Amor Fati – 14 – Κηλίδες απουσίας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Περίεργη διάθεση έχεις απόψε. Είσαι καλά;» ρώτησε η Βανέσσα τον Αντώνη κι εκείνος, για μια στιγμή, πήρε το βλέμμα του από την ηλεκτρική κιθάρα που κρατούσε στα χέρια του και την κοίταξε στα μάτια.

«Καλά είμαι, μαναράκι» της απάντησε αναστενάζοντας, προτού εναποθέσει τα ξυλιασμένα του δάχτυλα, πάνω στην ταστιέρα.

«Ποτέ δεν την πιάνεις… Μόνο στα ζόρια σου…» συνέχισε τον συνειρμό της.

«Ίσως…» μουρμούρισε εκείνος, προσπαθώντας να πιάσει έναν μπαρέ. «Πού ξέρω… Κάποτε έμαθα να χαζογρατζουνάω, ίσα για να ρίχνω γκομενάκια. Ξες ποια είναι η πλάκα η χοντρή; Ξέρω να παίζω μόνο τις μαλακίες που δεν γουστάρω ν’ ακούω…» κατέληξε κι ύστερα παράτησε την κιθάρα δίπλα του.

Το στενόμακρο σαλόνι της μικρής μονοκατοικίας ήταν παραγεμισμένο με διακοσμητικά και μπιμπελό. Οι τοίχοι ήταν πνιγμένοι με αφίσες από ζωντανές εμφανίσεις συγκροτημάτων που ‘χε παρακολουθήσει ο Αντώνης. Ο διθέσιος, μαύρος καναπές, ήταν πιασμένος από ‘κεινον και την κιθάρα του κι η Βανέσσα καθόταν απέναντί του, σε μια παλιά, ξύλινη, κουνιστή καρέκλα και λικνιζόταν ανεπαίσθητα. Από εκεί άκουγε τον Αντώνη που προσπαθούσε να χαζοπαίξει, ενώ μουρμουρούσε τους στίχους, γιατί ήταν εξαιρετικά ντροπαλός για να προσπαθήσει να τραγουδήσει.

«Προβλέψεις για το 2004, έχουμε;» τον ρώτησε, σπάζοντας την απόκοσμη σιωπή που τους είχε τυλίξει.

«Κοίτα να δεις…» μονολόγησε εκείνος, πριν τεντωθεί για να πιάσει ένα τσιγάρο από το τραπέζι που βρισκόταν μπροστά του. «Απ’ το ‘93 και μετά, με πάει γαμιώντας. Τα τελευταία λίγα χρόνια, μικρό μου, δεν με βρίσκει η πρωτοχρονιά τάπα σουρωμένο, να μην ξέρω πού πατάω και πού βρίσκομαι κι αυτό, χάρη σ’ εσένα. Φέτος, όμως, έχω ανάγκη ν’ αλητέψω μόνος μου, όπως έκανα και πριν σε γνωρίσω. Αλήθεια το έχω ανάγκη…»

«Τότε… Γιατί δεν βγαίνεις;» απόρησε η Βανέσσα, που δεν είχε σταματήσει να κουνιέται και να του χαμογελάει.

«Και να σ’ αφήσω μόνη σου; Χρονιάρα μέρα; Σοβαρέψου…»

«Δεν πας να ντυθείς χοντρά και να βγεις;»

«Και να πιώ με ρέγουλα;»

«Πιες όσο θες απόψε»

«Έχεις κάτι;» αναφώνησε ο Αντώνης. Ανακάθισε στον καναπέ κι άναψε το τσιγάρο του.

«Βασανίζεσαι. Δεν μ’ αρέσει να σε βλέπω να βασανίζεσαι».

«Βασανίζομαι γιατί πρέπει να τελειώσω κάτι που ‘χει μείνει στη μέση» συλλογίστηκε εκείνος, μα δεν της είπε τίποτα. Πετάρισε για μερικές στιγμές τα βλέφαρα. Το δρομολόγιό του, περίπου, το ήξερε. Η ψυχή του βαστούσε και δεν βαστούσε. Το μυαλό του είχε αδειάσει εντελώς. Κάρφωσε το νωχελικό βλέμμα του πάνω της. Ήξερε ότι δεν είχε πολλά περιθώρια, άσχετα αν επέμενε να το παίζει έφηβος κι επαναστάτης. Τις συζητήσεις τις είχε κάνει μυριάδες φορές.

Είχε κλείσει τα τριάντα ένα. Η ζωή του είχε στρώσει. Το Βανεσσάκι του δεν ήταν μία ακόμη περαστική από την ζωή του. Είχε έρθει για να μείνει και του το αποδείκνυε κάθε μέρα. Ακόμη κι αν ήταν μικρή, ακόμη κι αν είχαν ζήσει εντελώς διαφορετικές ζωές, ακόμη κι αν είχαν τελείως διαφορετικές αντιλήψεις για τον κόσμο, κατάφερναν μ’ έναν μαγικό τρόπο να γεφυρώνουν τις διαφορές τους και να συνυπάρχουν. Κι αυτή η μαγεία, για τον Αντώνη, σήμαινε τα πάντα. Ήταν όλος του ο κόσμος κι ούτε μια φορά δεν της το είχε πει. Το φοβόταν. Φοβόταν όχι μόνο το τι θα σηματοδοτούσε, μα και το πού θα τον πήγαινε. Την τελευταία φορά που ‘χε πει σε κάποια πως την αγαπούσε, είχε βρεθεί μόνος μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά.

Έβλεπε πως η Βανέσσα είχε αρχίσει να κουράζεται μαζί του ή, έστω, να μην απολαμβάνει την εφηβική βλακεία και τον χαβαλέ του. Προσπαθούσε να σοβαρευτεί, μα οι αναμνήσεις του δεν τον βοηθούσαν. Κάθε που πήγαινε να σοβαρευτεί, πονούσε. Και κάθε που πονούσε, το έριχνε στον χαβαλέ.

«Το ξέρεις ότι σ’ αγαπάω;» άκουσε η Βανέσσα την βραχνή φωνή του, χωρίς όμως την θερμότητα και την σπιρτάδα, που είχε όταν της μιλούσε. Πετάχτηκε σχεδόν όρθια και τον κοίταξε με τρόμο και με απορία.

«Με χωρίζεις ρε;» αγρίεψε, δίχως όμως να υψώσει τον τόνο της φωνής της.

«Κάθε άλλο» της απάντησε εκείνος, προτού σηκωθεί από τον καναπέ. «Την κιθάρα ασ’ την εδώ. Θα παίξω όταν θα γυρίσω».

«Πού θα πας; Πετάς την βόμβα και μετά φεύγεις;»

«Ποια βόμβα;»

«Μπουμπούκι με γνώρισες κι έγινα σταφίδα, περιμένοντας να μου πεις πως μ’ αγαπάς, ρε!»

Κοντοστάθηκε ο Αντώνης. Πήγε προς το μέρος της. Στάθηκε για λίγο δίπλα της. Της έπιασε το χέρι κι ύστερα γονάτισε. Ένα εντοιχισμένο φωτιστικό, που έφερνε σε παλιά λάμπα φωταερίου, γέμιζε τον χώρο μ’ ένα ασθενικό φως, που έκανε το θλιμμένο πρόσωπό της Βανέσσας, να μοιάζει φουρτουνιασμένο. Δεν της μίλησε. Δεν μπορούσε να βρει τα λόγια.

«Πρόταση γάμου μου κάνεις;» τον ρώτησε, για να τον κάνει να της μιλήσει.

«Δεν έχει έρθει η ώρα ακόμη…»

«Τότε;» απόρησε η Βανέσσα, που δεν ήξερε ούτε πώς να συμπεριφερθεί, ούτε τι να περιμένει, ούτε τι είχε στο μυαλό του ο Αντώνης.

«Σου λέω ότι σε αγαπάω. Σου το εκφράζω, που θα έλεγες κι εσύ» της απάντησε.

«Κι εγώ σ’ αγαπάω. Το ξέρεις; Κάθισες ποτέ να μ’ ακούσεις;» του γκρίνιαξε παιχνιδιάρικα, έχοντας πια καταλάβει ότι δεν είχε σκοπό να την χωρίσει.

«Το ξέρω, μικρή».

«Να πας την βόλτα σου».

«Να κοιμηθείς».

«Θα σε περιμένω».

«Θ’ αργήσω».

«Πάρε με τηλέφωνο να έρθω να σε μαζέψω».

«Θα μαζευτώ μόνος μου απόψε. Έχω ανάγκη να ζήσω λίγο μόνος μου. Σε πειράζει;»

«Καθόλου. Φύγε».

«Φεύγω» έκλεισε εκείνη την μικρή στιχομυθία ο Αντώνης κι έπειτα χώθηκε στο υπνοδωμάτιο, για να αλλάξει ρούχα.

***

Σαν χωρικός βγαλμένος απ’ τους δρόμους κάποιας κομητείας των κεντροδυτικών πολιτειών στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 έμοιαζε, όταν βγήκε στο δρόμο. Βαρύς, μέσα στο δερμάτινό του μπουφάν και το τζιν από το οποίο κρεμόντουσαν αλυσίδες. Παράταιρες ήταν οι μπότες από δέρμα φιδιού που έντυναν τα πόδια του. Έβγαλε τα κλειδιά του από την τσέπη κι άρχισε να παίζει μαζί τους, καθώς περπατούσε προς το αυτοκίνητό του. Κοίταξε τον βρόμικο, ασημί κουβά για μερικές στιγμές, πριν αναστενάξει και αποφασίσει να περπατήσει. Δεν ήταν απλώς η ιδέα της Βανέσσας. Όντως δεν ήταν καλά εκείνο το βράδυ.

Το ρολόι του έδειχνε μερικά λεπτά μετά τις δύο. Ήταν η πρώτη πρωτοχρονιά που δεν ήταν στο μαγαζί, αν και το μαγαζί δούλευε κανονικά. Ήξερε πως ήταν το τελευταίο μέρος που θα ήθελε, εκείνη τη στιγμή, να βρίσκεται. Ο κόσμος, τα γέλια, οι μουσικές και το εορταστικό κλίμα, θα κατάφερναν να διαλύσουν οτιδήποτε είχε καταφέρει ν’ απομείνει όρθιο μέσα του. Ήθελε και δεν ήθελε ν’ αλητέψει μόνος του. Ψέματα είχε πει στην Βανέσσα. Δεν ήθελε τόσο πολύ να ‘ναι μόνος. Ήθελε να μην είναι μαζί της. Ήθελε λίγο χρόνο μακριά της. Ήθελε να καθαρίσει το μυαλό του και να χαράξει μια νέα πορεία στη ζωή του. Είχε κουραστεί με το λίγο, το όσο και το όποτε της Κλειούς. Είχε φτάσει η στιγμή που έπρεπε να σπάσει τον ατέρμονο βρόγχο.

Δεν ήθελε να εμφανιστεί στο μαγαζί, γιατί ήξερε ότι θα έπεφτε πάνω στην Κλειώ, που αν δεν ήταν ήδη εκεί, θα έκανε την εμφάνισή της, όπως κάθε πρωτοχρονιά. Είχε καταφέρει να την αποφύγει εκείνες τις γιορτές, τεχνηέντως, με τις χειρότερες δικαιολογίες που, ήταν σίγουρος, πως δεν γινόντουσαν πιστευτές. Μα αυτές είχε και αυτές χρησιμοποιούσε. Κι η Κλειώ, που πίστευε πως θα τον είχε για πάντα στο τσεπάκι της, έκανε πίσω. Του έδινε τον χώρο που είκαζε πως χρειαζόταν, για να καταφέρει, την κατάλληλη στιγμή, να τον τραβήξει ξανά πάνω της.

Ούτε που κατάλαβε πώς τα πόδια του τον οδήγησαν, μέσα από τους σκοτεινούς δρόμους της πόλης, έξω από το μαγαζί. «Υγρό κουράγιο, υπερτριπλάσιε» μονολόγησε πριν ανοίξει την πόρτα και μπει μέσα.

Το αδιαχώρητο επικρατούσε στο μπαρ. Ο DJ, σαν άρχοντας, έπαιζε ό,τι γούσταρε, καθώς θεωρούσε ότι το αφεντικό του απουσίαζε. Οι σερβιτόροι δεν προλάβαιναν να πάρουν ανάσα. Και πίσω από το μπαρ, ο Μιχάλης ο Μπακάλμπασης, έκανε το ρεπό του παλιού του φίλου, σερβίροντας ποτά με εξαιρετικά αριστοτεχνικό τρόπο. «Πέντε – πέντε τα βάζει το θηρίο» παρατήρησε ο Αντώνης, καθώς έσπρωχνε αδέξια τον κόσμο, για να φτάσει μέχρι το μπαρ. Έπιασε το μοναδικό σκαμπό που ήταν ελεύθερο, εκείνο που ήταν μόνιμα κρατημένο για εκείνον. Έκανε νόημα στον Μιχάλη, ο οποίος τον είχε δει με την άκρη του ματιού του. Ετοίμασε τα ποτά που ‘χε μπροστά του κι έπειτα πήγε προς το μέρος του Αντώνη.

«Αφεντικό; Βάλε ένα σφηνάκι υγρό κουράγιο» φώναξε ο Αντώνης.

«Να βάλω κι ένα για την κυρά σου;» ρώτησε ο Μιχάλης, δείχνοντας με τα μάτια του την Κλειώ που καθόταν μόνη, στην άλλη πλευρά του μπαρ.

«Σε κατάλαβε;» συνέχισε ο Αντώνης.

«Προφανώς, αλλά κάνει ότι δεν με θυμάται».

«Δεν περίμενα κάτι καλύτερο».

«Τελικά, να βάλω;»

«Δεν παίρνεις ένα τηλέφωνο την Λίλιαν, να ‘ρθει να την αρχίσει στις σφαλιάρες;»

«Και το παιδί πού θα τ’ αφήσει ρε κουραμπιέ;»

«Καλά μωρέ μπρατάνι μου, μη βαράς! Μια κουβέντα είπαμε, τριάντα γύρισες!»

«Ένα σφηνάκι;»

«Βάλε και στην Κλειώ».

«Συνεννοηθήκαμε» μονολόγησε ο Μιχάλης, πριν γυρίσει στα ποτά του.

Έστρεψε ο Αντώνης το βλέμμα του προς τον DJ, αλλά εκείνος ήταν στον κόσμο του και δεν έδινε σημασία στις ανώνυμες φάτσες που ‘χαν κατακλύσει τον χώρο. Ακούμπησε τον αγκώνα του πάνω στο μπαρ κι έριξε το κεφάλι στην παλάμη του. Είδε τον Μιχάλη να επιστρέφει με το σφηνάκι του. «Βαλ’ ακόμη ένα και πες, σε παρακαλώ, στον άρχοντα, να βάλει λίγο Tool…»

«Τι Tool ρε βλαμμένε;» τον διέκοψε ο Μιχάλης. «Να διώξουμε τον κόσμο θες;»

«Ξέρει ο άρχοντας. Θα το βολέψει κάπως».

«Εσύ ξέρεις» αποκρίθηκε ο Μιχάλης.

«Πες και στην τρελή την σύζυγό μου να έρθει από ‘δω. Και… Στάκα, μην εξαφανιστείς. Ας περιμένουν πέντε λεπτά τα ποτά τους. Δεν θα πεθάνουν κιόλας».

