Αναμνήσεις μιας αρτίστας της πλατείας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Γέρασα. Ο καιρός μου πέρασε όπως συμβαίνει με όλους. Έτσι είναι η ζωή και δεν ωφελεί να το αρνούμαι. Αλλά δεν πρέπει να παραπονιέμαι. Έζησα μια σπουδαία ζωή που λίγοι αξιώθηκαν, έζησα ένδοξες μέρες, χρόνια και μπορώ πια να ομολογήσω ότι με λάτρεψαν σε σημείο αποθέωσης. Ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη την περίοδο της δόξας μου.

Στην αρχή ξεκίνησα αμήχανα και δεν είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Όμως από την πρώτη φορά που ξεκίνησα δειλά τις πρώτες μου εμφανίσεις στις πλατείες έβλεπα, ένιωθα τον θαυμασμό του κόσμου για μένα. Όχι αμέσως, όπως οτιδήποτε καινούργιο και πρωτοποριακό έβλεπα μια δυσπιστία στα μάτια των θεατών. Από τις πρώτες παραστάσεις όμως τους είχα κερδίσει και το γνώριζα. Το καταλάβαινα από τις άμαξες που έφταναν συνέχεια από το πρωί, από την αυγή κιόλας, γεμάτες ανθρώπους που φώναζαν έξαλλοι από ενθουσιασμό.

Γεννήθηκα στα 1780 αλλά το ντεμπούτο μου το έκανα στα 1792. Ταραγμένη εποχή για μια καλλιτέχνη κι ειδικά μια καλλιτέχνιδα που ονειρευόταν την αλλαγή και την δημοκρατία και τη ρήξη με το παλαιό καθεστώς. Μα τα κατάφερα κι όχι μόνο επιβίωσα αλλά πέρασα και στην ιστορία! Α, μα το άξιζα, πέρα για πέρα! Ήμουν όμορφη τόσο όμορφη. Ψηλή, λεπτή, επιβλητική και συνάμα τόσο καλοφτιαγμένη, μια Γαλλίδα όλο χάρη. Ο κόσμος μαζευόταν από το πρωί στις πλατείες, μικροί, μεγάλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά όλοι σπρωχνόταν για μια θέση πιο κοντά μου, για να με βλέπουν καλύτερα και να ακούν το τραγούδι μου. Η φωνή μου ήταν κοφτή και στακάτη. Όταν ερμήνευα άκουγα μόνο μια απέραντη σιωπή απλωνόταν και τα βλέμματα του κοινού καρφωμένα επάνω μου. Κι όταν τελείωνα, ιαχές και κραυγές γύρω μου, το πλήθος να αλαλάζει και να δονείται από την συγκίνηση. Μοίραζαν φυλλάδια με το πρόγραμμά μου και τα ονόματα αυτών που θα εμφανιζόταν μαζί μου εκείνη την μέρα, πουλούσαν σουβενίρ και παιδικά παιχνίδια εμπνευσμένα από μένα, γράφτηκαν αμέτρητα ποιήματα και τραγούδια για χάρη μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την παρέα των γυναικών που έπιαναν θέση κάθε πρωινό και έπλεκαν ανάμεσα στις παραστάσεις μου. Πόσο με συγκινούσαν τα σχόλια τους και η πίστη τους στο ταλέντο μου όταν πλησίαζαν όσο γινόταν πιο κοντά για ν’ ακούσουν το τραγούδι μου.

Γνώρισα μέχρι και τον Βασιλιά Λουδοβίκο 16ο και μάλιστα ήταν αυτός που υπέγραψε για να μπορώ να δίνω παραστάσεις στις πλατείες. Ήταν εντυπωσιασμένος από εμένα και τον αέρα ανανέωσης που θα έφερνα στην Γαλλία. Μερικά χρόνια μετά μάλιστα ήρθε να ερμηνεύσουμε μαζί, μια ξεχωριστή παράσταση εκείνη την ημέρα, πραγματικά νομίζω ότι είχε έρθει όλος ο λαός του Παρισιού να μας απολαύσει. Δυστυχώς, ο βασιλιάς θέλησε κάτι να πει αλλά τα τύμπανα χτυπούσαν τόσο δυνατά που δεν ακούστηκε. Και μετά το τραγούδι μου πάλι, ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από το στόμα του, αλλά δεν κατάλαβα μάλλον δεν ήμασταν καλά συγχρονισμένοι, δεν είχαμε κάνει και πρόβα πριν, είδα την σιαγόνα του να αποκολλάται από το κρανίο κάτι δεν είχε πάει καλά αλλά πού να προλάβω να καλοδώ, νόμιζα πως η καριέρα μου θα τελείωνε εκεί αλλά ευτυχώς μετά ερμήνευσε μαζί μου και η βασίλισσα, στην αρχή δεν την γνώρισα, είχαν ασπρίσει τα μαλλιά της κι ήταν τόσο χλωμή, δεν είπε τίποτα πριν τραγουδήσουμε μαζί απλά ζήτησε συγνώμη στον υπεύθυνο σκηνής γιατί τον πάτησε κατά λάθος.

