμόρφωνε η ψιλή βροχή που έσπερνε την γη. Κι αυτή, καρντάσια μου, ήταν και παραμένει μια απ’ τις ομορφότερές μου αναμνήσεις. Την ερωτεύτηκα, εκείνο το βράδυ, την Κλειώ, όχι για το φιλί της, την μυρωδιά της ή για την ομορφιά της. Όχι. Σιγά μην ήμουν μόνο τόσο μαλάκας. Την ερωτεύτηκα ίσα γιατί γύρισε και μου ‘ριξε μια ματιά. Ίσως την ίδια που ‘χε ρίξει και σ’ εσένα, Mike. Τόσο μαλάκας, δικέ μου, ο υπερτριπλάσιος.

Δεν ανανεώσαμε ραντεβού, δεν ήξερα αν έπρεπε, τ’ άφησα και λίγο στην τύχη του. Δευτέρα, στο σχολείο, μ’ εσένα και τον Λιόπεση, τα τυπικά και μόνο. Η Κλειώ είχε αρχίσει να στάζει δηλητήριο στις σκέψεις μου, ένα φαρμάκι που αποχαύνωνε τις αναμνήσεις μου, ένα μίασμα που μ’ έκανε να σας βλέπω όχι ανταγωνιστικά, μα εχθρικά. Γιατί είχατε πατήσει πάνω στην αξία της φιλίας και την είχατε κάνει χρησιμοποιημένο κωλόχαρτο. Κι εσύ κι εσύ κι ο Λιόπεσης. Κι άντε, εσένα Λίλιαν, δεν σ’ ήξερα. Ο Λιόπεσης, το ξανάπαμε, ήταν μπάσταρδο κι έτσι θα παρέμενε. Αλλά, σοβαρά ρε μπρατάνι μου, εσένα πώς κατάφερα να σε πετάξω μέσα στον κουβά με τα σκατά; Εσένα που σ’ ήξερα, που γνώριζα ότι είσαι παιδί – διαμάντι. Παιδί – θραύσμα, σαν κι εμένα. Που δεν είχες πειράξει ούτε κουνούπι, ξέρω ‘γω. Πώς; Τρακόσιες φορές τα ‘χω χώσει στην Κλειώ γι’ αυτό το θέμα, τρακόσες φορές μου ‘χει ζητήσει συγγνώμη που μ’ έκανε και ξέκοψα.

Συγγνώμη ρε καρντάσι μου. Συγγνώμη εκ βάθους καρδίας. Κάτσε να ρίξω μια αναγόμωση στα ποτήρια, γιατί στεγνώσαμε. Γιώργο; Ρε συ Γιώργο; Θα μας πεθάνεις ρε άρχοντα, κυριακάτικο; Τι “at the starting of the week” πας και βάζεις; Ρε βάλε λίγο Kyuss, ρε αλάνι, ν’ ανάψουν τα αίματα!

***

Έχω ξεχορταριάσει πολλή ανάμνηση, στη ζωή μου και την έχω πετάξει στα σκουπίδια. Αφ’ ενός δεν θέλω να θυμάμαι. Αφ’ ετέρου μιλάμε για την γαμημένη την Κλειώ, που ‘χε έναν τρόπο να σε συντρίβει, χωρίς καν να μπορείς να το αντιληφθείς. Τα περισσότερα από ‘κείνα τα χρόνια, έχουν κολλήσει κάπου στην δίνη του χρόνου και δεν τολμάω να τ’ αγγίξω γιατί καταμακελεύομαι. Και τι να θυμηθώ, δηλαδής; Να θυμηθώ που τριπλοτσέκαρα τον δρόμο πίσω μου, μη τυχόν και με πάρει κάνα μάτι κι έχω άλλα; Να θυμηθώ που πικρογέλαγα γιατί ένιωθα πως έπαιζα ένα παράξενο παιχνίδι, που δεν ήξερα πού θα με βγάλει; Να θυμηθώ που η Κλειώ ήταν ικανή να ρίξει εφτάρες – μη γελάς ρε μαλάκα, σοβαρά σε μιλάω, χαβαλέ δεν σε κάνω, η Κλειώ ήταν ικανή να φέρει εφτάρες σ’ εξάπλευρο ζάρι. Εφτάρες και να σου πάρει τα σώβρακα; Ή να θυμηθώ που έπρεπε να προσέξω μην με πάρει το μάτι της μανούλας μου, όταν ξέφευγε απ’ τα θυμιατά και μανουάλια; Ξεχορτάριασα τα ζιζάνια κι άφησα μέσα μου, μόνο ό,τι με βοηθάει να πάω μπροστά.

Κι αυτά τα σεξ, τα μεξ, τα πώς τα λέτε εσείς οι νεολαίοι τώρα, δεν ήταν όπως στις βιντεοκασέτες που ‘χαμε σουφρώσει απ’ τον αδερφό του Παύλου. Ο γέρος, τότε, ήτανε απογευματινή βάρδια στην φάμπρικα. Η μάνα στον εσπερινό και στην αγρυπνία μετά. Το σπίτι ήταν άδειο. Μπορεί να μη θέλω να θυμάμαι ρε, αλλά ‘τούτη ‘δω την ανάμνηση, την κράτησα για να κάνω καυλάντα με τους θαμώνες. Πραγματικά. Για κανέναν άλλο λόγο. Μόνο γι’ αυτό. Για να γελάω με τα χάλια μου.

Άγνωστη και βαριά καθημερινή, απριλιάτικο, ηλιόλουστο απόγευμα κι όπως προείπα, το σπίτι ήταν άδειο και η μουσική δυνατή. Ξυρισμένος ο υπερτριπλάσιος, μπανιαρισμένος και καλλωπισμένος, περίμενα επίσκεψη ντε και σκεφτόμουν πως αν ήμουν λίγο τυχερός, θα ‘πιανα και μπουτάκι. Μέχρι εκεί πήγαινε το μυαλό, καρντάσια μου. Το παραπάνω, όχι να το σκεφτώ δεν μπορούσα, όχι να το φανταστώ, τίποτα απολύτως δεν υπήρχε παραπάνω απ’ αυτό. Μέχρι το «κρεβατάκι, μουσικούλα, οικοδομική με καμελάκι, άντε κάνα φιλάκι, άντε λίγο μπαλαμούτι». Σκέτη κότα λειράτη ο δικός σου. Και σκάει μύτη η Κλειώ στο σπίτι κι έχω αράξει στο κρεβάτι με το τσιγάρο στο χέρι και ύφος Πατσίνο στον Scarface. Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο φωνάζω στον έφηβο εαυτό μου «όπα ρε κουραμπιέ! Πιάσε μια σφουγγαρίστρα γιατί πλημμύρισαν μαγκιά τα δάπεδα!»

Αυτό πρέπει να σκέφτηκε κι εκείνη και το ‘δειξε με το μοχθηρό της το γελάκι, όταν ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Δεν μίλησε όμως. Δεν είπε τίποτα. Το προσωπάκι της παρέμενε χαμογελαστό, σκανταλιάρικο αν θες, απέναντι απ’ το δικό μου. Και ξαφνικά… Εντελώς από το πουθενά και πλήρως αναπάντεχα, μου κατεβάζει την φόρμα η δικιά σου και μ’ αρχινάει μια πίπα! Κάτσε καλά, καρντάσι! Σαν να με βλέπω από μια μεριά, να ‘χω πάθει κολούμπρα και να σκέφτομαι «κάποιος να σβήσει τα φώτα και να φέρει τα ποπκόρν, ρε παλικάρια»! Έπαθα αστρική προβολή.

Έχετε ακούσει τι είναι η αστρική προβολή; Διαχωρίζεται το αστρικό από το υλικό σώμα και οι περιορισμοί που έχει το σώμα μας, παύουν να υφίστανται. Μπορείς να πετάξεις και να κάνεις κωλοτούμπες μέσα στο δωμάτιο. Και να κοιτάς την Κλειώ από ψηλά και να σκέφτεσαι με σεβασμό και αγαλλίαση «πόσο τυχερό είναι τούτο τ’ αλάνι;»

Και τ’ αλάνι… Στον κόσμο του. Κόντευε να του χυθεί το μάτι έξω, απ’ την έκπληξη. Κι εγώ να τα ζω όλα μέσα σε μια αργή σκηνή. Όλα σε γκρο πλαν. Όλη η φάση έμοιαζε βγαλμένη από κάποιον λαβκραφτιανό εφιάλτη, σαν κι αυτές τις μαλακίες που διάβαζε η Λίλιαν και τα δανειζόμουν κι εγώ και έκαιγα μέχρι και τα βλαστοκύτταρα, ξέρω ‘γω. «Μα τι κάνω ο μαλάκας;» προσπάθησα να σκεφτώ, με τρομερή αποτυχία, καθώς δεν παίζει να ‘χε μείνει σταγόνα αίματος στο κεφάλι. Υπήρχαν στιγμές, απειροελάχιστες στιγμές, που καταλάβαινα ότι όλο αυτό που συνέβαινε γύρω μου – όχι, σ’ εμένα, γύρω μου – ήταν εντελώς λάθος. Γνώριζα, μέσα μου, ότι το πράγμα είχε πάει κατά διαόλου, αλλά δεν είχα την δύναμη να το αλλάξω. Και πώς να την είχα άλλωστε, που το σοκ ήταν τόσο μεγάλο, που έπαθα αστρική προβολή!

Τέλος πάντων, ποτέ δεν συνήλθα. Ούτε όταν είδα την Κλειώ να γδύνεται βιαστικά, ούτε όταν την είδα να κάθεται πάνω μου, ούτε όταν την ένιωσα. Τίποτα ρε. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Μηδέν. Ούτε γκουχ έκανε ο υπερτριπλάσιος, ούτε μουχ, ούτε τίποτα. Κι όσο ξαφνικά είχα αποσυντονιστεί κι είχε βγει η ψυχή έξω από το κορμί, τόσο αναπάντεχα συνέβη το αντίστροφο. Ένιωθα. Δεν ξέρω για πόσο κράτησε, αλλά ένιωθα. Ένιωθα σαν να κολυμπούσα σε μια βαθιά, πεντακάθαρη και ζεστή θάλασσα. Χωρίς να χρειάζομαι οξυγόνο. Χωρίς να φοβάμαι αν θα πνιγώ. Χωρίς να χρειάζεται να σκέφτομαι ποιος είμαι και πού πάω. Ένιωθα πως ήμουν σε ένα τόσο γνώριμο τόπο, που δεν υπήρχε λόγος να φύγω από εκεί. Κι όλα, εκείνο το γαμωαπόγευμα, ερχόντουσαν ξαφνικά. Κι απ’ την πλήρη ηρεμία, την απόλυτη γαλήνη, το μηδέν και το ένα ταυτόχρονα, εκτινάχτηκα σ’ έναν άνευ προηγουμένου πανικό. Κι αρχίσανε να σφυρίζουν σειρήνες στο μυαλό μου, λαμπιόνια να αναβοσβήνουν, άκουγα ήχους από ουφάδικα κι έβλεπα οθόνες με game over.

Και κάπου εκεί νομίζω, αν και δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος, ο Μητσάκος σταμάτησε να είναι ένα σπερματοζωάριο μέσα στο παπάρι μου και κίνησε για ένα μεγάλο ταξίδι, το ταξίδι προς τούτο τον υπέροχο κόσμο, όπου μπορείς να κάνεις ανελέητο κεφάλι με μπύρες και ν’ απολαύσεις γλυκό thrash metal.