Δεν απάντησε ο Μιχάλης, μόνο βούτηξε τα μπουκάλια που ‘χε παρατήσει πάνω στο μπαρ και ξαναγέμισε το σφηνάκι του Αντώνη. Πήγε προς την Κλειώ. Την σκούντησε απαλά. Της έδειξε τον Αντώνη. Της έδωσε το σφηνάκι της. Δεν της είπε ούτε μια λέξη. Μόνο γύρισε στο πόστο του κι άρχισε να γεμίζει μανιασμένα τα ποτήρια, με περισσή δεξιοτεχνία.

«Έργα έχει παρουσιάσει αυτό το παιδί…» μονολόγησε ο Αντώνης, παρατηρώντας τον Μιχάλη να κάνει ζογκλερικά με τα μπουκάλια, τα παγάκια, τις φέτες του λάιμ και τα ποτήρια.

«Έργα και ημέρες…» συνέχισε τον παράξενο συνειρμό του, γυρίζοντας προς τα αριστερά, για να δει την Κλειώ να τον πλησιάζει. Αψεγάδιαστη ήταν. Φανταχτερή και λαμπερή, όπως πάντοτε, μέσα στο γαλάζιο πλεχτό της μπλουζάκι και το κολλητό της τζιν.

«Όταν δεν πάει το βουνό στον Μωάμεθ…» του ψιθύρισε στο αυτί, καθώς κολλούσε δίπλα του.

«Το βουνό είναι αμετακίνητο το τελευταίο διάστημα, Κλειώ. Έχει πολλά στην καράφλα του» της απάντησε εκείνος κι έπειτα έκανε νόημα στον Μιχάλη. «Τελείωνε μια ώρα με το πετρέλαιο» φώναξε κι ο Μιχάλης έκανε μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη, υπόκλιση, πριν πιάσει το σφηνάκι για να το σερβίρει.

«Αφεντικό; Με ρέγουλα την μαλακία» του είπε ο Μιχάλης, όταν άφησε το ποτήρι μπροστά του.

«Γιατί; Αυτό, άμα το ρίξω στο ντεπόζιτο απ’ τον κουβά, θα καταφέρει να γράψει διακόσια δέκα στο κοντέρ» μονολόγησε εκείνος, με σοβαρό, σχεδόν πονεμένο ύφος, πριν αδειάσει τα περιεχόμενα του ποτηριού στο στομάχι του.

«Γιατί, τώρα πόσα πιάνει;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Σε κατηφόρα; Καμιά εκατόν εξήντα κι αυτό, γιατί το τραβάει το βάρος».

«Τι μαλάκας είσαι μωρ’ αδερφάκι μου;» τον πείραξε ο Μιχάλης, που ‘χε βάλει τα γέλια.

«Ο καλυτερότερος και με πατέντα. Νομίζω ότι σ’ το ‘χω αποδείξει, Μπακάλμπαση» του απάντησε ο Αντώνης, δίνοντας περισσή έμφαση στο επίθετο του παλιού του φίλου. Κι ύστερα στράφηκε προς την Κλειώ, ίσα για να πάρει ευχαρίστηση, κοιτάζοντας το παγωμένο και χλωμό της πρόσωπο.

«Γνωριστήκατε, Κλειώ;» την ρώτησε, με περιπαικτικό ύφος, χαμογελώντας ανεπαίσθητα και δίνοντας το ποτήρι στον Μιχάλη. «Ένα τελευταίο, αφεντικό»

«Μι… Μιχ… Μιχάλη;» τραύλισε η Κλειώ κι ο Μιχάλης, υποκλίθηκε ξανά, πήρε το ποτήρι του Αντώνη και πήγε να το γεμίσει.

«Μπαρμάν το θηρίο ο Mike B. Ίσως ο καλύτερος της πόλης…» άρχισε να λέει ο Αντώνης στην Κλειώ, που είχε χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. «… μου κάνει πού και πού κάνα ρεπό, για να ξεκουράζομαι και να βλέπω και λίγο το παιδί».

Πετάρισε τα βλέφαρά της η Κλειώ, άνοιξε το στόμα για να πει κάτι, μα δεν βρήκε λόγια.

«Δεν θα πεις κάτι;» την ρώτησε ο Αντώνης, αφού ήρθε το σφηνάκι του και το ήπιε.

«Τι να πω;» τον ρώτησε κι εκείνη, με τόνο που ήταν μια οκτάβα πάνω από εκείνον που είχε συνηθίσει ο Αντώνης.

«Κάνε ένα σχόλιο».

«Τι σχόλιο;»

«Δεν ξέρω. Δεν σε φοβάμαι. Κάποια μαλακία θα βρεις να πεις» της απάντησε, χτυπώντας την στην πλάτη.

«Αντώνη; Είσαι καλά;» τον ρώτησε με φόβο και έκπληξη κι εκείνος μισόκλεισε τα μάτια πριν γνέψει αρνητικά. «Το στομάχι μου κοντεύει να κατέβει στο συσσίτιο των απόρων. Να την κοπανήσουμε για κάνα πατσά, λες;»

«Και μετά, και μετά;» τον ρώτησε αναθαρρεμένη, με πονηρό ύφος.

«Και μετά, βλέποντας και κάνοντας. Κάτσ’ ‘α χαιρετίσουμε τον Mike πρώτα και την κάναμε» της είπε ο Αντώνης κι ύστερα έγνεψε στον Μιχάλη.

«Τι θα γίνει, υπερτριπλάσιε; Θα την πιείς μόνος σου, απόψε, την κάβα;» τον ρώτησε, περιπαικτικά ο Μιχάλης, όταν έφτασε μπροστά τους.

«Πάψε ρε κατσαπλιά, να χαιρετίσουμε θέλουμε» του απάντησε ο Αντώνης.

«Να πάτε στο καλό» τους είπε ο Μιχάλης.

«Χάρηκα, Μιχάλη» ψέλλισε η Κλειώ.

«Κι εγώ» της απάντησε εκείνος.

«Τι κάνεις στη ζωή σου;» τον ρώτησε κι ο Αντώνης, στο άκουσμα εκείνων των λέξεων, έσκυψε και δάγκωσε τα χείλη του για να μην γελάσει. Ήξερε, ακριβώς, ποια θα ήταν η απάντηση του παλιόφιλού του.

«Καλά… Γύρισα σαν καλό σκυλάκι στην γκομενίτσα μου, το πρεζάκι και κάναμε ένα παιδί» της είπε ο Μιχάλης, χαμογελαστά, σχεδόν αθώα, πριν γυρίσει την πλάτη του κι επιστρέψει στο πόστο του.

***

«Σοβαρά τώρα;» ρώτησε η Κλειώ, όταν βγήκαν από το μαγαζί και το κατακόκκινο πρόσωπο του Αντώνη, που κόντευε να εκραγεί από το γέλιο που κατάφερνε να κρατήσει πνιγμένο, έγνεψε καταφατικά.

«Με την Λίλιαν;» συνέχισε εκείνη κι ο Αντώνης έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό, γνωρίζοντας πως ό,τι δεν είχε ακούσει ο Μιχάλης, θα το άκουγε εκείνος.

«Δηλαδή… Είχα δίκιο τότε!» αναφώνησε, μα πριν προλάβει να συνεχίσει, ο Αντώνης σοβαρεύτηκε απότομα, της έπιασε το χέρι και την γύρισε προς το μέρος του. «Σε πονάει, Κλειώ;» την ρώτησε με πάρα πολύ σοβαρό ύφος, που δεν επιδεχόταν υπεκφυγής.

«Όχι. Δεν με πονάει. Δεν με πόνεσε ποτέ».

«Ναι… Το είδα…» την ειρωνεύτηκε εκείνος. Δεν ήταν διατεθειμένος να συνεχίσει την συζήτηση. Την έκοψε με μία του ματιά. «Πα’ να φάμε στου Γιάννου, όμως, γιατί θα πέσω χαμέ από την πείνα κι όχι τίποτ’ άλλο, πώς θα με σύρεις μέχρι εκεί που θες να με σύρεις…»

«Γιατί στου Γιάννου; Νόμιζα ότι δεν πατάς πια στην παλιά σου γειτονιά…» απόρησε η Κλειώ, που είχε αρχίσει να περπατάει δίπλα του.

«Εκτός του ότι ο Γιάννος είναι μια βιβλιοθήκη ιστορίες από μόνος του και του ότι είναι η πιο καλτ φιγούρα της πόλης; Κάνει τιτάνιο πατσά. Γι’ αυτό» της απάντησε.

Προσπάθησε η Κλειώ να του πιάσει το χέρι, μα ο Αντώνης το έχωσε στην τσέπη του δερμάτινου μπουφάν του. Προσπάθησε να βαδίσει δίπλα του, μα εκείνος είχε ανοίξει το βήμα και δεν τον προλάβαινε. Ήταν αλλόκοτη η συμπεριφορά του το τελευταίο διάστημα, μα δεν ήθελε να το συζητήσει μαζί του. Γνώριζε πως υπήρχαν εποχές που της κρατούσε μούτρα, για λόγους και αιτίες που δεν μοιραζόταν μαζί της. Γνώριζε, επίσης, ότι ξεστράβωνε όπως είχε στραβώσει κι ύστερα ήταν μέσα στα μέλια και τις γλύκες. Όμως, εκείνα τα Χριστούγεννα, είχε κάτι διαφορετικό πάνω του.

Ίσως να ήταν τα γένια του που ‘χαν αρχίσει να γκριζάρουν κι έντυναν το πρόσωπό του με μια υπέροχη αίγλη. Ίσως να ήταν το στητό του περπάτημα, γεμάτο με αυτοπεποίθηση. Ίσως να ήταν που ‘χε κόψει τον πολύ χαβαλέ και την παιδική βλακεία. Ήταν διαφορετικός απ’ την τελευταία φορά που τον είχε δει και γι’ αυτό ήταν απόλυτα σίγουρη. Δεν ήξερε όμως τι είχε αλλάξει πάνω του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε αλλάξει μέσα του.

Περπατούσε δίπλα στον άνθρωπο που ‘χε γνωρίσει και που, κάποτε, είχε προσπαθήσει να μοιραστεί την ζωή της μαζί του. Μα, ο άνθρωπος που υπήρχε πια δίπλα της, δεν ήταν εκείνος με τον οποίον είχαν κάνει ένα παιδί. Ήταν κάποιος άλλος. Κάποιος που δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε γεράσει ή αν την είχε πετάξει έξω από την καρδιά του. Κάτι που φοβόταν ιδιαίτερα. Δεν της είχε μείνει κανένας, πέρα από τον Αντώνη. Ο πατέρας της, μετά από το εγκεφαλικό, είχε μείνει παράλυτος, δίχως να μπορεί να μιλήσει και να αλληλεπιδράσει με την πραγματικότητα. Η μάνα της, μόλις και μετά βίας της μιλούσε. Την αδερφή της την είχε χάσει, γιατί είχαν τραβήξει χωριστούς δρόμους στις ζωές τους. Ακόμη και με τον ετεροθαλή της αδερφό, μιλούσε πολύ σπάνια κι αυτό γιατί ο Βασίλης είχε επιλέξει να μην έχει καμία σχέση με την οικογένεια του βιολογικού του πατέρα.

Ούτε που κατάλαβε πώς έφτασαν έξω από το συνοικιακό πατσατζίδικο, με την παλιά, γκρι, αλουμινένια τζαμαρία, που ήταν στολισμένη παράταιρα, με παλιά στολίδια και καμένα λαμπάκια. Πάντοτε της έκανε εντύπωση που εξωτερικά, το μαγαζί έμοιαζε με παράπηγμα έτοιμο να καταρρεύσει, ενώ εσωτερικά έφερνε σε χλιδάτο εστιατόριο της δεκαετίας του ‘70. Είδε τον Αντώνη να ανοίγει την πόρτα και να την διασχίζει. Σάστισε. Πάντοτε της άνοιγε την πόρτα όπου κι αν πήγαιναν. «Άντε, θα μπεις;» την ρώτησε κι εκείνη ένιωσε σαν να την χτύπησε ρεύμα. Έσκυψε το κεφάλι της και τον ακολούθησε.

Παράξενη ήταν η ατμόσφαιρα του μαγαζιού που συνήθως σέρβιρε αμφιβόλου ποιότητας κρασί και τα παλιά του ηχεία αγκομαχούσαν παίζοντας ρεμπέτικα. «Κάτσε όπου θέλεις, πάω να χαιρετίσω» μουρμούρισε ο Αντώνης, δίχως να την κοιτάξει, καθώς πήγαινε προς το ταμείο.

Τον παρακολούθησε με την ματιά της. Αγέρωχος ήτανε. Έφτασε μπροστά στον πιτσιρικά που καθόταν μπροστά από το ταμείο. Στο παλικαράκι που δεν είχε βγάλει ακόμη το σχολείο, μα κρατούσε μαγαζί, ντυμένο με μια λιγδιασμένη, λευκή ποδιά. Η χαρακτηριστικά βραχνή φωνή του Αντώνη, αντήχησε σχεδόν σ’ ολόκληρο τον χώρο. «Πασάκο, όλα καλά; Ο Γιάννος, η μορφάρα, που είναι;»

Δεν άκουσε την απάντηση η Κλειώ, μόνο κατάφερε να δει την φάτσα του Αντώνη να θλίβεται και να προβληματίζεται. «Σκύλος μαύρος είναι, δεν παθαίνει τίποτα. Μη σκας. Βέβαια, αν καταλάβει ότι τραβάς καψούρες κι ότι έχεις κάνει το μαγαζί ροκάδικο και δεν παίζει ταρατατάν, βαριά χτυπούν τα σήμαντρα, πέρα στα παραπήγματα, τον βλέπω να παίρνει φτυάρι και να θάβεται εδώ παραδίπλα, μονάχος του».

Η Κλειώ είδε το παλικαράκι να χαμογελάει θλιμμένα, με το χοντροκομμένο αστείο του Αντώνη – κάτι που μόνο ο ίδιος και το συνάφι του μπορούσε να θεωρήσει αστείο. «Βάλε ρε πασάκο ένα κιλό κρασί και έλα να πάρεις παραγγελία, γιατί δεν ξέρω τι ορέγεται η κυρά, ‘νταξ’;» ακούστηκε η φωνή του Αντώνη κι ύστερα τον είδε να κάνει αναστροφή, σχεδόν γλιστρώντας μέσα στις φιδίσιες μπότες του.

Έτριξε η καρέκλα κάτω από το βάρος του, όταν κάθισε. Έβγαλε τα τσιγάρα του και τα παράτησε πάνω στο τραπέζι. «Καημένος πασάκος…» σχολίασε, προτού ανάψει τσιγάρο. «Λυκειόπαιδο. Τραβάει καψούρες με κάποια συμμαθήτρια που τον έχει στο γράψιμο. Ο Γιάννος είναι με μπαϊπάς λεει, ‘νταξ’ λογικό, τρώει τα δικά του, πίνει τα δικά του, είναι και σε μια άλφα ηλικία… Παίζει ωραία μουσική πάντως… Μου θυμίζει το δικό μας…»

«Το δικό μας…» επανέλαβε η Κλειώ με ονειρικό ύφος.

«Το δικό μας και τις τελειωμένες μπαλάντες μας» της απάντησε εκείνος, πιάνοντάς της το χέρι και χαϊδεύοντάς το απαλά.

«Πόσες μπαλάντες…» μονολόγησε, σχεδόν μουδιασμένα, η Κλειώ.

«Ου… Όλες οι μπαλάντες ήταν για πάρτη μας…»

«Πώς είναι η ζωή στην Ελλάδα;»

«Δε βαριέσαι; Όπως ήταν. Δεν έχει αλλάξει κάτι. Στον Καναδά;»

«Σίγουρα δεν άλλαξε κάτι, Αντώνη;» επέμεινε εκείνη.

«Τίποτα δεν άλλαξε, Κλειώ».

«Μου λες ψέματα και το ξέρουμε και οι δύο».

«Ρε μανάρι, θύμισέ μου λίγο, πότε τα μπλέξαμε, γιατί γερνάω και ξεχνάω».

«Το ‘92» του απάντησε η Κλειώ, προσπαθώντας να καταλάβει πού είχε σκοπό να πάει την κουβέντα ο Αντώνης.

«Άρα, είμαστε κοντά δώδεκα χρόνια μαζί; Κοντά έντεκα χρόνια παντρεμένοι, ξέρω ‘γω;» συνέχισε την στιχομυθία εκείνος.

«Ακριβώς» του είπε η Κλειώ. Τους διέκοψε ο σερβιτόρος. Άφησε το κρασί μπροστά τους. Βούτηξε δύο ποτήρια απ’ το τραπέζι ο Αντώνης και τα γέμισε. Γύρισε προς τον σερβιτόρο. «Κοτόσουπα περιωπής, έχεις;» τον ρώτησε.

«Βεβαίως» απάντησε με δουλοπρεπές ύφος εκείνος.

«Ωραία. Πιάσε μια κοτόσουπα για την κυρία και για μένα… Άσε, ξέρει ο πασάκος».

«Έφτασε!» φώναξε ο σερβιτόρος, με ύφος μιας άλλης εποχής, πριν φύγει βιαστικά. Γύρισε προς την Κλειώ ο Αντώνης και της χαμογέλασε. «Πόσα ψέματα μου έχεις πει αυτά τα δώδεκα χρόνια, Κλειώ; Άσε, μην απαντήσεις, αν αρχίσεις να μετράς, θα ξημερώσουμε».

«Πού κολλάει αυτό;» τον ρώτησε εκείνη, με θιγμένο ύφος.

«Σου είπα ποτέ ότι μου λες ψέματα;» την αντιρώτησε εκείνος.

«Όχι, ποτέ» βιάστηκε ν’ απαντήσει η Κλειώ.

«Εσύ, σήμερα, μετά απ’ ό,τι μαλακία έχεις κάνει κι έχεις πει, με πόσο θράσος έρχεσαι να μου πεις ότι σου λέω ψέματα; Ουσιαστικά, Κλειώ, δεν με ξέρεις. Δεν με ζεις. Δεν είμαστε μαζί. Δεν ξέρεις πόσο άλλαξα. Δεν ξέρεις ποιος έγινα και να σου πω και κάτι; Τι στ’ αρχίδια κάνεις μαζί μου; Πες μου λίγο, τόσα χρόνια, τι στο παπάρι κάθεσαι και κάνεις μαζί μου;»

«Αντώνη, σ’ αγαπάω και το ξέρουμε και οι δύο» μουρμούρισε η Κλειώ.

«Πόσα ήπιες;» την ρώτησε ο Αντώνης πριν βάλει τα γέλια και σείσει το μαγαζί με την βροντερή του φωνή.

«Τι;» έκρωξε η Κλειώ.

«Πόσα ήπιες, λέω. Γιατί, ή ήπιες πολλά κι άρχισε να σπινιάρει η γλώσσα σου και να πετάει μαλακίες, ή νιώθεις ότι χάνεις το παιχνίδι και προσπαθείς να κρατηθείς απ’ όπου μπορείς».

«Δεν ήπια. Ίσως ένα – δύο. Και δεν παίζω κανένα παιχνίδι».

Βούτηξε το ποτήρι ο Αντώνης κι άρχισε να πίνει δίχως σταματημό. Το τσιγάρο του είχε καεί στο τασάκι. Έπιασε ένα άλλο από το πακέτο και το άναψε. Έγειρε το κεφάλι προς τα αριστερά κι ύστερα προς τα δεξιά, σε μια προσπάθεια να καταλάβει τον εαυτό του. Την Κλειώ την ήξερε, όπως ήξερε και τις συμπεριφορές της.

«Κι η μαλακία με τον Μπακάλμπαση, τι ήταν; Οι αγάπες τώρα, τι είναι;» της είπε, φυσώντας τον καπνό του προς το ταβάνι.

«Ποια μαλακία;» απόρησε εκείνη.

«Το σοκ, Κλειώ. Σοκαρίστηκες όταν έμαθες πως ένας άνθρωπος έφτιαξε την ζωή του και πως πήγε μπροστά. Σοκαρίστηκες όταν κατάλαβες ότι οι άνθρωποι δεν είναι τα καμένα χαρτιά που έχεις στην γκλάβα σου. Ο Mike είναι οικονομολόγος και δουλεύει μπαρμάν γιατί τον βολεύουν τ’ ανάποδα ωράρια. Η Λίλιαν είναι φιλόλογος, καθηγήτρια σε λύκειο. Κι εμείς, γλυκιά μου σύζυγε, τι είμαστε;»

«Εγώ είμαι ηθοποιός κι εσύ επιχειρηματίας, Αντώνη».

«Λάθος, Κλειώ. Ο κουραμπιές κι η πουτάνα είμαστε! Αυτοί παραμείναμε. Όσο κι αν δεν θέλεις να το αποδεχτείς».

«Σοβαρέψου, Αντώνη!» του είπε εκείνη με προειδοποιητικό ύφος κι εκείνος έβαλε τα γέλια.

«Αφού, ρε γυναίκα, δεν με προτιμάς σοβαρό, γιατί να σοβαρευτώ;» την ρώτησε, δίχως να σταματήσει να γελάει.

Ο σερβιτόρος διέκοψε για τελευταία φορά την συζήτησή τους. Άφησε τα αχνιστά πιάτα μπροστά τους κι έφυγε δίχως να τους πει το οτιδήποτε. Είχε δει από ώρα πως εκείνη η συζήτησή ήταν τεταμένη και δεν ήθελε να τους δει να μαλώνουν μπροστά του. Εξ’ άλλου, με τους μεθυσμένους έβγαζε λιγότερη άκρη απ’ όσο έβγαζε με τους τρελούς, που συχνά – πυκνά, έκαναν την εμφάνισή τους στο μαγαζί του Γιάννου για ένα πιάτο φαγητό, από τον πονόψυχο ιδιοκτήτη.

«Δεν κατεβαίνει μπουκιά» μονολόγησε η Κλειώ, σπρώχνοντας το πιάτο από μπροστά της. Χαμογέλασε ο Αντώνης. Πήρε ένα κουτάλι στα χέρια του και το έτεινε προς το μέρος της. Τον κοίταξε με απορία. «Δεν θυμάσαι;» την ρώτησε κι εκείνη του έγνεψε αρνητικά.

«Ας είναι» μουρμούρισε εκείνος πριν αρχίσει να ρουφάει την σούπα του. Πού και πού τραβούσε καμιά τζούρα από το τσιγάρο του που έκαιγε ανέμελα στο τασάκι ή έπινε λίγο κρασί, καθώς οι αναμνήσεις στροβιλιζόντουσαν άγρια μέσα στο μυαλό του.

«Δεν θυμάσαι που βγαίναμε τα Σάββατα, τότε που ήσουν ακόμη έγκυος;» την ρώτησε ανάμεσα από τις μπουκιές του κι εκείνη έγνεψε αρνητικά, μην θέλοντας να γυρίσει στις θύμησες εκείνης της εποχής. Δεν το ‘χε η Κλειώ με τις αναμνήσεις γιατί την πονούσαν αφάνταστα τα λάθη της και δεν γούσταρε να τα θυμάται.

«Βγαίναμε, που λες…» άρχισε ο Αντώνης, κόβοντας ένα κομμάτι ψωμί και βάζοντάς στο στόμα του «… ψιλονωρίς το βράδυ. Εγώ, αν κι ήθελα να ‘μαι λέτσος, ο κουραμπιές που πάντα γνωρίζαμε, ντυνόμουν καλά, γιατί συνόδευα μια κυρία. Εσύ, απ’ την άλλη, φορούσε τα λατρεμένα, πλεχτά μπλουζάκια σου, τα τζιν που σού ‘καναν ωραίο κώλο και τα σουέντ μποτάκια σου. Πηγαίναμε για μπύρες σ’ εκείνο το χαζό καφέ, που όταν βράδιαζε έπαιζε μπαλάντες. Σ’ είχα μάθει να κλέβεις στο τάβλι και κλεβόμασταν αναμεταξύ μας, παίζοντας και γελώντας. Μιλώντας, ενίοτε. Περιμέναμε πάντα να παίξει το δικό μας, ενώ ο περισσότερος κόσμος είχε σπάσει. Και σπάγαμε κι εμείς και ροβολάγαμε κατά ‘δω. Σ’ άρεσε αυτό το μαγαζί. Πάντα σ’ άρεσε. Σ’ άρεσε που σου άνοιγα την πόρτα και που περνούσες μέσα πρώτη. Σ’ άρεσε που διάλεγες τραπέζι. Σ’ άρεσε που φώναζα “ΠΟΥ ‘ΣΑΙ ΓΙΑΝΝΟ!” και χαχάνιζες, κρύβοντας το πρόσωπό σου, πιστεύοντας ότι θα σε παρεξηγήσουν. Παραγγέλναμε κόκα κόλα και φαγητό. Μας έφερναν τις σούπες μας. Πιάναμε τα κουτάλια και παίζαμε ξιφομαχία για λίγο, γελώντας και ψιλοβρίζοντας. Κουταλομαχία, Κλειώ! Θυμάσαι;»

«Θυμάμαι» απάντησε εκείνη, ψιθυριστά, σχεδόν άψυχα, καθώς βούρκωνε.

Ο Αντώνης πήρε δύο καθαρά κουτάλια που βρισκόντουσαν πάνω στο τραπέζι. Κράτησε το ένα και έδωσε το άλλο στην Κλειώ. «Έλα» της είπε, παιχνιδιάρικα, σχεδόν παιδιάστικα. «Έλα» επέμεινε, μα εκείνη άφησε το κουτάλι στο τραπέζι κι έσκυψε το κεφάλι της.

«Ωχ, μωρέ γυναικάκι μου, πρώτη φορά θα σε δω να κλαις, νομίζεις;» την πείραξε. Υπό άλλες συνθήκες θα πήγαινε δίπλα της και την αγκάλιαζε. Όμως οι συνθήκες και για τους δύο, είχαν προ πολλού αλλάξει κι εκείνο το βράδυ, θα το συνειδητοποιούσαν και οι δύο.

Ο Αντώνης δεν παρατηρούσε την μουσική που έπαιζε γύρω της, μα εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο του μπάσου και την ακόμη πιο χαρακτηριστική εισαγωγή του κομματιού, δεν μπορούσε να τα παραβλέψει.

«Σήκω» της είπε. «Παίζει το δικό μας» συνέχισε κι ύστερα σηκώθηκε από το τραπέζι και της έδωσε το χέρι. Σήκωσε τα μάτια της η Κλειώ και τον κοίταξε. Έκλαιγε. Της χαμογέλασε και την σήκωσε από το τραπέζι.

Κάτι μας έφερε κοντά, πάνω που τέλειωνε η βραδιά…

Την αγκάλιασε σφιχτά κι ύστερα άρχισαν να χορεύουν αμίλητοι, με κλειστά τα μάτια, μπροστά από το τραπέζι με τον πατσά και την κοτόσουπα, σ’ ένα άδειο πατσατζίδικο, μ’ έναν σερβιτόρο κι έναν καψουρεμένο πιτσιρικά που εκτελούσε χρέη αφεντικού.

…πάνω που έλεγα να φύγω, το βλέμμα σου με κράτησε ξανά…

Η Κλειώ τρανταζόταν από λυγμούς κι ο Αντώνης της χάιδευε τα μαλλιά προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Η σκηνή που ζούσαν, τον είχε γυρίσει δώδεκα χρόνια πίσω. Τον καιρό που ήταν μαζί και που ήταν καλά. Τον καιρό που πίστευε ότι ήταν μαζί και που νόμιζε ότι ήταν καλά. Τον καιρό που δεν είχε καμία απολύτως σκοτούρα και που ένιωθε πως ήταν ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο.

Η Κλειώ γύρισε νοερά σ’ εκείνα τα χρόνια, στο πείσμα της και στα λάθη της. Το ένα λάθος έπεφτε πάνω στο άλλο κι όλα μαζί, σαν μια οθόνη κακοπαιγμένου τέτρις, γέμιζαν την ζωή της. Ποτέ δεν είχε καταλάβει γιατί αντιδρούσε τόσο παρορμητικά και παράλογα σ’ ό,τι ερχόταν στη ζωή της. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει γιατί ο Μιχάλης προτιμούσε να συζητήσει με την κολλητή της και όχι μ’ εκείνη. Φοβόταν να τον ρωτήσει, γιατί ήξερε ότι δεν θα έπαιρνε καμία απάντηση. Την βόλευε να πιστεύει πως την απατούσε, παρά να παραδεχτεί στον εαυτό της, αυτό που πάντοτε της έλεγε. «Δεν ακούς, Κλαίρη!»

Πιότερο την πονούσε να πληγώσει τον εαυτό της, να παραδεχτεί πως κάπου έκανε λάθος, να προσπαθήσει ν’ αλλάξει, ή ακόμη και να κάτσει να ακούσει, παρά το να πονέσει τους άλλους. Και τους πόνεσε. Πίστεψε ότι έτσι, θα κατάφερνε να μεταβιβάσει τον πόνο που η ίδια ένιωθε, στους άλλους. Πρώτα με τον Παύλο, για να πονέσει την Λίλιαν που πίστευε πως της είχε κλέψει το αγόρι. Ύστερα με τον Αντώνη, για να αποδείξει στον Μιχάλη ότι μεταξύ των τριών ήταν ο χειρότερος.

«Δεν ξέρω αν θα ‘μαστε μαζί για πάντα, τι πάει να πει παντοτινά;» της τραγούδησε σχεδόν ανεπαίσθητα, με την γρεζαριστή του φωνή ο Αντώνης κι η Κλειώ αναθάρρησε. Ξάπλωσε το κεφάλι της στο στέρνο του κι απόμεινε να χορεύει μαζί του, το τραγούδι που κάποτε είχαν αγαπήσει. Το τραγούδι που κάποτε ήταν δικό τους. Η μπαλάντα τους. Εκείνη που περίμεναν πώς και πώς να παίξει για να φύγουν από το μαγαζί, για να κάνουν την βραδινή βόλτα τους, για να πάνε για φαγητό κι έπειτα για να γυρίσουν στο κρεβάτι τους.

Μα τώρα, το τραγούδι τελείωνε και το μόνο που δεν υπήρχε ήταν το κρεβάτι τους. Το κρεβάτι τους, τα τελευταία χρόνια, ήταν ένα ψυχρό και άψυχο κρεβάτι στρωμένο με λευκά σεντόνια, κάποιου απρόσωπου δωματίου, σε κάποιο ξενοδοχείο ημιδιαμονής. Κι αυτό, την Κλειώ, την στεναχωρούσε περισσότερο απ’ όλα.

«Συγγνώμη…» ψέλλισε. «Είναι αργά για συγγνώμη;» τον ρώτησε όταν τελείωσε το τραγούδι.

Την άφησε από την αγκαλιά του και κάθισε ξανά στην καρέκλα που έσκουξε με παράπονο. «Κάτσε» της είπε κοφτά, πριν ανάψει τσιγάρο. Ξαναγέμισε το ποτήρι του και το ήπιε μονορούφι. Έβαλε το χέρι του στην μέσα τσέπη του μπουφάν και έβγαλε το πορτοφόλι του κι ένα μικρό πάκο με διπλωμένα χαρτιά.

«Κάτσε» επανέλαβε ο Αντώνης, όταν την είδε να στέκει όρθια, εκεί που μέχρι πριν λίγες στιγμές, χόρευαν.

Κάθισε η Κλειώ και τον κοίταξε με απορία. «Κλειώ…» μουρμούρισε ο Αντώνης κι ύστερα έβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του που τον έγδερνε, καθώς δεν ήθελε να βγουν από μέσα του ορισμένα λόγια. «Θυμάμαι πολύ καθαρά την πορεία μας. Σε παρακαλώ, μην με διακόψεις» της είπε, πριν ν’ αρχίσει να μονολογεί.

«Απ’ τα Χριστούγεννα του ‘96, που γύρισες για πρώτη φορά, μέχρι και σήμερα έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια δεν με ρώτησες ποτέ αν είναι αργά για να σε συγχωρήσω. Δεν μου ζήτησες συγχώρεση γιατί δεν καταλάβαινες ότι έκανες κάτι κακό. Γιατί σήμερα;» την ρώτησε.

«Γιατί σ’ αγαπάω. Θέλω πίσω την ζωή μας» του απάντησε εκείνη, με σπασμένη φωνή. Είχε αρχίσει πάλι να βουρκώνει.

«Ποια ζωή μας, Κλειώ;» αγρίεψε ο Αντώνης.

«Εσένα, το παιδί μας, το σπίτι μας, το κρεβάτι μας…»

«Μάλιστα» μουρμούρισε ο Αντώνης, κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι του. Πήρε το τσιγάρο από το τασάκι. Άνοιξε το πορτοφόλι του και ψάρεψε από μέσα ένα χαρτονόμισμα. Το πέταξε στο τραπέζι. Γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. Χαμογελούσε ασυναίσθητα, καθώς έσπρωχνε τα χαρτιά προς το μέρος της.

«Τι είναι αυτά;» απόρησε εκείνη.

«Εγκατάλειψη συζυγικής στέγης το λένε, Κλειώ. Άργησες…»

«Θες, δηλαδή, διαζύγιο;» τον διέκοψε εκείνη οργισμένα, μα ο Αντώνης δεν πτοήθηκε. «Δεν φτάνει που άργησες, το γάμησες και ψόφησε με τις μαλακίες, τόσα χρόνια…»

«Δεν μου απαντάς!»

«Προφανώς, κούκλα μου, θέλω διαζύγιο!»

«Γιατί;»

«Γιατί, Κλειώ, έπαιξες μ’ όλους, ακόμη και με τον άνθρωπο που δεν θα μπορούσες ποτέ να κερδίσεις. Μου τ’ απέδειξες σήμερα!»

«Τι λες, Αντώνη; Ακούς τι λες;»

«Μωρή μαλάκω! Ηλίθια, τελευταία, χαζογκόμενα! Δεν ντράπηκες να στείλεις το προσκλητήριο του γάμου μας, στον Μπακάλμπαση; Μην παριστάνεις την ανίδεη, το ξέρω! Μου το είπε και δεν τον πίστεψα! Ο Μπακάλμπασης κρατάει κειμήλια, όμως! Το είχε κρατημένο! Μου το έδειξε! Μου το έδωσε! Δεν ντράπηκες; Έστω και λίγο, δεν ντράπηκες; Φόρτωσα τόσα μηχανάκια εκείνη τη μέρα, που πήγα σε δικηγόρο για να κανονίσει τα του διαζυγίου! Δεν θέλω πια να ‘χω καμία σχέση μαζί σου! Βλαμμένη γκόμενα!»

«Αντώνη…» ξεκίνησε η Κλειώ, μα δεν έσωσε να πει δεύτερη κουβέντα.

«Σ’ ευχαριστώ, Κλειώ, για τον τελευταίο μας χορό. Καλή συνέχεια στην ζωή σου» της είπε εκείνος, με όση ηρεμία είχε απομείνει μέσα του κι ύστερα σηκώθηκε από την θέση του. Έβαλε το πορτοφόλι στην τσέπη του, πήρε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα του, της έριξε ένα μικρό και σπασμένο χαμόγελο κι ύστερα της γύρισε την πλάτη κι άρχισε να βαδίζει, με κοφτό βήμα, προς την έξοδο.

***

Την ώρα που έβγαινε από το μαγαζί ο Αντώνης, το κεφάλι του κόντευε να εκραγεί. Χρόνια ολόκληρα περίμενε εκείνη την στιγμή, που δεν ερχόταν ποτέ. Είτε γιατί ο ίδιος δείλιαζε, είτε γιατί, βαθιά μέσα του, πίστευε πως η Κλειώ, αργά ή γρήγορα, θα καταλάβαινε ότι βάδιζε σε λάθος μονοπάτι. Μόνο που, όσο περνούσαν τα χρόνια, η υπομονή του εξαντλούταν και οι αντοχές του έπεφταν. Δεν είχε σκοπό να την πληγώσει τόσο πολύ και δεν θα το έκανε, αν δεν έσκαγε η φαντασμαγορική σκηνή με τον χορό, πάνω στην μπαλάντα που τόσο πολύ είχε λατρέψει και τόσο πολύ είχε μισήσει.

Καθώς περπατούσε στα παλιά του λημέρια, ήταν σίγουρος πως εκείνη η μπαλάντα ήταν ο από μηχανής θεός που αποζητούσε, εκείνη που έβαλε το χέρι της για να ξεκολλήσει μια κατάσταση που ήταν βαλτωμένη τα τελευταία χρόνια. Χωρίς αυτήν θα λούφαζε ξανά. Δεν θα τολμούσε να βγάλει τα χαρτιά από την τσέπη του.

Το 2004, για τον Αντώνη, ξεκινούσε με ένα διαζύγιο. Για τον Μιχάλη, από την άλλη, που ήξερε πως κόντευε να σχολάσει, το 2004 ήδη ξεκινούσε εξαιρετικά περίεργα. Μπορεί να ‘χε πετύχει τα πάντα στη ζωή του και να είχε ξεπεράσει ένα πολύ μεγάλο μέρος των παράλογων φόβων του, μα δεν είχε καθόλου καλό προαίσθημα για εκείνη την χρονιά.

Οι θαμώνες ήξεραν πως ο υπερτριπλάσιος, ακόμη και τις γιορτές, έκλεινε κατά τις τέσσερεις κι είχαν από ώρα αρχίσει να αραιώνουν, για να συνεχίσουν την διασκέδασή τους σε κάποιο άλλο μαγαζί, σ’ ένα από αυτά που έκλειναν κατά το μεσημέρι. Ο Μιχάλης έφτιαχνε μερικά από τα τελευταία ποτά και σκεφτόταν. «Πέρυσι είχε γίνει χαμός που έπρεπε να δουλέψω πρωτοχρονιά, φέτος μού ‘πε να περάσω καλά κιόλας…» συλλογίστηκε καθώς παρατηρούσε τους μεθυσμένους ανθρώπους που κοπανιόντουσαν κάτω από την δυνατή μουσική.

«Υπό άλλες συνθήκες…» συλλογίστηκε, μα οι σκέψεις του διακόπηκαν από το φως της οθόνης του κινητού του. «Ένα νέο μήνυμα» ψιθύρισε, πιάνοντας το κινητό στα χέρια του. «Έχω πιάσει παγκάκι. Φέρε κάτι καλό και πλαστικά ποτήρια» του έγραφε ο Αντώνης. Κάγχασε ο Μιχάλης κι ύστερα γύρισε προς την κάβα. Κατέβασε ένα καλό μπουκάλι μπέρμπον και το πέταξε στην κατάψυξη. Κοίταξε το ρολόι. Είχε μισή ώρα μπροστά του, για να κλείσει το μαγαζί. Ίσως να την κοπανούσε νωρίτερα. Ούτε και ο ίδιος ήξερε. Συνοφρυώθηκε. Έπιασε τον εαυτό του σε μια παράξενη ψυχική κατάσταση. Είχε αρχίσει πάλι να δουλεύει για να μην σκέφτεται και για να μην γυρίζει στο σπίτι.

«Δε γαμιέται…» μονολόγησε κι ύστερα πιάστηκε να καθαρίζει για να μην μπει στην διαδικασία να σκεφτεί όσα τον βασάνιζαν.

Μ’ ένα μπουκάλι στο ένα χέρι και δύο πλαστικά ποτήρια στο άλλο χέρι, βάδιζε σκεφτικά, μέσα στους υπερφωτισμένους, από τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, δρόμους της πόλης. Τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν βιαστικά τους δρόμους, έπαιζαν δυνατές μουσικές κι οι περαστικοί, τραγουδούσαν εύθυμα, καθώς είτε έψαχναν για το επόμενο μαγαζί, είτε γύριζαν στα σπίτια τους, για να ερωτευτούν και να κοιμηθούν. Δεν μπήκε στην διαδικασία να στείλει έστω ένα μήνυμα στην Λίλιαν. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Ήταν σίγουρος ότι θα είχε κοιμήσει το παιδί κι ότι θα είχε πέσει για ύπνο πριν από την αλλαγή του χρόνου.

Γυάλιζε η φαλάκρα του Αντώνη, από το αμυδρό φως του φεγγαριού που ήταν στην φέξη και το τσιγάρο στο χέρι του, έμοιαζε σαν μια σκεφτική και στάσιμη, κόκκινη κουκίδα, που δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης.

«Να πω “καλή χρονιά”, καρντάσι μου, ή δεν το κόβεις κι εσύ;» μονολόγησε ο Αντώνης, μόλις είδε τον Μιχάλη. Τέντωσε το χέρι του, περιμένοντας ότι ο Μιχάλης θα του πετούσε το μπουκάλι.

«Πάψε ρε, μην βιάζεσαι» του απάντησε ο Μιχάλης, που ήθελε ακόμη δέκα μέτρα για να φτάσει δίπλα του.

«Ρε, πέτα το ‘δω, να πιούμε» κάγχασε ο Αντώνης.

«Ρε πάψε σου λέω» τον πείραξε ο Μιχάλης, προτού καθίσει στο παγκάκι.

«Καλά είσαι;»

«Μαλλιά είμαι. Εσύ;» ρώτησε ο Μιχάλης, καθώς άνοιγε το μπουκάλι και γέμιζε τα ποτήρια τους

«Μία απ’ τα ίδια, Mike…»

«Γιατί; Δεν πήγε καλά;»

«Ανέλπιστα καλά…»

«Τότε;» συνέχισε ο Μιχάλης, δίνοντας το ένα ποτήρι στον Αντώνη.

«Ρε μαλάκα, ξες πώς είναι να συνειδητοποιήσεις ότι πέταξες ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής σου στα σκουπίδια; Ότι το πλοίο της αγάπης, που ‘χες στο μυαλό σου, ήταν, στην τελική, μια φασαριόζικη σκουπιδιάρα και πως μια ζωή ήσουνα ρακοσυλλέκτης; Ξες πώς είναι, μαλάκα, να ζεις σε μια ανάμνηση, με μια ανάμνηση και για μία ανάμνηση και να κάνεις ταξίδια, φανταστικά και μακρινά, περιμένοντας πως μία μέρα, κάποια στιγμή, όλα όσα φαντάζεσαι, θα γίνουν πραγματικότητα;»

«Όχι, Αντουάν, δεν ξέρω…» μουρμούρισε ο Μιχάλης, πριν τσουγκρίσει το ποτήρι του μ’ εκείνο του Αντώνη.

«Δεν ξες και δεν θα μάθεις πώς είναι να σκέφτεσαι το οτιδήποτε θα μπορούσε να υπάρξει. Πώς είναι να προσπαθείς να υλοποιήσεις ό,τι, μόνο στην φαντασία σου, μπορεί να υπάρξει. Και να σου ‘ρχεται η άλλη, μισή ζωή μετά, για να σου πει “συγγνώμη, ξέρω ‘γω, ένα λαθάκι έκανα”. Μισή ζωή μετά, άκου να δεις, μαλάκα μου! Ο σκύλος έκοψε το λουρί του κι έγινε αδέσποτος, γιατί κουράστηκε να περιμένει τ’ αφεντικό που ποτέ δεν θα ‘πιστρέψει…»

«Σε πλήγωσε πολύ;» ρώτησε ο Μιχάλης, πριν τον τρακάρει τσιγάρο.

«Με πλήγωνε χρόνια, μωρ’ μαλάκα, το σήμερα δεν ήταν κάτι, δεν μπόρεσε να μ’ αγγίξει.  Κάτσ’ ‘α βρώ και τη φωτιά. Πού στ’ αρχίδι την έχω βάλει…»

«Τότε;» μουρμούρισε ο Μιχάλης σκεφτικά.

«Με θύμωσε, Mike. Με θύμωσε και ξες γιατί;»

«Γιατί;»

«Γιατί ήθελε πίσω όλα όσα είχαμε. Ρε! Στον αγύριστο, ρε. Το σπίτι μας και το παιδί μας και το κρεβάτι μας κι ο γάμος μας, όλα στον αγύριστο. Και, άντε, για το μαλακιλίκι, πες ότι δεχόμουνα. Τι είχε στο μυαλό της ότι θα κάναμε; Θα ‘μασταν το τρισευτυχισμένο ζεύγος που θα ‘κοβε βασιλόπιτα τις πρωτοχρονιές; Του σπιτιού, του Υπερτριπλάσιου, της Κλειούς, του Μητσάκου και του Σατανά, ξέρω ‘γω; Να πάει να γαμηθεί, Μπακάλμπαση. Συμπεριφέρθηκε πούστικα, για πάρα πολλά χρόνια, για να συνεχίσω να της την χαρίζω. Σαν τ’ αρχιδάκι τον Λιόπεση. Μπινιά στην μπινιά και μπαμπεσιά στην μπαμπεσιά. Να πάει να γαμηθεί…»

«Εκνευρισμένο σ’ ακούω…» μονολόγησε ο Μιχάλης, γελώντας ανεπαίσθητα. Χτύπησε τον παλιόφιλό του στον ώμο και στην συνέχεια του ξαναγέμισε το ποτήρι.

«Δεν μπορώ ρε καρντάσι, δεν μπορώ, πραγματικά διαολίζομαι. Έχω χρόνια που διαολίζομαι μ’ αυτή την ιστορία. Σταμάτησε να με πονάει όταν άρχισα να καταλαβαίνω πως είναι ζωή πεταμένη στα σκουπίδια. Η Κλειώ… Δεν θέλει να καταλάβει… Ζει λες κι είναι δεκάξι χρονών… Εδώ τρέχουν νοίκια, δάνεια, φροντιστήρια, σέρβις του κουβά, κομμωτήρια της μικρής, αρχίδια με λουλούδια. Και να σου πω και κάτι, στην τελική; Αν ζούσα κι εγώ με τ’ αρχίδια αλλωνών, καλή ώρα όπως η Κλειώ, δεκάξι χρονών θα ‘μουνα. Μήνας μπει, μήνας βγει, άγχη δεν υπάρχουν. Τέλειωσαν τα φράγκα; Τραβάμε απ’ τα έτοιμα. Τέλειωσαν οι φίλοι; Μιλάω με το τσιουάουα που έχω στην Ελλάδα. Τέλειωσαν οι πούτσες; Κλείνω υπερλούξ δωμάτιο ξενοδοχείου και πάω και βγάζω τις ματάρες μου. Έχω άδικο, Κλειώ;» κατέληξε ο Αντώνης κι ο Μιχάλης, που είχε αφοσιωθεί στο παραλήρημα του φίλου του, αναπήδησε, πριν προσπαθήσει να καταλάβει αν ο Αντώνης είχε πιεί τόσο πολύ, που είχε οπτικοακουστικές παραισθήσεις, η αν όντως η Κλειώ, με κάποιον μαγικό και αδιευκρίνιστο τρόπο, τους είχε βρει.