Ερμήνευσα και με άλλους σπουδαίους ανθρώπους γνωστούς κι άγνωστους, επιστήμονες όπως τον Λαβουαζιέ, πολιτικούς όπως ο Νταντόν, κληρικούς, άντρες και γυναίκες.. Ερμήνευσα και με τον ίδιο τον Ροβεσπιέρο που άκουσα πως ήταν σπουδαίος πολιτικός άντρας και ρήτορας.. Τι κρίμα όταν ήρθε στην κοινή μας παράσταση το σαγόνι του ήταν σπασμένο. Τι ειρωνεία ένας τέτοιος δεινός ρήτορας να μην μπορεί να μιλήσει παρά μόνο να μουγκρίζει από τον πόνο.

Η πιο παραγωγική χρονιά μου ήταν το 1793 με 1794, ερμηνεύσαμε μαζί με… στάσου να σκεφτώ,  4.000 ανθρώπους σχεδόν, ακόμα κι εγώ που ήμουν σπουδαία καλλιτέχνης είχα κουραστεί και με φρόντιζαν με προσοχή πολύ συχνότερα οι υπεύθυνοι σκηνής για να λειτουργώ καλύτερα. Εκεί γύρω χρονικά είχα και την πρώτη μου απογοήτευση. Ο γιατρός και πολιτικός που με είχε παρουσιάσει στον βασιλιά και που είχα πάρει το όνομά του με πήγε στα δικαστήρια για να αλλάξω όνομα. Αρχικά θα μπορούσα να λέγομαι και Λουιζέτα από το γιατρό Λουί που έιχαμε δουλέψει μαζί αλλά ο πρώτος που μίλησε με τόσο ενθουσιασμό για μένα στο κοινοβούλιο ήταν ο Ζοζέφ Ιγκνάς Γκιγιοτέν και αυτός ήταν ο νονός μου. Με πίκρανε βαθιά που μετά από τόση μεγάλη επιτυχία δεν ήθελε να τον συγχέουν με μένα. Τι να πεις; Αχαριστία ανθρώπινη.

Κι άλλες μικρότερες απογοητεύσεις έζησα, όταν παρατήρησα πως το κοινό μου άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κομμένα κεφάλια που έπεφταν στο καλάθι μπροστά μου και τα τελευταία τους λόγια ή αν είχαν συνείδηση τα τρία τέσσερα δευτερόλεπτα μετά το δικό μου τραγούδι ή αν ανοιγόκλειναν τα μάτια κι άλλα τέτοια αδιάφορα. Μέχρι και μία Μαντάμ Τισό είδα να ψάχνει ανάμεσα στα κομμένα κεφάλια και να διαλέγει μερικά.. Κατάλαβα πως η προσοχή απομακρυνόταν από μένα σιγά σιγά.. Τι να πεις; Ακμή και παρακμή..΄Άνοδος και πτώση…

Το δέχτηκα! Έδωσα την τελευταία μου παράσταση με αξιοπρέπεια στην Γαλλία το 1977 σε πολύ στενό κύκλο και από τότε δεν ξαναεμφανίστηκα ποτέ αλλά νομίζω ότι η ιστορία έχει γράψει το όνομά μου με χρυσά γράμματα. Μακάρι όλοι οι καλλιτέχνες να είχαν μια πορεία σαν την δική μου!

Γκιλοτίνα

 

https://el.wikipedia.org/wiki/Γκιλοτίνα

Cover photo: Charlotte Corday on the way to her Execution in 1793.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *