Υπάρχουν κάτι ψυχές που γεννιούνται ανήσυχες.

Έρχονται σ’ αυτή τη ζωή κουβαλώντας όλη τη γνώση των προηγούμενων ζωών και μπορεί να μην το θυμούνται αλλά κάτι μέσα τους τις κρατάει σε εγρήγορση.

Μεγαλώνουν και έχουν περιέργεια για τα πάντα γύρω τους. Θέλουν να ρουφήξουν όλη τη γνώση που υπάρχει ανεξάντλητη στο περιβάλλον και ρωτούν τα πάντα. Συχνά τους κόβεται αυτή η ορμή αφού τους μαθαίνεται από νωρίς ότι δεν είναι καλό να τα ξέρουν όλα, παρόλα αυτά συνεχίζουν και βιώνουν όλη αυτή την εμπειρία σαν ένα άγνωστο αλλά απίστευτα διασκεδαστικό ταξίδι.

Κάποιες φορές περιβάλλονται από αγάπη και βρίσκουν πιο εύκολα την πραγματική τους υπόσταση. Τις περισσότερες φορές όμως, χωρίς να το ξέρουν, λαμβάνουν αγάπη με όρους και ενώ γνωρίζουν ότι κάτι δεν πάει καλά, προσπαθούν να ανθίσουν.

Μεγαλώνουν και αντιλαμβάνονται ότι αυτό που βιώνουν καθημερινά δεν είναι αυτό που ξέρουν βαθιά μέσα τους ότι είναι η ζωή. Και πονάνε ξέροντας ότι σ’ αυτόν τον κόσμο τα πράγματα ίσως να μην είναι τόσο εύκολα όσο περίμεναν. Αλλά συνεχίζουν να ψάχνουν γιατί ξέρουν στον πυρήνα τους ότι αυτό που θέλουν υπάρχει.
Παρόλ’ αυτά, αναγκάζονται να συμβιβαστούν. Και με το που το κάνουν ξεκινάει ο αποπροσανατολισμός.

Μαθαίνουν ότι η αγάπη πονάει. Ότι για να τη βιώσουν πρέπει να μπουν σε καλούπια τόσο ξένα με την πραγματική τους υπόσταση που τις αναγκάζουν να στριμωχτούν τόσο και να μικρύνουν. Να γίνουν μία σταλιά για να χωρέσουν μέσα στο όνειρο. Ξέρουν ότι είναι ψευδαίσθηση αυτό που ζουν αλλά η ανάγκη τους να βιώσουν την ολοκλήρωση είναι τόσο μεγάλη που κάνουν τη θυσία τελικά. Και αρχίζει η λήθη.

Κατά διαστήματα εκπέμπουν δειλά την λάμψη τους για να τις αναγνωρίσουν οι αδερφές ψυχές τους αλλά βρίσκουν εμπόδια. Κάπου στο δρόμο ράγισαν και αφομοίωσαν λάθος πεποιθήσεις που έλαβαν από τους γύρω τους. Κι επειδή ακριβώς πόνεσαν αποφάσισαν να ξεχάσουν και να συμβιβαστούν. Η αμφιβολία τις πνίγει. Μήπως τελικά ο σκοπός της ζωής είναι ο συμβιβασμός; Μήπως τελικά αυτά που θυμούνται είναι απλά ένα όνειρο που είδαν ένα βράδυ την ώρα που κοιμήθηκαν και δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω, στην πραγματική ζωή; Μήπως αυτό το σφίξιμο που αισθάνεται το σώμα τους όταν αλληλεπιδρούν με τους υπόλοιπους ανθρώπους είναι κάτι φυσιολογικό και οφείλουν να το αγνοήσουν και να ζήσουν μ’ αυτό;