Έτρεξαν τα μάτια του στον ορίζοντα. Παρατήρησε την αχνή φιγούρα μιας γυναίκας που προσπαθούσε να περπατήσει πάνω στο υγρό χώμα. Είδε πως τα τακούνια της βούλιαζαν ανεπαίσθητα μέσα στην παγωμένη γη. Σήκωσε το βλέμμα του. Αργά και σκεφτικά περπατούσε η Κλειώ, με το κεφάλι σκυμμένο και τα χέρια μέσα στις τσέπες του τζιν της. «Έτσι είναι» μουρμούρισε, ίσα για να την ακούσουν, δίχως να σταματήσει να κατευθύνεται προς το μέρος τους.

«Της το δίνω για την επιμονή, πάντως» σχολίασε ο Μιχάλης, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να αστειευτεί, όταν τα πρώτα κύματα έκπληξης, καταλάγιασαν μέσα του.

«Το ήξερα ότι θα σε βρω εδώ» συνέχισε το μουρμουρητό της εκείνη, απευθυνόμενη προς τον Αντώνη.

«Και που με βρήκες, τι; Πιστεύεις ότι θ’ αλλάξει κάτι; Θ’ αλλάξω γνώμη; Και να σου πω κάτι; Είχα ένα πελατάκι, πολύ γαμάτο τυπάκι, που όταν έπινε και τον έπιανε, το φιλοσοφούσε πολύ το πράμα. Μου ‘χε πει ένα βράδυ, “υπερτριπλάσιε, να ξες, η αρρώστια της ζωής μου δεν πηγάζει από μέσα μου, αλλ’ απ’ αυτούς που με περιστοιχίζουν”. Το ‘πιασες;» την ρώτησε κι εκείνη κούνησε θλιμμένα το κεφάλι της. Μισόκλεισε τα μάτια. Κοντοστάθηκε. Έκανε να γυρίσει από την άλλη πλευρά και ν’ απομακρυνθεί. Τότε αντάμωσε το βλέμμα της μ’ εκείνο του Μιχάλη. Γύρισε πολύ πίσω το μυαλό της, σ’ ένα παρελθόν που, έστω για ένα μικρό διάστημα, είχε ζήσει όμορφα, μ’ έναν άνθρωπο που δεν ήταν ιδιαίτερα εμφανίσιμος, μα ήταν από τους ομορφότερους ανθρώπους που ‘χε ποτέ γνωρίσει.

«Το ξέρεις ότι όλοι οι χαζοί χωράμε;» άκουσε μία, από χρόνια ξεχασμένη ατάκα, που ‘χε καταφέρει να κρυφτεί πολύ βαθιά μέσα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του μυαλού της. Η γαλήνια φωνή με τον τόνο που δεν επιδεχόταν αντίρρησης. Η ματιά της έπεσε στο χέρι του. Παρατήρησε τον τρόπο με τον οποίο έπαιζε με τον αναπτήρα. Θυμήθηκε το παιδί που καθόταν στο παγκάκι και την περίμενε, παίζοντας μ’ ένα μισοτελειωμένο αναπτήρα, κάτι νωχελικά απογεύματα. Την κυρίευσε ένας παράξενος πόνος. «Χωράμε, άραγε;» συλλογίστηκε, δυνατά, ίσα για να πάρει την απαιτούμενη, για εκείνη, αποδοχή.

«Προφανώς και χωράμε, Κλαίρη… Συγγνώμη, Κλειώ. Δεν μπορώ να το συνηθίσω. Προφανώς, όμως, και χωράμε. Νομίζω πως απόψε είναι μια καλή ευκαιρία να κλείσουμε κάποιες παλιές εκκρεμότητες. Δεν είναι;» συνέχισε ο Μιχάλης.

«Σιγά μην κάτσει να ξεκαθαρίσει η μαντάμα Μπατερφάλαι, ρε μαλάκα!» πετάχτηκε ο Αντώνης. «Ναι, ναι, σίγουρα, υπεκφυγές και κάλπικες συγγνώμες και πλαστικές αγάπες και δικαιολογίες, πιο φτηνές κι απ’ την κολόνια μου. Α’ ρε ‘σα πέρα!»

«Τι λες, Κλειώ; Να το ξεκαθαρίσουμε και να πάμε μπροστά, χωρίς κακίες και μίση;» επέμεινε ο Μιχάλης, που δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο αλλόκοτοι φάνταζαν οι τρόποι και οι σκέψεις του, στους ανθρώπους που ‘χαν πετάξει το παρελθόν τους στα σκουπίδια και δεν είχαν κρατήσει καμία ανάμνηση απ’ το παρεάκι, που κάποτε γελούσε παιδικά κι αθώα.

«Σίγουρα χωράω; Γιατί το φιλαράκι σου δεν μου κάνει και για πολύ φιλικός…»

«Χωράει, κουραμπιέ;» ρώτησε ο Μιχάλης, με πολύ σοβαρό ύφος.

«Δε γαμείς, χωράει…» μονολόγησε ο Αντώνης, κάνοντας χώρο στο παγκάκι και δίνοντάς της το ποτήρι που κρατούσε στα χέρια. «Αφεντικό;» γύρισε προς τον Μιχάλη. «Άλλα ποτήρια έφερες ή θα πρέπει κι αυτό να το μοιραστώ με την πρώην σύζυγό μου;»

«Δεν περίμενα πως θα μαζευτεί όλη η παλιοσειρά απ’ τον στρατό, για να κουβαλήσω όλη τη στοίβα. Θα το μοιραστείς» του απάντησε ο Μιχάλης.

«Και για να έχουμε καλό ‘ρώτημα, γιατί, στ’ αρχίδια, ήρθες;» ρώτησε ο Αντώνης την Κλειώ, μόλις κάθισε δίπλα του και του επέστρεψε το ποτήρι.

«Ήρθα για να μιλήσουμε σοβαρά, Αντώνη. Χωρίς τις μαλακίες και τα παιδιαρίσματά σου» του απάντησε εκείνη.

«Παιδιαρίζω εγώ;» της απάντησε αγριεμένα.

«Είπες ό,τι είχες να πεις και με παράτησες σύξυλη στο πατσατζίδικο. Πολύ ώριμη συμπεριφορά, άντρα μου!» τον ειρωνεύτηκε εκείνη.

«Νιάου» της απάντησε ο Αντώνης, αργόσυρτα κι ύστερα έπιασε το μπουκάλι και ξαναγέμισε το ποτήρι του.

«Τέσσερα χρονών είσαι ρε! Πιο ώριμος είναι ο γιός μας, παρά εσύ!»

«Τον γιό μου, όχι μας, μου, να μην τον ξαναπιάσεις στο στόμα σου!» αγρίεψε εκείνος.

«Μόνος σου τον έκανες;»

«Μόνος μου τον μεγαλώνω. Τι έγινε ρε Κλειώ; Είπες να πηδήξεις τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια που ‘ναι δύσκολα και μετά να έρθεις και ν’ ανακατευτείς στην ζωή του; Ρε! Δε γαμιέσαι να κάνεις καριέρα; Α, όχι, συγγνώμη, ξέχασα, κάνεις καριέρα γιατί γαμιέσαι!»

«Το ξέρεις ότι θα σε χτυπήσει και με το δίκιο της, αν το συνεχίσεις;» τον ρώτησε, με εξαιρετικά ήρεμη και γαλήνια φωνή ο πράος Μιχάλης.

«Δεν πρόκειται. Δεν μπορεί να συζητήσει. Σεξιστής και μισογύνης, όπως πάντα! Έ, αντρούλη μου; Τρύπα να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι!»

«Είπες εσύ, που…» πήγε ν’ απαντήσει ο Αντώνης, αλλά κατάπιε τις λέξεις του και τον θυμό του. Άναψε ακόμη ένα τσιγάρο κι απόμεινε να κοιτάζει με άδειο βλέμμα τον ορίζοντα μπροστά του.

«Που, τι;» τον παρότρυνε η Κλειώ να συνεχίσει την σκέψη του, μα εκείνος παρέμεινε σιωπηλός και σκεφτικός.

«Τι;» συνέχισε εκείνη.

«Θες να τ’ ακούσεις;» γρύλισε ο Αντώνης.

«Ναι, θέλω! Εγώ, τι;» τον ρώτησε αγριεμένα, κι ο Αντώνης γύρισε αργά προς το μέρος της. Την κοίταξε στα μάτια, χαμογελώντας περίεργα. «Δεν μ’ έχεις πληγώσει αρκετά, μέχρι σήμερα, Κλειώ;» την ρώτησε.

«Εσύ το ξεκίνησες» του απάντησε.

«Ας είναι…» μουρμούρισε εκείνος, προτού αποστρέψει το πρόσωπό του από το δικό της.

«Ρε, θα απαντήσεις;» επέμεινε αγριεμένα η Κλειώ κι εκείνη την στιγμή, ο Μιχάλης που παρακολουθούσε βουβά την συζήτηση, σηκώθηκε από το παγκάκι. Στάθηκε απέναντί της και την κοίταξε. «Δεν μπορείς να καταλάβεις τι σου λέει;»

«Δεν μου λέει κάτι, Μιχάλη».

«Εν ολίγοις…» ξεκίνησε εκείνος κι ύστερα αναστέναξε. «…σου λέει ότι έπαιξες με τα συναισθήματά του…»

«Ποια συναισθήματα, μωρέ μαλάκα;» πετάχτηκε, νευριασμένα, ο Αντώνης. «Συναισθήματα, νιάου και αρχίδια με λουλούδια! Άκου ‘δω, μαλάκα ρομαντικέ, να μαθαίνεις! Τα ‘θελα και τα ‘παθα κι έμαθα και δεν τα ξανακάνω! Όταν αποφασίζεις να ‘σαι κάπου, μονογαμικός ξέρω ‘γω, δεν πας και γαμιέσαι από ‘δω κι από ‘κει. Γιατί, μαλάκα, εσύ για το μικρό μπακαλμπασάκι είσαι απόλυτα σίγουρος. Εγώ πήγα κι έκανα τεστ πατρότητας, γιατί η αξιότιμη σύζυγός μου, όταν γκαστρώθηκε, πηδιόταν ακόμη μαζί σου, πηδιόταν και με τον μούλο τον Λιόπεση! Δικό της το σώμα, ναι, συμφωνώ, πάσο, ας το κάνει ό,τι στα σκατά γουστάρει, όταν δεν δίνει λόγους κι υποσχέσεις!»

«Στο ίδιο καταλήγουμε, Αντουάν» του είπε ο Μιχάλης.

«Σου ζήτησα συγγνώμη, τι άλλο θέλεις να κάνω; Να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να αλλάξω το πόσο μαλακισμένο ήμουνα; Ε, δεν γίνεται ρε Αντώνη αυτό! Και μαλακισμένο ήμουνα και πουτάνα ήμουνα και σκρόφα ήμουνα κι ό,τι στο διάολο επιμένεις να πιστεύεις ότι ήμουνα, ε, ναι, αυτό ήμουνα! Εντάξει τώρα;»

«Όχι, Κλειώ, τίποτα δεν είναι εντάξει! Τίποτα δεν θα είναι εντάξει! Ξέρεις πόσα χρόνια ζούσα με αναμνήσεις από τις μικρές μας τις στιγμές; Ξέρεις πόσο γέλαγα και πόσο έκλαιγα από την νοσταλγία, που τα άδεια βράδια μου μού τσάκιζε τα σωθικά; Ξέρεις πόσο πάλεψα για να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα; Πόση ζωή πέταξα, για να μάθω απ’ την αρχή να εμπιστεύομαι και να δίνομαι; Πόσα βράδια έκαψα, γιατί δεν μπορούσα να νιώσω τίποτα; Σε πόσα “αν” έβαλα φωτιά, γιατί υπήρχες πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού μου; Νισάφι, Κλειώ! Fuckin’ νισάφι με τις μαλακίες σου! Κάποια πράγματα δεν συγχωρούνται για κανέναν λόγο και με καμία κυβέρνηση! Πάντα θα ‘μαστε η πουτάνα κι ο κουραμπιές, για εμάς τους δύο. Θα μείνουμε κολλημένοι εκεί, στα πέρατα του χρόνου! Δεν θ’ αλλάξουμε, Κλειώ! Ποτέ δεν θ’ αλλάξουμε! Δεν ήμασταν προορισμένοι για το “μαζί”! Ούτε τότε, ούτε τώρα, ούτε ποτέ! Κι αν δεν άκουγα τις ημίτρελες, τις λοξές, τις μανάδες μας, τώρα θα ‘μασταν πιο ολόκληροι άνθρωποι! Πιο γεμάτοι! Πιο χαρούμενοι! Τέρμα, Κλειώ! Τέρμα, τελειώσαμε και τέλος!» κατέληξε ο Αντώνης κι ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς το φεγγάρι που αχνοφαινόταν πίσω από τα βαριά, χειμωνιάτικα σύννεφα, που είχαν αρχίσει να τυλίγουν τον ουρανό.

«Δεν πονάς μόνο εσύ, μαλάκα! Πονάω κι εγώ! Πονάω που δεν μπορώ να δω το παιδί μου! Πονάω γιατί πήρα λάθος αποφάσεις και συνέχισα πάνω σε λάθος μονοπάτια! Πονάω γιατί μου ‘κοβες συνέχεια τα φτερά! Πονάω γιατί ξέρω ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να μιλήσω με τον γιό μου, γιατί, σαΐνι μου, πήγες και του ‘πες ότι πέθανα! Ότι πέ-θα-να! Ακούς, Μιχάλη, τι πήγε κι έκανε ο πανέξυπνος φίλος σου; Πήγε κι είπε στο παιδί ότι η μάνα του έχει πεθάνει! Τόσο μένος και τόσο μίσος είχε για μένα!»

«Δε γαμιέσαι ρε Κλειώ; Ας ήσουν εδώ. Επίσης, ο καριόλης ο πατέρας σου, που, στην τελική, καλά έπαθε κι έμεινε φυτό ο τριμάλακας, θα μπορούσε να μου ‘χει πει ότι την είχες κοπανήσει! Τρεισήμισι χρόνια ήσουν αγνοούμενη ρε ηλίθια κι ο μαλάκας ο πατέρας σου, που  ήξερε πού ήσουν, δεν έλεγε τίποτα! Τ’ αρχίδι! Το παιδί ρωτούσε! Τι να του ‘λεγα; Πες ρε! Τι να του ‘λεγα, ρε;» της απάντησε ο Αντώνης, με τον ηρεμότερο τόνο που διέθετε, δίχως να γυρίσει να την κοιτάξει, ενώ η οργή ανέβλυζε από μέσα του.

«Έγιναν πάρα πολλά λάθη και δεν φταίω μόνο εγώ» είπε εκείνη κι ο Αντώνης μειδίασε. «Πάντα φταίνε οι άλλοι…» σχολίασε εκείνος.

«Δεν είπα πως φταίνε μόνο οι άλλοι! Φταίω και εγώ, αλλά όχι μόνο εγώ!»