«Τι μαλάκας είσ’ εσύ, ρε υπερτριπλάσιε;» θα με ρωτήσετε και θα σας απαντήσω, «ο καλυτερότερος και με ανεπανάληπτη πατέντα!». Τι γελάτε ρε μαλάκες; Αφήστε με να σας πω τον πόνο μου σαν άνθρωπος. Βλαμμένα παιδιά. Πάντα έτσι ήσασταν, ιδιαίτερα εσύ, Λίλιαν. «Η μπύρα μου, τα μπάφια κι η καυλάντα μου». Και πάντοτε έκανες καυλάντα με τον Μπακάλμπαση κι ο Παύλος στην απ’ έξω. Κι απορούσα κι ακόμη απορώ, γιατί δεν επιχειρήσατε ποτέ το «μαζί»; Πάντοτε υπήρχε διάχυτος ένας ερωτισμός μεταξύ σας και μην μ’ αρχίσετε με τα περί φιλίας. Έχω φίλες και δεν θα τους το ‘βαζα ποτέ, ούτε αν μου είχαν κολλήσει στον κρόταφο κάναν σοβιετικό βαλλιστικό πύραυλο ξερω ‘γω. Αλλά εσείς είστε μια ιστορία για άλλη φορά, γιατί προέχει ο κουραμπιές της υπόθεσης, που πρέπει να κράτησε ίσαμε δώδεκα δευτερόλεπτα, πριν τα κάνει όλα σκατά.

Σας έχω πει ποτέ ότι λάτρευα τα πλεχτά πουλόβερ της Κλειούς; Τα λάτρευα, καρντάσια μου. Ξάπλωσε δίπλα μου – φορούσε ένα μπλε βάσκας εκείνο το απόγευμα – ημίγυμνη, με παιχνιδιάρικο χαμόγελο και με κοίταζε σιωπηλή. Γύρισα προς το μέρος της και την κοίταξα κι εγώ. Με φίλησε κι εκείνη την στιγμή πίστεψα πως κατάφερε να ρουφήξει την ψυχή από μέσα μου και πως άφησε μονάχο του το κουφάρι μου στην γη, για να το διαφεντεύει. Κι αυτό, περίπου, έγινε.

Γιατί η Κλειώ ήταν η πρώτη μου και συνεχίζω να την αγαπάω, όπως όλοι τείνουμε να μην ξεχνάμε την πρώτη μας εμπειρία κι όπως όλοι επιμένουμε να τρέφουμε μυστήρια συναισθήματα για ένα άτομο. Υπ’ όψιν, έχουν περάσει μυριάδες γυναίκες απ’ το κρεβάτι μου κι αυτό δεν είναι προς τιμή μου. Ξανθιές, μελαχρινές, άσπρες, μαύρες, κυρίες, λέσια, ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Καμία δεν κατάφερα να αγαπήσω, όσο επιμένω ακόμη ν’ αγαπάω την Κλειώ.

Εννοείται ότι δεν έχει νόημα να σας αφηγηθώ την συνέχεια εκείνου του απογεύματος; Τι αξία έχει να αφηγηθώ ότι πηδιόμασταν σαν τα ζώα μέχρι που σκοτείνιασε και πήραμε αμφότεροι πνευμόνια και κοιλιακούς στα χέρια; Κανένα απολύτως. Ούτε καν για το μουχαμπέτι. Έχει αξία να σας πω ότι την έβλεπα στα κρυφά και στα μουλωχτά, όταν ο γέρος δούλευε απογευματινά κι η γριά γκιζερούσε στην εκκλησία; Η Κλειώ έπαιζε σαν το γατί με το θήραμά του, πριν το κατασπαράξει κι εγώ έπλεα σε πελάγη ευτυχίας, τόσο πολύ που τα ματόμπαλά μου μετατρεπόντουσαν σε καρδούλες, κάθε φορά που την έβλεπα. Έτσι έφυγαν οι μήνες μας. Έτσι ήρθε το καλοκαίρι. Έτσι μπήκε ο Αύγουστος, εκείνος ο καυτός Αύγουστος που ‘χασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Και κάπως έτσι ήρθε και το τέλμα στην ζωή που γνώριζα, γιατί η αλλαγή ζωής ήταν πια προ των πυλών.

Έτοιμος, τότε, να φύγω φαντάρος, δεν νοιαζόμουν για τίποτα, πέρα απ’ την Κλειώ. Κι έκανα όνειρα, ο εφτάβλακας, ότι όλο αυτό που είχαμε, όλο αυτό που στην ουσία υπήρχε μέσα στο μυαλό μου, θα κρατούσε. «Τι θα κρατούσε, ακριβώς, ρε Αντουάν;» θα με ρωτήσεις και απάντηση δεν έχω να σου δώσω. Δεν μου ‘χε πει, ακόμη, ότι είχατε χωρίσει, Mike. Δεν μου ‘χε πει ότι τον είχε επιτύχει τον στόχο της. Τίποτα δεν μου ‘λεγε. Απολύτως τίποτα. Μόνο για το παιδί μου ‘πε κι από ‘κει που τη μια στιγμή ήμουν ο κουραμπιές που όλοι λατρεύαμε να πειράζουμε, άντρεψα ξαφνικά.

Δώδεκα Αυγούστου του 1992. Η μέρα που ξεκίνησε της ζωής μου το μπουρδέλο. Αργά το σούρουπο, σ’ εκείνο το καφέ που άραζα, καθίσαμε και τα συζητήσαμε. «Το θαύμα της ζωής» μαλάκες μου, αυτό είχαμε πετύχει. Είχαμε καταφέρει να διαιωνιστούμε. Η πουτάνα και ο κουραμπιές. Δεν υπήρχαν άλλοι, αξιότεροι άνθρωποι από εμάς, για να διαιωνιστούν. Έπρεπε να διαιωνιστούμε εμείς. Γαμώ το φελέκι μου και γαμώ τις μαλακίες της Κλειούς. Γαμώ το πείσμα της και το γινάτι της, γαμώ. Κι όχι, δεν βρίζω γιατί το μετανιώνω. Δεν το μετανιώνω, δεν το μετάνιωσα ποτέ. Βρίζω γιατί δεν ήρθε, όχι υπό ιδανικές, μα υπό φυσιολογικές συνθήκες. Κάναμε παιδί, για να πληγώσει εσάς τους δύο. Και δεν σας το ‘πε ποτέ. Ποτέ, καρντάσια μου. Το ξέρω, γιατί εγώ την παρακάλεσα, εγώ το απαίτησα και στην τελική εγώ την απείλησα. Όχι για το δικό σας το καλό. Στ’ αρχίδια μου σας είχα γραμμένους τότε. Μα η κλωτσοπατινάδα που θα μάζευε η Κλειώ από εσένα, Λίλιαν, θα ήταν επικών διαστάσεων. Σαν το σκατόξυλο στην μάχη της Μαύρης Πύλης, ένα πράγμα, μόνο που η Κλειώ θα τις μάζευε χειρότερα.

Με τα πολλά και τα λίγα, μου σκάει το μύθι για το παιδί. Άντρεψα, καρντάσια μου. Ανέλαβα ευθύνες. Η Κλειώ κι εγώ είχαμε μεγαλώσει με τις μαλακίες των μανάδων μας και μας ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συζητήσουμε για έκτρωση. Όμως το συζητήσαμε. Λεφτά θα βρίσκαμε. Θα τα βάζαμε όλα σε μια σειρά. Παιδί δεν ήθελα. Δεν θα την παρατούσα όμως. Παιδί δεν ήθελα, γιατί ήμουνα παιδί. Δεν το ‘λεγε η καρδούλα μου, να την αφήσω να βγάλει μονάχη της τα κάστανα από τη φωτιά. Ξέρετε πού γαμήθηκε όλη η φάση. Όταν ανακατεύτηκε η μάνα μου κι η κυρα-Τζένη. Γαμώ και τρισγαμώ τα ιερά τους.

Η Κλειώ έκανε το λάθος να το πει στο Χριστινάκι που τότε, πόσο θα ‘ταν; Δώδεκα; Η Χριστίνα το ‘πε στην μάνα τους, η μάνα τους το ‘πε στην δικιά μου, στην εκκλησία, που ήταν φιλενάδες και τα έλεγαν κι η δικιά μου, αν έχετε τον Θεό σας, γύρισε σπίτι και με κυνηγούσε, η παλιόγρια, με την δερμάτινη την ζωστήρα του γέρου μου, για να μου τις βρέξει. Σας το ‘λεγα εγώ ότι είναι λαλημένη η γριά, μα δεν μ’ ακούγατε. Τέλος πάντων, δεν μ’ έπιασε ποτέ, κόντεψε να πάθει κι ένα εγκεφαλικό, ο γέρος μου ατάραχος, γύρισε σπίτι, τα άκουσε, ήρθε στο δωμάτιο, με κάθισε κάτω και μου ‘πε «θ’ αναλάβεις τις ευθύνες σου». Τίποτ’ άλλο καρντάσια μου! Τελεσίδικος, λες κι ήταν δικό του το παιδί, λες κι έπρεπε να αναλάβει εκείνος ευθύνες. Βράχος ο κυρ-Τάκης. Χρόνια αργότερα, στο νεκροκρέβατό του, μου ζήτησε συγγνώμη για τον τρόπο του. Αλλά δε βαριέσαι; Τι να την κάνεις; Να την βάλεις στην χύτρα και να την βράσεις, μπας και μαλακώσει; Ήρθε αργά.

Η Κλειώ, από την άλλη, τ’ άκουσε μαζεμένα απ’ τη μάνα της, που σκιαγραφούσε τον μονόδρομο μπροστά μας. Γάμο σε εκκλησία το συντομότερο δυνατό, παιδί κι οικογένεια. Κι ο κυρ-Βασίλης, ο πεθερός μου, να προσπαθεί να την μεταπείσει, χωρίς αποτέλεσμα. Τι την είπε ότι το παιδί θα καταστρέψει τις ζωές μας. Τι την είπε ότι είμαστε ακόμη παιδιά και δεν μπορούμε να μεγαλώσουμε παιδί. Τι την είπε ότι θα της κόψει την εκκλησία, βράχος η πεθερά μου. Τακίμιασε και με την γριά μου, έδεσε το γλυκό, μας έφτυσαν και την ευχή τους κι από ‘κεινο το απόγευμα που τα βρήκανε οι γριές, στο αχουράκι με την παλιατζούρα μου, κοιμόμασταν επίσημα μαζί με την Κλειώ, ως αρραβωνιασμένοι. Μη γελάτε ρε μαλάκες, είναι τραγικά τα πράγματα. Κωμικοτραγικά. Εντάξει. Το παραδέχομαι. Αρραβωνιάστηκα την μέρα που έκλεισα τα δεκαοχτώ. Ω Θεοί των προγόνων μου, χειρότερα από εσάς τα έκανα.

Ξέρετε τι δεν κατάλαβα ποτέ; Πώς διάολο τακιμιάζουν τόσο εύκολα οι ηλίθιοι και μ’ αφήνουν παξιμάδι, μου λέτε; Η μάνα μου, ξέρω ‘γω κι η κυρά-Τζένη. Δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω, αλλά δε γαμείς…

Κάπως έτσι, με το στανιό και την φοβέρα, με πίεση και αναλγησία συμφωνήσαμε να το κρατήσουμε. Ρε πώς στερεύουν οι μπύρες έτσι, σήμερα; Αυτός ο ρουφιάνος ο μπαρμάν, γεμίζει άδεια ποτήρια για να κάνει ταμείο. Επιστρέφω με τον γάμο. Πάρτε μια ανάσα, σκουπίστε κάνα δάκρυ, φυσήξτε καμία μύξα. Θα σας χρειαστεί.