Αναπτύσσουν σχέσεις μέσα στην κοινωνία που μετενσαρκώθηκαν. Γίνονται μέλη οικογένειας, συνάδελφοι, φίλοι, εραστές, σύζυγοι, γονείς. Παίζουν το παιχνίδι με τους όρους που τους επιβλήθηκαν από αυτή. Γίνονται αξιαγάπητες γιατί έτσι πρέπει, δεν φέρνουν αντιρρήσεις σε κανέναν γιατί μετά ξέρουν ότι θα πληρώσουν το τίμημα γι’ αυτή τους την πράξη, δίνουν αυτά που τους ζητάνε, παίρνουν αυτά που τους δίνουν χωρίς να διαμαρτυρηθούν και κάθε φορά που μένουν μόνες αφήνουν μία βαθιά ανάσα να φύγει από το στήθος τους για να αποσυμπιεστεί ο πόνος και η απογοήτευση.

Μαθαίνουν να αγνοούν την εσωτερική φωνή τους και αρχίζουν να αναπτύσσουν τη λογική, συνειδητή φωνή. Ένα και ένα κάνουν δύο. Κι ας ξέρουν ότι μπορούν να φτάσουν σ’ αυτό το αποτέλεσμα και με άλλον τρόπο. Κι ας τους πνίγει το γιατί που ουρλιάζει μέσα τους. Ξέρουν ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν με άλλον τρόπο, θα τις περιθωριοποιήσουν και δεν θα το αντέξουν.

Κάποιες φορές αφήνονται. Όταν ακούν ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο, όταν διαβάζουν ένα βιβλίο με αφοσίωση, όταν έχουν πιει τα ποτά που τους μειώνουν τις αντιστάσεις. Και τότε η λάμψη μέσα τους δυναμώνει. Και αρχίζουν ξανά να θυμούνται. Και η ελπίδα μέσα τους φουντώνει ξανά μέχρι να πείσουν ξανά τον εαυτό τους ότι είναι μόνο μία ψευδαίσθηση. Αλλά το καταραμένο το συναίσθημα εκείνες ακριβώς τις στιγμές δεν τις αφήνει να ξεχάσουν. Πρέπει όμως, έτσι πρέπει.

Και μία μέρα γνωρίζουν έναν άνθρωπο. Και την ώρα που τον αντικρίζουν αισθάνονται ότι τον ξέρουν από κάπου αλλού, κάποια άλλη ζωή. Αναγνωρίζουν την ομορφιά μέσα του και κάνουν μία στάση. Ξέρουν ότι αυτή η επαφή κάπου θα τους οδηγήσει, δεν εξηγείται αλλιώς αυτό που αισθάνονται. Είναι διστακτικές, το έχουν ξαναζήσει αυτό στο παρελθόν και στην πορεία ανακάλυψαν ότι όλα ήταν μία φούσκα που έσπασε σε χίλια κομμάτια. Αλλά αυτό που νιώθουν δεν μπορούν να το εξηγήσουν. Είναι σαν μία φωνή που ουρλιάζει μέσα τους να προχωρήσει. Και αποφασίζουν να πάρουν το ρίσκο.

Και ξαφνικά ένας καινούργιος κόσμος ανοίγεται μπροστά τους. Η ζωή τους αποκτά χρώμα και εικόνες. Όλα αυτά τα στρώματα λάσπης που έχουν καθίσει πάνω τους τόσα χρόνια αρχίζουν να λιώνουν. Και αρχίζουν να θυμούνται για ποιο λόγο ήρθαν σ’ αυτή τη ζωή. Και, ω του θαύματος, κάτι ξεπετάγεται από μέσα τους. Κάτι ξεχασμένο. Μία φωτιά έρχεται στην επιφάνεια και συγκλονίζει το είναι τους. Και τότε ξέρουν καλά τι πρέπει να κάνουν. Να αφεθούν και να αγαπήσουν κάθε κύτταρο της ύπαρξης τους.

Υπάρχουν κάτι ψυχές που γεννιούνται ανήσυχες. Όπως η δική μας.

Αυτές ψάχνουμε.