Περίεργη μέρα, μουδιασμένη, αμήχανη. Κάτι δεν κολλάει, κάτι είναι λάθος. Και όμως είχε ξεκινήσει τόσο καλά το πρωί. Ένα τηλεφώνημα ήταν αρκετό. Ένα νέο. Ένα άσχημο νέο. Δεν μπορεί, δεν άκουσα καλά, πρέπει να το ξανακούσω για να μπορέσω να το επεξεργαστώ. Αποτυχία. Δε μπορώ να το δεχτώ, δεν ταιριάζει το όνομα που άκουσα με τη λέξη «πέθανε».


Πόσο δύσκολο είναι να εντοπίσεις και να βάλεις στη ζωή σου ανθρώπους, τους οποίους τους θαυμάζεις για αυτό που είναι, τους εκτιμάς, ταυτίζονται οι απόψεις σας, λατρεύεις το χιούμορ τους, νιώθεις ότι μπορείς να επικοινωνήσεις και χωρίς λόγια, από τους οποίους ξέρεις ότι μπορείς να μάθεις πολλά, ενώ το μόνο που αποζητούν εκείνοι από εσένα είναι να είσαι απλά ο εαυτός σου, γιατί απλά απολαμβάνουν την παρέα σου; Θα σου πω. Όσο μεγαλώνεις, γίνεται όλο και πιο δύσκολο, γιατί είσαι πιο καχύποπτος, πιο σκληρός, πιο κουρασμένος. Έχεις βαρεθεί να θρηνείς κάθε φορά που χάνεις κάποιον είτε λόγω θανάτου, διαζυγίου, χωρισμού, προδοσίας, απόστασης, αδιαφορίας, διαφωνίας, εγωισμού, βλακείας, κλπ. Δύσκολο και σπάνιο όμως, όχι αδύνατο. Και όταν συμβαίνει φίλε μου, είναι υπέροχο. Η ενθουσιώδης αρχή μίας εν δυνάμει φιλίας. Όπως και από όπου και αν ξεκίνησε. Και κάπου εκεί αρχίζεις να ελπίζεις, να επενδύεις, να ονειρεύεσαι, να προγραμματίζεις. Και παράλληλα κάπου εκεί ξεκινά το βραχυκύκλωμα. Δεν είναι κακό ούτε λάθος να κάνεις όλα τα παραπάνω, οι περισσότεροι είμαστε έτσι. Το πρόβλημα είναι ότι όλα τα παραπάνω δυστυχώς δεν είναι συμβατά με την ανθρώπινη ζωή. Τόσο εύθραυστη, εφήμερη, απρόβλεπτη, αβέβαιη, μη δεδομένη. Κανείς δε ξέρει τι του ξημερώνει. Κανείς. Όλα είναι ένα διαρκές ρίσκο, μία μπλόφα, όλα είναι στιγμές.
Και έρχεται και εκείνη η στιγμή. Η αμήχανη, του βραχυκυκλώματος.

-Έχω ένα άσχημο νέο να σου πω. Πέθανε ο …
-Τι; Μα τι λες; Μα αφού μιλούσαμε πριν από λίγο, έχουμε κανονίσει να βγούμε το άλλο Σάββατο, τον είδαμε χτες στο δρόμο, ποστάριζε πριν από λίγες ώρες στο φέις. Τι σκατά; Πώς; Πού; Γιατί γαμώτο; Δε γίνεται, είναι τόσο λάθος.
-Έμφραγμα. Έτσι ξαφνικά. Έτσι απλά. Δε ξέρω κάτι άλλο. Θα μιλήσουμε.

Ξαφνικά δε μιλάει κανείς. Δε γελάει κανείς. Κανείς δε ξέρει, δεν είναι σίγουρος. Κανείς δε το πιστεύει. Είναι ΛΑΘΟΣ, πρέπει να είναι, κάποια παρεξήγηση, κάποιο μπέρδεμα. Την ίδια στιγμή συνειδητοποιείς ότι παραλογίζεσαι, ενώ παράλληλα κάνεις συνειρμούς που σε ρίχνουν ακόμα πιο βαθιά στο σκοτάδι. Αγκαλιάζεις σφιχτά το παιδί σου και τον άντρα σου και του ζητάς συγγνώμη για τη μαλακία που τσακωθήκατε.
Κανείς δε μιλά. Δε ξέρεις τι να κάνεις. Η χήρα; Τι λέξη είναι πάλι αυτή; Δε ταιριάζει με το όνομά της. Όχι για αυτήν τη γυναίκα, όχι για αυτήν τη σύζυγο. Βραχυκύκλωμα και συνειρμοί ξανά. Να την πάρεις τηλέφωνο; Τι να της πεις; Να της γράψεις μήνυμα; Τι να της γράψεις; Να πας στο σπίτι τους; Δεν έχεις ιδέα πού βρίσκεται αυτήν τη στιγμή, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Περιμένεις. Έχεις μια χαζή ελπίδα ότι όλο αυτό είναι λάθος. Δίνεις χρόνο στον εαυτό σου, το συναίσθημα έχει υπερκαλύψει τη λογική. Θέλεις να βοηθήσεις, να σταθείς, δε ξέρεις πώς. Προσπαθείς να το βγάλεις από το μυαλό σου, δε γίνεται. Απλά γράφεις αυτά που σκέπτεσαι, για να ξεβραχυκλώσεις. Το μοιράζεσαι για να συμπαρασταθείς με τον τρόπο σου. Όχι δε μπορείς να νιώσεις, να καταλάβεις, να συμπράξεις με αυτήν τη χήρα. Τι άσχημη λέξη που φαίνεται και ακούγεται, όχι όχι δεν της ταιριάζει. Δε μπορείς να νιώσεις τον πόνο και τη θλίψη των συγγενών και των επί χρόνων κολλητών φίλων. Είσαι, μάλλον ήσουν, ένας εν δυνάμει καλός φίλος. Και θρηνείς με τον δικό σου τρόπο, για τους δικούς σου λόγους.

Και ελπίζεις. Δε ξέρεις τι, απλά ελπίζεις. Και κλαις. Δε ξέρεις γιατί, απλά σε ανακουφίζει.
Καλή συνέχεια φίλε μας στο ταξίδι σου, σε ευχαριστούμε για τις στιγμές που μοιράστηκες μαζί μας..