«Στα παπάρια μου πια, Κλειώ. Ας φταίει όποιος γουστάρει να φταίει. Εμείς έχουμε τελειώσει. Εγώ έχω προχωρήσει μπροστά τη ζωή μου και δεν θέλω καμία παρτίδα και καμία επαφή μαζί σου. Όσον αφορά το παιδί, έλα μόνη σου, όποτε θέλεις, στο σπίτι και πες του ότι αναστήθηκες. Αν θέλεις, εξήγησέ του και τι ακριβώς έγινε τότε. Προσπάθησα, μέσα στην βλακεία μου, να μην σε μισήσει, όπως σε μίσησα εγώ. Αν θέλεις να του χαλάσεις την ιδανική ιδέα της μαμάς τον υπεραγαπούσε, αλλά δυστυχώς, έφυγε πολύ νωρίς από κοντά του, για το πείσμα σου, για το γινάτι σου, για τον πόνο σου ή για ό,τι άλλο γουστάρεις, be my guest μωρό μου. Δεν έχω άλλο σάλιο για σήμερα. Στέρεψα» κατέληξε ο Αντώνης κι ύστερα σηκώθηκε βιαστικά από το παγκάκι. Πέταξε την γόπα του μακριά κι άρχισε να απομακρύνεται δίχως να τους χαιρετίσει.

«Ρε μαλάκα κουραμπιέ; Πού πας ρε;» του φώναξε ο Μιχάλης, μα ο Αντώνης, αντί απάντησης, σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού του χεριού κι ύστερα από μερικές στιγμές, έχωσε τα χέρια του στις τσέπες και εξαφανίστηκε μέσα στην νύχτα.

«Μαλάκα κουραμπιέ, που θα με αποκαλέσεις και μωρό σου…» μονολόγησε η Κλειώ κι ο Μιχάλης έβαλε τα γέλια μ’ εκείνη της την ατάκα. «Τι γελάς κι εσύ; Έχω άδικο;» του είπε κι εκείνος μισόκλεισε τα μάτια, νεύοντας καταφατικά, πριν καθίσει στο παγκάκι και γεμίσει τα ποτήρια τους.

«Δεν έχει κανένας σας δίκιο, νομίζω ότι το ξέρετε και οι δύο. Δεν είναι άσπρα και μαύρα τα πράγματα. Και να σου πω και κάτι στην τελική;» μονολόγησε ο Μιχάλης κι ύστερα χτύπησε το κούτελό του με το χέρι. «Κοίτα να δεις που μ’ έχει κολλήσει τις ατάκες του…» σχολίασε, γελώντας μόνος του.

«Να μου πεις».

«Το ίδιο πράγμα που έκανες, το έκανε και η κυρία Μπακάλμπαση…»

«Η μαμά σου;» έκρωξε η Κλειώ.

«Η κυρία Αριάδνη» σφύριξε εκείνος.

«Δεν μου το ‘χες πει ποτέ. Γιατί;» ρώτησε εκείνη κι ο Μιχάλης χαμογέλασε όταν διαπίστωσε πως οι μύες του προσώπου της είχαν συσπαστεί από την έκπληξη.

«Γιατί δεν σ’ εμπιστευόμουν. Ποτέ δεν κατάφερα να σ’ εμπιστευτώ. Δεν έφταιγες εσύ γι’ αυτό. Η μάνα μου φταίει, που μ’ έκανε να χάσω κάθε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Σου χρωστάω μια ειλικρινή συγγνώμη για τότε. Ούτ’ ο υπερτριπλάσιος σ’ εμπιστεύεται, γιατί τον εγκατέλειψες και τον πούλησες. Δεν πρόκειται να σ’ εμπιστευτεί ποτέ. Άργησες. Όποιος είπε ότι “ποτέ δεν είν’ αργά” έκανε ένα τεράστιο λάθος. Μερικές φορές, είναι απλώς αργά…» μονολόγησε ο Μιχάλης.

«Κατάλαβα…» ξεφύσησε εκείνη.

«Γιατί δεν κοιτάς να στρώσεις τη ζωή σου και επιμένεις να ασχολείσαι με τον κουραμπιέ; Είστε τόσο ασύμβατοι πια, που δεν νομίζω να καταφέρετε να επιβιώσετε μαζί…»

«Ανέφικτο».

«Γιατί;»

«Γιατί αυτό που ονομάζεις “στρώσιμο” σημαίνει να γυρίσω στο παρελθόν και να χτίσω πράγματα από την αρχή. Έτσι δεν έκανες κι εσύ;» του απάντησε, δακρύζοντας.

«Εγώ δεν έστρωσα τίποτα και δεν γύρισα πουθενά. Είμαστε εξαιρετικοί φίλοι, γαμάτοι κολλητοί με την Λίλιαν, αλλά δεν ξέρω αν ποτέ θα καταφέρουμε να γίνουμε εραστές. Δεν μας βγαίνει…»

«Καλά είσαι;»

«Όχι, Κλειώ. Μα ελπίζω ότι κάποτε θα γίνω καλά…»

***

Το μυαλό του Αντώνη, όταν έφτασε έξω από την αυλόπορτα της μονοκατοικίας που έμενε, είχε ξεχειλίσει από ανοησίες. Οι σκέψεις του ήταν σπασμωδικές, χωρίς συνεχή ροή, χωρίς συνάφεια, χωρίς να μπορούν να πλάσουν κάτι ολόκληρο. Κομμάτια είχαν γίνει όλα μέσα του· ένα συνονθύλευμα από κάθε κακή ανάμνηση και κάθε στραβή επιλογή. Έσπρωξε απαλά την πόρτα. Παρατήρησε ότι τα λουλούδια του είχαν αρχίσει να μαραίνονται. Κάποτε τα φρόντιζε και τα περιποιούταν, προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό του και να χαράξει μια πορεία στην, κατ’ εκείνον, στάσιμη ζωή του. Μα το τελευταίο διάστημα το ‘χε παρατήσει κι αυτό.

«Φταίει που άλλαξε ο Μπακάλμπασης…» μουρμούρισε, καθώς κατευθυνόταν προς την εξώπορτα. Εκείνη ίσως και να ήταν η πιο σωστή παρατήρηση που ‘χε κάνει το τελευταίο διάστημα. Μετά την γέννηση του γιού του, ο Μιχάλης είχε αλλάξει ρότα και κοσμοθεωρία. Το δόγμα «δεν ανακατεύομαι» το ‘χε ξεχάσει και πάλευε, με νύχια και με δόντια, να κλείσει εκκρεμότητες και άλυτες υποθέσεις. «Μαλακίες…» ψέλλισε, κουνώντας το κεφάλι του, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να το αδειάσει. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξε αθόρυβα.

Η Βανέσσα λικνιζόταν πάνω στην κουνιστή καρέκλα. Είχε κλείσει τα μάτια της, είχε πλέξει τα δάχτυλά της και χαμογελούσε. «Τον βρήκες τον δρόμο;» τον πείραξε κι εκείνος ξεφύσησε, πριν καθίσει στον καναπέ και πιάσει στα χέρια του την κιθάρα, που ‘χε παρατήσει εκεί, προτού φύγει από το σπίτι.

«Έπρεπε…» μονολόγησε, πριν αρχίσει να χτυπάει θλιμμένα μια χορδή, με το νύχι του.

«Πέρασες καλά;»

«Εκνευρίστηκα».

«Ποιος σ’ εκνεύρισε, κολώνα του σπιτιού μας, να πάω να του δαγκώσω την καρωτίδα;»

«Μόνο ένας άνθρωπος καταφέρνει να με εκνευρίσει» μονολόγησε εκείνος κι η Βανέσσα άνοιξε τα μάτια της και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. «Ήταν που δεν θα συναντιόσασταν» του είπε, με μια φωνή γεμάτη πίκρα και πόνο.

«Μη μ’ αρχίζεις…»

«Μου έδωσες τον λόγο σου, καραφλέ, ότι δεν θα την ξανάβλεπες!» του απάντησε εκείνη, ψιθυριστά και μανιασμένα.

«Και τον κράτησα, μανάρι. Δεν την είδα όπως το ‘χεις στο μυαλό σου» συνέχισε να μιλάει απρόθυμα ο Αντώνης.

«Και, δηλαδή, τι κάνατε; Πήγατε για Θανάση;»

«Πήγαμε για πατσά…»

«Ρε σίχαμα της ανθρωπότητας…» άρχισε να τον μαλώνει η Βανέσσα, μα την διέκοψε το πνιχτό γέλιο του. «Σίχαμα…»

«Θέλεις να σου πω τι έγινε ή θέλεις να αφήσεις την φαντασία σου να οργιάσει;»

«Δεν θέλω να ξέρω» του απάντησε η Βανέσσα με μένος, πριν επιστρέψει στην κουνιστή πολυθρόνα.

Κάγχασε ο Αντώνης. Σηκώθηκε από τον καναπέ, παίρνοντας μαζί του την κιθάρα. Την παράτησε στην βάση της κι ύστερα έφυγε για το υπνοδωμάτιο. Άναψε το φως, άνοιξε μια ντουλάπα κι άρχισε να σκαλίζει βιαστικά τα κρεμασμένα ρούχα. Στην εσωτερική τσέπη ενός παλιού μπουφάν, βρήκε αυτό που έψαχνε. Έκανε μια στάση στην κουζίνα, προτού επιστρέψει στο σαλόνι. Έπιασε ένα ποτήρι από την στοίβα με τα φρεσκοπλυμένα. Κάγχασε. Η Βανέσσα είχε την κακή συνήθεια να στοιβάζει τα πιάτα με τόση ακρίβεια, που αν μετακινούσες το λάθος κομμάτι της στοίβας, κινδύνευες να βρεθείς χωρίς σερβίτσιο. Άνοιξε βιαστικά το ψυγείο κι έπιασε ένα μπουκάλι βότκας. Το στραβοκοίταξε, καθώς έκλεινε την πόρτα. Αναστέναξε. Ξανάνοιξε το ψυγείο κι έπιασε ένα μπουκάλι με χυμό. Γέμισε το ποτήρι του, ξανάβαλε τον χυμό στο ψυγείο κι ύστερα επέστρεψε στον καναπέ.

«Είπες να σπάσεις την βότκα με εφτά σταγόνες πορτοκαλάδα;» τον ειρωνεύτηκε η Βανέσσα, με τον δικό του τρόπο και το δικό του χιούμορ κι εκείνος χαμογέλασε.

«Χυμό έβαλα, ρε» της απάντησε, υψώνοντας το ποτήρι και φέρνοντάς το κοντά στο στόμα του.

«Μη…» πρόλαβε να πει η Βανέσσα κι ύστερα έκλεισε τα μάτια της.

«Ρε μανάρι… Τι αίσχος της ανθρωπότητας πήγες κι αγόρασες;;» αναφώνησε ο Αντώνης που η γεύση του χυμού είχε τσακίσει κάθε νευρική του απόληξη.

«Καρότο…» μονολόγησε εκείνη.

«Το καρότο δεν είναι φρούτο ρε! Όλο μαλακίες πας κι αγοράζεις!» την πείραξε εκείνος.

«Δεν είναι για σένα, καραφλέ! Για το παιδί είναι, που του αρέσει!» του απάντησε στον ίδιο τόνο η Βανέσσα.

«Όλο μαλακίες πίνει το καμάρι μου… Χάθηκε ο κόσμος να πίνει κάνα Τζακ; Τέλος πάντων, τσάκω’ αυτό» της είπε, πετώντας προς το μέρος της κάτι που έφερνε σε κάρτα.

«Τι ‘ν’ αυτό;» τον ρώτησε, τινάζοντας τα χέρια της στον αέρα. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να πιάσει το ιπτάμενο κομμάτι χαρτί, που τελικά έσκασε στην ποδιά της.

«Το προσκλητήριο του γάμου μου» μονολόγησε ήρεμα και ατάραχα ο Αντώνης.

«Μαλάκα καραφλέ, σε ξαναρωτάω, με χωρίζεις;» αγρίεψε η Βανέσσα.

«Διάβασε το, παλιοζηλιάρα!»

«Κρατάς ενθύμια;» τον ρώτησε, βιαστικά και ταραγμένα, διαβάζοντας τα ονόματα του ζευγαριού πάνω στο προσκλητήριο.

«Όχι εγώ. Ο παλιόφιλος» σχολίασε εκείνος.

«Ο Μιχάλης;»

«Ακριβώς».

«Αυτός δεν ήταν που του πηδούσες την γκόμενα και μετά την γκάστρωσες;» τον ρώτησε με πίκρα.

«Αυτός» συνέχισε ο Αντώνης.

«Κάτι δεν καταλαβαίνω…» συνέχισε σκεφτικά και θλιμμένα εκείνη.

«Η Κλειώ του ‘στειλε προσκλητήριο, για να έρθει στον γάμο μας…»

«Ναι…» έκανε η Βανέσσα, παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει την πρότασή του.

«Τι “ναι”, ρε φατσάκι ζουμπουρλούδικο; Δεν κατάλαβες τι πήγε κι έκανε;»

«Όχι;» απόρησε εκείνη κι ο Αντώνης της έκλεισε το μάτι, πριν ξαναπιάσει τον χυμό στα χέρια του και προσπαθήσει να πιεί. «Ψιλοκαλή η μαλακία…» μονολόγησε, προσπαθώντας να αποφύγει την συζήτηση.

«Καραφλέ;» νευρίασε η Βανέσσα κι εκείνος αναστέναξε.

«Το ήξερα ότι ήμουν σκυλάκι. Μπα, ακόμη χειρότερα. Χαλάκι ήμουνα για να σκουπίζει τα λασπωμένα, σουέντ μποτάκια της. Δεν ήξερα ότι με χρησιμοποιούσε για να πληγώσει τον Μιχάλη και κατ’ επέκταση την, κάποτε, κολλητή της φίλη· με την οποία ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω τι ζόρι τραβάει. Όταν γεννήθηκε ο μικρός του Μιχάλη, ήρθε και μου το ‘φερε το μπρατάνι μου. Μου ‘πε πως εκείνη την ημέρα ορκίστηκε στην ζωή του, να προστατεύει τον κόσμο που αγαπάει και να μην ξανακάνει τα στραβά μάτια για κανένανε».

«Σε χάνω…» ψιθύρισε θλιμμένα η Βανέσσα.

«Το προσκλητήριο μου έπεσε απ’ τα χέρια, όχι δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν. Αλλά, βλέπεις, η πουτάνα είχε γυρίσει Καναδά κι εγώ δεν ήθελα να το σπάσω μέσω MSN. Ήθελα να την πληγώσω. Όσο με τσάκισε κι εκείνη. Τόσο καιρό απέφευγα να την δω, γιατί φοβόμουν πώς θα συμπεριφερόμουν. Σήμερα βγήκα γιατί έπρεπε να πάρω κάποιες αποφάσεις. Έπρεπε να βρω θάρρος για να το τελειώσω, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ήτανε στο μαγαζί, πήγαμε για πατσά, χορέψαμε μια μπαλάντα, της έδωσα τα χαρτιά του διαζυγίου. Ταρατατάν!»

«Αλήθεια μου λες τώρα ή με δουλεύεις;»

«Ξέρεις ότι είμαι μαλάκας. Πιστεύεις ότι είμαι τόσο μαλάκας για να παίξω με την στεναχώρια σου;» την ρώτησε με πολύ σοβαρό ύφος κι εκείνη σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε προς το μέρος του. Κάθισε στα πόδια του και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Κάτσε, περίμενε, έχει κι άλλο» είπε εκείνος και της Βανέσσας της ξέφυγε ένα κοφτό και λιπόψυχο «ωχ».

«Λέω στον Mike να έρθει να αράξουμε, να τα πούμε λίγο κι εμφανίζεται, φατσόνι μου, η Κλειώ, απ’ το πουθενά! Και ξεκινάει να με κουρντίζει και να με κουρντίζει και να με κουρντίζει, μέχρι που ‘σπάσαν τα νεύρα μου και την άρχισα στα γαμίδια. Μην φανταστείς τίποτα χοντρό, όπως τα ‘χουμε πει τόσες φορές κι όπως μ’ έχεις δασκαλέψει, της τα ‘πα. ‘Νταξ’, με λίγο δικά μου, λόγια γιατί αυτά τα δικά σου, τα πολυσύνθετα, δεν τα θυμόμουν, αλλά της τα ‘πα» ξεφύσησε ο Αντώνης.

«Και τώρα;» τον ρώτησε εκείνη, με σκεφτικό ύφος.

«Πού ξέρω… Δικηγόροι, δικαστήρια, ταρατατάν. Πεταμένα λεφτά, για το στραβό κεφάλι της Κλειούς… Κι όχι τίποτ’ άλλο, θα μας πάει πίσω κι αυτό, γαμώ και τρισγαμώ…»

«Πίσω οικονομικά;» τον ρώτησε η Βανέσσα κι εκείνος γύρισε και την κοίταξε σηκώνοντας το φρύδι του. «Σήκω λίγο ρε μικρό» της είπε κι εκείνη, παραξενεμένη και απορημένη, υπάκουσε. Σηκώθηκε από πάνω του και τον είδε να σηκώνεται από τον καναπέ και να εξαφανίζεται στην κουζίνα.

Μπαίνοντας στην κουζίνα, ο Αντώνης κοίταξε την αυτοσχέδια, χοντροκομμένη, σχεδόν καταρρέουσα κάβα, που είχε φτιάξει μόνος του, με ξύλα, όταν, κάποια εποχή, τον είχε πιάσει να ξαναπιάσει τα εργαλεία του και να το παίξει ξανά μάστορας. Δεν είχε υπολογίσει ότι η επιπλοποιία είναι μια ολόκληρη τέχνη, που δεν μαθαίνεται διαβάζοντας δύο – τρία πράγματα και ρωτώντας μερικούς φίλους. Τα ‘χε καταφέρει αρκετά καλά γι’ αρχάριος, όμως εκείνη η πανάσχημη κατασκευή, νευρίαζε την Βανέσσα, που περίμενε πώς και πώς το πότε θα τον έπιανε να την ξηλώσει και να κάψει τα ξύλα της στο τζάκι.

Πήγε προς το μέρος της και τράβηξε έξω ένα πανάκριβο κρασί που δεν είχαν σκοπό να το ανοίξουν. Καιρό πριν είχε κολλήσει στον πάτο του το μονόπετρο που ‘χε αγοράσει για εκείνη και ανά τακτά διαστήματα το έλεγχε, για να διαπιστώσει αν το είχε ανακαλύψει τυχαία η Βανέσσα, σε κάποια γενική. Την ήξερε κι ήξερε πως αν το έβρισκε, δεν θα μπορούσε να κρατηθεί και θα του έκανε ολόκληρη σκηνή. Χαμογέλασε αυτάρεσκα, πριν ανοίξει κάποιο ντουλάπι και βγάλει δύο κολονάτα ποτήρια. Έχωσε το κουτί με το μονόπετρο στην τσέπη του, βούτηξε κι ένα τιρμπουσόν από κάποιο συρτάρι κι έπειτα επέστρεψε στο σαλόνι με τα απαραίτητα σύνεργα, για μια παράξενη πρόταση γάμου.

«Πίνουμε στο διαζύγιο;» τον ρώτησε η Βανέσσα, όταν τον είδε να ξεπροβάλλει με τα ποτήρια και το μπουκάλι από την κουζίνα.

«Περίπου» της απάντησε εκείνος, προτού καθίσει δίπλα της και ανοίξει το κρασί. Γέμισε τα ποτήρια και της έδωσε το ένα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Του χαμογέλασε. «Στα καλύτερα που θα έρθουν» του είπε, τσουγκρίζοντας το ποτήρι του κι εκείνος κούνησε αμήχανα το κεφάλι του.

«Αφού το ξέρεις ότι είμαι μαλάκας και δεν το ‘χω, μ’ αυτά…» παραπονέθηκε, πριν πιει λίγο κρασί.

«Μπορείς να προσπαθήσεις» του είπε, γλυκά, εκείνη.

«Ναι, αυτό προσπαθώ να κάνω» της απάντησε, βάζοντας το χέρι στην τσέπη του. Δεν του έδωσε σημασία η Βανέσσα, πιστεύοντας ότι ήθελε ν’ ανάψει τσιγάρο. Γύρισε προς το τραπέζι για να τραβήξει το σταχτοδοχείο κοντά τους.

«Μπορώ μόνο να σου υποσχεθώ ότι αυτή την φορά, θα προσπαθήσω να τα κάνω όλα σωστά» της είπε κι εκείνη, που δεν του έδινε ιδιαίτερη σημασία, κάγχασε. «Όλα σωστά τα κάνεις μωρέ. Αν κατάφερνες να είσαι και λιγότερο γουρουνιάρης…» του είπε κι ύστερα η λαλιά της κόπηκε, καθώς το βλέμμα της έπεσε πάνω στην μεγάλη, απαστράπτουσα πέτρα, που στεκόταν αγέρωχη πάνω σ’ ένα πολύ λεπτό και περίτεχνο, πλατινένιο δαχτυλίδι. Στραβοκατάπιε. Την κυρίευσε πανικός. Προσπάθησε να σηκώσει το βλέμμα της για να τον κοιτάξει στα μάτια, μα εκείνο ήταν κολλημένο στο δαχτυλίδι.

«Τι λες;» την ρώτησε, γελώντας με το παγωμένο και έκπληκτο ύφος της.

«Τι… Να… Ε…» τραύλισε εκείνη.

«Ναι, όχι, άκυρο;» συνέχισε ο Αντώνης, χωρίς να σταματήσει να γελάει.

«Τι… Τι… Τι…»

«Ρε, με παντρεύεσαι, ή να πάω να το δώσω σε καμιά άλλη γκόμενα;» την πείραξε ο Αντώνης.

«Παντ- παντ- ρεύ-» συνέχισε να τραυλίζει η Βανέσσα.

Ο Αντώνης της πήρε το ποτήρι από τα χέρια και το άφησε πάνω στο τραπέζι, μαζί με το δαχτυλίδι. Την τράβηξε προς το μέρος του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Φατσόνι; Δεν σου κάνω πλάκα. Μιλάω σοβαρά. Κι όχι για τον κόσμο, ούτε για να μην λέν’ ότι σ’ έχω αστεφάνωτο, μικρό μου. Ούτε γιατί φοβάμαι ότι θα μου φύγεις με κάναν πιτσιρικά, ξέρω ‘γω. Συμβόλαιο είναι ο γάμος, μωρό μου. Συμβόλαιο με την κοινωνία. Συμβόλαιο, το οποίο σου δίνει το δικαίωμα να κανονίσεις τα της κηδείας μου. Συμβόλαιο που μας ενώνει στα καλά και στα κακά, στα εύκολα και στα δύσκολα, στην υγεία και στην αρρώστια. Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος ή η βλακεία, ξέρω ‘γω».

«Αλήθεια τώρα;» ψεύδισε η Βανέσσα, που έκλαιγε με λυγμούς στην αγκαλιά του.

«Αλήθεια, μικρή μου φάτσα».

«Είσαι μαλάκας, υπερτριπλάσιε. Μου ‘χεις τσακίσει την καρδιά, ίσα με τριάντα φορές απόψε…» του απάντησε παραπονεμένα, μέσα στο κλάμα της.

«Ρε, να φέρω την πέτρα, να την βάλουμε, να γιάνει η καρδιά και να σκάσει λίγο το χειλάκι σου;»

***

Όταν ο Μιχάλης έβαλε το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού, κόντευε να χαράξει. Άνοιξε αθόρυβα και μπήκε στο σπίτι σαν τον κλέφτη, για να μην ξυπνήσει την Λίλιαν ή τον γιό τους. Απόμεινε ακίνητος και σιωπηλός, μέχρι να προσαρμοστούν τα μάτια του στον σχεδόν ανύπαρκτο φωτισμό του σαλονιού. Έριξε το βλέμμα του προς το χριστουγεννιάτικο δέντρο, που η Λίλιαν, είχε φαγωθεί να στολίσουν και να ντύσουν με αμέτρητα, χρωματιστά λαμπιόνια. Ήταν σβηστό κι έμοιαζε σαν να ‘χε πεθάνει. «Μπα…» συλλογίστηκε ο Μιχάλης, πριν κάνει δυο βήματα μέσα στον χώρο. Το βλέμμα του έπεσε στον μεσόκοπο άντρα, με τα λευκά μαλλιά και τα περιποιημένα γένια, που κοιμόταν κουλουριασμένος στον καναπέ. Τυλιγμένος ήταν, με μια κουβέρτα που δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ. Δεν μπορούσε να καταλάβει, μέσα στα σκοτάδια ποιος ήταν ούτε και τι δουλειά είχε στο σπίτι του.

«Ήπια πολύ και μπήκα σε λάθος σπίτι;» αναρωτήθηκε ο Μιχάλης, καθώς βάδιζε αργά και εξαιρετικά προσεκτικά προς το υπνοδωμάτιο. Το πόμολο της πόρτας έτριξε ανεπαίσθητα καθώς το κατέβαζε. Άνοιξε αργά την πόρτα. Παραξενεύτηκε όταν είδε να αναβλύζει φως από το δωμάτιο.

«Λιλ;» μουρμούρισε, μόλις άνοιξε την πόρτα.

Η Λίλιαν διάβαζε, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, κάποιο βιβλίο. Τα πόδια της, κάτω από την κουβέρτα, κουνιόντουσαν νευρικά. Το παράθυρο του δωματίου ήταν μισάνοιχτο. «Ματάκια μου; Δεν κοιμάσαι;» την ρώτησε κι εκείνη έκλεισε για μια στιγμή τα κατακόκκινα και πάνστεγνα μάτια της, πριν γυρίσει προς το μέρος του.

«Με πιάνει ύπνος, νομίζεις;» τον ρώτησε μ’ ένα σπασμένο χαμόγελο να ‘χει χαραχτεί στο άυπνο πρόσωπό της.

«Ο…» άρχισε ο Μιχάλης, μα τον διέκοψε. «Ο μπαμπάς στον καναπέ;»

«Ο πατέρας σου είναι;» αναφώνησε ο Μιχάλης κι ύστερα δαγκώθηκε, καθώς άκουσε τον γιό τους να γυρίζει μέσα στην ξύλινη κούνια του. «Συγγνώμη, μαλακία» ψιθύρισε εκείνος κι η Λίλιαν του χαμογέλασε, πριν του κάνει νόημα να πάει στο κρεβάτι.

«Ήταν πολύ ήσυχος απόψε. Του διάβασα, μπαμπάλισε λίγο, έγειραν τα βλέφαρά του κι αποκοιμήθηκε. Ούτε τα πυροτεχνήματα δεν τον ξύπνησαν τον αγά. Γαλήνιος. Σε αντίθεση με εμάς» σχολίασε η Λίλιαν, καθώς ο Μιχάλης έβγαζε τα παπούτσια του.

«Μπράβο το καμάρι μας…»

«Φιλάκι;»

«Αποφεύγεις την συζήτηση, Λίλιαν;» την ρώτησε εκείνος, σηκώνοντας το φρύδι του, πριν χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα.

«Αλήθεια, καλέ μου, δεν θέλω να το συζητήσω. Έχω διαβάσει δύο βιβλία μέχρι τώρα και έπιασα το τρίτο γιατί έχω εξοργιστεί».

«Μπορείς να μου πεις, επιγραμματικά τουλάχιστον, τι έγινε; Γιατί κοιμάται ο πατέρας σου στον καναπέ μας;»

«Κοιμήσου, Μιχάλη μου. Πάρε με μια αγκαλιά και κοιμήσου» του απάντησε η Λίλιαν.

«Το ξέρεις ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ, όταν δεν ξέρω τι γίνεται;»

«Το ξέρω, όπως ξέρω ότι αν σου πω τι έγινε, δεν θα κοιμηθείς καθόλου».

«Πέθανε η μάνα σου;» ρώτησε ο Μιχάλης, χαμηλόφωνα, μα έκπληκτα, μην μπορώντας να καταλάβει τα μισόλογά της.

«Πού τέτοια τύχη…» κάγχασε εκείνη.

«Τότε;»

«Μιχάλη;»

«Αγλαΐα;»

«Ρε μη με λες Αγλαΐα, πόσες φορές θα σου το πω ότι μου τη δίνει στα νεύρα;» τον μάλωσε η Λίλιαν, κρυφογελώντας.

«Πες μου ρε μάτια μου, μην μου βγάζεις το λάδι».

«Έχασε το σπίτι στα χαρτιά».

«Η μάνα σου;» αναφώνησε, με ψιθυριστό τόνο, ο Μιχάλης, που είχε κοκαλώσει από την έκπληξη εκείνου του ακούσματος.

«Δεν θέλω να το συζητήσω τώρα. Πέσε κοιμήσου και θα τα πούμε το πρωί» κατέληξε η Λίλιαν, πριν ξανανοίξει το βιβλίο στην σελίδα που το ‘χε αφήσει.

Ανασηκώθηκε ο Μιχάλης κι έβγαλε βιαστικά τα ρούχα του, τα οποία κατέληξαν στο πάτωμα. Το σώμα του σερνόταν και το μυαλό του ήταν έτοιμο να σβήσει, μα τα λόγια της το κρατούσαν σε εγρήγορση. «Πώς χάνεις ένα σπίτι στα χαρτιά;» συλλογίστηκε, καθώς γύριζε πλευρό για να την αγκαλιάσει. «Πώς μπορείς να είσαι τόσο εγωιστής, που να μην σε νοιάζει καθόλου για τους γύρω σου;»

Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να βγάλει εκείνα τα λόγια και την ύπαρξη του πεθερού του στον καναπέ, από τον λογισμό του. Η κούραση του ήταν δυνατότερη από τις σκόρπιες σκέψεις και τις ρητορικές ερωτήσεις που προσπαθούσαν να τον βασανίσουν. Αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως.

***

Απορημένα, σχεδόν φοβισμένα, κοίταζε ο Μιχάλης το ποτήρι με τον φραπέ που στεκόταν στο τραπέζι μπροστά του. Βρισκόταν και πάλι σ’ εκείνη την καφετέρια με το ξύλινο ντεκόρ και το τζάκι, στο τραπέζι που βρισκόταν δίπλα από την ανοιχτή τζαμαρία. Έπαιξε το βλέμμα του προς τα δεξιά. Δύο κορίτσια, εκείνα που πάντοτε καθόντουσαν δίπλα από το πάντοτε σβηστό τζάκι, χαχάνιζαν άηχα, ενώ έριχναν κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Το κορίτσι με το κοντό, ξανθό μαλλί, του έκλεισε το μάτι. Σάστισε.

Κοίταξε τα χέρια του. Το σώμα του ασφυκτιούσε μέσα στο κόκκινο πουκάμισο κι η ζέστη, που εκείνη την ημέρα ήταν αφόρητη, έκανε το σώμα του να ιδρώνει. Έκανε να πιάσει τον φραπέ, να πιεί μια γουλιά, για να προσπαθήσει να δροσιστεί, μα τα χέρια του ήταν απίστευτα βαριά. Σήκωσε το βλέμμα του. Καθόταν απέναντί του, πίνοντας ένα ποτήρι ρούμι με κόκα κόλα. Την αναγνώρισε αμέσως την μυρωδιά. Ήξερε ακόμη και την μάρκα. Όπως την θυμόταν ήταν. Η αέναα χαμογελαστή γυναίκα, με τα μεγάλα, καφέ, αμυγδαλωτά μάτια και τα ροδαλά μάγουλα. Τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε μια περίτεχνη κοτσίδα και το φουστάνι της, βγαλμένο από κάποια άλλη εποχή, ανέμιζε από τον ανεπαίσθητο αέρα που σφύριζε ανάμεσά τους.

«Ήρθα» του είπε πρόσχαρα.

«Γιατί ήρθες;» τραύλισε βραχνά ο Μιχάλης.

«Γιατί με ζήτησες;» αντιρώτησε εκείνη.

«Γιατί μου λείπεις, μάνα» της απάντησε κι ύστερα έβαλε όλη του την δύναμη για να σηκωθεί από το τραπέζι, αναποδογυρίζοντάς το στην προσπάθειά του να φύγει από μια εξαιρετικά επώδυνη κατάσταση. Βγήκε απότομα από το μαγαζί, σ’ έναν άδειο κι ηλιόλουστο δρόμο, μην έχοντας κάπου να πάει.

Έψαξε τις τσέπες του για τσιγάρα κι αναπτήρα. Τσιγάρα είχε, όμως αναπτήρα δεν κατάφερε να βρει. Θυμήθηκε ότι δυο στενά παρακάτω ήταν το στέκι του παλιόφιλού του, του Αντώνη. Έβαλε για πλώρη για εκεί. Περπατούσε νιώθοντας πως δεν πατούσε πάνω στις ξεχαρβαλωμένες και σπασμένες πλάκες του πεζόδρομου. Έστριψε απότομα στ’ αριστερά. Παρατήρησε τις ταβέρνες που έστηναν τα τραπέζια τους, τις άδειες καφετέριες, τα παλιατζίδικα, τα μαγαζιά.

Έστριψε δεξιά. Προσπέρασε κάποιους περαστικούς δίχως πρόσωπα. Είδε το μαγαζί. Μπήκε μέσα με φόρα. Βρήκε τον Αντώνη, σε κάποιο τραπέζι, στο βάθος ενός σκοτεινού χώρου, να παίζει τάβλι με την Κλειώ. Πήγε προς το μέρος τους. Στάθηκε πάνω απ’ το τραπέζι. Προσπάθησε να ζητήσει αναπτήρα, μα το στόμα του είχε κολλήσει και δεν μπορούσε να τ’ ανοίξει.

Παρατήρησε τον Αντώνη και τον τρόπο που έπιανε τα ζάρια. «Ακόμη τσιμπάς τα ζάρια, υπερτριπλάσιε;» κατάφερε να ρωτήσει κι εκείνος γύρισε προς το μέρος του.

«Δεν χρειάζεται, αδερφέ» του απάντησε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια και πετώντας τα ζάρια πάνω στο ταμπλό. Πετάρισε τα βλέφαρα ο Μιχάλης. Δεν το πίστευε, μα το έβλεπε.

«Εφτάρες, Κλειώ. Πούλο» της είπε ο Αντώνης κι εκείνη σηκώθηκε, έσκυψε το κεφάλι της και έκανε να φύγει. «Συγγνώμη, Μιχάλη» του ψιθύρισε καθώς περνούσε δίπλα του, μα εκείνος την αγνόησε. Του έκανε νόημα ο Αντώνης να καθίσει απέναντί του. Υπάκουσε ο Μιχάλης.

«Φίλοι, ρε παπάρι;» τον ρώτησε ο Αντώνης κι ο Μιχάλης έγνεψε καταφατικά.

«Φίλοι για πάντα;»

«Φί… λοι…» κατάφερε να μουρμουρίσει βραχνά ο Μιχάλης κι ύστερα βούτηξε τον αναπτήρα του Αντώνη. Δεν μπορούσε να βρει τα τσιγάρα στις τσέπες του. Του πάσαρε ο Αντώνης το πακέτο του κι ο Μιχάλης πήρε τσιγάρο και τ’ άναψε. Είδε τον Αντώνη να κάνει το ίδιο κι ύστερα να σηκώνεται. Δίχως να γνωρίζει τον λόγο τον ακολούθησε.

Βγήκαν σ’ έναν μυστήριο δρόμο. Είχε πια σουρουπώσει. Σιωπηλοί περπατούσαν, σε μια πολύ γνώριμη διαδρομή, που σίγουρα είχαν κάνει αμέτρητες φορές στις ζωές τους. Έφτασαν στο παλιό τους σχολείο, που ήταν πια ένας σκασμός χαλάσματα. Άρχισε να καλπάζει ο ρυθμός της καρδιάς του. Το είχε ξαναζήσει εκείνο το σκηνικό. Δεν σταμάτησε να βαδίζει ο Αντώνης. Δεν μπορούσε να σταματήσει να περπατάει ο Μιχάλης. Προσπέρασαν τα σπασμένα θρανία, τις καμένες καρέκλες, τα μπάζα από σίδερα και γκραφιταρισμένα κομμάτια τοίχου. Άρχισαν να κατεβαίνουν έναν λόφο.

Πέρα, στην απόσταση, μπορούσε να διακρίνει τις γραμμές του τραίνου. Κατάλαβε πού πήγαιναν. Προσπάθησε να πιάσει τον Αντώνη απ’ το χέρι, να τον σταματήσει, να τον γυρίσει πίσω. Προσπάθησε να φωνάξει, μα δεν έβγαινε η φωνή από το λαρύγγι του. Έφταναν στον παλιό σταθμό των τραίνων. Έκλεισε τα μάτια του.

Όταν τα ξανάνοιξε, το τοπίο είχε αλλάξει. Βρισκόταν ανάμεσα από παλιά βαγόνια, με τον Αντώνη δίπλα του. Η Κλαίρη, απέναντί του, πιτσιρίκα, όπως την θυμόταν και όπως την είχε την είχε αγαπήσει, δινόταν στον Παύλο. Άκουσε τον καγχασμό του Αντώνη. Γύρισε προς το μέρος του. Ο φαλακρός φίλος του, με τα τραχιά γένια και την βραχνή φωνή, χαμογελούσε. Τον χτύπησε στην πλάτη. «Καλά της τα ‘πα Mike. Δεν μπορείς να τα ‘χεις καλά με όλους. Μέτρα φίλους. Μέτρα εχθρούς. Πάψε να ‘σαι κάπου στη μέση. Δεν μπορείς να τα ‘χεις καλά με όλους».

«Δεν μπορώ να τα ‘χω καλά με όλους» μονολόγησε βραχνά ο Μιχάλης.

«Το ξέρω, καλέ μου» άκουσε από κάποια γωνιά του μυαλού του, την κατευναστική φωνή της Λίλιαν.

«Δεν μπορώ… Δεν μπορώ πια… Δεν… Μπορώ…» συνέχισε το βραχνό παραλήρημά του.

«Μπορείς όμως να ξυπνήσεις, ψυχή μου» συνέχισε η φωνή της Λίλιαν. Άξαφνα χάθηκαν τα πάντα από τα μάτια του. Μαύρισε το τοπίο γύρω του. Ένιωθε πως έπεφτε από πάρα πολύ ψηλά και πως βυθιζόταν σ’ ένα απέραντο κενό.

«Άνοιξε τα μάτια σου» άκουσε ξανά την φωνή της. Υπάκουσε. Άνοιξε τα μάτια του. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά.

***

«Εφιάλτη έβλεπες, καλέ μου;» ρώτησε η Λίλιαν τον αλαφιασμένο και καταϊδρωμένο Μιχάλη, που προσπαθούσε να ανακαθίσει στο κρεβάτι και να ελέγξει τον σφυγμό του.

«Περίπου» ψέλλισε ο Μιχάλης.

«Να σηκωθείς, να σου φτιάξω καφέ;» τον ρώτησε, μα την προσοχή του είχε τραβήξει η άδεια κούνια. «Ο μικρός μας πρίγκιπας;» την ρώτησε με τη σειρά του κι η Λίλιαν σήκωσε απαυδισμένα τα μάτια της, προς το ταβάνι. «Παίζει με τον παππού» αποκρίθηκε.

«Είπες εσύ “παππού”; Όχι, αλήθεια, το είπες;» την πείραξε καθώς σηκωνόταν, μα όταν αντίκρισε το δολοφονικό της βλέμμα, πετάχτηκε από το κρεβάτι κι έτρεξε προς το μπάνιο, για να αποφύγει την οργή της.

Αφού ηρέμησε τον σφυγμό του, έπλυνε το πρόσωπό του και βεβαιώθηκε ότι η Λίλιαν δεν θα του γκρίνιαζε για το πείραγμα, βγήκε από το μπάνιο. Ο πατέρας της καθόταν στο χαλί κι έπαιζε με τον μικρό, που πετούσε ολόγυρα τα παιχνίδια του. Κάγχασε ο Μιχάλης, καθώς χωνόταν στο υπνοδωμάτιο για να ντυθεί. Άδειο ήταν το κεφάλι του κι η ψυχή του βαριά, από τον πρωινό εφιάλτη. Δεν ήθελε να καθίσει να τον σκεφτεί. Ήθελε να πιεί τον καφέ του και να προσπαθήσει να καταλάβει πώς καταρρέουν, εν μία νυκτί, παραμονή πρωτοχρονιάς, οι ζωές των ανθρώπων.

«Καλημέρα!» χαιρέτισε ο Μιχάλης, όταν ντυμένος πια, βγήκε από το δωμάτιο και πήγαινε προς το μέρος του γιού του και του πεθερού του.

«Καλησπέρα, γαμπρέ» του φώναξε ο πατέρας της Λίλιαν, δίχως να χαραμίσει την προσοχή του στον Μιχάλη.

«Γαμπρέ…» ψιθύρισε ο Μιχάλης, ρίχνοντας μια ματιά στην Λίλιαν που έστεκε στο κατώφλι της κουζίνας και του έκανε νοήματα, για να πάει προς το μέρος της.

«Μα, γαμπρέ;» την ρώτησε, μόλις μπήκε στην κουζίνα. Βούτηξε τον καφέ του, που τον περίμενε σ’ έναν πάγκο κι άρχισε να τον πίνει βιαστικά.

«Δεν είναι ο πατέρας μου αυτός! Κάτι του έκαναν! Λοβοτομή; Ψυχοφάρμακα; Ναρκωτικά; Κάτι, δεν μου το βγάζεις από το μυαλό!» αποκρίθηκε εκείνη, σιγανά και θυμωμένα.

«Θα μου πεις τι έγινε;»

«Το πατρικό μου ήταν στο όνομα της μάνας μου. Το έπαιξε στα χαρτιά, το έχασε και το μεταβίβασε σε αυτόν που το έχασε. Του ζήτησε μια πίστωση χρόνου για να φύγει, αλλά, λες και δεν την ξέρουμε την μάνα μου. Είδε κι απόειδε ο άνθρωπος και τους έκανε έξωση. Έξωση! Καταλαβαίνεις; Ποιος είδε τον Χαραμή και δεν τον φοβήθηκε! Ήρθε χθες από εδώ να μου πει ότι χωρίζει με την μάνα μου. Είδα κι έπαθα να τον ηρεμήσω…»

«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα… Μου κάνεις πλάκα…»

«Δεν σου κάνω πλάκα. Δεν θυμάσαι, τότε που κάναμε παρέα κι αράζαμε σ’ εμένα, που δεν πατούσε στο σπίτι; Ε, με τα χρόνια, αντί να καλυτερέψει, χειροτέρεψε…»

«Μα καλά… Δηλαδή… Πώς διάολο χάνεις ένα σπίτι στα χαρτιά; Πώς; Είναι αδιανόητο».

«Παιδί μου, το πάθος είναι δυνατότερο από τον άνθρωπο» ακούστηκε η φωνή του πατέρα της Λίλιαν, που στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας, με τον μικρό στην αγκαλιά του. «Το πάθος του ανθρώπου, όταν τον κυριεύσει, τον καθιστά τυφλό, ανήμπορο να σκεφτεί. Βουβό, γιατί οι τύψεις που νιώθει τον τσακίζουν κι αν δεν νιώθει τύψεις, δεν μιλάει, γιατί θεωρεί πως ό,τι κι αν πει είναι ανάξιο σημασίας. Κουφό, γιατί δεν θέλει να ακούσει οτιδήποτε κι αν του πεις. Το πάθος σε καθιστά μισό, λιγότερο από άνθρωπο, αν το αφήσεις να σε κυριεύσει και να ασκήσει εξουσία πάνω σου…»

«Μα…» προσπάθησε να πει ο Μιχάλης, αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν από μέσα του.

«Κορίτσι μου; Μπορείς να μου φτιάξεις έναν καφέ, να τον πιώ στα γρήγορα και να φύγω; Αρκετά καταχράστηκα την φιλοξενία σας…» ρώτησε την Λίλιαν που αγρίεψε.

«Μπαμπά! Δεν έχεις να πας πουθενά! Μέχρι να βγει μια άκρη θα μείνεις εδώ! Άντε μην έχουμε κι άλλα!» νευρίασε η Λίλιαν κι ο μικρός Αλέξανδρος, στην αγκαλιά του παππού Αλέξανδρου, έβαλε τα κλάματα.

«Σώπα, παιδί μου, σώπα. Έχει δίκιο η μάνα σου… Σώπα… Πάμε να παίξουμε» είπε στο παιδί, κανακεύοντάς το, πριν το πάρει για να γυρίσουν στο σαλόνι.

«Μόνο με το δικό του παιδί δεν τα έκανε αυτά…» σχεδόν έφτυσε, θυμωμένα, η Λίλιαν.

«Τα έκανε, μόνο που, κάποια στιγμή, το μουλάρι κουράστηκε να το δέρνουν και αδιαφόρησε. Λάθος του. Έπρεπε ν’ ακούσει μια παλιά πουτάνα στο κουρμπέτι και να βγάλει διαζύγιο όταν τα νομιμοποίησε ο μακαρίτης ο Ανδρέας. Στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα… Είμαι και δικηγόρος, τρομάρα μου…» μονολόγησε ο πατέρας της, καθώς καθόταν στο χαλί κι έδινε στον μικρό τα παιχνίδια του.

«Του κρατάς ακόμη κακία;» της ψιθύρισε ο Μιχάλης, αφήνοντας τον καφέ του στον πάγκο και πηγαίνοντας προς το μέρος της.

«Προφανώς».

«Να του αφήσουμε το παιδί και να βγούμε για φαγητό;» την ρώτησε, αγκαλιάζοντάς την σφιχτά.

«Εξαιρετική ιδέα κύριε Μπακάλμπαση».

«Άντε. Πήγαινε βάψου, ντύσου, στολίσου και πάμε ραντεβού, απρογραμμάτιστο».

Τον στραβοκοίταξε η Λίλιαν. «Ραντεβού και απρογραμμάτιστο δεν γίνεται, το ξέρεις;» τον ρώτησε, γελώντας πονηρά.

«Τελείωνε, φιλόλογε, πριν το μετανιώσω» της απάντησε, αφήνοντάς την από την αγκαλιά του και βουτώντας ξανά τον καφέ στα χέρια του. Ρούφηξε λίγο κι ύστερα έριξε το βλέμμα του προς το κορμί της που απομακρυνόταν αργά, προς το υπνοδωμάτιο. «Γιατί πάντοτε να μας πονάει το λίγο που δεν έχουμε, ενώ δεν εκτιμάμε τα πολλά, που μας χαρίζονται απλόχερα;» αναρωτήθηκε θλιμμένα. Είχε πια καταλάβει πως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι απόλυτα και αιώνια ευτυχισμένος. Κι αυτό γιατί η ζωή είναι μια απέραντη ρουτίνα με ελάχιστες, μα τεράστιες και υπέρλαμπρες εκρήξεις χαράς και λύπης.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook