Αόρατη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Την έβλεπα δυο μέρες να τριγυρνάει στην γειτονιά μου, απαρατήρητη σχεδόν από όλους, μια απλή ζητιάνα στα μάτια κάποιων, εγώ όμως είδα σε εκείνη κάτι ξεχωριστό. Καθόταν συνήθως στην πλατεία απέναντι από το σπίτι μου. Δεν μίλαγε σε κανέναν, απλά κάτι περίμενε το έβλεπα στα μάτια της. Λίγοι της έδιναν κάποια υποτυπώδη σημασία, ακόμη πιο λίγοι της έδιναν κάποια βοήθεια. Πολλοί την κοιτούσαν με οίκτο, άλλοι με νεύρα μα οι περισσότεροι δεν την κοιτούσαν καν, ίσως αυτό ήταν το χειρότερο.

Την πλησίασα την δεύτερη μέρα, έκανα να της μιλήσω αλλά εκείνη με κοίταξε με τα λυπημένα καστανά της μάτια και απλά έφυγε. Αναρωτιόμουν όλη μέρα γιατί έφυγε έτσι; Τι φοβήθηκε; Έκανα κάτι που την τρόμαξε; Τι έχει περάσει; Θυμάμαι μοιράστηκα τον προβληματισμό μου με μια συνάδερφο. Ντράπηκα με όσα άκουσα, μόνο κακία έβγαλε και ας μην την είχε δει ποτέ. Μάλιστα με είπε ανόητη που κάθομαι και σκάω για τέτοια μικροπράγματα ενώ ο κόσμος καίγεται. Δεν ντράπηκα για εμένα, αλλά για την συνάδερφο μου, που με τόσο απαξιωτικό τρόπο χαρακτήριζε μια κατάσταση που είναι μάστιγα. Γιατί μιλώντας για ένα μεμονωμένο περιστατικό με τόσο άσχημο τρόπο, στην ουσία στοχοποιείς όλο το σύνολο μιας κατάστασης.

Επιστρέφοντας από την δουλειά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κοιτάξω αν ήταν ακόμα εκεί. Ήταν σκοτάδι, δεν υπήρχαν αρκετά φώτα στο μέρος όπου είχε ξαπλώσει. Η εικόνα τόσο θλιβερή από μόνη της. Μόνη μέσα στο σκοτάδι, σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε, δεν ξέρω αν με θυμόταν από το πρωί αλλά αυτή την φορά δεν έφυγε, με κοιτούσε απλά, αθόρυβα με τόσο παράπονο με τόσο πόνο. Παρατήρησα πως στον λαιμό της είχε ένα χτύπημα. Δεν σχολίασα κάτι απλά σκεφτόμουν αν το πρωί ήταν χτυπημένη η αν προέκυψε μετά. Διστακτικά, της έδωσα ένα σουβλάκι, χωρίς να της πω κουβέντα. Με κοίταξε και το πήρε σιγά από το χέρι μου. Θεέ μου ήταν πεινασμένη, το έφαγε τόσο γρήγορα. Χρειάζεσαι και άλλο ένα νομίζω, της είπα με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο, και έτρεξα στο απέναντι σουβλατζίδικο και αγόρασα μια ολόκληρη μερίδα. Είδα τον ιδιοκτήτη να με κοιτάζει στραβά όταν κατάλαβε για ποιον προοριζόταν, είπε μια γνωστή πολυφορεμένη ατάκα καθώς έφευγα. ‘’Άντε γαμήσου’’ του απάντησα και έφυγα. Αναρωτήθηκα πως μπόρεσα εγώ που δεν βρίζω ποτέ να μιλήσω με τέτοιο τρόπο. Αλλά δυστυχώς είναι κάποιες καταστάσεις που με κάνουν να χάνω τον έλεγχο, μια από αυτές ήταν και η ατάκα του κυρίου. Το αστείο είναι ότι εδώ και κάποιο διάστημα αυτός ο άντρας μου είχε τραβήξει την προσοχή, ξαφνικά όμως όλη του η ομορφιά μετατράπηκε σε ασχήμια, πόσο δίκιο έχουν όταν λένε ότι η συμπεριφορά κάνει τον πιο όμορφο άνθρωπο άσχημο και το αντίθετο. Δεν το κρύβω ένιωσα ικανοποίηση που τον έβρισα.

Την μερίδα την έφαγε πιο αργά, με εμένα καθισμένη στο παγκάκι να την παρατηρώ. Ήταν ταλαιπωρημένη, αλλά έβγαζε τόση καλοσύνη. Ένιωθα όμορφα μαζί της, μια ηρεμία κάτι διαφορετικό. Η ιστορία συνεχίστηκε για άλλα τρία βράδια. Επίτηδες της έπαιρνα φαγητό από το ίδιο σουβλατζίδικο, όχι για να σπάσω τα νεύρα στον υπάλληλο, αλλά για να του δείξω πως τα λόγια του δεν με πτόησαν. Εκείνος δεν μου ανέφερε τίποτα, απλά έκανα την παραγγελία μου και έφευγα.

Την τέταρτη μέρα μία ξαφνική αδιαθεσία μιας συναδέρφου με έκανε να αργήσω πολλές ώρες στην δουλειά. Την σκεφτόμουν όλη την ώρα, όταν επιτέλους έφτασα εκείνη δεν ήταν εκεί. Τρόμαξα τόσο πολύ, μπορεί να την γνώριζα ελάχιστα αλλά είχα αναπτύξει ένα δέσιμο μαζί της. Κοίταξα γύρω μου αλλά δεν ήταν πουθενά. Τότε άκουσα την φωνή του. Κοίταξα και τον είδα. Ήταν ο ιδιοκτήτης από το σουβλατζίδικο και εκείνη ήταν μαζί του!!! ‘’Κοίτα να δεις κάποιες φορές λέω πράγματα που δεν είναι σωστά.’’ μου είπε καθώς έτρεχα προς το μέρος τους. ‘’Μην τρέχεις, δεν πρόκειται να πειράξω την φίλη σου.’’ Μου φώναξε καθώς περνούσα τον μικρό δρόμο που χώριζε την πλατεία με το μαγαζί του. Εκείνη, πρώτη φορά μου έδειξε συναίσθημα. Άρχισε να βγάζει κραυγούλες και σήκωσε τα δυο της ποδαράκια πάνω μου. Την αγκάλιασα και ένιωσα πλήρης. Ο ιδιοκτήτης του σουβλατζίδικου μου εξήγησε ότι την λυπήθηκε έτσι που την είδε μόνη της και της έδωσε να φάει λίγο κρέας αλλά εκείνη δεν το ακούμπησε καν. ‘’Σε περίμενε’’ μου είπε, για αυτό δεν έτρωγε.

Η δική μου ιστορία έχει χαρούμενο τέλος… Η σκυλίτσα που πλέον λέγεται ‘’Ίρμα’’ από εκείνο το βράδυ δεν ξανακοιμήθηκε στον δρόμο, δεν ξαναπείνασε και δεν ξανακρύωσε. Κλείνουμε αισίως 4 χρόνια συγκατοίκησης. Η ανιδιοτελής αγάπη που μου προσφέρει, η χαρούμενη πλέον φάτσα της, και η διαρκώς κουνημένη ρυθμικά ουρίτσα της είναι για εμένα επιβράβευση. Με τον Γιάννη (τον ιδιοκτήτη του σουβλατζίδικου) που πριν 4 χρόνια μου είχε πει την κλασική ατάκα ‘’Εδώ πεινάνε παιδιά και ταΐζεις τον κόπρο’’ και εισέπραξε την τότε προσβλητική μου απάντηση, ήρθαμε πιο κοντά από εκείνο το βράδυ, στον ένα χρόνο συγκατοικήσαμε. Και αν κάποιος πειράξει ‘’το αστέρι του’’ έτσι πια αποκαλεί την Ίρμα μας, θα του κόψει τα πόδια λέει, και άλλα πολλά. Καμιά φορά όταν τους βλέπω αγκαλιά στον καναπέ χαριτολογώντας την λέω προδότρα… Αλλά αυτή η εικόνα είναι μια από τις αγαπημένες μου. Και ας ψευτοθυμώνω που του έχει αδυναμία.

Συνήθως όμως δεν έχουν όλες οι ιστορίες happy end σαν την δική μου. Τα αδέσποτα ζώα δεν επέλεξαν εκείνα να είναι αδέσποτα. Και φυσικά η ατάκα ‘’Εδώ πεινάνε παιδιά – άνθρωποι’’ επικρατεί στην πλειοψηφία, άμα ταΐζεις η βοηθάς αδέσποτες ψυχές. Ποτέ μου δεν κατάλαβα αυτή την έκφραση. Πως το ένα αναιρεί το άλλο; Γιατί γίνεται αυτή η σύγκριση; Είναι λανθασμένο συμπέρασμα μιας και το να βοηθάς ένα ζώο δεν σημαίνει ότι δεν βοηθάς έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε ανάγκη. Είναι τόσο άσκοπο να συγκρίνουμε καταστάσεις ανόμοιες μεταξύ τους και ειδικότερα όταν τα στόματα που τα λένε δεν έχουν δώσει την παραμικρή βοήθεια σε άνθρωπο στη ζωή τους. Απλά αναμασούν σαν καραμέλα αυτές τις λέξεις. Κάποτε ο Γκάντι είπε “Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΝΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΑ ΖΩΑ”. Μήπως λέω μήπως ήξερε κάτι παραπάνω;

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook