Η Μαρία ξύπνησε το πρωί πρώτη απ’ όλους. Πάντα ξυπνούσε πρώτη. Ήθελε τα πρώτα λεπτά της ημέρας να τα αφιερώνει στον εαυτό της, να του δίνει τον χρόνο που χρειάζεται να συνέλθει και να βρει την ενέργεια για να ξεκινήσει την ημέρα. Έριξε άφθονο κρύο νερό στο πρόσωπό της, τεντώθηκε χαμογελώντας, κι ετοίμασε τον καφέ της απολαμβάνοντας την μυρωδιά που απλώθηκε στον χώρο. Ήπιε δυο μεγάλες γουλιές κι ένιωσε την καφεΐνη να ταξιδεύει σε όλο της το σώμα. Αμέσως ξεκίνησε σιγοτραγουδώντας να ετοιμάζει το πρωινό για όλη την οικογένεια. Μόλις ήταν όλα έτοιμα πήγε στο παιδικό δωμάτιο. Στάθηκε για μια μόνο στιγμή και κοίταξε τα κορίτσια της. Υπάρχει πιο γλυκιά εικόνα από ένα παιδάκι που κοιμάται γαλήνια; Κι εκείνη την είχε ευλογήσει ο Θεός με δύο υπέροχα πλάσματα. Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν! Τα διδυμάκια της κόντευαν τα πέντε, μα της Μαρίας της φαινόταν σαν χτες που χάιδευε την τεράστια κοιλιά της αγωνιώντας για την μεγάλη στιγμή.
«Καλημέρα αστεράκια μου!» είπε με γλυκιά φωνή κι έδωσε από ένα φιλί και μια μεγάλη αγκαλιά στο καθένα.
Τα μικρά κορμάκια τεντώθηκαν νυσταγμένα και γλυκά χαμόγελα ζωγραφίστηκαν στα προσωπάκια τους.
«Καλημέρα μανούλα!»
«Πάμε να ξυπνήσουμε τον μπαμπά;» ήταν το σύνθημα για να πεταχτούν από το κρεβάτι σαν ελατήρια.
Μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα και οι τρεις, πατώντας στις μύτες των ποδιών τους. Ξύπνησαν τον Γιώργο με αγκαλιές και φιλιά κι ύστερα χουζούρεψαν όλοι μαζί στο κρεβάτι για λίγη ώρα με παιχνίδια και γέλια. Αυτή ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ημέρας τους. Μετά από λίγο σηκώθηκαν και έφαγαν όλοι μαζί το πρωινό τους κι ύστερα ο Γιώργος έφυγε για την δουλειά δίνοντας από ένα φιλί στα τρία κορίτσια του. Η Μαρία αφού πρώτα άφησε τις μικρές στο σχολείο πήγε για ψώνια και γύρισε στο σπίτι. Ξεκίνησε να κάνει τις δουλειές της μα ξαφνικά κοντοστάθηκε μπροστά σε μια οικογενειακή φωτογραφία που είχαν στο σαλόνι. Και τότε θυμήθηκε τον όρκο που είχε δώσει κάποτε. Χαμογέλασε. «Καλά τα πάω…» σκέφτηκε ακουμπώντας με τα ακροδάχτυλά της το τζάμι του κάδρου.

Δεν ήξερε πώς είναι η οικογένεια μα την ονειρευόταν. Δεν είχε νιώσει ποτέ την θαλπωρή, την αγάπη, την ασφάλεια του σπιτικού. Δεν είχε πάρει φροντίδα, δεν είχε δει ενδιαφέρον, δεν είχε νιώσει ότι αξίζει να την αγαπούν. Στο σπίτι που μεγάλωσε ακουγόταν μόνο φωνές, καβγάδες, βρισιές, προσβολές. Η μάνα της ποτέ δεν την αγκάλιασε σαν μάνα, ποτέ δεν της φέρθηκε τρυφερά. Μόνο την πλήγωνε, την τσάκιζε από μωρό παιδί. Ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένη με ότι κι αν έκανε, όσο κι αν προσπαθούσε. Πάντα έβρισκε όλα τα στραβά, μόνο στραβά να σχολιάσει. Μάταια η Μαρία την κοίταζε με τα μικρά της ματάκια λαχταρώντας ένα «μπράβο». Δεν το άκουσε ποτέ.
Κι ο πατέρας της μία από τα ίδια. Μα εκείνος δεν προσπαθούσε τόσο πολύ για να την πληγώνει. Εκείνος απλά δεν προσπαθούσε. Αδιαφορούσε, απουσίαζε από τα πάντα. Κι η απουσία πονάει περισσότερο πολλές φορές. Μα κι η λιγοστή παρουσία του μόνο προβλήματα έφερνε.
Η Μαρία από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει απορούσε γιατί παντρεύτηκαν αυτοί οι δύο άνθρωποι. Δεν ταίριαζαν σε τίποτα. Μόνο διαφωνούσαν, μόνο καβγάδιζαν. Μόνο πλήγωναν, ο ένας τον άλλον και οι δυο μαζί το παιδί τους.
Κι η Μαρία κλεινόταν στο δωμάτιό της, έπαιρνε αγκαλιά τον μεγάλο της αρκούδο και του έλεγε ιστορίες. Ιστορίες όμορφες, χρωματιστές, χαρούμενες! Χανόταν μέσα στις ιστορίες της, θαρρείς και ύψωνε ένα τείχος γύρω της και προστατευόταν μέσα εκεί. Δεν άκουγε τις φωνές τους, δεν την άγγιζαν τα λόγια τους.

Μια μέρα ορκίστηκε στον αρκούδο της πως όταν μεγαλώσει θα βρει έναν άντρα που θα τον αγαπάει πολύ και θα την αγαπά κι εκείνος και μαζί θα φτιάξουν την πιο όμορφη, την πιο ευτυχισμένη οικογένεια! Θα του μιλάει γλυκά και θα τον φροντίζει κάθε μέρα. Και τα παιδιά της θα τα αγκαλιάζει σφιχτά και θα τους λέει συνέχεια πόσο τα λατρεύει. Θα τους τραγουδάει, θα τα νανουρίζει, θα τα φιλάει, θα παίζει μαζί τους και θα γελάνε δυνατά. Θα δώσει στην οικογένειά της όλη την αγάπη που στερήθηκε εκείνη, και θα μάθει πως είναι η ευτυχία. Ναι θα το καταφέρει σίγουρα!

Όταν τελείωνε το σχολείο πήρε έναν χάρτη και βρήκε το πιο μακρινό πανεπιστήμιο. Δεν την ενδιέφερε τι θα σπουδάσει, αρκεί να έφευγε μακριά τους! Για εκείνη οι σπουδές ήταν το εισιτήριο της για την ελευθερία. Και τα κατάφερε! Φυσικά δεν ήταν εύκολο, είχε να αντιμετωπίσει αντιρρήσεις, καβγάδες, απειλές. Μα τελικά έφυγε. Μακριά! Κι όταν γνώρισε τον Γιώργο ήξερε πως αυτός ήταν ο ξεχωριστός, ο άντρας των ονείρων της. Κι εκείνος την αγάπησε με όλη του την καρδιά.
Τους γονείς της τους κράτησε μακριά. Δεν επέτρεπε στο δηλητήριό τους να αγγίζει πια την ζωή της. Οι σχέσεις τους ήταν πλέον απολύτως τυπικές. Η ζωή της κυλούσε όμορφα κι επιτέλους ήρεμα! Κι όταν έμαθε πως είναι έγκυος στα διδυμάκια της, η καρδιά της κόντευε να σπάσει από ευτυχία, μέσα στην αγκαλιά του Γιώργου της, που έκλαιγε από χαρά. Δεν ήταν εύκολη η ζωή τους. Δεν ήταν όλα ρόδινα, είχαν δυσκολίες πολλές. Μα τις αντιμετώπιζαν μαζί, ενωμένοι, με αγάπη. Κι εκείνη επέλεγε να κρατά την παραμυθένια πλευρά…
Κι ήταν περήφανη για τον εαυτό της, γιατί δεν άφησε το σκοτάδι να την καταπιεί, να την καταστρέψει. Βγήκε στο φως! Έφτιαξε φως…

Μπήκε στο παιδικό δωμάτιο και άνοιξε το παράθυρο για να μπει καθαρός αέρας. Κοίταξε τον αρκούδο της και χαμογέλασε. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της και του ψιθύρισε: «Καλά τα καταφέραμε αγαπημένε μου!»