***

 

Είναι τεράστια ανακάλυψη το μπυροτέκιλο, καρντάσια μου. Το μπυροτέκιλο είναι για το μυαλό, ότι είναι το νίτρο για τ’ αμάξια. Σ’ τα σκάει όλα. Και πώς, δηλαδή, να μην χρειάζεσαι μπυροτέκιλο, όταν σκέφτεσαι ταρατατζούμ και κλαρίνα; Άκου ‘δω, ρε μαλάκα, τι μ’ έβαλαν να κάνω οι ανθρώποι, ρε! Με ντύσανε γαμπρό, γαμώ το κερατάκι μου! Ποιόνανε; Εμένανε, γαμπρό! Τέσσερεις μαχαλάδες γελάνε εδώ και μια δεκαετία. Χαμός στο ίσιωμα.

Σκατά πηγαίνανε οι μέρες μου, καθώς προχωρούσε το φθινόπωρο. Οικοδομή το πρωί – έκανα μεροκάματα, γιατί κάπως έπρεπε να φάμε. Αξημέρωτα σηκωνότανε ο δικός σου, για να πάει να λιώσει το κορμί του, φορτώνοντας τσιμέντο και άμμο. Να γυρίσω το μεσημέρι στο σπίτι για να βάλω μια μπουκιά στο στόμα μου. Να ακούσω την Κλειώ να τσιρίζει «μπάνιο!» πριν πάω να σαβουρδίσω το κορμί μου στο κρεβάτι.

Πού να σύρω το κορμί μου μέχρι το μπάνιο; Πού να βρω κουράγιο να πλυθώ; Τράβα πλύσου, υπερτριπλάσιε, να φύγει η τραγίλα από πάνω σου. Τράβα στο δωμάτιο να κάψεις ένα τσιγάρο, για να φύγει το νεύρο και η υπερένταση. Τράβα πέσε στο κρεβάτι για να κλείσεις λίγο το μάτι; Όπα! Να κλείσεις το μάτι; Ποιος σου είπε ότι μπορείς να κλείσεις το μάτι; Έχεις να εκτελέσεις συζυγικά καθήκοντα! Μέχρι που αγανάκτησα κάποια μέρα και την είπα «άμα θες καβάλα, εγώ θα τον πάρω για κάνα δίωρο, γιατί είμαι λιωμαντάν». Και δώσε κλάμα η κυρία…

Τρυφερός δεν είμαι. Δεν ήμουνα ποτέ. Δεν το ‘χα, ρε παιδί μου, με την τρυφερότητα. Ίσως γιατί δεν την πήρα ποτέ από την μάνα μου, ίσως γιατί δεν μ’ έκανε μια αγκαλιά ο πατέρας μου. Ό,τι και να σας πω, θα σας γελάσω, καρντάσια μου. Τρυφερός, όμως, δεν είμαι. Ούτ’ όταν έβαζε τα κλάματα η Κλειώ και δεν μπορούσα να την κάνω καλά. Μόνο με τον μικρό το χαζοκατάφερα. Αλλά εκείνα τα μεσημέρια, που το κορμί μου καιγόταν από την κούραση κι η Κλειώ κοιτούσε μόνο του μουνιού της τον χαβά, τρυφερός δεν μπορούσα να γίνω.

Δεν το ‘θελε κι εκείνη. Ακόμη και τώρα, αν προσπαθήσω να γίνω τρυφερός μαζί της, με κοιτάζει με αποστροφή – σαν να προσπαθώ να της κάνω κακό. Μπακάλμπαση, εσύ που την ξέρεις, όσο την θυμάσαι, νομίζω ότι με νιώθεις, μπρατάνι μου. Ήταν κι εκείνο το στερεότυπο «μαγκιά, κλανιά κι εξάτμιση» με το οποίο είχαμε μεγαλώσει, ήταν κι ότι η Κλειώ δεν ήθελε ζουζουνιές και αγαπούλες, ήταν και που ο μόνος λόγος που καθόταν δίπλα μου ήταν για το ξεκαύλωμά της. Δεν ξέρω. Γαμημένο φθινόπωρο. Εγώ να τρέχω στο μεροκάματο, η Κλειώ να κάθεται σπίτι και να χαϊδεύει την κοιλιά της που φούσκωνε. Κι ο γάμος… Ο γάμος έπρεπε να γίνει γρήγορα, μην την δει ο κόσμος με την κοιλιά τούρλα, γιατί, τι θα έλεγαν; Ο γαμημένος ο κόσμος και οι ακόμη πιο γαμημένες, μανάδες μας.

Το τζέρτζελο είχε κανονιστεί από τα συμπεθέρια, για τις τρείς Οκτωβρίου. Την ώρα που μισάνοιξα το μάτι μου, η γριά στεκόταν πάνω απ’ το προσκεφάλι μου. «Γιατί με ξύπνησες πρωί, μέσα στον ύπνο τον βαρύ» ύφος ο υπερτριπλάσιος, το μάτι δεν έλεγε να ανοίξει με τίποτα. Λες και το ‘χανε κολλήσει με UHU ήμουνα. «Ρε λες να ‘παθα καμιά ‘πιπεφυκίτιδα και να γλυτώσω το νταβαντούρι;» σκέφτηκα. Μαλλιά. Το ‘χαμε ξενυχτήσει το προηγούμενο βράδυ, γαμώ τα σόγια και τα μόγια που ‘χαν μαζευτεί στο σπίτι, για τζαμπαντάν κέρασμα και συγχαρίκια. Κι η γριά, καρντάσια μου, από πάνω απ’ το κεφάλι μου, «σήκω πασά μου» και «σήκω λεβέντη μου». Μη τυχόν και χάσουμε το γάμο, ξέρω ‘γω…

Με τα πολλά και τα λίγα, σκάνε μύτη κάτι ξαδέρφια για να με ξυρίσουνε και να με ντύσουνε. Τίγκα άγχος ο δικός σου, τούφα να πάει το ντουμάνι από το τσιγάρο. Να κάτσουμε να φάμε κάτι στο πόδι. Να ‘ρθει ο φωτογράφος να τραβήξει φωτογραφίες. Δε γαμείς. Να φύγουμ’ απ’ το σπίτι νωρίς, για να με στήσει η Κλειώ στην εκκλησία. Αν είναι δυνατόν! Λες και δεν είχαμε να κάνουμε άλλες δουλειές.

Και πιάνει μια μπόρα, καρντάσια μου, σαλονικιώτικη, καθίστε καλά! Να μη βλέπεις ούτε στα τριάντα πέντε μιλιμέτρ μπροστά σου, απ’ το νερό. Και δώσε αστραπή και δώσε βροντή και δώσε τρεμόπαιγμα ο πολυέλαιος. «Κοίτα να δεις ρε, που θα μας παντρέψουν με τα κεριά και τα καντηλέρια στο τέλος».

Δεν ζήταγα να μου πέσει ένα καφάσι με μπύρες στο κεφάλι, να πάω ευτυχισμένος; Ούτε γκουχ, ούτε μουχ η ΔΕΗ. Οι πρώτοι έφτασαν πριν αρχίσει το μπουρίνι. Οι υπόλοιποι, ποιος τους ξέρει, θα κόλλησαν στην κίνηση. Μπορεί ακόμη να περιμένουν να φτάσει στον αι-Δημήτρη το μετρό. Ο παπάς σκεφτόταν ν’ αναβάλλουμε τον γάμο κι οι συμπεθέρες μόνο που δεν έπεσαν να τον φάνε. Ο γάμος θα γινόταν ακόμη κι αν κατέβαινε καταγής ο πολυχρονεμένος Τζίζας τους και άρχιζε να διαλαλεί με την ντουντούκα του «Ανάσταση νεκρώνε! Ανάσταση νεκρώνε! Έεεελα καλέ κυρία πάρε, έλα πάρε – πάρε, έχω καλή ανάσταση νεκρώνε!»

Το νυφικό της Κλειούς, από το νερό και την λασπουριά, ήταν σύσκατο. Το μόνο πράγμα που ‘χε μείνει άσπρο, ήταν τα βυζιά, ξέρω ‘γω. Πού κινητά τότενες, να πάρεις τον πεθερό, να τον πεις «έλα κυρ-Βασίλη, άσε το Μερσεντές σπίτι και ρίξε μια κλήση τον Νώε να φορτώσει το σόι στην κιβωτό και να σας φέρει». Χαμός; Κάτσε καλά Mike, δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο καλό. Είμαστ’ ακόμη στις πρώτες, τις ψιλές, τις γρήγορες, που πέφτουνε για ζέσταμα.

Με τα πολλά και τα λίγα και χωρίς παζάρια στα σκαλιά, αυτά τα ανέβα εσύ, κατέβα εγώ, μπαίνουμε μέσα κι αρχίζει ο παπάς το πίρι – πίρι. Κι, αν έχετε τον Θεό σας, ρε μαλάκες, έχουν δώσει παραγγελιά οι γριές, να παίξει το extended version η καμεράτα του ελέους. Ένας δεσπότης, τρεις παπάδες, καμιά δεκαριά ψαλτάδες – μόνο το πατριαρχείο δεν πήρε τηλέφωνο η πεθερά μου, για να κατεβάσει εντεκάδα με κόουτς Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Μια άλφα εθνική, πάντως, στον αι-Δημήτρη, την παίξαμε.

Ο καρντάσης απ’ τη μία να ψέλνει, «Ησαΐα χόρευε» στο αργό και extended version, εμένα στο μυαλό μου να παίζει το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και να κολλάει και το μυαλό του υπερτριπλάσιου από δίπλα, «για να στεγνώσει στον ήλιο ο τρισάθλιος, που άκουσε μανάδες και πεθεράδες», και δώσε γύρα και φέρε γύρα. Είχαν ξελαρυγγιαστεί τα μπρατάνια – και λογικό, δίχως μεγαφωνική. Κάνανε όμως νταβαντούρι και τους το δίνω. Ούτ’ ο μακαρίτης ο Κλιφ, μεγάλη η χάρη του, δεν θα έκανε τέτοιον σαματά.

Αφού έχει περάσει το πρώτο, το ψιλό, με το αρχαιοελληνικό, τραγουδιστό τροπάρι και το ντουμάνι απ’ τα μύρα και τα λοιπά χόρτα των παπάδων, περνάμε στο παρασύνθημα. Πού να τους χαιρετίσεις όλους αυτούς; Με κολλημένο χαμόγελο στο στόμα κιόλας. Σαν αποτυχημένο λίφτινγκ ήμουνα. «Σιδεροκέφαλος ο γαμπρός, πάντ’ άξιος ο κουμπάρος, μ’ ένα γιο η νύφη». Τα ίδια και τα ίδια. Φάγαμε καμιά ωρίτσα εκεί και να φανταστείτε, δεν είχαν έρθει κι οι δεν ξέρω κι εγώ πόσοι νοματαίοι είχε καλέσει η κυρά-Τζένη.

Και βγαίνουμε καρντάσια μου απ’ την εκκλησία, για να πάμε για το φαγοπότι, και αρχίζουν οι ορδές των Ούννων, οι Σελτζούκοι, οι Παταγόνες και κάτι ξαδέρφια του Αστερίξ να πετάνε ρύζι! Ρύζι ρε! Ρύζι να δει το μάτι σου! Πρέπει να ξήλωσαν καμιά δεκαριά ορυζώνες και να τους κουβάλησαν με σιλοφόρα μέχρι την εκκλησία. Έχουν ρίξει τόσο ρύζι οι γρόθοι, που κάλλιστα θα μπορούσαν να ταΐσουν τον μισό πληθυσμό της Ζιμπάμπουε για κάνα χρόνο. Έχω βγάλει ρύζι μέχρι και μέσα απ’ το βρακί μου – μη γελάτε ρε μαλάκες, χαβαλέ δεν σας κάνω. Όταν γυρίσαμε σπίτι κι έβγαλε η Κλειώ το σουτιέν, φτιάχναμε κοτόσουπα αυγολέμονο για δώδεκα νοματαίους, άνετα!

Κι αφού πέρασε το βασανιστήριο του ρυζιού, κι αφού βρήκαμε αμάξια να μας μεταφέρουν στο κέντρο συνεστιάσεων και κοινωνικών εκδηλώσεων κι αφού φτάσαμε εκεί για να βρούμε όλους τους λιμάρηδες που ήρθανε για να λιγδώσουν τ’ αντεράκι τους, Σαββατιάτικο, πιάσαμε το νυφικό τραπέζι. Το νεύρο το δικό μου έχει βαρέσει τιλτ, έχω ξεμείνει κι από κέρματα για να το πιάσω απ’ την αρχή, έχω στραβοκοιτάξει τον σερβιτόρο, έχει νεύσει με συμπόνοια και συμπαράσταση κι έχει έρθει προς το μέρος μου. «Κατάστημα, τι σερβίρεις από βαριά;»

«Κονιάκ» μου απάντησε το αλάνι και ευθύς αμέσως μπήκε στην καρδιά μου. Λες κι ήξερε ότι ήμουν σε κηδεία.

«Βαλ’ ένα, φέρ’ το έξω, και θα ‘ρθω να το ρουφήξω» του ‘πα. Καθάριες μνήμες. Σηκώθηκα για τσιγάρο, ντεμέκ για να πάρω λίγο αέρα, γιατί το κατάστημα είχε τόση ζέστη που άνετα μας έδινε πετσέτες και το γύρναγε σε χαμάμ. Βγαίνω έξω, σκάει και ο τσακαλαραίος με το κονιάκ, το ρουφάω όλο, ανάβω τσιγάρο και τον κοιτάω. «Γκαστριά;» με ρωτάει. Τι να τον πεις και τι να τον απαντήσεις; Κούνησα το κεφάλι κι ύστερα απόμεινα να κοιτάζω την βροχή, προσπαθώντας να καλμάρω νεύρα. Ο χριστούλης κι η παναγίτσα κρεμόντουσαν στις άκρες των δοντιών μου. Ναι, εντάξει, να αναλάβω ευθύνες. Ναι, εντάξει, να παντρευτώ. Όπως θέλω εγώ, όμως. Όχι όπως γουστάρουν οι γριές. Το κέρατό μου, γαμώ!

Με τα πολλά και τα λίγα ξαναμπαίνω στο μαγαζί και να παίζει φίλε μια παραφωνία, από μια ντεμέκ ορχήστρα, κάτσε καλά δικέ μου! Η τραγουδιάρα, απο φωνή… κορμάρα! Γκαραντί ότι την έβαζε χέρι ο κυρ-Βασίλης. Ο κλαριντζής πρέπει να ‘χε φορτώσει κάνα βαρέλι κρασί κι έπαιζε στον γάμο του καραγκιόζη. Το νταούλι σου πιρούνιαζε τ’ αυτί. «Στέργιους πισμάνιψι». Όλα τα ναρκωτικά που ‘χει πάρει η Λίλιαν, σε όλη της τη ζωή, να έπινα εκείνο το βράδυ, τόσο κομματιανός δεν θα γινόμουνα.

Με σήκωσε να χορέψουμε. Blue jean blues. Από εκείνη την μέρα έχω να το ακούσω το γαμωκόμματο κι έχω συμβουλέψει το καρντάσι που παίζει μουσική να μην το παίξει, εκτός αν γουστάρει ν’ απολυθεί άνευ αποζημιώσεως. Αλλά, να σας πω κάτι; Να πάει να γαμηθεί απόψε. Γιώργο; Βάλε ρε άρχοντα λίγο blue jean blues! Τι γιατί ρε; Γιατί το λέω εγώ! Ο Τσετσένογλου γιατί το ‘ριξε το Βιετνάμ; Βάλε, να πάει να γαμηθεί, βάλε να χαλαστούμε λίγο!

Αφού χορέψαμε, κοπήκανε τούρτες, και φάγαμε, γκούρλωσα ό,τι υπήρχε στο τραπέζι για να ηρεμήσει το κεφάλι. Η Κλειώ… Αγέρωχη η πουτάνα, όπως πάντα. «Αν μεθύσεις, θα σου σπάσω τα πόδια!» μου ‘χε πει ψιθυριστά και μανιασμένα, καθώς χαμογελούσε στον κόσμο. Στ’ αρχίδια μου την έγραψα. Εκείνη ίσως και να ευχαριστιόταν το τσίρκο που στήσανε οι γερόντοι. Δεν το συζήτησα ποτέ. Θα το βάλω τα προσεχώς για συζήτηση, την επόμενη φορά που θα την δω.

Ήπια κι ηρέμησα. Το σπάσαμε αργά. Δεν με κρατούσανε τα πόδια μου. Γυρίσαμε στο σπίτι. Γδύθηκα. «Θα μπω για μπάνιο, θα ‘ρθεις;» την ρώτησα κι εκείνη έγνεψε αρνητικά. Θέλετε απ’ τη σούρα; Θέλετε απ’ την στεναχώρια; Απ’ την πίεση και την ένταση; Κάπου τσάκισα. Πήγα προς το μέρος της, είχε πιάσει το κρεβάτι κι είχε γίνει μπαλάκι. Κάθισα δίπλα της. Την αγκάλιασα. «Ρε; Με ντρέπεσαι;» την ρώτησα και την είδα να δακρύζει, κοιτώντας την κοιλιά της. «Αλήθεια τώρα, με ντρέπεσαι;»

«Έχει χαλάσει το σώμα μου» μου απάντησε, με σπασμένη φωνή.

«Και; Λες να σ’ αγαπάω μόνο για το σώμα σου;» την ρώτησα. Το ‘πα, μαλάκες μου! Ναι! Το ‘πα! Για πρώτη φορά της είπα ότι την αγαπάω, την πρώτη νύχτα του γάμου. Την πρώτη νύχτα του φιάσκου. Το ‘πα και προσπάθησα να της εξηγήσω ότι η αγάπη είναι ανιδιοτελές συναίσθημα. Γιατί, μέσα στην μαστούρα του νταουλιού και τον ξυδιών, είχα ξεχάσει πως η Κλειώ ποτέ δεν είχε αισθήματα και ότι ποτέ δεν ήταν ανιδιοτελής. Αυτά παθαίνει, υπερτριπλάσιε, όποιος αρνείται να δει τα προφανή και επιμένει να εθελοτυφλεί.

Με τα πολλά και τα λίγα, σηκώθηκα κι άναψα τον κουβά που ‘χαμε για θερμοσίφωνα. Γύρισα πίσω στο δωμάτιο. Άνοιξα το παράθυρο για να κάψω ένα τσιγάρο. Έλαμπαν τα δακρυσμένα της ματάκια, μέσα στο σκοτάδι. Για ‘κείνα τα ματάκια, θα μπορούσα να πέσω ακόμη και στο βαθύτερο καζάνι της κόλασης. Ακόμη μπορώ. Ακόμη την αγαπάω. Σςςςς. Παίζει κομματάρα που δεν την ακούω ποτέ, γιατί θα βρίσκομαι για πάντα εδώ, να περιμένω την Κλειώ.

***

Θα μπετώσουμε, σήμερα, απ’ τις δώδεκα, φίλε μου, κοίτα να δεις τι γίνεται όταν συρρέουν παλιόφιλοι στο μαγαζί. Mike, ακόμα πίνεις φλωριές; Να βάλω ένα βαρβάτο Jack, να κελαηδήσει λίγο το λαρύγγι; Μπα; Όχι, ε; Δεκτό. Εγώ θα βάλω ένα, γιατί μαυρίζει το μέσα μου. Η καυλάντα τραβάει μέχρις ενός σημείου και τα αστεία σκηνικά, για της ζωής μου το film noir, τα ‘χω τερματίσει. Και αφού ήρθε το Βανεσσάκι, η αλλαγή βάρδιας, να σερβίρει κάνα ποτό, ας τα πούμε σοβαρά και χωρίς διακοπές απ’ τους πελάτες. Έχουμε μείνει στην πρώτη νύχτα του γάμου.

Ο ανατέλλοντας ήλιος μας βρήκε σ’ ένα σπίτι σαν εκείνο στην Νέα Ορλεάνη. Σαπάκι, σμπαράλι κι ερείπιο. Λεφτά για κάτι άλλο δεν υπήρχε, ο κυρ-Βασίλης δεν μ’ ήθελε σώγαμπρο, δεν με γουστάριζε ποτέ εξ’ άλλου. Ευτυχώς που ‘χαμε και την τρύπα για δωμάτιο, για να στεγάσουμε το τίποτά μας.

Είχα ένα πελατάκι, πολύ τζιμάνι παιδί, πολύ ξηγημένο. Το ‘χω χάσει το κορμί, πάει καιρός. Ποιος να τον ξέρει κι εκείνονε κι ό,τι τραβούσε; Καθόταν εδώ που κάθεστε εσείς κι άρχιζε κι έπινε. Κατέβαζε τα πρώτα τρία – τέσσερα σαν νερό κι ύστερα έβγαζε κάτι χαρτιά απ’ το βαρύ μπουφάν του και σκάλιζε λέξεις. Συγγραφέας πρέπει να ‘τανε, ή ποιητής. Μιλούσε εξαιρετικά ευγενικά, δεν ενοχλούσε κανέναν, γούσταρε κάργα ελληνικό και, αραιά και που, πετούσε και καμιά κουβέντα. Θυμάμαι, κάποιο βράδυ που ‘χε πιεί τ’ άντερά του, μου ‘χε πει πως τα ειδεχθέστερα των εγκλημάτων δεν τα τιμωρεί κανένας νόμος και κανένα δικαστήριο. Κι είχε πολύ δίκιο, ‘κείνος ο πιτσιρικάς, που θα ‘ταν κάνα εικοσάρι χρονών και φορούσε πάντοτε κάτι περίεργα κασκόλ και κοντομάνικα μπλουζάκια.

Όταν μου ‘χε ρίξει εκείνη την ατάκα και, ομολογουμένως, με είχε αφήσει άναυδο, είχα σκεφτεί την Κλειώ. Παραδόξως, εκείνο το βράδυ, ήταν εξαιρετικά βαριά η διάθεσή του και δεν σήκωνε κουβέντα. Θα του ‘λεγα την ιστορία, μπας κι έσκαγε λίγο το χειλάκι του, μα δεν γούσταρε ν’ ακούσει τίποτα. Το ‘βλεπα στον τρόπο που έπινε και που σκάλιζε λέξεις στα χειρόγραφά του. Έγραφε γράμματα, σε κάποια αγαπημένη του, κάποια Μελίνα και αναστέναζε και βαριαναστέναζε. Κι ήθελα, ο υπερτριπλάσιος, να πάω να τον βαρέσω στην πλάτη και να τον πω «ό,τι χουνέρι κι αν σ’ έκανε καρντάσι μου, χειρότερο απ’ το δικό μου δεν είναι. Stay a while and listen…»

Σχεδόν έναν χρόνο περάσαμε με την Κλειώ, στην τρύπα για δωμάτιο. Εγώ να τρέχω πάνω -κάτω στο γιαπί κι εκείνη να προετοιμάζεται για την μητρότητα. Εγώ να φέρνω το μεροκάματο στο σπίτι κι η Κλειώ να θηλάζει. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο κόβαμε τις κουβέντες και το ρίχναμε στο σεξ. Σεξ, ρε, να δει το μάτι σου. Έχει τύχει να περάσει διβδόμαδο χωρίς καν να πούμε τα τυπικά και μόνο να πηδιόμαστε σαν τα κουνέλια. Κούρασε. Πραγματικά με κούρασε. Ήθελα κι άλλα πράγματα απ’ τη ζωή μου. Ήθελα όλα όσα δεν γνώρισα. Ήθελα μια αγκαλιά. Ήθελα να πω μια κουβέντα. Να γκρινιάξω κάπου. Να βγάλω από μέσα μου όλα όσα είχα. Αρχίδια με λουλούδια και γύρω – γύρω μέλισσες. Η Κλειώ δεν ήθελε τίποτα απ’ όλα αυτά. Ούτε πριν από το παιδί, ούτε και μετά το παιδί. Ούτε και μιλούσε, πανάθεμά την. Αν μιλούσε, κάποια λύση θα ‘χαμε βρει.

Θα με ρωτήσετε, και με το δίκιο σας, τι λύση θα ‘χαμε βρει, που η Κλειώ δεν γούσταρε τη ζωή της κι απάντηση, να σας δώσω, δεν έχω. Δεν ήξερα, δεν έβλεπα. Είχα στο μυαλό μου την κυρά μου, τον κανακάρη μου και τη δουλειά μου κι η κυρά, δεν έδειχνε τίποτα.

Τέσσερεις μήνες περάσαμε με το παιδί και την Κλειώ. Απ’ τη μέρα που γεννήθηκε ο μπόμπιρας, μια παγωμένη χαραυγή του Γενάρη, μέχρι και την μέρα που έφυγε η Κλειώ απ’ το σπίτι και τη χώρα. Κι από ‘δω και πέρα, χωρίς καυλάντα και μαλακίες, θα σας τα πω χρονολογικά κι όχι όπως τα έμαθα. Γιατί, κάποια στιγμή, έπρεπε κι αυτό να γίνει.

***

Σας τα λέω, λοιπόν, όπως έγιναν κι όχι όπως τα έμαθα. Μακάρι να τα ‘χα μάθει διαφορετικά. Ίσως και να ‘χα αλλάξει γνώμη για την Κλειώ. Ίσως, όπως έλεγε εκείνο το παλικαράκι, να ‘χε ανοίξει μια τρύπα η καρδιά μου και να ξερνούσε μέσα απ’ αυτήν, ό,τι πιο όμορφο είχα ζήσει. Πολλά «ίσως» και τίποτα σίγουρο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο πεθερός μου, κατά βάθος, είναι χρυσός άνθρωπος. Τουλάχιστον ήταν, μέχρι που ‘παθε το εγκεφαλικό κι έμεινε παγωμένος στον χρόνο, χωρίς να μπορεί να αλληλεπιδράσει με κανέναν. Ο κυρ-Βασίλης ο Δρούγγαρης πάντα ήταν κιμπάρης τύπος και για τα παιδιά του γινότανε χαλί να τον πατήσουν. Η καριόλα, βέβαια, η κυρά του, η πεθερά μου, η κυρά-Τζένη, με τον μεγάλο σταυρό και τις μετάνοιες, δεν κατάφερε τίποτα στην μίζερη ζωή της. Ίσως, για εκείνη, η πολυπόθητη σωτηρία της ψυχής, να είναι σημαντικότερη από όλα όσα θα ζήσουμε σε αυτό μας το πέρασμα από τον κόσμο.

Ούτε στον χαβαλέ δεν μπορώ να το πάρω πιά. Κοίτα να δεις ρε… Ό,τι με πονάει μπορώ να το ξεφτιλίσω. Ό,τι με θλίβει όμως… Δε γαμείς, υπερτριπλάσιε; Δε γαμείς…

Σηκώνεται αχάραγα η δικιά μου, η λεγάμενη, κάποιο πρωί στα τέλη του Απρίλη του ‘93, με ξυπνάει κι εμένα. Αχάραγα, καρντάσια μου, πέντε παρά το πρωί, ξέρω ‘γω. Ξυπνάει το παιδί, το μπουκώνει με βυζί, το κανακεύει λες και είναι η τελευταία φορά που το βλέπει κι εμένα ούτε ματιά. Σκέφτομαι να το ξανακόψω στον ύπνο, αλλά κάτι στριφογυρίζει στο μυαλό μου και δεν μπορώ να καταλάβω τι. Μπουκάρει μέσα η γριά, που της έχω πει ίσα με τετρακόσιες φορές να χτυπάει την πόρτα, για να μας ρωτήσει αν θέλουμε να φάμε κάτι, πριν πάει στην εκκλησία.

Στα δεκαεννιά μου σχεδόν, ήταν η πρώτη φορά που της είπα «άντε ρε και γαμήσου και σήκω φύγε από ‘δω μέσα, που μας έχεις πρήξει τ’ αρχίδια με τον Χριστό σου και την Παναγία σου». Δεν έβγαλε κιχ, καρντάσια μου. Ούτε γκουχ, ούτε μουχ η γριά. Έκλεισε την πόρτα αθόρυβα, χωρίς να πει κουβέντα. Άρχισε να σκούζει το παιδί. Πού να το κάνει καλά η Κλειώ; Το βούτηξα απ’ τα χέρια της κι άρχισα να το κανακεύω. «Τζιμάκο, πασά μου, μην μου άγχεσαι, την διώξαμε την τρελή την γριά» του ‘πα. Λίγο κούνα από ‘δω, λίγο βόλτα από ‘κει, το ‘κοψε στον ύπνο ο τεμπέλης. Γύρισα στο δωμάτιο και τον έβαλα στην κούνια. Προσπάθησα να της μιλήσω, αλλά ήταν χαμένη στις σκέψεις της. Μέχρι τις εφτά, τουλάχιστον, που μου ‘πε ότι ήθελε να βγει μια βόλτα. Το ‘χω κάνει κι εγώ καρντάσια μου, μ’ ένα γκομενάκι που ήθελε να παντρευτούμε και να υιοθετήσει τον Μητσάκο. Πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε κι ακόμη πηγαίνω για τσιγάρα. Το ίδιο έκανε κι η Κλειώ. Έφυγε για μια βόλτα και δεν την ξαναείδα για χρόνια.

Εκείνο το πρωινό… Γαμώ το κεφάλι της γαμώ και τα όνειρά της. Γαμώ και τον εγωισμό της. Εκείνο το πρωινό πήγε να κλαφτεί στον πατερούλη της. Ότι δεν άντεχε με το παιδί. Ότι δεν άντεχε μαζί μου. Ότι δεν άντεχε χωρίς το τζάκι της και τα χλιδάτα τα χαλιά της. Ότι δεν άντεχε να ξυπνάει για να θηλάσει. Ότι δεν άντεχε να ζει. Την καθίζει κάτω ο πεθερός μου, όχι για να την αποτρέψει, όχι για να την συνετίσει, όχι για να την συμβουλέψει, μα για να την πει, κάτι που στοίχειωνε τον ίδιο.

Μπερμπάντης μεγάλος ο κυρ-Βασίλης, δεν παίζει να ‘χε αφήσει ούτε τις γάτες ανέγγιχτες. Αρχίζει την ιστορία από τότε που ‘ταν μωρό η Κλειώ, που δεν άντεχε την μάνα της, που δεν άντεχε τις ευθύνες, που δεν άντεχε τους αγίους και τις εκκλησίες, που δεν άντεχε το κρεβάτι που ‘ταν μόνο για τεκνοποίηση, ξέρετε, νόστιμα πράγματα, υπέροχα. Ακούει το δικό μου το γκαφάλι. Είχε, λέει, βρει μια πιτσιρίκα, πόσο να ‘ταν; Δεκαπέντε – δεκάξι; Ορφανή από μάνα κι από φτωχή οικογένεια. Έταζε ο κυρ-Βασίλης, έταζε δίχως αντίκρισμα για να ρίξει το μικρό στο κρεβάτι. Και στο τέλος, το κατάφερε. Την ξεπαρθενιάζει και την γκαστρώνει. Κι αρχίζει το μικρό να ζητάει τα τάματα του πεθερού μου. Τον γάμο και την οικογένεια. Έλα μου, όμως, που ο πεθερός ήταν παντρεμένος και δεν είχε κατά πού να κάνει. Με τα πολλά και τα λίγα και πολύ πες – πες, την καταφέρνει να κάνει έκτρωση και την παρατάει.

Πάει και τον πιάνει ο πατέρας της, απ’ το γιακά. Αγριάνθρωπος σωστός, πολύ καλός και μπράβο του εν προκειμένω και τον λέει «άκου ‘δω Δρούγγαρη, το κορίτσι το μαγάρισες και τώρα τι θα το κάνουμε; Πού θα βρούμε να το δώσουμε το σκάρτο το πράμα;»

Γαμώ το σπίτι του κι αυτόνανε, καρντάσια μου, και μην ακούσω τίποτα για εποχές και ήθη κι έθιμα, γιατί θα τα πάρω κρανίο. Κωλάνθρωποι ήτανε κι έτσι παρέμειναν. Ακόμη κι αν συνεχίζω να θεωρώ πως ο πεθερός μου έχει χρυσή καρδιά, κατά βάθος, πολύ βάθος, που για να βρεις χρυσό, πρέπει να ψάξεις με γεωτρύπανο, παραμένει κωλάνθρωπος για τον τρόπο που αντιμετώπισε την κατάσταση.

«Θα σ’ το κανονίσω εγώ, μην σκας. Θα βοηθήσω κιόλα, όσο μπορώ, οικονομικά» απαντάει ο πεθερός μου. Ήδη τον έχουν ζώσει τα φίδια. Κατάσταση μπουρδέλο.

Και να φέρνει γύρες ο Δρούγγαρης στην πόλη, για να βρει κάποιον ν’ αναλάβει την δική του την ευθύνη κι άνθρωπο να μην βρίσκει. Και να περνάει ο καιρός, και τα τιμήματα να ζητάνε πληρωμή. Μέχρι που του χαμογέλασε η τύχη και βρήκε κάποιον που δεν ήθελε να μπαρκάρει και να ξενιτευτεί ο γιός του. Κι έφερε τους μέλλοντες συμπέθερους σε συνεννόηση κι έβαλε το χέρι βαθιά στην τσέπη και προίκισε και δώρισε και εξαφανίστηκε από πάνω του η ευθύνη. Και το μαγάρισμα το χρεώθηκε κάποιος άλλος, κάποιος δόλιος, κάποιος ανώνυμος. Κι η ζωή του κυρ-Βασίλη συνεχίστηκε, όπως συνεχιζόταν μέχρι και πριν γνωρίσει εκείνη την μικρή. Έλα, όμως, που η μικρή την είχε πατήσει μαζί του και που θα ‘κανε, ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της, για να τον βάλει να χωρίσει και να την παντρευτεί. Κι αυτό, ο κυρ-Βασίλης, δεν το ‘χε υπολογίσει.

«Κάθε λάθος που δεν συνυπολογίζεται σ’ έναν σωρό, επιφέρει σωρεία λαθών. Έτσι λέει ο Φευγάτος» μου ‘χε πει εκείνο το παράξενο πελατάκι και, κοίτα να δεις, που ‘χε δίκιο. Γιατί ο πεθερός μου, όταν έφτασε σ’ εκείνο το σημείο της αφήγησης, πήγε και βούτηξε την πίπα του απ’ το γραφείο, την σκάλισε, έβαλε ένα ποτήρι μπράντι, έτσουξε φωτιά την πίπα, κάλεσε την Κλειώ στο γραφείο κι έκλεισε τις πόρτες πίσω του, μην τυχόν κι ακουστούν τα λόγια του.

Την μικρή δεν την ξέχασε ποτέ, γιατί δεν τον άφηνε να την ξεχάσει. Ακόμη και παντρεμένη και γκαστρωμένη και με παιδί, αργότερα, όλο και τον γυρόφερνε κι εκείνος όλο και λύγιζε, γιατί και οι δυο γνώριζαν τις αδυναμίες του. Η μικρή τις εκμεταλλευόταν κι ο κυρ-Βασίλης νόμιζε πως όλα πήγαιναν καλά. Τόσο τον έκοβε κι αυτόνανε. Και περνάει ο καιρός κι όλα συνεχίζουν να βαίνουν καλώς.

Μέχρι το πρωί που του ‘σκασε μύτη στην πόρτα, για να του πει «Βασίλη είμαι έγκυος και το παιδί είναι δικό σου». Τρία χρόνια το πάλευε το μικρό και τελικά, τα κατάφερε. Κι εκείνη τη στιγμή, τού ‘βαλε τόσο βαθιά στον κώλο τ’ αγγούρι, που ο κυρ-Βασίλης δεν ήξερε κατά πού να κάνει.

Προσπάθησε να βρει μια λύση, συμβιβαστική, αλλά δεν τον άφησε. Μια ήταν η μόνη αποδεκτή λύση για εκείνη. Να χωρίσει ο κυρ-Βασίλης, να πάρει και τα παιδιά του μαζί του ή να διώξει την γυναίκα του από το σπίτι και να μείνουν μαζί, να παντρευτούν και να γίνουν οικογένεια. Ό,τι, δηλαδή, της είχε τάξει, όταν ακόμη την γυρόφερνε.

Πού να πει ο κυρ-Βασίλης στον κέρβερο, την πεθερά μου, ότι θέλει να χωρίσει και ότι θέλει να πάρει τα παιδιά και να φύγει, γιατί και το ‘θελε και το ‘φεραν έτσι οι περιστάσεις; Τσαγανό δεν έχει με την κυρά του. Σκύλος στην δουλειά του, μαύρος σκύλος με τσαγανό, αλλά μπροστά την κυρά του, κούτσαβος που λέει «ναι, Τζενάκι μου, ναι, ματάκια μου». Σίχαμα.

Με τα πολλά και τα λίγα, ο κυρ-Βασίλης πίσω δεν είχε σκοπό να κάνει. Τον πονούσε όμως, να ξέρει ότι ένα παιδί, ένα δικό του παιδί, θα πεινούσε και θα κρύωνε, γιατί η μικρή ήταν αγύριστο κεφάλι και γιατί ο ίδιος ήταν κότα λειράτη. Τι πήγε και την βρήκε, τι την παρακάλεσε να τον αφήσει να συνδράμει οικονομικά για το παιδί, τι της ζήτησε να τ’ αναγνωρίσει. Τίποτα η μικρή, ρε. Τίποτα απολύτως. Πήγε μόνο και του ‘φτυσε πως είχαν το ίδιο όνομα με τον πεθερό της και ότι το παιδί θα το ‘βγάζανε «Βασίλη».

Όχι μόνο του ‘μπηξε το μαχαίρι στην καρδιά μ’ εκείνα τα λόγια, μα το ‘φερε και κάνα δυο χιλιάδες σβούρες. Της ζήτησε να βλέπει το παιδί του πού και πού, μα η μικρή ήταν ανένδοτη. Είχε λυσσάξει κι ήθελε σώνει και καλά γάμο κι οικογένεια μαζί του.

«Σήκω φύγε, να σωθείς» είπε στην Κλειώ εκείνο το πρωί ο κυρ-Βασίλης κι η Κλειώ τον άκουσε. Την ίδια μέρα κιόλας έφυγε με το αεροπλάνο για Ρώμη. Χωρίς μια δεύτερη αλλαξιά ρούχα. Χωρίς να περάσει απ’ το σπίτι να χαιρετίσει. Χωρίς να δει το παιδί της και να το φιλήσει. Χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω της.

Αν, στη θέση του, ήταν ο μακαρίτης ο πατέρας μου, θα την έριχνε δυο σκαμπίλια για να επέστρεφε το μυαλό της στην θέση του. Όπως έκανε και μ’ εμένα όταν μου είπε ν’ αναλάβω τις ευθύνες μου. Αν τα ‘λεγε στην κυρά-Τζένη, θα την έστελνε πακέτο πίσω και θα παράγγελνε στην μάνα μου να την κρατάει κλειδωμένη στο δωμάτιο. Τα ‘πε όμως στον μαλθακό και τον συναισθηματία της υπόθεσης. Κι εκείνος, έχοντας λερωμένη την φωλιά του και γνωρίζοντας, πάρα πολύ καλά, το πώς είναι να ‘σαι εγκλωβισμένος σ’ ένα γάμο και μια οικογένεια που δεν γουστάρεις, της έδωσε τα φτερά που ποτέ δεν είχε εκείνος.

Τρεισήμισι χρόνια την ψάχναμε την Κλειώ. Είχε βάλει λυτούς και δεμένους η μάνα της, για να μάθει που είχε πάει. Εγώ την ξέγραψα απ’ τον πρώτο μήνα. Δεν άντεχα να πονάω, δεν άντεχα να πεθαίνω κάθε βράδυ. Είχα ένα παιδί να κοιτάξω κι έναν στρατό που ‘χα παρατήσει. Τα Χριστούγεννα του ‘93 το ‘χα πάρει απόφαση πως δεν θα γύριζε η Κλειώ, αν ζούσε. Με βόλευε να την θεωρώ νεκρή. Κάθισα κάτω την μάνα μου και την είπα ότι φεύγω για φαντάρος κι ότι πρέπει να προσέξει το παιδί. Κι αυτό έκανα, καρντάσια μου. Έφυγα για να μη θυμάμαι και να μην πονάω κι έφυγα για να μην χρειαστεί να λείψω στο παιδί, όταν οι αναμνήσεις του δεν θα διαγραφόντουσαν μαγικά απ’ το κεφαλάκι του.

Όταν απολύθηκα δεν μπήκα στην διαδικασία να ψάξω την Κλειώ, αν και την έψαχναν, ακόμη, οι δικοί της κι οι δικοί μου. Κι ο κυρ-Βασίλης, ενεός. Δεν είδε, δεν άκουσε, δεν γνώριζε. Κι η ζωή στο πατρικό να πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο. Έσφιγγα τα δόντια κι έκανα υπομονή, μέχρι ν’ αρχίσει το παιδί το σχολείο. Δεν πρόλαβα όμως. Με πρόλαβαν οι κωλοκαταστάσεις. Όπως συμβαίνει πάντοτε.

***

Παραμονές Χριστουγέννων του ‘96. Είχα μάσει ένα καλό κομπόδεμα και συνέχιζα να κάνω υπομονή, συνέχιζα να κανακεύω τον Μητσάκο, συνέχισα να τρώω τα άνοστα φαγητά της μάνας μου, συνέχιζα να βλέπω τον γέρο μου να πέφτει τ’ ανάσκελα μπροστά στην τηλεόραση. Συνέχιζα να πηγαίνω στα παλιά μου τα στέκια, μην γνωρίζοντας το γιατί. Παραμονές Χριστουγέννων του ‘96, κάποιο βροχερό σούρουπο, με το καμελάκι μου και την οικοδομική μου, στο βάθος να παίζει το Sinnerman της Simone και το βλέμμα μου να ‘χει χαθεί έξω απ’ την τζαμαρία του μαγαζιού. Δεν έδωσα καμία απολύτως σημασία στην γυναίκα με το καστανό καρέ μαλλί, το πουλόβερ και τα ψηλοτάκουνα μποτάκια, που μπήκε μέσα. Μόνο απόμεινα να κοιτάζω με χαμένο βλέμμα τον δρόμο. Μήτε γύρισα να την κοιτάξω όταν έφτασε μπροστά μου. Περίμενε, όπως πάντοτε, να τραβήξω το πόδι μου και να είμαι το δουλικό της. Ματαίως.

Ξερόβηξε. Την κατάλαβα από το άρωμά της – δεν το είχε αλλάξει ποτέ. Κάγχασα. «Τι θες, Κλαίρη;» ρώτησα, δίχως να φιλοτιμηθώ να της ρίξω μια ματιά.

«Μπορώ να κάτσω;» μ’ είχε ρωτήσει με ένα προσποιητά σεμνό, σχεδόν παρακλητικό ύφος.

«Μπορείς να πας να γαμηθείς γι’ αρχή και στη συνέχεια βλέπουμε» της απάντησα αδιάφορα, συνεχίζοντας να καπνίζω, συνεχίζοντας να πίνω την μπύρα μου, συνεχίζοντας να αδιαφορώ.

«Αντώνη μου;» με ρώτησε και κάτι τσάκισε μέσα μου. Βρόντηξα το μπουκάλι της μπύρας πάνω στο τραπέζι, έβγαλα λεφτά από την τσέπη, τα παράτησα εκεί και σηκώθηκα να φύγω.

Βγήκε μαζί μου από το μαγαζί και μ’ έπιασε από το χέρι. Είχε νυχτώσει, μα οι φανοστάτες δεν είχαν ανάψει ακόμη και το λιγοστό φως που υπήρχε στο δρόμο, προερχόταν από τα μαγαζιά που ‘χαν ανάψει τα φώτα τους. Της ζωής μου το film noir, καρντάσια μου. Πίσω στις κινηματογραφικές σκηνές του ‘92, στα πλαστικά φιλιά και στις κούφιες υποσχέσεις. Γύρισα προς το μέρος της. «Τι θες από εμένα, Κλαίρη;»

«Την ζωή μας, πίσω» μου είχε απαντήσει και την διαολόστειλα. Αν δεν είχε κόσμο τριγύρω, θα την χτυπούσα, μαλάκες. Στον σταυρό που σας κάνω, θα την χτυπούσα. Δεν είχε δώσει σημεία ζωής για κοντά τέσσερα χρόνια και είχε το θράσος να μου ζητάει την ζωή μας, πίσω. Ποια, η Κλειώ, που δεν ήταν ποτέ εκεί για κανέναν. Που δεν ήταν πάνω απ’ το προσκεφάλι του Μητσάκου όταν ψηνότανε στον πυρετό. Που δεν ήταν δίπλα μου για να ζήσουμε μαζί τα δύσκολα, τα εύκολα, τα όμορφα και τα άσχημα.

«Αντώνη; Σε παρακαλώ. Θέλω να μιλήσουμε!» μου φώναξε την ώρα που απομακρυνόμουν κι εγώ ο αμίλητος ντεσπεράντο, της γύρισα την πλάτη, σήκωσα το μεσαίο μου δάχτυλο και απομακρύνθηκα μέσα στο ψιλόβροχο, αναζητώντας κάποιο πιο ήρεμο μέρος, για να συνεχίσω τις μπύρες μου.

Θα με ρωτήσετε, και με το δίκιο σας, πώς φτάσαμε από εκεί, μέχρι τα ξενοδοχεία. Σας το ‘πα απ’ την αρχή. Την Κλειώ δεν σταμάτησα ποτέ να την αγαπώ. Αυτό ήταν και παραμένει το λάθος μου. Ήρθε και με βρήκε και με ξαναβρήκε και με τούμπαρε και τα μιλήσαμε και τα συμφωνήσαμε. Στην δική μου τη ζωή θα μπαινόβγαινε όπως γούσταρε και όποτε γούσταρε. Στην ζωή του Μητσάκου, όμως, δεν είχε καμία θέση κι αυτό το ξέκοψα μαχαίρι. Το παιδί ξέρει ότι η μάνα του έχει πεθάνει. Δεν θα την αναστήσουμε γιατί καύλωσε η Κλειώ και στην τελική, μπορούσε κάποιος να μου εγγυηθεί ότι δεν θα ξανάφευγε; Κανείς. Ούτ’ η ίδια, ούτ’ ο Θεός ο ίδιος. Οπότε; Κανένας λόγος για να ανακατευτεί με το παιδί.

Κι απ’ το ‘96, με πολλά διαλείμματα, πολλές επανασυνδέσεις και πολλούς χωρισμούς, φτάνουμε στον Νοέμβρη του 2001. Η Κλειώ είναι μόνιμα πια στον Καναδά κι εγώ έχω καταφέρει, φτύνοντας αίμα, να μαζέψω λεφτά και να πάρω δάνειο για ανοίξω ετούτο ‘δω το τσαρδί, γιατί είναι το δεύτερο τσαρδί μου. Εκείνες τις μέρες έπαθε το εγκεφαλικό ο κυρ-Βασίλης. Περιττό να σας πω ότι τα πεθερικά μου, μετά την επιστροφή της Κλειούς, έγιναν καπνός, έτσι; Ούτε που θυμούνται ότι έχουν εγγόνι. Ούτε το Χριστινάκι που τώρα έχει γίνει σωστή γυναίκα, είκοσι τριών χρονών, θυμάται ότι έχει ανιψιό. Γαμώ το σπιτάκι τους, γαμώ.

Με το που τα ‘κλασε ο κυρ-Βασίλης, ανέβηκε σ’ ένα αεροπλάνο κι ήρθε καρφί εδώ. Πιάσαμε πάλι την ίδια συζήτηση. Ξέρετε ποια. Εκείνη που θέλει την ζωή «μας» πίσω. Δεν βγήκε πουθενά. Δεν υπάρχει περίπτωση να βγει πουθενά. Διαζύγιο δεν θέλει κανείς από τους δύο να βγάλει, εκείνη δεν θέλει τα δεσμά του γάμου, εγώ δεν θέλω την μαλακία της μέσα στη ζωή μου. Και κάπως έτσι πορευόμαστε.

Τελευταία φορά που την είδα ήταν Γενάρης. Ήρθε κάποιο χάραμα Κυριακής, το μαγαζί ήταν πίτα, εγώ απίστευτα κουρασμένος και τα παιδιά δίνανε ρεσιτάλ γεμίζοντας ποτήρια, κουβαλώντας δίσκους, χορεύοντας και κάνοντας χαβαλέ με τον κόσμο. Καλά, δε, ο άρχοντας μας τσάκισε την ψυχολογία εκείνο το βράδυ. Ρε συ, άρχοντα; Γιώργο; Λαμβάνει ρε; Μπα, καρντάσια, δεν λαμβάνει, πετάγομαι μια να του πω να βάλει κάτι προκοπής και να κάνω μια αναγόμωση το άδειο. Κωλοιστορία, ρε πούστη μου.

***

Ξεφυσάω, ρε γαμώτο. Αυτά είναι φρέσκα και δεν έχω προλάβει ακόμη να τα χωνέψω και δεν έχω προλάβει ακόμη να τα καυλαντίσω. Σκάει, που λέτε, η Κλειώ, στο μαγαζί και θέλει να μιλήσουμε. Πού να μιλήσουμε, μάνα μου, που εδώ δεν έπεφτε όχι καρφίτσα, ούτε κόκκος σκόνης ξέρω ‘γω. «Να πιούμε ένα καφέ;» μου λέει. Πού να πιούμε καφέ, μανάρι μου, έξι και σαράντα πέντε το πρωί; «Διάολε, πάμε για πατσά!»

Αν έχετε το Θεό σας, μ’ έσυρε σε πατσατζίδικο, λες κι είμαστε τίποτα πεταμένα γερόντια που έχουν πιεί μέχρι τα ρουθούνια και προσπαθούν να στανιάρουν. Με καθίζει στο τραπέζι, παραγγέλνει και ένα κρασί, σκέτη τρινιτρολουόλη και μου λέει, με πολύ σοβαρό ύφος «Αντώνη, έχουμε πρόβλημα».

Ποιοι έχουμε πρόβλημα; Εγώ κι αυτή; Μαλλιά. Το «έχουμε» πήγαινε πάντα στη φαμίλια της, ποτέ στο «εμείς».

Με τα πολλά και τα λίγα, κοίτα ρε φίλε πώς τα φέρνει η ζωή καμιά φορά, τον Βασιλάκη, το ‘ξώγαμο του κυρ-Βασίλη, του πεθερού μου, το θυμάστε; Ε, μ’ αυτόν πήγε κι έμπλεξε το Χριστινάκι κι είχανε πλανάρει αρραβώνες και γάμους. Η Χριστίνα δεν το ξέρει, δεν της το έχει πει κανείς. Έλα όμως, που τον κυρ-Βασίλη τον έζωσαν τα φίδια, γιατί έκανε, λέει, μια κουβέντα με τον γαμπρό και κάτι κατάλαβε και πήρε τηλέφωνο την Κλειώ και της είπε «κόρη, το και το, εκτούτο κι εκείνο, να ξέρεις, άμα γίνει τίποτα, να βάλεις το χέρι σου να σωθεί η κατάσταση».

Έχω μείνει παξιμάδης, καρντάσια μου. Παξιμάδης όμως. Βούτηξα το χημικό το μείγμα κι άρχισα να πίνω, μπας και εξαφανιστεί η έκπληξη. Της έκανα νόημα με το χέρι να συνεχίσει, για να καταλάβω πού διάολο ήθελε να καταλήξει. Μου λέει ότι έπιασε η Χριστίνα τον πεθερό μου και ότι τον μανούριασε άσχημα και τον ζόρισε κι εκεί κλάταρε ο χριστιανός. «Μπα, τον κερατά!» αναφώνησα κι η Κλειώ έβαλε τα γέλια.

«Κερατάς δεν παίζει να είναι. Λες και δεν την ξέρεις την μαμά. Αλλά έχει γαμηθεί το πράγμα και δεν ξέρω κατά πού να κάνω. Θέλει το παιδί να βρεθούμε σήμερα, να μιλήσουμε, αλλά δεν ξέρω τι να του πω και πόσα να του πω» μου είχε απαντήσει κι εγώ, ως κλασσικός σκατόκαφρος, της είπα να του πει την πάσα αλήθεια. Δυστυχώς, η Κλειώ είναι μαλωμένη με την αλήθεια και του τα μάσησε. Του πέταξε ένα ξεροκόμματο, δυο – τρία πράγματα κι ύστερα του ‘πε ότι δεν ήξερε κι ότι ήταν μικρή κι αρχίδια με λουλούδια ξέρω ‘γω.

Και κάπου εκεί μου ‘πε την ιστορία για το ‘ξώγαμο και την φυγή της. Από πού να το πιάσεις και πού να τ’ αφήσεις; Κι αυτή η μάνα κι η άλλη η μάνα, έχουν δικαίωμα να λέγονται μανάδες; Η δικιά μου η μάνα μπορεί να μην με κανάκεψε ούτε να με μοσχανάθρεψε, αλλά ήταν εκεί. Υπέμεινε και επέμεινε και πάλεψε μ’ όσα ήξερε, για να μου δώσει βάσεις για να πατήσω και να προσχωρήσω την ζωή μου. Έκαν’ ό,τι έκανε, τόσα ήξερε, τόσα έκανε, τι να λέμε τώρα. Αλλά η Κλειώ; Έχει δικαίωμα η Κλειώ στην μητρότητα; Κι η μάνα του άλλου του παιδιού; Εκείνη που εγωιστικά γκαστρώθηκε, πιστεύοντας ότι έτσι θα κατάφερνε να έχει ότι ποθούσε, εκείνη που εγωιστικά στέρησε το παιδί απ’ τον πατέρα του, εκείνη που εγωιστικά στέρησε το παιδί της από όσα, έστω και μόνο υλικά, θα μπορούσε να έχει προσφέρει ο πεθερός μου, έχει το δικαίωμα να λέγεται μάνα;

Δεν ξέρω πια. Ίσως με φορτίζει που έγινα πατέρας, ίσως με φορτίζει που η μάνα του παιδιού μου δεν ήθελε πια να ζει μαζί μας. Αλλά, ορισμένοι άνθρωποι, δεν αξίζει να ζουν και δεν τους αξίζουν οι ταμπέλες που κουβαλάνε πάνω τους. Δεν μ’ άφησε η Κλειώ να το πιάσω το παλικαράκι και να του μιλήσω. Δεν μου ‘πε καν ποιος είναι. Ίσως… Ίσως κάποια μέρα να τον βρω και να του τα πω. Τι διάολο, είναι μικρή η πόλη. Κάποια στιγμή θα περάσει κι από ‘δω πέρα…

***

Ο Μιχάλης κοίταξε το άδειο ποτήρι της μπύρας κι ύστερα γύρισε προς τον Αντώνη. «Μη το γεμίσεις υπερτριπλάσιε. Θα την κοπανήσουμε όπου να ‘ναι» του είπε κι ο Αντώνης ένευσε καταφατικά, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση.

«Ρε την Κλαίρη…» μονολόγησε θλιμμένα η Λίλιαν, που το μυαλό της έτρεχε σ’ άλλες εποχές κι άλλους ανθρώπους.

«Είναι καριόλα, δε λέω. Αλλά είναι η καριόλα που αγαπάω» μονολόγησε ο Αντώνης.

«Αφεντικό; Τι χρωστάμε;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Για την ιστορία ή για τα πόσιμα;»

«Για όλα»

«On the house αυτή τη φορά, και να ‘ρχεστε συχνότερα» του απάντησε.

«Τώρα που το ανακαλύψαμε, σίγουρα θα ‘ρχομαστε. Την επόμενη φορά θα ακούσεις τα δικά μας τα τραγελαφικά» μονολόγησε η Λίλιαν, καθώς σηκωνόταν από το σκαμπό της.

«Να πιούμε ένα τελευταίο σφηνάκι, πριν το διαλύσουμε;» τους παρακάλεσε ο Αντώνης.

«Είναι η μόνη μέρα που μπορώ να κοιμηθώ βράδυ. Σ’ είπα ότι έπιασα δουλειά, μπάρμαν σε σκυλάδικο;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Αλήθεια; Σε ποιο;»

«Στα “Μαχαιρώματα”».

«Σοβαρά; Τα σέβη μου να δώσεις στον Σούλη τον Ζορμπά. Βέβαια μην του πεις ότι τον είπα Σούλη, γιατί είναι ικανός να στείλει κάνα σοβιετικό πύραυλο και να μου το ρίξει το τσαρδί» είπε ο Αντώνης, γελώντας βροντερά.

«Πού τον ξέρεις τον Τάσο;» ρώτησε ο Μιχάλης, προτού καθίσει ξανά στο σκαμπό.

«Μπακάλμπαση;» άρχισε ο Αντώνης. «Την κοιτάς πώς σε κοιτάει; Πάρε το λουλούδι σου και πήγαινε να το ποτίσεις πριν μαραθεί. Εδώ είμαστε. Δεν θα χαθούμε».

«Το ελπίζω, Αντουάν».

«Au revoir» τους αποχαιρέτισε ο Αντώνης, με την βλαχοφράγκικη προφορά του κι η Λίλιαν κάγχασε.

Βγήκαν στον δρόμο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, μισοτραγουδώντας και σφυρίζοντας. Η διάθεση του Μιχάλη ήταν εξαιρετικά καλή, σ’ αντίθεση μ’ εκείνη της Λίλιαν, που ‘χε βουλιάξει στα τάρταρα. Προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να μην το δείξει, όμως κάτι μέσα της είχε σπάσει. Τις σκέψεις της διέκοψε ο ήχος του κινητού του Μιχάλη.

«Θάλεια;» απάντησε ο Μιχάλης κι η Λίλιαν τον στραβοκοίταξε. «Τι έκανε λέει;» συνέχισε με οργισμένο ύφος. «Θα έρθει να με βρει; Πες της να πάει να γαμηθεί λίγο, να κάνει καριέρα. Ας έρθει, Θάλεια. Ναι, ας έρθει. Ξέρει πού μένω κι αν δεν το έχει καταλάβει, μπορεί να μάθει. Καρφάκι δεν μου καίγεται για την Στέλλα. Τα σέβη μου» είπε πριν κλείσει νευριασμένα το τηλέφωνο και γυρίσει προς την Λίλιαν.

«Η Στελλίτσα θα έρθει να μας βρει» μονολόγησε.

«Ας έρθει» απάντησε αδιάφορα η Λίλιαν.

«Σε βασανίζει κάτι;» την ρώτησε ο Μιχάλης, σταματώντας την. Της έπιασε τα χέρια και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.

«Ήταν βαριά η ιστορία του υπερτριπλάσιου. Πώς έγιναν έτσι τα πράγματα και γιατί; Γιατί έπρεπε να φτάσουν ως εκεί;» απάντησε η Λίλιαν, προσπαθώντας να βγάλει τον εαυτό της από την δύσκολη θέση στην οποία πίστευε ότι βρίσκεται.

«Όντως. Βαριά ιστορία μιας βαριάς μοίρας, την οποία δεν την άξιζε κιόλας. Μ’ εμένα είχε το πρόβλημα η Κλαίρη…» συλλογίστηκε δυνατά ο Μιχάλης.

«Κάνεις λάθος, καλέ μου. Πάντα μαζί μου είχε το πρόβλημα. Με κανέναν άλλο. Θεωρείς ότι τότε δεν ήξερε ότι σε γουστάρω; Θεωρείς ότι δεν ήξερε πως αν θα σου τα έριχνε, θα έκανα πίσω γιατί σεβόμουν την φιλία περισσότερο απ’ όσο την σεβόταν εκείνη; Θεωρείς ότι όλη αυτή η κακοπαιγμένη μαλακία, δεν ήταν μια ηλίθια προσπάθεια της Κλαίρης να γιατρέψει την ρημαγμένη της ψυχή;»

«Δεν ξέρω, αγάπη μου και δεν νομίζω ότι θα μάθω ποτέ. Το κεφάλαιο “Κλαίρη” το έχω κλείσει προ πολλού».

«Το ελπίζω. Γιατί μάλλον του ‘χει βάλει μέλι, δεν εξηγείται αλλιώς η αγάπη που συνεχίζει να της έχει ο Αντώνης».

«Ήταν η πρώτη του» σχολίασε αδιάφορα ο Μιχάλης.

«Κι εσένα» του υπενθύμισε η Λίλιαν.

«Όχι» απάντησε κοφτά ο Μιχάλης, πριν την αγκαλιάσει κι αρχίσει να περπατάει στο πλευρό της.

«Πώς όχι;» αναφώνησε εκείνη. «Μπακάλμπαση, τι μου κρύβεις;»

«Δεν σου κρύβω κάτι».

«Ήταν, όντως, η πρώτη σου».

«Κι όμως. Δεν ήταν. Εσύ είσαι η πρώτη μου και μακάρι να είσαι και η τελευταία. Μαζί σου, Λίλιαν, ξαναγεννήθηκα».

«Πότε;»

«Εκείνο το βράδυ που κάναμε έρωτα μεθυσμένοι. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έκανα έρωτα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που το απόλαυσα. Κατά κάποιο τρόπο είσαι η πρώτη μου και θα παραμείνεις, για πάντα, η πρώτη μου» της απάντησε κι ύστερα σώπασαν και οι δύο.

Ακόμη κι εκείνα τα λόγια, που υπό άλλες συνθήκες θα την έκαναν να νιώθει ότι περπατάει πάνω σε σύννεφα, δεν ήταν ικανά να εξαφανίσουν την μαυρίλα από μέσα της. Γύρισαν σπίτι, πλυθήκαν μαζί, έφαγαν δίχως να συζητήσουν κι ύστερα άραξαν στον καναπέ για να δουν τηλεόραση. Τον Μιχάλη τον πήρε ο ύπνος στην ποδιά της κι εκείνη απόμεινε να κοιτάζει τις εικόνες στο μαύρο κουτί που υπήρχε απέναντί της.

Σε κάποιο διαφημιστικό διάλειμμα, σηκώθηκε προσεκτικά, για να μην τον ξυπνήσει. Βούτηξε το κινητό της αθόρυβα από το τραπεζάκι και πήγε προς το μπάνιο. Έκλεισε πίσω της την πόρτα. Έψαξε τις επαφές της. Αμφιταλαντεύτηκε για λίγο όταν έφτασε στον αριθμό του Βασίλη. Κάλεσε τον αριθμό και κόλλησε το κινητό στο αυτί της. «Ο αριθμός που καλέσατε, δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή…»

Έκλεισε το τηλέφωνο και απόμεινε να το κοιτάζει. Ήταν πάρα πολύ βαριά αυτά που είχε μάθει και έπρεπε να τα μοιραστεί με κάποιον. Ιδανικά με τον Βασίλη που είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Τον νοιαζόταν ακόμη, μα δεν ήξερε πώς θα μπορούσαν να φτάσουν τα όσα γνώριζε μέχρι εκείνον.

Θυμήθηκε πως είχε ξεκλέψει τον αριθμό της Μελίνας από το κινητό του, κάποιο βράδυ που ‘χε μεθύσει ο Βασίλης και παραμιλούσε τρυφερά για εκείνη. Ήταν μια πράξη απελπισίας, τον καιρό που ‘χε αρχίσει να τον ερωτεύεται κι ήθελε να γνωρίζει τι γίνεται πίσω από την πλάτη της, αν γινόταν κάτι. Δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ εκείνον τον αριθμό. Δεν είχε κάνει ποτέ την εμφάνισή της. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν περασμένες έντεκα. Άρχισαν να στριφογυρίζουν οι σκέψεις μέσα στο κρανίο της. Θα την έπαιρνε τηλέφωνο. Αλλά, τι ακριβώς θα της έλεγε; Ποια θα έλεγε ότι ήταν; «Έλα, Μελίνα, είμαι αυτή που πηδιόταν με τον Βασίλη, πριν φύγει απ’ την Ελλάδα;». Δεν της ακουγόταν πολύ καλό. Σκέφτηκε ότι ίσως μπορούσε να πλασαριστεί σαν φίλη που τον έψαχνε. Αλλά πώς θα δικαιολογούσε ότι είχε τον αριθμό της. Από ποιόν; Από κάποιο τρίτο, ίσως; Από εκείνο το παλικαράκι που είχε μιλήσει μια – δυο φορές στο τηλέφωνο, την Πρωτοχρονιά που ο Βασίλης κατέρρεε;

Η ιδέα της φαινόταν εξαιρετική, μέχρι που έφτασε μπροστά στο όνομά της. Κι αν, ο άλλος, την έδινε στεγνά; Αν έλεγε στην Μελίνα πως δεν της είχε δώσει ποτέ τον αριθμό; Αν δεν τον είχε καν; Αν, τελικά, το μάθαινε ο Βασίλης πως μίλησαν;

«Δε γαμιέται;» μονολόγησε η Λίλιαν κι ύστερα κάλεσε τον αριθμό. Ελάχιστη ήταν η αναμονή. «Παρακαλώ;» ακούστηκε μια γλυκιά και ήρεμη φωνή, στην άλλη άκρη της γραμμής.

«Καλησπέρα, Μελίνα» μουρμούρισε δισταχτικά η Λίλιαν.

«Καλησπέρα».

«Είμαι η Λίλιαν. Είμαι φίλη του Βασίλη και τον ψάχνω…»

«Δεν ξέρω κανέναν Βασίλη» την διέκοψε η Μελίνα, με κοφτό τόνο.

«Ψάχνω τον Φευγάτο» επέμεινε η Λίλιαν.

«Όταν τον βρεις, πες του, του δειλού, να πάει να γαμηθεί!» ούρλιαξε η Μελίνα, πριν κλείσει απότομα το τηλέφωνο.

«Δεν πήγε και πολύ καλά…» μονολόγησε η Λίλιαν. Καθώς σηκωνόταν από τη λεκάνη, άκουσε το θυροτηλέφωνο να χτυπάει. «Μα τι διάολο…» συλλογίστηκε πριν βγει από το μπάνιο. Είδε τον Μιχάλη να σηκώνεται από τον καναπέ και να πηγαίνει προς το θυροτηλέφωνο. Τον κοίταξε με απορία.

«Ναι;» ακούστηκε η νυσταγμένη φωνή του Μιχάλη κι ύστερα ένας πνιχτός αναστεναγμός.

«Ποιος είναι» του ψιθύρισε η Λίλιαν, μα δεν πήρε απάντηση.

«Στον τρίτο. Έλα πάνω» συνέχισε ο Μιχάλης κι η Λίλιαν τον στραβοκοίταξε.

«Ποιος είναι;» τον ξαναρώτησε, αφού τον είδε να αφήνει το ακουστικό στη θέση του.

«Ποιος άλλος; Η Στέλλα. Θα τ’ ακούσει για τα καλά αυτή τη φορά…» σχολίασε ο Μιχάλης, πηγαίνοντας προς την εξώπορτα για να υποδεχτεί την Στέλλα.

Συνεχίζεται…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook