Amor Fati – 13 – Τελευταία Μέρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Περιστρέφονται, άραγε, οι άνθρωποι, γύρω από μία ήδη δομημένη προσωπικότητα, εσαεί, σαν τις εποχές; Είναι πιο βαριοί τους χειμώνες, περισσότερο ανάλαφροι τις άνοιξες, ανέμελοι και ξέφρενοι τα καλοκαίρια και υποτονικοί τα φθινόπωρα; Είναι, άραγε, αρκετά ελαστικοί ώστε να αποσπούν, κατά το δοκούν, τοξικά κομμάτια από πάνω τους και να οικειοποιούνται άλλα, περισσότερο λειτουργικά κομμάτια, για να καλύψουν τα κενά τους; Ή μόνο χτίζουν, ολοένα και χτίζουν, πάνω σ’ ό,τι σαθρό και ρυπαρό υπάρχει μέσα τους, πάνω στα μπάζα και τα σκουπίδια που αποκόμισαν από τα τραύματά τους;

Χτίζουν οι άνθρωποι. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Κάθε μέρα χτίζουν ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνουν, γιατί οι εμπειρίες τους είναι τα δομικά υλικά των προσωπικοτήτων τους. Χτίζουν, ακόμη κι όταν καταλαβαίνουν πως δεν υπάρχει άλλος χώρος για να εντάξουν στην προσωπικότητά τους, όλα όσα η ζωή τούς έφερε στο διάβα τους. Κι όταν συνειδητά αρνηθούν να συνεχίσουν μία, κατά τ’ άλλα, ατέρμονη διαδικασία, όταν αρνηθούν ν’ αλλάξουν, είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο, παραμένουν στάσιμοι, ενώ ο κόσμος, γύρω τους, αλλάζει. Ο μικρόκοσμος του ήρωα – γιατί κάθε ένας από εμάς, είναι ένας μικρός ήρωας – μπορεί να εξελίσσεται και να γίνεται καλύτερος ή να υποτροπιάζει, να οπισθοδρομεί προς κάποια νεαρότερη ηλικία, προς ένα εξελικτικό στάδιο που ανήκει στο παρελθόν.

Παλινδρομεί ο μικρόκοσμός μας όπως παλινδρομούμε και εμείς οι ίδιοι. Γιατί έχουμε την τάση να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, όπως αντιλαμβανόμαστε το είναι μας. Ο κόσμος θα είναι μαύρος ή γκρι ή άχρωμος είτε με ακόρεστα χρώματα, ξεπλυμένα, αδιάφορα, δίχως ένταση και συναίσθημα, δίχως θέληση, δίχως μέλλον, όταν νιώθουμε πως εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε μέλλον, όταν παραμένουμε στάσιμοι και χλιαροί, όταν αρνιόμαστε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Ο κόσμος θα είναι πάλλευκος ή με έντονα χρώματα, γεύσεις και μυρωδιές, με συναρπαστικά συναισθήματα κι εμείς θα περιμένουμε οτιδήποτε κι αν είναι να ‘ρθει στο διάβα μας, μόνο όταν, συνειδητά ή ασυνείδητα, επιλέξουμε να κάνουμε το επόμενο βήμα, αποφασίσουμε να εξερευνήσουμε ό,τι υπάρχει γύρω μας και να ψάξουμε για νέα πράγματα,  νέες εμπειρίες, νέα συναισθήματα. Όταν δεν μένουμε στάσιμοι. Όταν δεν περπατάμε προς τα πίσω. Όταν τα βήματά μας δεν είναι βιασμένα από τον φόβο. Όταν δεν έχουμε πέσει σε κάποια σκοτεινή γωνιά, ψυχορραγώντας και λέγοντας ψέματα στους εαυτούς μας, ότι πρέπει να επουλώσουμε την οποιαδήποτε πληγή πριν προχωρήσουμε, ενώ, επί της ουσίας, παραμένουμε φυλακισμένοι σε στενά κελιά που το ίδιο το μυαλό μας, δημιούργησε για εμάς.

Τι απογίνεται ο άνθρωπος όταν αρνηθεί να εξελιχθεί μαζί με τον κόσμο του ή όταν δεν καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει άλλη δομική αντοχή για να κρεμάσει πάνω του κι άλλα κομμάτια, κι άλλες εμπειρίες, κι άλλες διδαχές; Τι απογίνεται όταν επιμένει να χτίζει πάνω σε μια κλυδωνιζόμενη προσωπικότητα που βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης;

Κι όταν καταρρεύσει ο άνθρωπος; Τότε, τι ακριβώς γίνεται; Τι του συμβαίνει; Τι παθαίνει; Όταν έρθει στη ζωή του μια βαριά εμπειρία ή, ακόμη χειρότερα, μια βαριά συνειδητοποίηση και δεν έχει άλλη αντοχή για να την προσαρτήσει στον ήδη αιωρούμενο, από έναν αδύναμο ιστό αράχνης, ψυχισμό του, τι γίνεται στον άνθρωπο και στην προσωπικότητά του; Συνεχίζει να υπάρχει, ως κάποια απροσδιόριστη μορφή, αφού ο εαυτός του βρίσκεται σκόρπιος, στα πόδια του, σαν χάρτινος πύργος που σκόρπισε από έναν δυνατό αέρα ή μετουσιώνεται σε κάτι άλλο, για να καταφέρει ν’ αντέξει όσα η ζωή σκοπεύει να ρίξει στο μονοπάτι που τον έχει βάλει να βαδίσει; Επέρχεται ποτέ ο ψυχικός θάνατος του ανθρώπου;

Ο θάνατος, είτε σωματικός, είτε ψυχικός, καμιά φορά επέρχεται ακαριαία. Έτσι έγινε κι εκείνο το βράδυ με τον Μιχάλη. Η βασανισμένη του ψυχή πέθανε μέσα στο χρονικό διάστημα που διαρκεί ένα πετάρισμα των βλεφάρων. Σχεδόν ακαριαία. Τα κατακόκκινα και θολά του μάτια έκλεισαν, μηχανικά, ακούσια, ασυναίσθητα και η τελευταία εικόνα που είχαν αντικρίσει, είχε καταφέρει να εντυπωθεί τόσο έντονα στις κόρες τους, που συνέχιζε να την βλέπει μπροστά του. Εκείνη η εικόνα, σε συνδυασμό με όσα είχε περάσει σε μία ζωή, έκαναν την ψυχή του να καταρρεύσει και να πεθάνει αβοήθητη, μέσα σε ελάχιστα χιλιοστά του δευτερολέπτου, μέσα στο χρόνο που χρειάστηκε στα βλέφαρά του για να κλείσουν και να ξανανοίξουν.

Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, η σκηνή που διαδραματιζόταν μπροστά του, είχε παγώσει στον χρόνο. Το μυαλό του επέστρεψε νοερά, σε άλλες, περισσότερο νηφάλιες, περισσότερο χαρούμενες και περισσότερο ανέμελες εποχές, γιατί το σήμερα και ιδιαίτερα εκείνη η σκηνή, δεν ήταν απλώς δυσβάσταχτα για εκείνον. Το σήμερα είχε καρφώσει ένα κοφτερό γυαλί στην ψυχή του, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Σε μία ψυχή της οποίας ο θάνατος ήταν ένα, από χρόνια, προαναγγελθέν συμβάν. Ένα συμβάν που περίμενε τον κατάλληλο χρόνο και τις κατάλληλες συνθήκες, για να λάβει χώρα.

Δεν μπορούσε να θυμηθεί τα λόγια του Αντώνη, αν και κάτι ερχόταν στο μυαλό του, για της ζωής το film noir. Το δικό του film noir, είχε παγώσει, σαν κάποιος να ‘χε σταματήσει την ύπαρξή του σ’ ένα και μοναδικό καρέ, σ’ εκείνο που αντίκριζε απέναντί του. Ένα καρέ που φάνταζε να ξεθωριάζει ή να καίγεται – δεν μπορούσε και ο ίδιος να το καταλάβει πολύ καλά – και που, στιγμή με την στιγμή, μολονότι ο χρόνος παρέμενε στάσιμος, μετουσιωνόταν σε ένα κράμα πραγματικότητας και φαντασμάτων από κάποιο μακρινό παρελθόν.

Δεν μπορούσε να νιώσει τίποτα, ούτε καν τρόμο για τον μυστήριο τρόπο που αντιλαμβανόταν την πραγματικότητά του. Ένιωθε σαν η συνείδησή του να είχε βγει έξω από τον υλικό κόσμο και να μπορούσε να αγγίξει όλα όσα υποσχόντουσαν από τις απαρχές του χρόνου, οι αποκρυφιστές. Αν και, κανονικά θα ήταν αδύνατο να το κάνει ενώ ο χρόνος είχε σταματήσει να ρέει γύρω του, έστρεψε το κεφάλι του προς τα δεξιά. Μήτε που πετάρισε τα βλέφαρά του, όταν αντίκρισε τον απόηχο του Παύλου, σκεφτικό μα χαμογελαστό, να αργοφυσάει τον καπνό του τσιγάρου του, κοιτάζοντας τον θλιβερό κι ανταριασμένο νυχτερινό ουρανό. Του έκανε εντύπωση που το παιδί με τα ξανθά μαλλιά δεν ήταν παγωμένο στο χρόνο, καθώς παρατηρούσε το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά.

Γύρισε το κεφάλι του προς την άλλη μεριά, έχοντας πλέον συνηθίσει και αποδεχτεί τον νέο τρόπο που έβλεπε τον κόσμο. Παρατήρησε πως ο Αντώνης καθόταν στ’ αριστερά του, όπως κάποτε, όπως πάντοτε, με το μίζερο γυμνασιακό μουστάκι του. Ατένιζε στην απόσταση, κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε να διακρίνει, με βλέμμα χαμένο.

Ο Μιχάλης ένιωσε πως κάτι υγρό έτρεχε στο χέρι του, δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, μα έστρεψε προς τα εκεί τη ματιά του. Αιθέριο φάνταζε το πράσινο μπουκάλι της ρετσίνας. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν όντως το μπουκάλι δεν είχε υλική υπόσταση, αν όντως δεν ήταν κάτι περισσότερο από μερικές τούφες καπνού που έφερναν σε μπουκάλι ή αν όλο αυτό ήταν ένα αποκύημα της φαντασίας του. Παρατήρησε πως υπήρχαν ελάχιστες σταγόνες από το κίτρινο υγρό, που κάποτε και πάντοτε, ο Αντώνης αποκαλούσε «υγρό κουράγιο». Ήθελε απεγνωσμένα να τις πιεί, μα το απέφυγε, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο.

Προσπάθησε να θυμηθεί κάτι. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του κι άρχισε να ανασύρει όλες τις αναμνήσεις του από κάθε γωνιά του συννεφιασμένου του νου. Ένιωσε αυτό το παράξενο συναίσθημα, που γνωρίζεις πως η ανάμνηση έχει φτάσει στην άκρη της γλώσσας σου. Που είσαι βέβαιος πως είσαι έτοιμος να την ξεστομίσεις και πως μαζί μ’ αυτή, θα ‘ρθουν κι όλα όσα είναι συνδεδεμένα μαζί της. Μάταια. «Έλα…» συλλογίστηκε, πριν προσπαθήσει ακόμη πιο έντονα, να θυμηθεί εκείνο που έψαχνε.

“They ‘ll no more suffer from hunger” ακούστηκε η φωνή του Παύλου, με απόκοσμη ηχώ, σαν να ‘χε φτάσει στα αυτιά του, από τα πέρατα του χρόνου. Στράφηκε προς τα δεξιά. Άραγε, αυτά τα λόγια έψαχνε; Αυτά τα λόγια προσπαθούσε να θυμηθεί;

Παρατήρησε πως ο Παύλος δεν ήταν διαφορετικός από το μπουκάλι που κρατούσε. Άυλος, σχεδόν διάφανος, να τον κοιτάζει θλιμμένα και να κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του. «Γιατί, ρε μαλάκα;» σχεδόν κλαψούρισε ο Μιχάλης, μα δεν πήρε καμία απολύτως απάντηση.

“They ‘ll no more suffer from thirst” ακούστηκε η φωνή του Αντώνη, δίχως βραχνάδα και γρέζι, μα με μια παιδική θλίψη που έκρυβε αδημονία μα και χαρά. Στράφηκε από την άλλη πλευρά ο Μιχάλης, για ν’ αντικρίσει τον παλιόφιλό του να τον κοιτάζει με οίκτο. «Γιατί;» επέμεινε ο Μιχάλης, που είχε καταλάβει ότι δεν επρόκειτο να έπαιρνε απάντηση από κανέναν. Είχε μάθει πια ότι οι νεκροί στην ζωή του, δεν θα μπορούσαν να του λύσουν καμία απορία. Όμως αρνιόταν πεισματικά να το αποδεχτεί.

Έτρεξε το βλέμμα του μέσα στον χώρο, που άρχισε να φέρνει σε παράξενη, μεσαιωνική ελαιογραφία. Ό,τι δεν είχε φως, φάνταζε μουτζουρωμένο και κηλιδωμένο. Ό,τι είχε φως ήταν εξαιρετικά τραχύ, με χλωμά, σχεδόν ασθενικά χρώματα. Η πόρτα της κουζίνας είχε γίνει απλώς ένα καφέ περίγραμμα, ενός μαύρου παραλληλογράμμου. Η φιγούρα της Λίλιαν ήταν περισσότερο μακάβρια κι από τα θλιβερά, ασπρόμαυρα σκίτσα της. Μόνο ο Παύλος κι ο Αντώνης είχαν κίνηση, αν και δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι είχαν και υπόσταση. Όπως δεν μπορούσε να είναι βέβαιος ότι η μπαλκονόπορτά του δεν έβγαζε σε κάποια ζεστή, τροπική παραλία του ισημερινού.

Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατό να υπάρχει μια παραλία έξω από το μπαλκόνι του και πώς, περπατούσε εκείνη η γυναίκα προς το μέρος του. Κατάλαβε ποια ήταν με το που πέρασε το κατώφλι της μπαλκονόπορτας κι άρχισε να του γνέφει. Ήταν ακριβώς όπως την είχε κρατήσει χαραγμένη στις θύμησές του κι είχε την ίδια ακριβώς υπόσταση με τον Παύλο και τον Αντώνη. Δεν ήθελε να αποδεχτεί πώς είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που την είχε αντικρίσει, ούτε κι ήθελε να αποδεχτεί πως, όσο κι αν πίστευε πως τον είχε ξεχάσει, μόνο αυτό δεν συνέβαινε.

