Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας και χάνονται. Άνθρωποι σαν διάττοντες αστέρες. Άνθρωποι που έρχονται για να περάσουν μαζί μας μία βραδιά που έχουμε ανάγκη από καλή παρέα. Ή για να μας βοηθήσουν, σαν από μηχανής θεοί, να φέρουμε εις πέρας μία αποστολή ζωτικής, για εμάς, σημασίας.

Άλλες φορές τους καταλαβαίνεις αμέσως. Είναι οι πρώτοι που σκέφτεσαι να τους απλώσεις το χέρι. Και σε παραξενεύει η οικειότητα που άξαφνα γεννάται μέσα σου. Σε γοητεύουν από την αρχή, αλλά συνήθως τους παρατηρείς σιωπηλός, μέχρι να έρθει εκείνη η μαγική στιγμή που θα γκρεμίσεις την άμυνά σου και θα χτίσεις γέφυρα. Και άλλες φορές πάλι, σχεδόν πετάγεσαι όταν ακουμπούν το χέρι τους στον ώμο σου. Σχεδόν δεν έχεις προσέξει πως ήταν εκεί. Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου, αρχίζουν ξαφνικά να ψηλώνουν, γίνονται γίγαντες και σε παίρνουν στη χούφτα τους και σε περνάνε απέναντι αλώβητο. Το μόνο που νοιώθεις από την τρικυμία που μαίνεται από κάτω σου, είναι κάτι πιτσιλιές στο πρόσωπο.

Κι’ εσύ, σ’εκείνο το βράδυ, σ’ εκείνες τις στιγμές της συντροφικότητάς σας, αποφασίζεις να τους αγαπήσεις και να τους χρήσεις φίλους σου, δικούς σου ανθρώπους. Άλλωστε το κέρδισαν και με το παραπάνω. Αυτό που άλλοι χρειάζονται χρόνια για να σου το δώσουν, εκείνοι σου το προσφέρουν από την αρχή. Όμως, έτσι ανάποδοι όπως είναι, γίνονται ξένοι ξαφνικά. Την στιγμή που εσύ έχεις διασχίσει τη γέφυρά σου και έχεις φτάσει έξω από την πόρτα της καρδιάς τους, διαπιστώνεις πως την έχουν μπαζώσει. Και τα παράθυρα μαζί. Και κάπου εκεί χάνονται και συνεχίζουν, σαν να μην ήταν ποτέ μαζί σου σ’ αυτό το ταξίδι.

Παράξενοι άνθρωποι που φοβούνται την αγάπη; Φύλακες άγγελοι, που ένα ανώτερο χέρι τους ρίχνει στο δρόμο μας την κατάλληλη στιγμή; Όποιοι και να ‘ναι, όπου και να ‘ναι, να τους έχει Ο Θεός καλά!