Παρατήρησε με την άκρη του ματιού του, μια φιγούρα στην πόρτα του μπάνιου. Η Θάλεια, ημίγυμνή και τυλιγμένη με μια δικιά του πετσέτα, που περισσότερα έδειχνε παρά έκρυβε του χαμογελούσε μελαγχολικά. «Εκτός από τη μάνα σου, κανείς δεν σε θυμάται…» του τραγούδησε, με καθάρια, σχεδόν οπερική φωνή, μ’ ένα σθένος που έκρυβε μέσα του όλη την παρηγοριά του κόσμου. «Πόσο δίκιο έχεις;» την ρώτησε, μα δεν πήρε καμία απάντηση, όπως δεν είχε πάρει καμία απάντηση από κανέναν, ούτε εκείνο το βράδυ, μήτε καμία άλλη φορά στη ζωή του. Κανείς δεν τον θυμόταν τον Μιχάλη τον Μπακάλμπαση. Μόνο εκείνος θυμόταν τους πάντες και τα πάντα. Όλους όσους είχαν περάσει από την ζωή του κι όλα όσα είχε περάσει μαζί τους.

Μόνο τότε παρατήρησε την Στέλλα.

«Η Στέλλα…» συλλογίστηκε, πεταρίζοντας τα βλέφαρά του, άψυχα, χωρίς συναίσθηση, χωρίς συναίσθημα, χωρίς συνείδηση και σκέψεις.

«Η Στέλλα…» επανέλαβε κι εκείνο το όνομα άρχισε να αντηχεί στο μυαλό του, περισσότερο από τους απόηχους των φαντασμάτων της ζωής του. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στο σπασμένο και ματωμένο ποτήρι που κρατούσε στα χέρια της. Έσφιξε τα δόντια του σε σημείο που έτριξαν απειλητικά. Δεν κατάλαβε πότε έκανε το πρώτο του βήμα, ούτε κατάλαβε πώς ξεπάγωσε ο χρόνος. Πώς κάηκε η Θάλεια που τον κοίταζε μελαγχολικά. Πώς εξαφανίστηκε η μάνα του, που έστεκε στην μπαλκονόπορτα και του έγνεφε πένθιμα. Πώς χάθηκαν οι παλιόφιλοί του, εκείνοι που είχαν απομείνει στάχτες και χαλάσματα και βουρκωμένες αναμνήσεις. Πώς ο καμβάς με τα λάδια έδωσε την θέση του στο καρέ του film noir και πώς κι εκείνο, με την σειρά του, μετατράπηκε σε πραγματικότητα.

Τα τρεμάμενα δάχτυλα του δεξιού του χεριού έγιναν μια σφιχτή γροθιά. Κι η Στέλλα, που είχε γυρίσει προς την Λίλιαν, δεν κατάφερε ποτέ να δει τις εφορμούμενες αρθρώσεις των δαχτύλων του Μιχάλη, οι οποίες, πολύ σύντομα, θα προσέκρουαν στο πρόσωπό της, όχι με την δύναμη ενός ανθρώπου που πονάει σωματικά ή ψυχικά. Όχι. Αυτή ίσως και να ήταν μια γροθιά που απλώς θα την πονούσε. Ο Μιχάλης, εκείνο το βράδυ, αντλούσε δύναμη από το μίσος που είχε αφήσει να φωλιάσει και να θριαμβεύσει μέσα του. Κι όπως κάθε άνθρωπος που δέχεται συμβουλές από το μίσος, τον θυμό και την οργή, έτσι κι ο Μιχάλης, στην πραγματικότητα, δεν ήξερε τι ακριβώς έκανε.

Η Στέλλα δεν κατάφερε να καταλάβει τι ακριβώς διαδραματιζόταν γύρω της, ούτε όταν η γροθιά του ακούμπησε το κακομακιγιαρισμένο πρόσωπό της. Τα ούλα του Μιχάλη, από το αδυσώπητο σφίξιμο των δοντιών, είχαν αρχίσει να ματώνουν. Όπως μάτωνε και ο σχισμένος του πήχης, που στάλαζε αργά το αίμα του στο πάτωμα, πλημυρίζοντας το δωμάτιο με μεταλλική οσμή.

Σαν καλοκαιρινό, νυχτερινό θρόισμα φύλλων και κρωξίματα πουλιών, ακούστηκε η φωνή της Λίλιαν στα αυτιά του. Ήταν ακόμη ένας απόηχος κάποιας άλλης ζωής, που αγνόησε επιμελώς, καθώς το αριστερό του χέρι σηκωνόταν ασυναίσθητα. Η γροθιά του είχε καταφέρει να αποπροσανατολίσει την Στέλλα, που προσπαθούσε να γυρίσει και να τον κοιτάξει με έκπληξη. Το κατάφερε, όχι όμως πριν το αριστερό χέρι του Μιχάλη την γραπώσει σφιχτά από τον λαιμό. Αν και τραυματισμένος, η μυϊκή του δύναμη ήταν σχεδόν υπεράνθρωπη. Ούτε μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο, ούτε μπορούσε να διαχειριστεί την δύναμή του, μα ούτε και να συνειδητοποιήσει πως την στραγγάλιζε, καθώς την σήκωνε, από το λαιμό, μονάχα με το ένα χέρι, στον αέρα.

Παγωμένο και κενό ήταν το πρόσωπό του. Αρνιόταν πεισματικά να ακούσει οτιδήποτε του έλεγε η Λίλιαν, μόνο βάδιζε, γοργά, κρατώντας σφιχτά την κρεμασμένη από το χέρι του Στέλλα, που δεν μπορούσε πια να ανασάνει. Ο γδούπος που δημιούργησε η σύγκρουση του κορμιού της με τον τοίχο που βρισκόταν δίπλα από την μπαλκονόπορτα, αντήχησε υπόκωφα σε ολόκληρο το σαλόνι. Σήκωσε ξανά το δεξί του χέρι και το έσφιξε, το όπλισε και το προετοίμασε για να συντρίψει τα δόντια της Στέλλας και το πάντοτε ηλίθιο, ειρωνικό και πραγματικά μοχθηρό χαμόγελό της.

«ΜΗ! ΘΑ ΤΗΝ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ!» άκουσε το ουρλιαχτό της Λίλιαν, μα ήταν πια αργά. Η γροθιά του είχε αρχίσει να ταξιδεύει στον αέρα και η τροχιά της ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη.

«ΜΙΧΑΛΗ!» συνέχισε η Λίλιαν κι εκείνος πετάρισε ξανά τα βλέφαρά του. Όσο χρόνο χρειάστηκε η ψυχή του για να διαλυθεί, να πεθάνει και να αφήσει πίσω της ένα άψυχο κουφάρι χωρίς λογισμό και συνείδηση, τόσο της πήρε και για να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της, να ανασυνταχθεί και να τον βάλει ξανά στον σωστό δρόμο. Να κατευνάσει το μίσος και τον θυμό πού παρασιτούσαν μέσα του. Να του ψιθυρίσει πως όλα θα πήγαιναν καλά. Να τον διαβεβαιώσει πως θα έβρισκε, γι’ ακόμη μια φορά, λύση σ’ εκείνο το πρόβλημα που υπήρχε μπροστά στα μάτια του κι άκουγε στο όνομα «Στέλλα».

Δυστυχώς, τίποτα δεν μπορούσε να ανακόψει την φόρα εκείνης της ιπτάμενης γροθιάς. Ευτυχώς, και για την Στέλλα αλλά και για τον Μιχάλη, εκείνος κατάφερε να συνειδητοποιήσει τι είχε σκοπό να κάνει και έστρεψε το χέρι του προς τον τοίχο, τον οποίο χτύπησε εντελώς άγαρμπα. Ξεκλείδωσαν τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού και το κορμί της Στέλλας αφέθηκε σε μια ελεύθερη πτώση προς το πάτωμα. Απόμεινε κολλημένη στον τοίχο, να προσπαθεί απεγνωσμένα να γεμίσει τα πνευμόνια της με οξυγόνο.

Ο Μιχάλης κλώτσησε το σπασμένο ποτήρι που κρατούσε ακόμη το χέρι της, το οποίο εκσφενδονίστηκε μέσα στο σαλόνι, διαλύθηκε κι άφησε σπασμένα γυαλιά και σταγόνες αίματος στο πέρασμά του. Ένιωσε το χέρι της Λίλιαν να ακουμπάει την πλάτη του. «Ηρέμησε…» κατάφερε ξεψυχισμένα να του πει, αλλά ο Μιχάλης, ακόμη κι αν είχε ξαναβρεί τον εαυτό του και την συνείδησή του, δεν ήταν διατεθειμένος ούτε να ακούσει, ούτε να ηρεμήσει, ούτε να συμβιβαστεί. Ούτε καν να κάνει τον πυροσβεστήρα της κατάστασης. Ήθελε να βουτήξει το κεφάλι της Στέλλας και ν’ αρχίσει να το χτυπάει στο πάτωμα, μέχρι να χυθεί το ραδιούργο και σατανικό μυαλό της, πάνω στα πλακάκια του σαλονιού.

«ΗΡΘΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΝΑ ΜΕ ΑΠΕΙΛΗΣΕΙΣ;» βρυχήθηκε ο Μιχάλης κι η Στέλλα, που ακόμη προσπαθούσε, βήχοντας, να γεμίσει μ’ αέρα τα πνευμόνια της, κουλουριάστηκε στην θέση της κι απόμεινε να τρέμει. Σήκωσε το τρομαγμένο της βλέμμα και τον κοίταξε με τρόμο, θλίψη και απορία.

«ΜΙΛΑΩ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΤΡΙΠΟΥΤΑΝΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;» συνέχισε να ωρύεται ο Μιχάλης, με φωνή αφάνταστα παραμορφωμένη από την ένταση, καθώς οι φωνητικές του χορδές είχαν ξεπεράσει προ πολλού τα όριά τους και είχαν αρχίσει να καταρρέουν.

«ΡΕ ΑΠΑΝΤΑ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΣΕ ΛΙΩΣΩ ΣΑΝ ΚΟΥΝΟΥΠΙ!»

«Μιχάλη! Άφησέ την!» του φώναξε η Λίλιαν που βρισκόταν ακόμη πίσω του. Μπήκε ανάμεσα σ’ εκείνον και την Στέλλα, για να την προστατεύσει από τον άσβεστο θυμό που είχε φωλιάσει μέσα του. Έναν θυμό που ανατροφοδοτούσε με ολοένα και περισσότερη οργή, έναν άνθρωπο που είχε ξεπεράσει κάθε όριο ανοχής και υπομονής.

«ΟΧΙ!»

«Μιχάλη; ΣΟΒΑΡΕΨΟΥ!» ούρλιαξε η Λίλιαν, καθώς προσπαθούσε να σηκώσει την Στέλλα από το πάτωμα και να την στήσει στα πόδια της, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε σαν ανθρώπινη ασπίδα.

«ΗΡΘΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΑΠΕΙΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΣΦΑΞΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗΝ ΑΦΗΣΩ ΕΤΣΙ; ΘΑ ΦΤΥΣΕΙ, Η ΠΑΛΙΟΠΟΥΤΑΝΑ, ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΒΥΖΑΞΕ!»

«ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗ; ΤΡΑΒΑ ΡΕ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΙ ΠΛΥΝΕ ΚΑΝΑ ΠΙΑΤΟ, ΠΡΙΝ Σ’ ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ! ΑΝΤΕ, ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΟ!» του απάντησε η Λίλιαν ωρυόμενη, πριν σταθεί μπροστά του, υποβαστάζοντας την Στέλλα. «ΑΝΤΕ! ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΟ! ΧΤΥΠΗΣΕ ΜΕ, ΡΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΗΡΕΜΗΣΕΙΣ! ΑΝΤΕ! ΣΕ ΠΡΟΚΑΛΩ!» συνέχισε να του φωνάζει κι εκείνος έσκυψε το κεφάλι, ανάσανε βαθιά κι ύστερα της γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

Η Λίλιαν περίμενε να κλείσει η πόρτα της κουζίνας, πριν μιλήσει στην Στέλλα. Χαιρέκακο ήταν το ύφος της καθώς την ξεπροβόδιζε. Έφτασαν μαζί στην πόρτα. Την άφησε για μερικές στιγμές να περιμένει, μέχρι να της φέρει τσάντα, κλειδιά και κινητό. Της τα άφησε όλα στα χέρια. Την κοίταξε στα μάτια. «Βλέπεις, Στέλλα, ο καλός μου δεν μπορεί να αφήσει κατά μέρος τις πληγές του κι αυτές τον θυμώνουν και τον εξοργίζουν. Κι ο θυμός, ξέρεις, είναι ο πιο κακός σύμβουλος του ανθρώπου. Αυτός που τον κυριεύει και του επιτρέπει να αντιδρά εντελώς παρορμητικά. Νομίζω το είδες, απόψε. Σωστά;»

«Σωστά» κόμπιασε φοβισμένα η Στέλλα.

«Εγώ, από την άλλη, δεν έχω τέτοια θέματα» συνέχισε η Λίλιαν, ανοίγοντας την πόρτα του διαμερίσματος.

«Σ’ ευχαριστώ πολύ» μουρμούρισε η Στέλλα, καθώς περνούσε το κατώφλι του σπιτιού.

«Που δεν τον άφησα να σε σκοτώσει;» κάγχασε η Λίλιαν.

«Ναι…»

Σώπασε η Λίλιαν, πριν φωτιστεί το πρόσωπό της από ένα απόκοσμα εχθρικό χαμόγελο. «Εάν τολμήσεις να ξαναπλησιάσεις τον Μιχάλη ή την οικογένειά μας, πίστεψέ με, θα σε σκοτώσω εγώ η ίδια. Και σ’ αντίθεση με τον καλό μου, που θα έχει για πολύ καιρό τύψεις για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε απόψε, εγώ δεν θα νιώσω τίποτα, ούτε θα μετανιώσω κάτι. Με καταλαβαίνεις, Στέλλα;» κατέληξε, μιλώντας γαλήνια, λες και δεν είχε διαδραματιστεί τίποτα εκείνο το βράδυ. Λες κι ήταν φίλες από παλιά, που είχαν πιάσει την ψιλοκουβέντα.

«Απόλυτα» τραύλισε, φοβισμένα, σχεδόν τρομοκρατημένα η Στέλλα, μην μπορώντας να καταλάβει πόσα από αυτά που της είχε πει, τα εννοούσε πραγματικά.

«Γι’ αυτό, άντε στο καλό και να μην μας ξαναέρθεις. Ποτέ» κατέληξε η Λίλιαν πριν κλείσει την πόρτα στην Στέλλα.

***

Το αίμα έσταζε αργά από τον σκισμένο πήχη του Μιχάλη, πάνω στα πλακάκια της κουζίνας. Η Λίλιαν αναστέναξε, πριν ανοίξει την πόρτα, γιατί ήξερε ακριβώς τι θα αντίκριζε. Έναν άνθρωπο – κομμάτια, που θα καθόταν σκυφτός στην καρέκλα, με το κορμί χυμένο πάνω στο τραπέζι κι ένα ποτήρι μ’ όποιο αλκοολούχο υγρό κατάφερνε να βρει πρώτο, στο χέρι. Ακόμη κι αν ήταν ξύδι μπαλσάμικο. Ήξερε πως σ’ αντίθεση με εκείνη, στα δύσκολά του κατέφευγε στις παλιές, κακές, συνήθειές του.

Ο Μιχάλης καθόταν ακριβώς δίπλα από τον νεροχύτη. Είχε ανοίξει το παράθυρο της κουζίνας διάπλατα. Στο χέρι του υπήρχε ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο, του οποίου η γόπα είχε αρχίσει να ποτίζει από το αίμα που δεν είχε πάψει ποτέ να τρέχει.

«Πού το βρήκες αυτό;» ήταν η πρώτη σκέψη της Λίλιαν, όταν τον αντίκρισε. Κάγχασε εκείνος και μισόκλεισε τα μάτια πριν να της απαντήσει. «Ξεχασμένο στο ντουλάπι με τα τρόφιμα».

«Το ξέρεις, ατάραχε τύπε, ότι πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο, για να σου ράψουν το χέρι;» αναφώνησε η Λίλιαν, πηγαίνοντας προς το ντουλάπι. Το άνοιξε δίχως να κοιτάξει τον Μιχάλη, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών κι άρχισε να σαρώνει με τα μάτια της τα περιεχόμενά του, μέχρι να βρει το πακέτο με τα τσιγάρα.

«Αυτό ψάχνεις;» την ρώτησε εκείνος, βγάζοντας ένα πακέτο κι έναν αναπτήρα από την τσέπη του.

«Αυτό, ναι» αναφώνησε η Λίλιαν.

«Και μπυρίτσα και τσιγαράκι, σήμερα…» την πείραξε.

«Δεν με γαμάς, Μπακάλμπαση;» αγρίεψε η Λίλιαν.

«Δεν έχεις ιδιαίτερη διάθεση, το τελευταίο διάστημα…» συνέχισε, ατάραχα, εκείνος, δίχως ν’ αλλάξει το ανεπαίσθητα ειρωνικό και συνάμα οργισμένο ύφος του.

«Εγώ θα πληρώσω τις μαλακίες της Στελλίτσας σου;» συνέχισε να φωνάζει η Λίλιαν, σηκώνοντας το αριστερό φρύδι και σταυρώνοντας τα χέρια της.

«Εσύ κοίτα να πάρεις αποφάσεις, πριν γεννήσεις!» της αντέτεινε, δίνοντάς της το τσιγάρο. Της το άναψε κι ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς το βομβαρδισμένο σαλόνι. Αναστέναξε άηχα. «Έπρεπε να μ’ αφήσεις να της ανοίξω το κεφάλι… Έπρεπε…» μονολόγησε.

«Και θα καταλάβαινες, τι ακριβώς;» τον ρώτησε ήρεμα η Λίλιαν, μ’ όση ψυχραιμία είχε απομείνει μέσα της.

«Δεν ξέρω… Ειλικρινά… Δεν ξέρω…»

«Με την φόρα που ‘χες πάρει, το ξέρεις ότι θα την σκότωνες; Το ξέρεις ότι φοβήθηκα μην την πνίξεις, ή, ακόμη χειρότερα, ότι θα έσκαγε το κεφάλι της στον τοίχο και θα γέμιζε το σπίτι…»

«Σκατά» την διέκοψε εκείνος κι η Λίλιαν,  στο άκουσμα εκείνης της λέξης, έκλεισε σφιχτά τα μάτια της, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Κάτι το οποίο, υπό άλλες συνθήκες, ίσως και να ήταν εφικτό. Αλλά με τον Μιχάλη να έχει βγει εκτός εαυτού και να ειρωνεύεται, ενώ, ταυτόχρονα, αρνιόταν πεισματικά να κάνει κάτι με το τραυματισμένο του χέρι, η ψυχραιμία της πήγε περίπατο κι άρχισε να σκούζει.

«ΑΙΜΑΤΑ! ΗΛΙΘΙΕ! ΘΑ ΓΕΜΙΖΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΑ! ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ; ΤΕΛΕΙΩΝΕ, ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗ! ΠΑΜΕ Σ’ ΕΝΑ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ, ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΓΚΛΑΒΑ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΝΑΤΙ ΣΟΥ!»

«Εντάξει, μάτια μου. Εντάξει» της απάντησε πριν πετάξει το τσιγάρο στο νεροχύτη και φύγει για το σαλόνι. Ήθελε να της δώσει λίγο χρόνο να ξεθυμάνει κι ήθελε να ρίξει κάτι πάνω του, για να φύγουν όσο το δυνατό γρηγορότερα από ένα σπίτι που βρωμούσε αίμα και θάνατο.

Βουβοί ήταν και οι δύο στην διαδρομή προς το νοσοκομείο. Η Λίλιαν του είχε τυλίξει το χέρι πρόχειρα, σε κάτι ξεχασμένες γάζες που υπήρχαν στο σπίτι. Είχε ντυθεί βιαστικά, τον είχε βοηθήσει να βάλει μια ζακέτα κι ύστερα πήραν ταξί κι έφυγαν για το κοντινότερο εφημερεύον νοσοκομείο.

Βουβοί ήταν και στο νοσοκομείο, βουβοί και στην επιστροφή. Βουβά έπινε τον καφέ της η Λίλιαν, ενώ ο Μιχάλης, σφυρίζοντας πένθιμα, καθάριζε τους τοίχους του σπιτιού και τα πατώματα.

Ούτε που κατάλαβε η Λίλιαν πώς την πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Ούτε και πόση ώρα κοιμόταν μπόρεσε να καταλάβει, όταν μισάνοιξε τα βλέφαρά της και αντίκρισε τον Μιχάλη να την κοιτάζει θλιμμένα. «Σήκω, καρδιά μου, να σε πάω να κοιμηθείς» της είπε, πριν της δώσει το χέρι για να την βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της.

«Εσύ; Δεν θα κοιμηθείς;» μουρμούρισε νυσταγμένα και παραπονεμένα εκείνη.

«Δεν έχω όρεξη να κοιμηθώ. Ούτε θέλω να καθίσω στο σπίτι. Θέλω απεγνωσμένα να βγω έξω και να περπατήσω» της απάντησε, στοργικά, μα μ’ ένα παράξενα πένθιμο ύφος. Το ίδιο που είχε και κάποτε, όταν τραβούσε ο καθένας τα δικά του ζόρια. Το ίδιο που είχε και κάποτε, όταν εκείνη, φτιαγμένη, μισόκλεινε τα μάτια και έριχνε το κεφάλι της στον ώμο του κι εκείνος μονολογούσε ή σφύριζε, αποφεύγοντας να ανοίξει την οποιαδήποτε συζήτηση.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε, καθώς την πήγαινε προς το κρεβάτι.

«Όχι, Λίλιαν. Δεν είμαι καλά».

«Γι’ αυτό που έγινε με την Στέλλα;»

«Δεν φταίει μόνο η Στέλλα. Φταις κι εσύ».

«Εγώ; Πού φταίω εγώ;» κλαψούρισε η Λίλιαν.

«Που δεν παίρνεις αποφάσεις» της απάντησε κοφτά, πριν την αφήσει να ξαπλώσει. Την σκέπασε μ’ ένα σεντόνι, για να μην κρυώσει κι ύστερα έσκυψε πάνω της και την φίλησε. «Μην αρχίσεις τώρα. Κοιμήσου. Θα το συζητήσουμε το μεσημέρι» της είπε, όταν είδε πως ήταν έτοιμη να του πιάσει την κουβέντα.

«Κι εσύ τι θα κάνεις;» ρώτησε η Λίλιαν, γυρίζοντας πλευρό και παίρνοντας αγκαλιά το μαξιλάρι του.

«Θα βγω να περπατήσω» μονολόγησε ο Μιχάλης κι ύστερα βγήκε από το δωμάτιο κι επέστρεψε στο σαλόνι για να φορέσει τα παπούτσια του.

***

Λίγο πριν τις τέσσερεις το ξημέρωμα βγήκε από την πολυκατοικία ο Μιχάλης. Η πόλη ήταν εξαιρετικά ήρεμη και οι υποφωτισμένοι της δρόμοι, παντελώς άδειοι. Κοίταξε αριστερά και δεξιά, προσπαθώντας να βρει μια κατεύθυνση, μα τελικά κατέληξε πως δεν ήξερε κι ο ίδιος πού ακριβώς ήθελε να πάει. Δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο προορισμό εκείνο το βράδυ. Ήθελε μόνο να περπατήσει, ίσως να βρει κάποιο διανυκτερεύον περίπτερο, για να αγοράσει μερικές μπύρες και τσιγάρα, να βρει κάποιο παγκάκι και να καθίσει μονάχος, για να κλωθογυρίσει στο μυαλό του την σκηνή με την Στέλλα.

Τα πόδια του τον έφτασαν στο παλιό πάρκο που κάποτε άραζε με την παρέα του. Έμοιαζε σαν να ‘χαν αποκτήσει βούληση και να τον οδηγούσαν ακριβώς εκεί που δεν ήθελε να βρίσκεται. Απόφευγε, για χρόνια ολόκληρα, να περάσει από εκείνα τα μέρη που τον είχαν σημαδέψει. Από τον στρατό είχε να επισκεφθεί εκείνο το πάρκο κι αυτό γιατί τον πονούσε η ανάμνηση ενός φιλιού που έμεινε στην μέση και μιας πρότασης που ποτέ δεν ευδοκίμησε. «Ας είναι…» αναστέναξε, έχοντας πάρει την απόφαση πως εκείνο θα ήταν το βραδινό του καταφύγιο κι ο τόπος περισυλλογής.

Γυρόφερε για λίγο στην περιοχή, μέχρι που βρήκε κάποιο ανοιχτό περίπτερο. Ανεφοδιάστηκε με τσιγάρα, αγόρασε και μερικές φτηνές και ελαφριές μπύρες κι έβαλε πλώρη για το μέρος όπου είχαν πεθάνει και ταφεί, οι αναμνήσεις του.

Πολλά δεν ήταν όπως τα θυμόταν κι άλλα τόσα είχαν παραμείνει τόσο ίδια, όπως ήταν και στις αναμνήσεις του, που δυσκολεύτηκε να καταλάβει εάν ήταν ξύπνιος και όντως έκανε εκείνη την βόλτα, ή αν ήταν ακόμη ένα αποκύημα της νοσηρής του φαντασίας. Έπιασε ένα παγκάκι, άνοιξε μια μπύρα, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα κι απόμεινε σιωπηλός, να κοιτάζει με χαμένο βλέμμα στην απόσταση. Προσπαθούσε να φέρει στο βασανισμένο του μυαλό την έναρξη του καυγά που είχε προηγηθεί. Τα ράμματα τον τραβούσαν κι ο ανεπαίσθητος πόνος που του προκαλούσαν, δεν τον άφηνε να σκεφτεί καθαρά. Θυμόταν πως η Στέλλα είχε έρθει μέχρι το σπίτι. Θυμόταν πως της είχε ανοίξει την πόρτα. Θυμόταν πως την είδε να μπαίνει, αεράτη, σ’ ένα σπίτι που δεν είχε ξαναπατήσει. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχε βρει την διεύθυνση της Λίλιαν.

«Η Στέλλα…» μονολόγησε μισοκλείνοντας τα βλέφαρά του. Δεν ήταν η Στέλλα που θυμόταν πάντοτε, αλλά ένας απόηχός της. Η Στέλλα, ακόμη κι όταν θυμόταν να γυμναστεί, δεν φορούσε ό,τι έβρισκε μπροστά της. Ακόμη και τότε ήταν κοκέτα. Πρόσεχε πάρα πολύ την εμφάνισή της και δεν είχε καμία σχέση με την κοπέλα που αντίκρισε όταν άνοιξε την πόρτα. Φορούσε δύο παπούτσια από διαφορετικά ζευγάρια και μόνο στο ένα πόδι είχε βάλει ένα παλιό, ροζ καλτσάκι, που ενίοτε το φορούσε, μόνο όταν έπεφτε για ύπνο. Το μαύρο της κολάν ήταν σίγουρα δύο νούμερα μικρότερο απ’ ότι θα έπρεπε και το κορμί της, μέσα του, ασφυκτιούσε. Το μαύρο αμάνικο μπλουζάκι ήταν σίγουρα δικό του – ήταν εξαιρετικά φαρδύ και εντελώς απρόσωπο για να είναι δικό της. Μαλλιά ατημέλητα, άλουστα, με ρίζα μηνών, να πετάνε προς όλες τις κατευθύνσεις. Βλέμμα παράξενο. Ίσως φοβισμένο και τρομοκρατημένο. Ίσως παρανοϊκό. Ούτε κι ο ίδιος μπορούσε να καταλάβει με τι βλέμμα είχε μπει στο σπίτι η Στέλλα, εκείνο το βράδυ. Θυμόταν όμως, πάρα πολύ καλά, πώς είχε καταλήξει εκείνη η αναμέτρηση.

Βούτηξε το κουτάκι της μπύρας κι ήπιε λίγο, προτού αφήσει τον εαυτό του να περιπλανηθεί μέσα στην ανάμνηση. Εκείνος δεν είχε μιλήσει. Ούτ’ όρεξη είχε να μιλήσει, ούτε κι ήθελε να απευθύνει τον λόγο στην Στέλλα. Εξ’ άλλου, για εκείνον, δεν υπήρχε τίποτα πια να ειπωθεί. Η Στέλλα είχε καταφέρει να πετάξει στα σκουπίδια σχεδόν τέσσερα χρόνια από την ζωή του. Όταν την είχε γνωρίσει ήταν ένας ανερχόμενος οικονομολόγος, σκληρά εργατικός, με στόχους για τη ζωή του και το μέλλον του κι η Στέλλα, εκείνη η μικρή που τον γυρόφερνε ανελέητα, ήταν εκείνη για την οποία γκρέμισε μια ζωή, με σκοπό να χτίσει μια νέα, μαζί της. Ένα μαζί που, όπως φάνηκε, η Στέλλα ούτε ήθελε, ούτε κι είχε σκοπό να επιδιώξει. Δεν ήθελε να είναι μαζί με τον Μιχάλη. Ήθελε όμως να τον έχει δικό της, κτήμα της και παιχνίδι της, να τον σπάει και να τον χαλάει, για να τον φτιάξει όπως η ίδια γούσταρε.

Η Λίλιαν την είχε καλησπερίσει και την είχε βάλει να καθίσει στον καναπέ κι εκείνος είχε ξεμακρύνει, είχε σταθεί δίπλα απ’ την κλειστή μπαλκονόπορτα με σταυρωμένα χέρια και περίμενε. Περίμενε καρτερικά να ακούσει την οποιαδήποτε ευφάνταστη δικαιολογία είχε σκαρφιστεί η Στέλλα, για να του ζητήσει μια ψεύτικη συγγνώμη και να απαιτήσει μια, αναπόφευκτη για εκείνη, επανασύνδεση. Περίμενε δίχως να ψελλίσει ούτε μια λέξη, μόνο άκουγε την Λίλιαν που εξηγούσε την παρούσα κατάσταση στην Στέλλα.

«Άκου, Στέλλα, για να το λήξουμε…» είχε αρχίσει να λέει η Λίλιαν κι εκείνη την στιγμή είχε διαισθανθεί ότι η Στέλλα δεν είχε σκοπό να λήξει τίποτα. Ξαναζούσε νοερά την σκηνή. Μπορούσε σχεδόν να την δει να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του. Μπορούσε ν’ ακούσει την φωνή της αγαπημένης του, με τον σταθερό και ήρεμο, σχεδόν κελαρυστό της τόνο, να μιλάει στην Στέλλα χωρίς περιστροφές.

«… εγώ και ο Μιχάλης είμαστε μαζί. Θα γίνουμε γονείς. Το συναποφασίσαμε και το περιμένουμε. Έχουμε σκοπό να παντρευτούμε και να κάνουμε την δική μας οικογένεια. Αυτό είναι κάτι τελεσίδικο και αναπόφευκτο γιατί, βλέπεις, είμαι έγκυος. Όντως είμαι έγκυος, δεν είναι κάποιο παραμύθι που φτιάξαμε για να πικραθείς. Να σου φέρω να δεις και τις εξετάσεις, αν αυτό θέλεις. Γνωρίζεις τον Μιχάλη και θεωρώ ότι ξέρεις και τον χαρακτήρα του. Ξέρεις πώς δεν παίρνει εύκολα αποφάσεις. Πολλές φορές του παίρνει χρόνια για να πάρει μια απόφαση, άπαξ όμως και την πάρει, δεν τον σταματάει τίποτα. Την απόφασή του την έχει πάρει και, πραγματικά, δεν βλέπω πώς μπορεί να βρεθεί κάτι που θα τον κάνει να την ανακαλέσει…»

«Ισχύει» συλλογίστηκε ο Μιχάλης, γυρίζοντας τα λόγια της Λίλιαν στο κεφάλι του. Δεν ήταν άνθρωπος που έπαιρνε αποφάσεις και αν και όταν τις έπαιρνε, δεν τις άλλαζε εύκολα. Δεν γούσταρε τις αλλαγές στη ζωή του, ιδίως στον συναισθηματικό τομέα, καθώς ήταν ανασφαλής. Όσο επιμελώς κατάφερνε να το κρύψει απ’ όλους και όλα, τόσο το γνώριζε, βαθιά μέσα του, και τόσο απέφευγε το να κάνει οτιδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει διενέξεις στην οποιαδήποτε συναισθηματική του σχέση. Ίσως γι’ αυτό να μην είχε μαλώσει ποτέ με τον Παύλο, για τότε που του ‘χε φάει την Κλαίρη. Ίσως γι’ αυτό να μην είχε κόψει κάθε επαφή με την Λίλιαν, όταν του ‘χε πει εκείνο το περιβόητο «όχι» που του ‘χε σακατέψει την ψυχή. Ίσως γι’ αυτό να τους είχε εξοστρακίσει και τους δύο από την καθημερινότητά του, όταν συνειδητοποίησε πως ήταν και κερατάς και δαρμένος και πως θα παρέμενε χαμένος, όσο ασχολούταν μαζί τους. Δεν έπαιρνε αποφάσεις. Δεν ήθελε να πάρει αποφάσεις.

«Μιχάλη μου… Το ξέρω πως έκανα λάθος… Ένα λάθος ήταν…» κλαψούρισε η Στέλλα, κοιτάζοντάς τον και παραβλέποντας τελείως το λογύδριο της Λίλιαν.

«Η πρώτη φορά είναι λάθος» είχε συλλογιστεί εκείνος. «Η δεύτερη, συνήθεια…» είχε καταλήξει τον συλλογισμό του, προτού γείρει ελαφρά το κεφάλι του προς τ’ αριστερά κι αρχίσει να νεύει αρνητικά, δείχνοντας πως δεν ήταν διατεθειμένος να ακούσει καμία δικαιολογία.

«Απ’ ό,τι μου είπε, εκείνη ήταν η δεύτερη φορά που σ’ έπιασε να τον απατάς» είχε πει η Λίλιαν, χαμογελώντας ανεπαίσθητα κι η Στέλλα, στον άκουσμα εκείνων τον λέξεων, είχε σκύψει το κεφάλι.

«Δηλαδή… Τώρα… Εσείς οι δύο είστε μαζί;» είχε ρωτήσει, σχεδόν ψιθυριστά η Στέλλα κι ο Μιχάλης θυμήθηκε πως είχε καγχάσει άηχα, στο άκουσμα της ερώτησής της.

«Ακριβώς» της είχε απαντήσει η Λίλιαν.

«Δηλαδή… Όλο αυτό ήταν ένα ψέμα;» είχε συνεχίσει τις ερωτήσεις η Στέλλα, προς τον Μιχάλη αυτή τη φορά. Κι εκείνος, που δεν είχε σκοπό να καθίσει ν’ ακούσει το παραλήρημα της πονεμένης, πρώην γκόμενάς του, όντας κερατάς, αλλά όχι δαρμένος, ακόμη τουλάχιστον, είχε βρει το σθένος να της απαντήσει. «Όλο ποιο, Στέλλα;»

«Εκεί το έχασα» συλλογίστηκε, ρουφώντας με μανία το τσιγάρο. «Ακριβώς εκεί. Δεν έπρεπε να μπω στο παιχνίδι. Έπρεπε να αφήσω την Λίλιαν να το διαχειριστεί» μονολόγησε, πριν πάρει την μπύρα στα χέρια του. «Γιατί μπήκα στην διαδικασία; Την ξέρω την Στέλλα. Ξέρω ότι σε ρίχνει στο επίπεδό της. Γιατί;» συνέχισε να αναρωτιέται και να πίνει.

«Όλο αυτό που ζήσαμε μαζί» του είχε απαντήσει η Στέλλα, που μυξόκλαιγε πια, στον καναπέ. Η Λίλιαν, δίπλα της, αποσβολωμένη, προσπαθούσε μάταια να αποκρυπτογραφήσει εκείνη την παράξενη συμπεριφορά κι ο Μιχάλης, που είχε αρχίσει να μιλάει, δεν είχε πια σταματημό. Συρφετός έγιναν τα λόγια στο κεφάλι του. Ορυμαγδός οι σκηνές που είχε ζήσει.

«Εσύ το έκανες ένα ψέμα, κοριτσάκι!»

«Εγώ;»

«Εσύ. Εσύ, γιατί είσαι ένα κακομαθημένο κοριτσάκι που τα θέλει όλα δικά του. Μάθε, επιτέλους, κούκλα μου, πως δεν μπορείς να τα ‘χεις όλα στην ζωή σου!»

«Πόσο καιρό;»

«Απ’ την μέρα που γαμιόσουν σαν το σκυλί, πάνω στο κρεβάτι μας!»

«Δηλαδή, με παράτησες γι’ αυτήν;»

«Ρε, θα βγεις κι από πάνω;»

«Απάντησέ μου!»

«Μ’ είχες ήδη παρατήσει, Στέλλα! Πολύ καιρό πιο πριν!»

«Εγώ; Ποτέ!»

«Εσύ, ποτέ; Εσύ, ποτέ; Πριν ενάμιση χρόνο κάναμε την ίδια κουβέντα με σήμερα. Η μόνη διαφορά του σήμερα με το τότε, είναι ότι δεν έχω άλλη ευκαιρία να σου δώσω».

«Ήταν απλά ένα λάθος, Μιχάλη!»

«Η πρώτη φορά είναι λάθος, σου το έχω ξαναπεί. Η δεύτερη είναι συνήθεια!»

«Ποια δεύτερη;»

«Ρε, με δουλεύεις μπροστά στα μάτια μου; Πώς βγήκες απ’ το σπίτι σου, κούκλα, την μέρα που έσπασα το κλειδί στην κλειδαριά; Και γιατί έσπασα το κλειδί στην κλειδαριά; Μήπως, λέω μήπως, γιατί δεν έφτανε που πηδιόσουνα πάνω στο κρεβάτι μας, είχες και το γαμημένο το θράσος να μου σηκώσεις το τηλέφωνο και να κάνεις ότι δεν συνέβαινε τίποτα; Σ’ έβλεπα ρε μπετότουβλο! Απ’ τον διάδρομο, σ’ έβλεπα! Σ’ είχε μοντάρει ο γαμιάς σου και σε πήγαινε κωλοφεράντζα ενώ χτυπούσε το γαμωτηλέφωνο. Κι είπες να κάνεις μια παύση για να το σηκώσεις και να με αποκαλέσεις “αγάπη σου”; Δεν θα μας τρελάνεις, κοριτσάκι, νυχτιάτικο. Αυτά είναι τα γεγονότα!»

«Ένα ακόμη λάθος, Μιχάλη!»

«Ένα λάθος; Τόσο απλά;»

«Συγγνώμη!»

«Δεν γίνεται δεκτή η συγγνώμη σου, γιατί δεν έχει καμία απολύτως αξία. Έπρεπε να ‘χα φύγει νωρίτερα. Κάποτε σε συγχωρέσα γιατί σ’ αγαπούσα. Σήμερα ούτε σ’ αγαπώ, ούτε σε μισώ. Σε λυπάμαι, Στέλλα. Σε λυπάμαι για την κατάντια σου».

«Την κατάντια μου;»

«Κατάντια δεν είναι το να ‘χεις τον Μιχαλάκη για να πληρώνει λογαριασμούς, ν’ αγοράζει ρούχα και καλλυντικά, να σε στέλνει για νύχια και μαλλιά, να κανονίζει διακοπές με τα πάντα πληρωμένα κι εσύ, τα βράδια που δούλευα για να μην σου λείψει τίποτα απ’ όλα αυτά, να ανοίγεις τα πόδια σου στον έναν και τον άλλο; Και να σου πω και κάτι άλλο, στην τελική; Γιατί, στο διάολο, με κατέβασες στην Λάρισα;»

«Γιατί σ’ αγαπάω!»

«Ρε άντε γαμήσου, που θα τολμήσεις να μου πεις πως μ’ αγαπάς!»

«Συγχώρεσέ με!»

«Δώσε μου έναν, όχι πολλούς, έναν γαμημένο λόγο, για να το κάνω!»

«Για όσα περάσαμε, Μιχάλη!»

«Για όσα περάσαμε…» συλλογίστηκε ο Μιχάλης, συνθλίβοντας το άδειο, πια, κουτάκι μπύρας στα χέρια του, πριν βουτήξει ακόμη ένα και τ’ ανοίξει. Συνειδητοποίησε πως είχε καταφέρει να μην το χάσει και να μην βγει εκτός εαυτού μέχρι και εκείνη τη στιγμή. Μα, εκείνη ακριβώς την στιγμή, κάτι κατέρρευσε μέσα στο μυαλό του. Παρανοϊκό ήταν το γέλιο του, πριν αρχίσει να μιλάει.

«Για να δούμε… Τι περάσαμε ρε Στελλίτσα; Για τα ψέματά σου; Όχι, δεν σε συγχωρώ! Για τις απιστίες; Ούτε και γι’ αυτό σε συγχωρώ! Για τις απαιτήσεις; Όχι, λυπάμαι! Για την συμπεριφορά σου απέναντί μου; Μπα! Ούτε και γι’ αυτό! Για τ’ ότι άλλαξα ολόκληρη τη ζωή μου για εσένα και δεν εκτίμησες τίποτα; Δεν το νομίζω! Για τον τελευταίο ενάμιση χρόνο που δούλευα για να μην σκέφτομαι; Ούτε καν! Μάλλον τα όσα περάσαμε δεν είναι αρκετά για να σε συγχωρήσω!»

«Τόσα χρόνια είναι αυτά, Μιχάλη… Σε παρακαλώ…»

«Τόσα χρόνια πεταμένα στα σκουπίδια, Στέλλα. Τράβα παρακάλα εκεί που σε πηδάνε!»

«Μία ακόμη ευκαιρία, Μιχάλη!»

«Μ’ έχεις χάσει οριστικά!»

«Πώς να σ’ αλλάξω γνώμη;»

«Γνώμη δεν αλλάξω και η συζήτηση θεωρείται λήξασα! Μάζεψε τα πράγματά σου και σήκω φύγε;»

«Σε παρακαλώ…»

«Πούλο ρε! Τι δεν καταλαβαίνεις;» είχε φωνάξει ο Μιχάλης στην Στέλλα και στο παρόν, σ’ εκείνο το απάνεμο παγκάκι, χαμογελούσε κοκκινίζοντας για την επιλογή των λέξεών του. «Εκεί χάθηκε η μπάλα, Μπακάλμπαση…» μονολόγησε για να τον ακούσει ο εαυτός του.

Ήξερε, αν και αρνιόταν να το δει. Ήξερε πως η Στέλλα δεν θα έφευγε από το σπίτι αν δεν τον έσερνε μαζί της, πίσω στην Λάρισα. Ήξερε πως η Στέλλα θα έκανε το οτιδήποτε για να τον μεταπείσει. Ήξερε πως θα το τραβούσε στα άκρα. Όμως δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να ξαναπαίξει ένα παιχνίδι στο οποίο πάντοτε θα ήταν χαμένος. Τα επόμενά της λόγια δεν τα είχε ακούσει, γιατί τα λόγια της είχαν πάψει να έχουν το οποιοδήποτε νόημα, μικρό ή μεγάλο, για εκείνον.

Εκεί που θα έπρεπε να σπάσει και να καταρρεύσει η ανάμνηση, γιατί γινόταν εξαιρετικά επώδυνη για τον Μιχάλη, έγινε ακόμη πιο καθαρή.

Η Στέλλα σηκώθηκε από την θέση της και ζήτησε ένα ποτήρι νερό από την Λίλιαν, πριν φύγει. Εκείνος πήγε στην κουζίνα για να της το φέρει. Το γέμισε, χωρίς να σκέφτεται κάτι ιδιαίτερο και χωρίς να προσπαθεί να κατευνάσει τον θυμό του. Επέστρεψε στο σαλόνι. Πήγε προς το μέρος της Στέλλας. Της έδωσε το ποτήρι. Ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι η Στέλλα θα έκανε κάτι τόσο ηλίθιο. Ήξερε πως το είχε χαμένο, μα τόσο μακριά δεν μπορούσε να φτάσει το μυαλό του. Την είδε, να πιάνει το ποτήρι στα χέρια της και να αρχίζει να μισοπίνει, χαμογελώντας παράξενα, σχεδόν σατανικά. Κι ύστερα, να σπάει το ποτήρι πάνω στο μικρό τραπέζι και να κραδαίνει το κοφτερό κομμάτι που είχε απομείνει στα χέρια της, προς το μέρος της Λίλιαν.

Δεν είχε σκεφτεί τίποτα ο Μιχάλης, πέραν από ένα γρήγορο «όχι» που ‘χε περάσει από το μυαλό του, πριν πηδήξει ανάμεσά τους, για να προστατεύσει την Λίλιαν. Άγαρμπα τον χτύπησε το ποτήρι στον βραχίονα και τον άνοιξε πέρα ως πέρα. Πώς ισορρόπησε πάνω στο ένα του πόδι και δεν έπεσε, ούτε που το κατάλαβε. Μόνο θυμήθηκε τον εαυτό του να ουρλιάζει «ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ, ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ!»

«Ναι… Μετά το ‘χασα τελείως…» συλλογίστηκε θλιμμένα. Ήταν η δεύτερη φορά στην ζωή του πασιφιστή Μιχάλη που ‘χε πιαστεί με κάποιον στα χέρια. Αν και, επί της ουσίας, δεν πιάστηκε στα χέρια με την Στέλλα. Την πήρε σβάρνα, κυριολεκτικά.

Τον στεναχωρούσε η συμπεριφορά του. Είχε τύψεις τόσο για την μπουνιά που της έριξε, όσο και για το ότι την κόλλησε στον τοίχο, πνίγοντάς της. Μα περισσότερο απ’ όλα τον βάραιναν οι μακάβριες και παρανοϊκές σκέψεις του. Ήθελε, όντως, να της χτυπήσει το κεφάλι στο πάτωμα μέχρι να χυθεί το μυαλό της έξω απ’ αυτό.

Πέταξε μακριά την γόπα του κι άναψε ακόμη ένα τσιγάρο, προσπαθώντας να καταλάβει τα συναισθήματά του. Άραγε, τον είχε πειράξει τόσο πολύ ο χωρισμός; Είχε τσακιστεί σε τέτοιο βαθμό από την εγκατάλειψη της Στέλλας, τα καπρίτσια της και την διαρκή επιμονή της να τον τσακίζει, που ήθελε να της ανοίξει το κεφάλι; Ή ήταν ο φόβος για την Λίλιαν και το αγέννητο παιδί του, που τον οδήγησε να συμπεριφερθεί σαν άγριο ζώο και όχι σαν πολιτισμένος άνθρωπος;

Η οργή είναι ένα κλειδί για μια πόρτα που κανένας μας, συνειδητά, δεν θέλει ν’ ανοίξει, μα ορισμένες φορές, στην πορεία της ζωής μας, αναγκαζόμαστε να ανοίξουμε εκείνη την πόρτα και να αφήσουμε να ξεχυθεί στον κόσμο, ό,τι πιο σκοτεινό και ειδεχθές κατοικεί μέσα μας. Η οργή του Μιχάλη, εκείνο το βράδυ, δεν πήγαζε από ένα κέρατο, μια διαρκή υπομονή που δεν τον έβγαλε πουθενά ή, ακόμη και από την κατασπατάληση των χρόνων του και τον αναγκαστικό ξεπεσμό. Ήταν πολύ βαθύτερα τα αίτια της οργής του. Είχαν τόσο βαθιές και γερές ρίζες μέσα του, που αν τις ακολουθούσε δεν ήθελε ούτε να φανταστεί πού θα τον οδηγούσαν.

Όμως, εκείνο το βράδυ, είχε ανάγκη να καταλάβει. Άσχετα αν γνώριζε ότι δεν θα το κατάφερνε. Κι αυτό το ήξερε, γιατί είχε πια συνειδητοποιήσει πως έπρεπε να αρχίσει και να σκάβει, όχι μέσα στο παρελθόν του, αλλά μέσα στον ψυχισμό του, για να συνειδητοποιήσει πώς, ακριβώς, είχε φτάσει, στα τριάντα παρά κάτι, να μην θέλει να αναλάβει έναν ρόλο ο οποίος, καλώς ή κακώς, βρισκόταν στον μονόδρομο που πολύ γοργά βάδιζε.

***

Κόντευε να χαράξει κι ο Αντώνης έμοιαζε περισσότερο σκεφτικός από κάθε άλλη φορά. Είχε ακουμπήσει τον αγκώνα του πάνω στο βαρύ, ξύλινο μπαρ κι ανάμεσα στα δάχτυλά του, εκεί που κάποτε κρατούσε τα ζάρια όταν ετοιμαζόταν να τα ρίξει στο τάβλι, βρισκόταν ένα σφηνάκι μ’ ένα σχεδόν μαύρο, μα ιριδίζον, υγρό.

«Τι θα γίνει ρε υπερτριπλάσιε; Θα μας ξεχαρμανιάσεις; Έχουμε αδειάσει εδώ και μισή ώρα!» ακούστηκε η φωνή της σερβιτόρας κι ευθύς αμέσως χαμογέλασε. Άδειασε το περιεχόμενο του ποτηριού στο στομάχι του κι ύστερα βγήκε από το μπαρ. Παράξενος ήταν ο μορφασμός του, ο οποίος περισσότερο υποδήλωνε πόνο και πίκρα, παρά νύστα και κούραση. Γύρισε και κοίταξε την αφράτη και κοντή, μελαχρινή κοπέλα με το έντονο eyeliner. «Μικρή; Κλείσε και θα έρθω σπίτι σε καμιά ώρα…» της είπε, πηγαίνοντας προς το μέρος της.

«Έχεις ανάγκη να πιείς ένα τελευταίο;» τον ειρωνεύτηκε εκείνη.

«Έχω ανάγκη να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα με τον εαυτό μου και μ’ ένα παλιόφιλό μου».

«Μπα; Έχεις και παλιόφιλους;»

«Είχα κάποτε, ναι. Τώρα, δεν ξέρω τι έχω» μονολόγησε ο Αντώνης, μόλις έφτασε μπροστά της.

«Redshift» του απάντησε εκείνη, αόριστα.

«Είναι απ’ τα δικά σου, τ’ ακαταλαβίστικα, κι αυτό;»

«Είναι κάτι που και να σου το εξηγήσω, δεν θα το καταλάβεις».

«Γιατί;»

«Γιατί, παραπονιάρη καραφλέ, κάτι σε πείραξε σήμερα και δεν μου το λες. Έτσι, κι εγώ, δεν σου λέω!» τον πείραξε η σερβιτόρα κι εκείνος σφάλισε τα βλέφαρά του για μερικές στιγμές. «Απόψε, Βανεσσάκι μου, τα φαντάσματα ξυπνήσανε πολύ νωρίς. Δεν με βλέπεις; Ούτ’ όρεξη για πλάκα δεν έχω».

«Ναι, σε βλέπω και με προβληματίζει. Μη σου πω ότι με τρομάζει».

«Θα τα πούμε στο σπίτι, εντάξει;» μουρμούρισε ο Αντώνης πριν της γυρίσει την πλάτη.

«Θα σε περιμένω».

«Κλείσε και θα τα πούμε».

«Να προσέχεις, εντάξει;» του φώναξε, την ώρα που τον είδε ν’ ανοίγει την πόρτα.

«Θα προσέχω» της απάντησε κοφτά.

«Σ’ αγαπάω» του είπε, μα η πόρτα είχε ήδη κλείσει πίσω του κι εκείνα τα λόγια, ο Αντώνης δεν τα άκουσε ποτέ. Ίσως και να μην άντεχε να τ’ ακούσει, γιατί ήταν ένας από τους ανθρώπους που ‘χε βαρεθεί τις πλαστικές αγάπες, που συνέχεια έλιωναν στα χέρια του και τον άφηναν με εγκαύματα που δεν μπορούσε να επουλώσει.

Βιαστικά χώθηκε στο μικρό, ασημί και ακατάστατο αυτοκινητάκι. Κοίταξε το ραδιοκασετόφωνο για μερικές στιγμές. Έβγαλε τα τσιγάρα του κι άναψε ένα. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη. Του φαινόταν πως μέσα σε μερικές ώρες, είχε γεράσει δέκα χρόνια. Πρώτη φορά έβλεπε τον εαυτό του τόσο χαμένο μέσα στις σκέψεις του. Άνοιξε το ντουλαπάκι και βούτηξε από μέσα μια παλιά και σκονισμένη κασέτα. Την έχωσε βιαστικά στο κασετόφωνο. Έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και την κασέτα να παίζει. Έπεσε πάνω σ’ εκείνη την μπαλάντα που άκουγε νυχθημερόν, τότε που ‘χε εξαφανιστεί η Κλειώ.

Τον πείραζαν τα τραγούδια. Τον ενοχλούσαν και τον πονούσαν. Δεν τ’ άκουγε, συνειδητά, κι όταν τα πετύχαινε στο ράδιο, άλλαζε σταθμό. Στον DJ του είχε δώσει την λίστα με το απαγορευμένο ρεπερτόριο – εκείνο που δεν έπρεπε ποτέ και για κανέναν λόγο να παιχτεί όσο ήταν στο μαγαζί. Πού και πού έκανε παρασπονδίες κι όταν έπινε πολύ, πήγαινε και τα έβαζε μόνος του. Ειδικά τα χειμωνιάτικα μπαρ, τα πέθαινε. Από τα τέλη του Οκτωβρίου, που άρχιζε το κρύο να τρυπάει το δέρμα και τα κόκκαλα, μέχρι και τις αρχές του Μάρτη, μέχρι να δει τα χελιδόνια να επιστρέφουν, κάθε βράδυ, λίγο πριν αδειάσει το μαγαζί, το έπαιζε.

Το πόδι του άρχισε να τρέμει και μαζί μ’ αυτό, άρχισε να τρέμει και το γκάζι του αυτοκινήτου. «Υγρό κουράγιο τέλος» μονολόγησε, πριν βάλει ταχύτητα και απομακρυνθεί αργά, από το μπαρ που με κόπο, πόνο και ιδρώτα κατάφερε κι έστησε, ως φόρο τιμής για τα χειμωνιάτικα τα μπαρ που έζησε για πρώτη φορά τον έρωτα.

Την παλιά του την γειτονιά, δεν την γούσταρε ούτε με σφαίρες. Είχε γεννηθεί, είχε πεθάνει κι είχε ξαναγεννηθεί εκεί. Δεν γούσταρε τις αναμνήσεις που ανάβλυζαν από μέσα του, μαζί με πικρά δάκρυα, κάθε φορά που περνούσε απ’ τα μέρη που μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να παίζει, να γελάει, να ερωτεύεται και να διαλύεται. Κι όμως, εκείνο το βράδυ, είχε ανάγκη να επισκεφθεί τα παλιά του λημέρια. Είχε ανάγκη να πάει ν’ αράξει εκεί που άραζε, κάποτε, με τα παιδιά. Εκεί που τα λέγανε και που ‘καναν χαβαλέ. Εκεί που όσο απλά κι ασήμαντα κι αν ήταν τα προβλήματά του, τα συζητούσε με τους φίλους του. Εκεί που ‘χε το προαίσθημα ότι θα πετύχαινε τον Μπακάλμπαση να ρεμβάζει, παρέα με το παλιό του walkman και τα ξεφτισμένα ακουστικά, ακούγοντας ό,τι πιο καταθλιπτικό έχει επινοήσει ο νους του ανθρώπου. Τα ίδια, περίπου, τραγούδια που άκουγε κι εκείνος, από την παλιά κασέτα του.

Σε κάποιο κόκκινο φανάρι έπιασε τον εαυτό του να χτυπάει ρυθμικά το τιμόνι. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε δει την Κλειώ. Πετάρισε τα βλέφαρά του. Σαν παραίσθηση έμοιαζε το ολόγυμνο, χλωμό σώμα, πάνω στα πάλλευκα σεντόνια του ξενοδοχείου ημιδιαμονής. Εκείνος δίπλα της, μέσα σ’ ένα αμάνικο και μια φόρμα, να καπνίζει ήρεμα, κοιτάζοντας τον λευκό τοίχο απέναντί του. «Δεν έχω όρεξη απόψε, Κλειώ» της είχε πει, μόλις ένιωσε το άγγιγμά της στο χέρι του κι εκείνη τον είχε κοιτάζει με μια πρωτόγνωρη απορία. «Θέλω να σε πάρω μια αγκαλιά και να μιλήσουμε μέχρι να μας πάρει ο ύπνος» κατέληξε, γυρίζοντας να την κοιτάξει.

«Πότε με πήρες αγκαλιά και μιλήσαμε μέχρι το χάραμα;» τον ρώτησε, με μπερδεμένο ύφος και συνάμα στεναχωρημένο.

«Ποτέ» αναστέναξε ο Αντώνης. «Αλλά, ξες, πάει και μια δεκαετία από τότε. Μεγαλώσαμε. Αλλάξαμε. Εγώ, τουλάχιστον, άλλαξα».

«Στα είκοσι οχτώ θυμήθηκες ν’ αλλάξεις;»

«Δεν έχω όρεξη για μαλακίες, Κλειώ. Βαρέθηκα τις μαλακίες. Βαρέθηκα τα παιχνίδια. Βαρέθηκα τις παπαριές και τα τερτίπια, όταν είσαι εδώ πηδιόμαστε, όταν δεν είσαι εδώ είμαστε ξένοι και χαμένοι. Και να σου πω κάτι, ρε μανάρι; Για το τί; Για το είκοσι μέρες το χρόνο; Και το υπόλοιπο τρακόσα σαράντα κάτι, τι; Πού και πού κάνα τηλέφωνο, πού και πού κάνα mail, πού και πού κάνα chat; Και μετά τι; Και για πόσο;»

«Έχεις κάτι άλλο κατά νου;» τον ρώτησε εκείνη και το μάτι του Αντώνη, στο παρόν, έπεσε πάνω στο φανάρι που ‘χε αλλάξει χρώμα. Αναστέναξε. «Διαζύγιο» μονολόγησε, πριν θυμηθεί ότι ήταν πολύ δειλός για να το ξεστομίσει μπροστά της.

Κόντευε να χαράξει κι ο Μιχάλης δεν είχε βρει απολύτως καμία απάντηση στα ερωτήματα που τον έκαιγαν. Η τελευταία του μπύρα κόντευε να τελειώσει κι η φωνή του, από τους βρυχηθμούς και τα τσιγάρα, είχε σχεδόν κλείσει. Πίνοντας την προτελευταία του γουλιά, ενώ έψαχνε κουράγιο για να γυρίσει στο σπίτι του, παρατήρησε έναν γεροδεμένο τύπο, να τον πλησιάζει με ταχύ βήμα. «Σαν να το ήξερα πώς θα σε πετύχαινα εδώ…» ακούστηκε η τραχιά φωνή του Αντώνη κι ο Μιχάλης μισόκλεισε τα μάτια κι έβαλε τα γέλια.

«Τι γελάς βρε τριπάπαρο; Ξες πόσα χρόνια έχω να ‘ρθω εδώ πέρα;» σχολίασε ο Αντώνης, που με μια δρασκελιά ανέβηκε στο παγκάκι κι ύστερα κάθισε στην ράχη του. Έβγαλε τσιγάρο από την τσέπη του και τ’ άναψε βιαστικά. «Πάνε χρόνια… Πολλά χρόνια… Και μ’ έτρωγε… Κι έλεγα απόψε, μετά που φύγατε, “κοίτα να δεις που τ’ αρχίδι, ο Μπακάλμπασης, θα πάει ν’ αράξει στα παλιά και ν’ αναπολήσει…”. Και δες, ποιον μαλάκα πέτυχα απόψε, εδώ πέρα. Δικαιώθηκα».

«Σκατά…» μονολόγησε ο Μιχάλης βραχνά, δείχνοντας τον πήχη του στον Αντώνη.

«Ω!» αναφώνησε εκείνος κοιτάζοντας τα ράμματα του Μιχάλη, προσπαθώντας να προσποιηθεί τον έκπληκτο. «Η κυρά;» συνέχισε.

«Η πρώην».

«Έχει διαβάσει κι εκείνη το “εγχειρίδιο για να κάνεις τα πάντα στη ζωή σου, πουτάνα”, όπως η πολυχρονεμένη σύζυγός μου;»

«Δε γαμιέσαι ρε Αντουάν, που ‘χεις όρεξη για πλάκα;» σχολίασε ο Μιχάλης, χωρίς να μπορεί να κρατήσει το γέλιο του.

«Γαμιέμαι ασύστολα και να σου πω και το γιατί; Βαρέθηκα, μωρ’ μαλάκα, να πονάω. Βαρέθηκα. Έγκωσα. Πώς το λένε; Για την μάνα μου, για τον πατέρα μου, για τους φίλους μου, για την Κλειώ, για τη δουλειά, για το εκάστοτε γκομενάκι και τις παλαβομάρες της, για τον πιτσιρικά που μεγαλώνει λειψά… Βαρέθηκα, Mike. Βαρέθηκα και το ‘ριξα στον χαβαλέ. Να σου πω κάτι, και μεταξύ μας; Δεν βοηθάει ιδιαίτερα, αλλά δε γαμιέται; Τουλάχιστον δεν χρειάζεται να πονάω…»

«Την παλεύεις, τουλάχιστον;»

«Με την συγκεκριμένη στρατηγική αντιμετώπισης του πόνου και άφθονο υγρό κουράγιο; Ναι. Την παλεύω. Εσύ;»

«Μαλλιά, παλεύω».

«Τι σου φταίει, παλιόφιλε;»

«Πολλά» απάντησε αόριστα ο Μιχάλης, που δεν μπορούσε να συζητήσει εκείνα τα πολλά, ούτε με τον ίδιο του τον εαυτό.

«Περιστρέφεσαι σαν όρνιο γύρω από νεκρές καταστάσεις και δεν ξέρεις κι αν θα χορτάσεις μπουκιά φαγί. Σε καίει που γύρισες στην Λίλιαν;»

«Ρε μαλάκα Αντουάν, λύσε μου μια απορία; Πού έμαθες να μιλάς;»

Έβαλε τα γέλια ο Αντώνης στο άκουσμα εκείνης της ερώτησης. Χτύπησε την πλάτη του Μιχάλη φιλικά, σαν να ήθελε να του πει πως ήταν πολύ μικρός ακόμη και πως είχε να μάθει ακόμη πολλά στη ζωή του.

«Έχω ένα γκομενάκι, δεν ξέρω αν σ’ είπα. Την Βανέσσα. Εξαιρετικά δυνατό και μπαμπάτσικο εργαλείο για πολύ δύσκολες διαδρομές και ακόμη δυσκολότερες πίστες. Δεν είναι εκεί το θέμα μας, όμως. Το Βανεσσάκι, που λες, έχει μυαλό ξυράφι, την έχει φιλοσοφήσει πολύ βαθιά την φάση, πολυδιαβασμένο το μικρό και πανέξυπνο. Τώρα, θα με ρωτήσεις, “τι σου βρήκε ρε μαλάκα υπερτριπλάσιε;” και απάντηση δεν έχω να σου δώσω. Τι να σου πω; Την πατάω ένα οχτάρι χρόνια, αλλά, δικέ μου, η μικρή έχει τόσο μυαλό, όσο εκατό εγώ. Τα πάει καλά και με τον πιτσιρικά. Και να σου πω και κάτι; Τι άλλο θες; Το κουνέλι το πνίγει μια χαρά, ένα φαγητό προκοπής μπορεί να φτιάξει, με το παιδί τα ‘χει βρει, ίσως περισσότερο από εμένα, στο μαγαζί σκίζεται, κάνουμ’ απίστευτες κουβέντες που βοηθάνε πραγματικά να φτιάξω το μέσα μου… Αν δεν ήμουν ήδη παντρεμένος, θα την παντρευόμουνα…»

«Γιατί, είπαμε, παραμένεις παντρεμένος;»

«Πού ξέρω ρε μαλάκα… Εσύ γιατί, είπαμε, θες να παντρευτείς;»

«Πού ξέρω…»

«Θα σου πω τι ξέρω εγώ…»

«Για λέγε».

«Αλλάξαμε, Μιχάλη. Αλλάξαμε σαν άνθρωποι. Μας άλλαξαν όσα ζήσαμε. Με άλλαξε η Κλειώ, με άλλαξε το παιδί, με άλλαξε το μίσος μου για τον κόσμο και για ό,τι σκατά έχει να βάλει στο στόμα του. Δεν είμαι ο άνθρωπος που μπορεί να θυμάσαι. Οι καταστάσεις, όμως, δεν έχουν καταφέρει να σκοτώσουν το κομμάτι του πιτσιρικά που ήμουνα. Ακόμη τσιμπάω τα ζάρια στο τάβλι, όταν παίζω μ’ αστροπελέκια σαν τον Παύλο. Ακόμη εμπιστεύομαι τους ανθρώπους με κλειστά μάτια. Ακόμη μένω μαλάκας μ’ ό,τι γίνεται γύρω μου, γιατί παραμένω χαζός. Ακόμα με μαγεύουν οι γκόμενες, όπως τότε. Μπορεί ν’ άλλαξα, μεν, αλλά μέσα μου, για μένα, όλα παραμείνανε ίδια. Ίσως να μην θέλω να τ’ αποδεχτώ, ξέρω ‘γω; Ούτ’ εσύ άλλαξες, βαθιά μέσα σου. Παραμένεις “τραβάτε με κι ας κλαίω”. Παραμένεις αναποφάσιστος. Το βλέπω. Έχω μάθει να κόβω τους ανθρώπους. Ζούμε με τις αποφάσεις μας κι αυτό το μάθαμε, πολύ καλά και οι δύο. Αλλά δεν είναι ανάγκη να επιμένουμε να ζούμε με κάθε απόφαση που έχουμε πάρει. Όπως λέει κι η μικρή, για κάποιους τα παιδιά είναι ανάγκη, για άλλους, αναπόφευκτο και ίσως και αναγκαίο κακό. Για μένα; Τι να σου πω; Τα πρώτα χρόνια ήταν αναγκαίο κακό. Τώρα είναι ανάγκη. Κοντεύω τριάντα και συνειδητά θέλω κι άλλο παιδί, όχι για να διορθώσω τα λάθη που έκανα με το πρώτο παιδί και τον πρώτο γάμο. Αλλά γιατί θέλω να το ζήσω σωστά, μπρατάνι μου, αυτή τη φορά. Εσύ;»

«Εγώ αρνούμαι» μουρμούρισε ο Μιχάλης.

«Γιατί όμως;»

«Πού ξέρω ρε Αντουάν… Πού ξέρω…» μονολόγησε θλιμμένα.

«Η τρελή, η πρώην, γιατί σε σουγιάδιασε;» σχολίασε ο Αντώνης, αλλάζοντας τελείως το θέμα της συζήτησης.

«Η Στέλλα; Πω, μαλάκα, είναι ηλίθια η γκόμενα. Εντελώς ηλίθια. Πήγε να χτυπήσει την Λίλιαν, στην κοιλιά, μ’ ένα σπασμένο ποτήρι. Ευτυχώς πετάχτηκα και μπήκα στη μέση, ευτυχώς την έφαγα ελαφρά, ευτυχώς δεν θρηνήσαμε θύματα. Εντελώς ηλίθια… Εντελώς αψυχολόγητη η κίνηση… Εντελώς παρανοϊκή…»

«Ο, ποτέ δεν έχω αλλάξει και πάντα λέω την αλήθεια, Μπακάλμπασης. Ρε μπρατάνι, την είπες ότι θα γίνεις πατέρας και τα τοιαύτα;»

«Προφανώς».

«Και τώρα;»

«Τώρα τί;»

«Αστυνομίες, δικηγόροι, δικαστήρια, ταρατατάν;» ρώτησε ο Αντώνης κι εκείνη η φράση προκάλεσε ακατάσχετο γέλιο στον Μιχάλη.

«Δεν… Τι μαλάκας είσαι, μωρ’ αδερφάκι μου, δεν νομίζω να ασχοληθώ».

«Θα την δώσεις κάρτα “βγες από την φυλακή”, Μπακάλμπαση;»

«Προκειμένου να μην την ξαναδώ; Ναι».

«Και τι θα καταλάβεις;»

«Ό,τι καταλάβαινα τόσα χρόνια» σχολίασε ο Μιχάλης, που το γέλιο του είχε κοπεί και το πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει.

«Δηλαδή;» μουρμούρισε ο Αντώνης.

«Όταν ο Λιόπεσης μου πηδούσε την γκόμενα, δεν είπα τίποτα…»

«Ούτ’ όταν σου γκάστρωσα την γκόμενα είπες κάτι» τον διέκοψε ο Αντώνης, ανάβοντας ακόμη ένα τσιγάρο.

«Ούτ’ όταν μ’ έριξε άκυρο η Λίλιαν, είπα κάτι» συνέχισε τον συνειρμό του ο Μιχάλης, παραβλέποντας εντελώς το σχόλιο του φίλου του.

«Αχά! Πότ’ έγινε αυτό;» αναφώνησε ο Αντώνης.

«Δεν είναι αυτό το θέμα μας» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Έχουμε θέμα;»

«Δεν έχουμε ρε Αντουάν; Γιατί, διάολο, κουβαλήθηκες εδώ, μέσα στη μαύρη νύχτα;»

«Γιατί, κάποτε, Mike, δεν είχαμε ούτε τηλέφωνα, ούτε αυτά τα σκατένια τα κινητά, ούτε ίντερνετ, ούτε τρόπο να βρεθούμε. Ξέραμε ότι πάντα θα ‘ναι κάποιος εδώ για να του πούμε την μαλακία μας. Κι αν ήμασταν μόνοι, ξέραμε ότι κάποιος θα περάσει απο ‘δω για να μας ακούσει. Ήξερα ότι απόψε θα ‘σουν εδώ. Σ’ το πα και στην αρχή. Και κουβαλήθηκα για να σου πω την μαλακία μου. Γι’ αυτό».

«Πες μου, λοιπόν, την μαλακία σου».

«Κουβαλήθηκα εδώ για να σου ζητήσω μια συγγνώμη. Ειλικρινή, τσίφτικη και μπεσαλίδικη. Να μ’ αρχίσεις στα ξεσταύρια, να παίξουμε κάνα κωλτσομπουνίδι, να μαυρίσουμε κάνα μάτι και να γυρίσουμε στις κυράδες μας ξελαφρωμένοι. Κι αντ’ αυτού τι κάνω; Κάθομαι και μαλακίζομαι, γιατί δεν φτάνει που δεν συγχωρείς, δεν δέχεσαι και συγγνώμες. Τι σκατά άνθρωπος έχεις απογίνει, μου λες; Σε καίει ακόμη η Κλειώ, το ξέρω μωρ’ μαλάκα, μη με στραβοκοιτάς, κρα κάνει. Κι αντί να μ’ αφήσεις να σου ζητήσω μια συγγνώμη και να σου εξηγήσω την γαμωκατάσταση χωρίς μαλακιλίκια, το παίζεις υπεράνω…»

«Το ξέρεις ότι δεν με καίει η Κλαίρη και ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο» τον διέκοψε ο Μιχάλης.

«Μπακάλμπαση; Η Κλειώ ήταν η πρώτη σου και συνεχίζεις να την αγαπάς όπως την πρώτη σου».

«Εδώ είναι που κάνεις λάθος» σχολίασε ο Μιχάλης.

«Εδώ είναι που περιστρέφεις την κουβέντα γιατί αρνείσαι τα προφανή!» θύμωσε ο Αντώνης.

«Δεν περιστρέφω καμία κουβέντα, κουραμπιέ! Απ’ όταν έφυγε η μάνα μου έχασα την εμπιστοσύνη μου στις γυναίκες και, κοίτα να δεις, είμαι και συναισθηματικός μαλάκας και δεν μπορώ να τις πηδάω και να τις παρατάω!» του φώναξε ο Μιχάλης αγριεμένα, πριν σκύψει το κεφάλι και επιστρέψει στις χαώδεις σκέψεις του.

«Κατάλαβα. Κομπλέ. Το λύσαμε το πρόβλημα».

«Ποιο πρόβλημα; Τι λύσαμε;» απόρησε ο Μιχάλης.

«Ο κουραμπιές παραμένει εδώ. Όπως κάποτε».

«Δεν κόβεις τις μαλακίες, Αντουάν;»

«Δεν σηκώνεσαι, λέω εγώ, γιατί έχω και το κορμί στο σπίτι και με περιμένει για να τρίξουμε τους σουμιέδες;»

«Καν’ την. Θα αράξω» μονολόγησε ο Μιχάλης, που είχε καταλάβει ακριβώς που αναφερόταν ο παλιόφιλός του. Σκέφτηκε πως το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά δικό του. Κανείς δεν τον θυμόταν γιατί όλοι γνώριζαν πως ο Μιχάλης έφευγε. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει ότι δεν είχε ξεχάσει τίποτα. «Άντε, κάν’ την» συνέχισε ο Μιχάλης.

«Σήκω ρε μαλάκα, μια ώρα! Είμαι μ’ αμάξι. Θα σε πετάξω τσάκα – τσάκα και θα πάω κι εγώ σπίτι. Και… Μην χάνεσαι μωρέ μαλάκα…»

«Σήκω» είπε κι ο Μιχάλης, πριν σηκωθούν κι οι δύο από το παγκάκι.

***

Το ξυπνητήρι της Λίλιαν χτύπησε την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα. Αντίθετα με τις άλλες μέρες, που προτιμούσε να χουζουρέψει για κανένα εικοσάλεπτο ή, απλώς, να βυθιστεί ξανά στον βαθύ της ύπνο, άνοιξε τα μάτια της απότομα. Συνειδητοποίησε ότι ο Μιχάλης κοιμόταν δίπλα της. Η ανάσα του έζεχνε καπνό και από το ιδρωμένο του κορμί αναδυόταν μια ανεπαίσθητη μυρωδιά μπύρας. Τον σκούντησε απαλά. Δεν πήρε καμία απάντηση. Σκέφτηκε να τον ξυπνήσει, μα όσο απότομα της είχε έρθει η σκέψη, τόσο γρήγορα την απόρριψε. «Δεν έχει νόημα… Θα του μιλήσω το μεσημέρι…» αποφάνθηκε πριν σηκωθεί αθόρυβα από το κρεβάτι.

Βγαίνοντας από το δωμάτιο, έκλεισε με προσοχή την πόρτα πίσω της. Έσυρε τα πόδια της προς την κουζίνα, καθώς χασμουριόταν και τεντωνόταν. Γέμισε ένα ποτήρι με νερό κι άρχισε να πίνει, ενώ προσπαθούσε να βάλει το μυαλό της μπροστά. Ήταν κομμάτια και πώς, άλλωστε, να μην ένιωθε έτσι, όταν ήταν με τέσσερεις ώρες ύπνου κι η προηγούμενη μέρα έμοιαζε με αυθόρμητο πικνίκ στην πύλη της κολάσεως. Το βλέμμα της έπεσε σ’ ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί, που βρισκόταν δίπλα από την σακούλα με τα σκουπίδια. Απόρησε κι έγειρε το κεφάλι της προς τα αριστερά, μισοκλείνοντας τα μάτια και προσπαθώντας να καταλάβει αν ήταν δικό της. «Σίγουρα όχι» μουρμούρισε ασυναίσθητα, καθώς έσκυβε για να πιάσει εκείνο το κομμάτι χαρτιού.

Το ξετύλιξε βιαστικά και πισωπάτησε όταν είδε τον γραφικό χαρακτήρα του Μιχάλη. Δεν θυμόταν καν πως ο Μιχάλης μπορούσε να γράψει σε χαρτί, αφού όταν χρειαζόταν να γράψει κάτι, το πληκτρολογούσε στο κινητό του, όταν, τουλάχιστον, δεν δούλευε καλά η φωτογραφική του μνήμη. Άρχισε να διαβάσει βιαστικά το πυκνογραμμένο κείμενο, πηδώντας λέξεις και προτάσεις, για να πιάσει το γενικό νόημα. Σάστισε. Κάθισε στο τραπέζι και το έβαλε μπροστά της. Το ίσιωσε όσο περισσότερο μπορούσε. Το έπιασε από την αρχή.

Θα γίνω πατέρας, μάνα. Αυτό είναι σίγουρο. Μάλλον παντρεύομαι, αλλά δεν κόβω και το κεφάλι μου γι’ αυτό. Αν ήσουν εδώ, θα την γνώριζες. Σαν κι εσένα είναι η λατρεμένη μου Λίλιαν. Πανέξυπνη, γλυκιά και στοργική, ξεροκέφαλη, μ’ ένα στόμα που δεν μαζεύεται με τίποτα. Επαγγελματίας επαναστάτρια. Σαν την πεθερά της ένα πράμα. Χωρίς Θεό. Χωρίς επαφή με την πραγματικότητα. Χωρίς συναίσθηση του κόσμου. Μα, γι’ αυτά την αγαπώ. Γιατί αλληλοσυμπληρωνόμαστε.

Σου κρατάω ακόμη μούτρα για τότε και δεν ξέρω γιατί κάθισα να σου γράψω. Ίσως απόψε ν’ αποζητώ τις πολύτιμες και πάνσοφες συμβουλές σου. Ίσως, επειδή απόψε ψάχνω να βρω μια άκρη και να καταλάβω τι ακριβώς θέλω να κάνω, τι πρέπει να κάνω και πώς μπορώ να συμβιβάσω τα θέλω με τα πρέπει. Θα γίνω πατέρας, σ’ το ‘πα; Δεν θέλω όμως. Θέλω να ζήσω. Θέλω να κάνω ταξίδια με το κορίτσι μου. Θέλω ο χρόνος μου να ‘ναι διαθέσιμος μόνο για ‘κείνη. Ούτε πάνες γουστάρω ν’ αλλάζω, ούτε κρέμες να φτιάχνω, ούτε γάλατα να βράζω, ούτε να ξυπνάω στη μέση της νύχτας για να κανακεύω και να νανουρίσω. Θέλω, επιτέλους, να ζήσω.

Ξέρεις τι κατάφερες να κάνεις με την φυγή σου; Να μου γαμήσεις τον κόσμο και την προοπτική με την οποία τον κοιτάζω κάθε μέρα. Νομίζω ότι πολλοί θα σ’ εκτιμούσαν αν έγραφες το «εγχειρίδιο για να τα κάνεις όλα πουτάνα», γιατί αυτό ακριβώς έκανες. Στα τριάντα παρά κάτι δεν φοβάμαι μην πεθάνω, μην πεινάσω, μην τσακιστώ, αλλά μην εγκαταλειφθώ. Με τρώει κάθε μέρα το σαράκι. Με τρώει κάθε φορά που την κοιτάζω να σκέφτεται. Με τρώει κάθε φορά που δεν μου μιλάει. Με τρώει κάθε φορά που αποφεύγει την συζήτηση για το γάμο.

Πήρα μια απόφαση απόψε. Απόψε είναι η τελευταία μέρα που πονάω. Σάλτα, λοιπόν, γαμήσου, κυρία Αριάδνη. Μην ξαναστείλεις γράμμα. Δεν θα μου παραδοθεί.

«Γαμώ την συναισθηματική σου ανασφάλεια ρε Μπακάλμαση…» μονολόγησε η Λίλιαν που είχε βουρκώσει. Με τρεμάμενα χέρια δίπλωσε προσεκτικά το χαρτί. Σηκώθηκε και πήγε στο σαλόνι. Το παράχωσε στην τσάντα της. Δεν είχε όρεξη ούτε να φάει, ούτε να πιεί καφέ. Μόνο χώθηκε στο υπνοδωμάτιο, τόσο αθόρυβα όσο είχε βγει από εκείνο, λίγα λεπτά νωρίτερα. Ντύθηκε βιαστικά. Φίλησε τον Μιχάλη στο μάγουλο και δίχως να του πει κάτι ή να τον ξυπνήσει για να τον χαιρετίσει, μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε για δουλειά.

***

Η φωνή του Μιχάλη, που τραγουδούσε ψυχοπονιάρικα, έφτανε μέχρι τον διάδρομο. Την έπιασε το αυτί της Λίλιαν, καθώς έβγαινε από το ασανσέρ. «Αν είναι δυνατόν, τι ‘ν’ τούτο;» μονολόγησε, καθώς αφουγκραζόταν τους παράξενους στίχους που ακούγονταν μέσα από το διαμέρισμα.

Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά κι άνοιξε. Άφησε την τσάντα της στον καναπέ και πέταξε τα κλειδιά στο τραπεζάκι. «Αγάπη;» φώναξε μα δεν πήρε καμία απάντηση.

«Συνέχεια αδικημένος αισθανόμουνα πως μ’ είχαν κοροϊδέψει…» ακούστηκε η φωνή του Μιχάλη από την κουζίνα, που σκέπαζε επιμελώς τα τριξίματα και τα χτυπήματα των πιάτων που έπλενε.

«Μιχάλη μου;» συνέχισε η Λίλιαν, πηγαίνοντας προς το μέρος του.

«… στα παραμύθια είχα μείνει της τιμή και τιμημένης εργατιάς…»

Τον είδε να έχει μισοσκύψει πάνω από τον νεροχύτη και να πλένει πιάτα, ενώ ένα παλιό ζευγάρι ακουστικά κάλυπτε τα αυτιά του. Του τα τράβηξε κι εκείνος τινάχτηκε από φόβο και έκπληξη. «Τι ακούς, παιδάκι μου, μεσημεριάτικο;» τον ρώτησε κι εκείνος γύρισε προς το μέρος της, κρατώντας ένα μισοπλυμένο πιάτο, στα γεμάτα με σαπουνάδες χέρια του.

«Το μπλουζ του εργατόπαιδου» της απάντησε, με πρωτοφανή σοβαρό τόνο.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε εκείνη, μισοαστεία και μισοσόβαρα, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει την παράξενη διάθεσή του.

«Όχι. Δεν είμαι καλά».

Του πήρε το πιάτο από τα χέρια και το έριξε στον νεροχύτη. «Είσαι εντελώς ηλίθιος, έτσι; Κάνεις δουλειές με σακατεμένο χέρι;» τον μάλωσε στοργικά κι ύστερα τον γύρισε προς τον νεροχύτη. Του ξέπλυνε τα χέρια κι ύστερα τον τράβηξε, μαζί της, στο σαλόνι. Τον έβαλε να καθίσει στον καναπέ και κάθισε κι εκείνη δίπλα του. Φαινόταν πως έβραζε ο Μιχάλης. Φαινόταν πως είχε φτάσει σ’ ένα σημείο που δεν άντεχε άλλο. Κι αυτό, η Λίλιαν, το καταλάβαινε απόλυτα. Είχε περάσει πολλές φορές στην ζωή της από το breaking point. Κάποιες είχε λυγίσει, άλλες είχε σπάσει και μερικές, είχε καταφέρει να βγει αλώβητη και πιο δυνατή απ’ ό,τι την τσάκιζε.

«Μπορείς να μου πεις τι έχεις;» τον ρώτησε με τον πιο ήρεμο και τον πιο τρυφερό τόνο που διέθετε.

«Από πού να το πιάσω;» την ρώτησε, εμφανώς εκνευρισμένος.

«Απ’ όπου σε βολεύει, καλέ μου».

«Θα παντρευτούμε, ναι ή όχι;»

«Αρχίσαμε…» σύριξε η Λίλιαν. «Μπορείς να καταλάβεις ότι δεν θέλω να πάω να δώσω λεφτά σε μια τρελή με μαύρο φόρεμα για να πει δυο – τρία ξόρκια;»

«Δεν παντρευόμαστε. Το λύσαμε» αποφάνθηκε εκείνος ξεφυσώντας.

«Ρε Μιχάλη…»

«Αγλαΐα; Δεν υπάρχει μέση λύση και το ξέρεις».

«Μιχάλη…» επέμεινε εκείνη.

«Αγλαΐα;» συνέχισε εκείνος.

Η Λίλιαν βούτηξε την τσάντα της και την ψαχούλεψε για λίγο. Βρήκε το χαρτί που ‘χε μαζέψει το πρωί από την κουζίνα. Γύρισε προς το μέρος του. «Βρε μαλάκα, για να μην σε χαρακτηρίσω κάπως αλλιώς, ποιον έχεις σκοπό να καλέσεις στον υπέρλαμπρο και φανταστικό σου γάμο; Τον μπρούκλη τον αδερφό σου, που ‘χεις να τον δεις δεκαπέντε χρόνια και δεν ξέρεις αν ζει ή αν πέθανε; Τον πατέρα σου που τράβηξε πιστόλι στα πάντα και την είδε ερημίτης στο κατσάβραχο; Ή την μάνα σου, που θα ‘ρθει να μας πει hasta siempre libertad! Απάντησέ μου!» του φώναξε.

«Έχω φίλους!» αγρίεψε ο Μιχάλης.

«Πού, ακριβώς, τους έχεις τους φίλους; Γιατί τόσο καιρό δεν έχω δει ούτε έναν!»

«Έχω…» μουρμούρισε, σκύβοντας το κεφάλι του.

«Πού, Μιχάλη; Πού; Πού, γαμώ το ξερό σου το κεφάλι;»

«Λίλιαν…»

«Μπορείς, για μία φορά, στην γαμημένη την κοινή μας πορεία, να σταματήσεις να μου λες ψέματα και να μου πεις την αλήθεια;» σχεδόν ούρλιαξε εκείνη κι ο Μιχάλης μαζεύτηκε στον καναπέ.

«Ψέματα;» τραύλισε απορημένα.

«Αυτό το γαμώχαρτο, εδώ, τι στο διάολο είναι;» του φώναξε, δίνοντάς του το χαρτί που ‘χε βρει το πρωί, στο πάτωμα της κουζίνας.

«Έψαξες τα σκουπίδια;» την ρώτησε, αφού πήρε το χαρτί στα χέρια του και άρχισε να το διαβάζει.

«Σου ‘χε πέσει απ’ έξω, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας!»

«Ποιο είναι το θέμα μας;»

«Μιλάς ακόμα με την μάνα σου;» τον ρώτησε κι εκείνος έσκυψε το κεφάλι. Θύμωσε ακόμη περισσότερο η Λίλιαν. «Μπακάλμπαση; Όταν σου μιλάω θα με κοιτάς στα μάτια, γαμώ το κεφάλι σου!»

«Ναι. Μιλάω» τραύλισε, εκείνος, φοβισμένα.

«Σε βγάζει πουθενά;»

«Όχι».

«Υπάρχει περίπτωση να σε βγάλει πουθενά;»

«Επίσης όχι».

«Τότε γιατί, γαμώ, το κάνεις;»

«Δεν ξέρω…» κλαψούρισε ο Μιχάλης.

«Θα σου πω εγώ, που ξέρω! Έχεις ένα τεράστιο κενό μέσα σου, που δεν μπορείς να το καλύψεις, δεν μπορεί να σου το καλύψει κανείς και προσπαθείς, με νύχια και με δόντια, να καταλάβεις. Να καταλάβεις, ακριβώς, τι; Γιατί σας παράτησε; Είν’ απλό αγόρι μου! Γιατί κοιτούσε μόνο το μουνί της! Μη με στραβοκοιτάς και μην σε πιάνουν τα σεμνότυφα, σου το έχω ξαναπεί, μπορεί να υπάρχουν και άλλες λέξεις για να αποτυπώσουν μια κατάσταση, μόνο που, οι άλλες λέξεις, δεν μπορούν να προσδώσουν, επακριβώς, ούτε την βαρύτητά της, ούτε το τι ακριβώς συνέβη, ούτε και πώς οδηγηθήκαμε σε αυτή! Θες να μου πεις, δηλαδή, ότι η μόνιμα άνεργη και επαναστάτρια μάνα σου, δεν καβαλούσε πούτσες, πριν σηκωθεί να φύγει από την χώρα; Ότι δεν κλέφτηκε με κάποιον ομοϊδεάτη της; Ότι τι; Πιστεύεις ότι όλοι έχουν το σθένος και τ’ αρχίδια, στην τελική, να φύγουν από μια στρωμένη ζωή, μόνο με τα ρούχα που φοράνε, ρε; Μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι ο πιο γενναίος άνθρωπος στον κόσμο κι όλοι οι υπόλοιποι, μπροστά σου, είμαστε δειλοί που προσπαθούμε να πιαστούμε απ’ όπου μπορούμε, για να επιβιώσουμε;»

Τα λόγια της τον έκαναν να βάλει τα κλάματα. Ασυναίσθητα πήγε να κουρνιάσει στην αγκαλιά της, μα το απέφυγε. Μαζεύτηκε ακόμη περισσότερο. Σχεδόν κουλουριάστηκε στη θέση του κι απόμεινε να νιώθει μονάχος και εγκαταλελειμμένος. Είχε κληθεί ν’ αντιμετωπίσει ό,τι πιότερο φοβόταν κι αυτό, για τον Μιχάλη, ισοδυναμούσε μ’ έναν χωρισμό και έναν μικρό θάνατο.

«Να κάνεις γάμο, για ποιόν ακριβώς λόγο; Για να εκπληρώσεις τ’ όνειρο που έχει η κοινωνία για εσένα; Για να εκπληρώσεις τ’ όνειρο της μανούλας και του πατερούλη; Για να μην έχει να λέει ο θεός σου; Πού ήταν ο θεός σου, Μπακάλμπαση, όταν η μάνα σου απέκοψε βίαια τον δεσμό που είχες μαζί της; Πού ήταν ο θεός σου, Μπακάλμπαση, όταν οι φίλοι σου έγιναν φίδια και σε δάγκωσαν πίσω από την πλάτη σου; Πού ήταν, χθες το βράδυ, ο θεός σου, που κατέληξες μ’ ένα σακατεμένο χέρι και κόντεψες να γίνεις φονιάς; Ήταν κάπου εδώ γύρω και δεν τον είδα; Ήταν ποτέ, πουθενά;» συνέχισε το παραλήρημά της η Λίλιαν.

«Κι άντε, για τον θεό σου και την πίστη σου, δεν μπορώ να πω τίποτα, είναι καθαρά δική σου, ατομική υπόθεση. Για τα επί γης φερέφωνά του, μπορώ να λέω ό,τι γουστάρω! Και να σου πω και κάτι, στην τελική, για να σε πληγώσω ακόμη περισσότερο; Εγώ, στο γαμημένο, το κωλόνειρό σου, πού στα κομμάτια είμαι; Είμαι η γκαστρωμένη νυφούλα μέσα σ’ ένα ναό που δεν γουστάρω να βρίσκομαι, με ρούχα που δεν γουστάρω να φοράω, να χορεύω μαζί με τους ημίτρελους που φοράνε φουστάνια και έχουν φανταστικούς φίλους, ενώ με ψέλνουν με ξόρκια; Αυτό θες, γαμώ; Αυτό θα έχεις! Κλείσε ημερομηνίες κι εκκλησία, να πάμε να γαμωπαντρευτούμε, μου ‘χεις φάει το συκώτι! Αλλά, σου το λέω και να το θυμάσαι, Μπακάλμπαση. Τα παιδιά μας, δεν βαφτίζονται και δεν μπαίνουν σ’ εκκλησία!» κατέληξε η Λίλιαν.

«Δεν θέλω…» τραύλισε ο Μιχάλης μέσα στον οδυρμό του.

«Τι δεν θέλεις;»

«Δεν θέλω… Θέλω να ζήσω μαζί σου…»

«Όχι, αγόρι μου, εδώ κάνεις λάθος. Δεν θέλεις να ζήσεις μαζί μου. Θέλεις να ζήσεις με το πρεζάκι το οποίο επιβεβαίωνε την εικόνα που είχες φτιάξει για τον κόσμο. Θέλεις να έχεις την διαλυμένη οικογένεια που πιστεύεις ότι σου αξίζει, γιατί δεν έχεις μάθει κάτι άλλο στη ζωή σου. Θεωρείς ότι το πεπρωμένο σου είναι να γίνεις ένας αποτυχημένος μπαμπάς, με μια γυναίκα που αργά ή γρήγορα θα τον παρατήσει. Κάτι σαν τον παλιόφιλό σου τον Αντώνη. Ασ’ τα σάπια, Μπακάλμπαση, σ’ έχω σπουδάσει. Θεωρείς ότι δεν σου αξίζει κάτι καλύτερο από αυτό».

«Όντως… Κι όντως δεν μου αξίζει…»

«Γιατί;»

«Γιατί… Δεν ξέρω…»

«Πέντε χρονών είσαι, ρε! Όπως τα παιδάκια που όταν τους λένε οι γονείς τους ότι θα χωρίσουν, εκείνα κατηγορούν τους εαυτούς τους, μην μπορώντας να βρουν μια λογικότερη εξήγηση για την διάλυση του κόσμου τους».

«Λίλιαν…»

«Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου» τον παρακάλεσε κι ύστερα έγειρε προς το μέρος του και τον έγνεψε, με τα χέρια, να πάει προς το μέρος της και να κουρνιάσει στην αγκαλιά της.

«Ποιο;»

«Δεν χρειάζεται να νιώθεις μόνος. Δεν σ’ αφήνω. Δεν σε χωρίζω. Μπορεί να σου φωνάζω, μπορεί να σε μαλώνω, μπορεί να μου βγαίνει η πίκρα, το παράπονο, η κακία αν θες, αλλά δεν έχω κάτι μαζί σου. Θα σ’ αντέξω και θα μ’ αντέξεις. Έχουμε αντέξει χειρότερα…»

«Ισχύει…» μουρμούρισε ο Μιχάλης καθώς την αγκάλιαζε σφιχτά.

«Μην με πετάς έξω από τον κόσμο σου, για να υποκινήσεις την εγκατάλειψη που φοβάσαι ότι θα έρθει και που πιστεύεις ότι σου αξίζει. Δεν θα το παίξω αυτό το παιχνίδι».

«Δεν είναι… Δεν… Δεν το κάνω επίτηδες…» τραύλισε εκείνος.

«Το ξέρω. Όμως επιμένεις να βιώνεις αυτό το μοτίβο. Προσπάθησε, σε παρακαλώ, να τ’ αλλάξεις» του ψιθύρισε τρυφερά, καθώς του χάιδευε το πρόσωπο.

«Θα προσπαθήσω» της ψιθύρισε κι εκείνος κι ύστερα τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν στον χώρο. Σήκωσε το κεφάλι του. Τον κατάλαβε η Λίλιαν. «Ψάχνεις κάτι;» τον ρώτησε.

«Ένα πακέτο τσιγάρα… Πρέπει να το ‘φερα μαζί μου, το πρωί» μονολόγησε εκείνος.

«Πολύ πιθανό να είναι στην τσέπη του παντελονιού που φορούσες».

«Πολύ πιθανό» επανέλαβε ο Μιχάλης.

«Θέλεις να πάω να δω;»

«Θέλω, ναι».

«Θα μου πεις την αλήθεια;»

«Φέρε μου, σε παρακαλώ, ένα τσιγάρο».

Σηκώθηκε η Λίλιαν από τον καναπέ και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Σπάραζε η καρδιά της που τον έβλεπε σε αυτή την κατάσταση, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Είχε κουραστεί με την επιμονή του Μιχάλη να μην μιλάει ποτέ για ό,τι τον πονούσε. Είχε κουραστεί να τον βλέπει να ζορίζεται και να μην εξωτερικεύει τίποτα. Είχε κουραστεί με την ρηχότητά του, όταν η κουβέντα πήγαινε στο συναίσθημα ή την οικογένεια.

Ψάρεψε το παντελόνι που φορούσε το προηγούμενο βράδυ από το πάτωμα κι έψαξε τις τσέπες του. Βρήκε ένα στραπατσαρισμένο πακέτο με τσιγάρα κι έναν μικρό αναπτήρα. Κάθε φορά, στα ζόρια του, κάπνιζε σαν να μην υπήρχε αύριο κι όταν έστρωναν οι μέρες και οι εποχές, το έκοβε μαχαίρι, σαν να μην το ‘χε ανάγκη, σαν να μην είχε καπνίσει ποτέ. Κι αυτό, ακόμη, την είχε κουράσει. Γιατί ο Μιχάλης δεν αντιμετώπιζε την πραγματικότητα, μόνο την μετέθετε στο μέλλον, πίνοντας και καπνίζοντας, όπως κι όταν ήταν πιτσιρικάς και θεωρώντας πάντοτε πως θα ερχόταν κάποια άλλη στιγμή, που θα ήταν περισσότερο έτοιμος για να την αντιμετωπίσει.

Γύρισε στο σαλόνι και κάθισε δίπλα του στον καναπέ. Του έδωσε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα. Τον τράβηξε στην αγκαλιά της. Τον είδε ν’ ανάβει το τσιγάρο και να το ρουφάει βιαστικά. Δεν μπορούσε να ανταμώσει το βλέμμα της με το δικό του, μα ήταν σίγουρη πως τα μάτια του θα έτρεχαν φοβισμένα και σαστισμένα μέσα σ’ όλο το δωμάτιο.

«Μισή ζωή πιο πριν, κοιμηθήκαμε στο ίδιο κρεβάτι… Το θυμάσαι;» μουρμούρισε ο Μιχάλης, θλιμμένα, σχεδόν οργισμένα, καθώς φυσούσε τον καπνό του.

«Το θυμάμαι» ψιθύρισε η Λίλιαν.

«Κάνα δυο μέρες μετά, χώρισα…»

«Επίσης το θυμάμαι».

«Σε είχα ρωτήσει αν είχες πει στην Κλαίρη ότι είχαμε κοιμηθεί μαζί, το θυμάσαι;»

«Ναι… Αμυδρά…»

«Ποτέ δεν έκανες τη σύνδεση» παραπονέθηκε ο Μιχάλης, ξεφυσώντας.

«Ποια σύνδεση;» αναφώνησε η Λίλιαν.

«Ακόμη και τώρα, τώρα που ξέρεις όλη την ιστορία, αρνείσαι να καταλάβεις ότι οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι, Λίλιαν, θα σε πουλήσουν. Ο Παύλος είχε πει στην Κλαίρη ότι κοιμήθηκα στο πλευρό σου. Ο Παύλος που την πηδούσε…»

«Πώς… Μα… Τι;» τραύλισε η Λίλιαν.

«Ακόμα;»

«Ετερόφωτοι άνθρωποι, γλυκέ μου. Πόσο χαζή; Πόσο τυφλή; Πόσο στον κόσμο μου ήμουν τότε; Γιατί δεν το κατάλαβα; Γιατί δεν μου το είπες;»

«Τι να σου έλεγα, Λίλιαν; Τι, ακριβώς, να σου έλεγα; Να σου μιλούσα για ό,τι, ακόμη και σήμερα, μου σακατεύει την ψυχή; Προτίμησα τα ψέματα. Προτίμησα να φτιάξω έναν ψεύτικο κόσμο και να χωθώ εκεί, παρά ν’ αντιμετωπίσω την πικρή αλήθεια. Ο παλιόφιλός μου με παράτησε για…» είπε ο Μιχάλης κι ύστερα κόμπιασε γιατί του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ψελλίσει την επόμενη λέξη.

«Πες το!» τον διέταξε εκείνη.

«Για το μουνί, εντάξει; Αυτό τον ένοιαζε μόνο!»

«Κι ο άλλος;»

«Ο άλλος τι;»

«Ο άλλος όντως σε βρήκε στην Λάρισα όπως μου ‘χες πει; Γιατί απ’ την χθεσινή κουβέντα δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο».

«Όχι. Κι άλλα ψέματα για να καλύψω κι άλλες καταστάσεις. Το έμαθα όμως. Το έμαθα γιατί η Κλαίρη είχε το θράσος να μου στείλει προσκλητήριο για το γάμο. Κρυφά απ’ τον Αντώνη. Δεν του το είπα και δεν σου το είπα. Μπορείς να καταλάβεις το γιατί;»

«Μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι μαλάκας;» του φώναξε η Λίλιαν.

«Ναι. Είμαι. Δεν το αρνήθηκα ποτέ. Καταλαβαίνεις όμως το γιατί;»

«Όχι».

«Ας είναι… Έχω πονέσει τόσο πολύ στην ζωή μου που κάποιες τέτοιες, ασήμαντες για εμένα, μικρότητες, δεν έχουν την δύναμη να με αγγίξουν. Εσένα προσπάθησα να προστατεύσω συνειδητά και υποσυνείδητα εμένα, που ποτέ δεν ήθελα να ‘μαι ο αγγελιοφόρος κακών μαντάτων…»

«Γαμιέσαι, Μπακάλμπαση» τον πείραξε η Λίλιαν.

«Ανέκαθεν» σχολίασε εκείνος, που είχε αρχίσει να ηρεμεί.

«Την πρώην γκομενίτσα σου, όμως, αν την πιάσω στα χέρια μου, θα την λιανίσω στην σφαλιάρα. Να μου το θυμάσαι».

«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις»

«Και με την μάνα σου;» τον παρότρυνε η Λίλιαν να συνεχίσει με την αποκάλυψη των αληθειών. Ξεφύσησε ο Μιχάλης. «Αν δεν μπορείς…» μουρμούρισε εκείνη.

«Μ’ αγαπάς;» την ρώτησε εκείνος.

«Αληθινά, απόλυτα και ανυπέρβλητα. Έτσι σου είχα απαντήσει κάποτε. Σήμερα μπορώ να προσθέσω και το παντοτινά, μέσα σ’ αυτά».

«Θα μας παρατούσες, εμένα και το αγέννητο παιδί μας, για να κορεννύσεις τα ζωώδη ένστικτά σου;»

«Τι να κάνω;» αναφώνησε η Λίλιαν, πριν ξεσπάσει σε δυνατά γέλια.

«Έτσι δεν μου το ‘χες πει κάποτε;» απόρησε ο Μιχάλης.

«Το ρήμα… Άσε… Τι να σου λέω κι εσένα τώρα…» κατάφερε να τραυλίσει η Λίλιαν, μέσα στο υστερικό της γέλιο.

«Κατάλαβες τι θέλω να πω όμως;»

«Κατάλαβα, ναι».

«Θα το έκανες;»

«Αν θα σας παρατούσα για να ικανοποιήσω τα ζωώδη ένστικτά μου; Μπα, δεν νομίζω. Τα ικανοποιώ και μαζί σου!»

«Παραπαίω ψυχολογικά, το χέρι μου με πεθαίνει και πεινάω αφάνταστα».

«Ένα σεξάκι στα γρήγορα; Όχι;» του νιαούρισε εκείνη, με προσποιητά παρακλητικό ύφος κι εκείνος γέλασε, περισσότερο με τον τόνο της και λιγότερο με την πρότασή της.

«Άντε… Καλά… Σήκω…» της απάντησε, προσποιούμενος τον απρόθυμο. «Στα γρήγορα όμως…» πρόσθεσε, καθώς την έβλεπε να σηκώνεται από τον καναπέ. «Όχι όπως τις προάλλες, που με ξεθέωσες, με πήρε ο ύπνος, με σκέπασες κι έφυγες και πήγες μόνη σου για καφέ!»

«Θα του βάλουμε και χρονόμετρο;»

«Θα του βάλουμε και αφύπνιση. Να δώσω στην λεία μου τρία δευτερόλεπτα προβάδισμα, πριν την κυνηγήσω για να την κατασπαράξω;» την ρώτησε ο Μιχάλης κι εκείνη του χαμογέλασε.

«Όταν θέλεις…» του είπε, πριν αρχίσει να τρέχει προς την κρεβατοκάμαρα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Ιωάννα Puccarina Damaliti
Obon

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook