Αρχάγγελος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

Δες με. Ακούω Αρχάγγελο. Τρέχουν τα μάτια μου ποτάμια. Άραγε γελάς; Ακουμπάς το δείχτη σου στον κρόταφο και λες ‘Νιώθεις τώρα; Νιώθεις;’

Δεν καταλάβαινα την εμμονή σου. Άκουγες Ξυλούρη κι έκλαιγες. Ένιωθα αμήχανη που έβλεπα τα δάκρυα στα μάτια σου. Όσο ήμουν μικρή, έκλαιγα και γω μαζί σου χωρίς να ξέρω γιατί. Μετά, στην “όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω” εφηβεία μου απλά σε κορόιδευα και σ’ έλεγα κλαψιάρα. (Κι ας ανατρίχιαζα ακόμα με τη φωνή του, αλλά δεν στο είπα αυτό ποτέ.) Και μετά έφυγες. Και δεν ξανάκουσα τραγούδια του ποτέ. Και για κανέναν λόγο.

Χτες μου ζήτησε η κόρη μου να ακούσουμε μαζί το Γεια σου χαρά σου Βενετιά επειδή το κάνουν λέει στο σχολείο και της αρέσει. Πολύ απρόθυμα δέχτηκα. Δεν είναι καιρός να ανοίγω “κουτάκια” στο μυαλό μου αυτόν το καιρό αλλά κάνει μούτρα η μικρή όταν δεν της κάνουμε χατίρια κι αυτό είναι ακόμα πιο απάλευτο. (και μαζί σου το έκανα αυτό, να ξέρεις. Σου έκανα χατίρια μόνο και μόνο για να γλιτώσω τα “μούτρα” σου).

Από την πρώτη νότα, έγινα θρύψαλα κομμάτια. Άντε να εξηγήσεις μετά. Άχαρο πράγμα. Θυμήθηκα τις αμήχανες δικές σου εξηγήσεις, τα αμήχανα χαμόγελα μέσα από χοντρές στάλες αλμυρό νερό στα μάγουλα σου. Εγώ ψιλοκαθάρισα με ένα “θυμάμαι τη μαμά μου, αγάπη μου, γι’αυτό κλαίω”. Και εισέπραξα ενα “ωωωωω μωρέέέέ” και μια σφιχτή αγκαλιά κατανόησης (τα οποία δεν σου χαλάλισα εγώ η ανόητη ποτέ, γιατί άραγε. Η ενσυναίσθηση προφανώς πηδάει μια γενιά.)

Κοιμήθηκε το παιδί – κι εγώ έπιασα ν’ ακούω Αρχάγγελο. Μόνη μου. Με βλέπεις μαμά; Εγώ σε βλέπω. Καθαρά.

Κοπελάρα μου. Όμορφη μου γυναίκα. Λυγερή μου. Τραγουδάς “μια μικροπαντρεμένη κόρη ξανθή τον κύρη της προσμένει βράδυ πρωί” και τρέχουν από τα μελιά σου μάτια θυμάρι και ρίγανη του Ψηλορείτη.

Σου λείπει η μάνα σου, οι αδερφές σου, ο τόπος σου. “Βρωμοαθήνα ανάθεμαντηνε που ήρθα. Βρωμεί εδώ καυσαέριο και κλεισούρα.” Ήρθες μικρή κοπελιά εδώ κι είσαι πια γυναίκα. Σχεδόν κρυφά μπήκες στο καράβι από τη Σούδα για Πειραιά, ένας άγνωστος πήγε να σου κάνει κακό μέσα στο πλοίο τον εδάγκωσες, αγρίμι μου. Δυο αλλαξιές, ένα προσφάι και με το ζόρι η ευκή της μάνας σου μέσα στη βαλίτσα σου “δε θέλω να πας, ακούεις Ευτυχία;” “Ο,τι και να πεις εγώ θα πάω, είτε το θες είτε όχι, κατέε το. Άλλη σκάφη εσύ δε κάνεις. Εγώ για σένα τώρα.”

Σταλιά δε σε ημέρεψε αγρίμι μου η Αθήνα. Ποτέ της δε σε έσπασε. Έκανες τατουάζ την Κρήτη στα σπλάχνα σου και κάθε μέρα γεννοβολούσες Πόλη Χανίων και Ακρωτήρι και Μουρνιές. Και Ρέθυμνο και Άδελε και Αγία Πελαγία. Μου ’μαθες τα Ανώγεια, το Σεληνάρι, την Ασή Γωνιά. Και λαχταρούσες να γυρίσεις, κι άκουγες τον Ξυλούρη να τραγουδάει “οι Πόνοι της Παναγιάς” και σπάραζες αθόρυβα, και ούρλιαζες όλη σου τη ζωή σιωπηλά “μάνα, θέλω να γυρίσω σπίτι μας!”.

Μα δεν γύριζες ποτέ.

Και της έλεγες ‘καλά είμαι, μια χαρά’ και της έστελνες λεφτά. Και έστελνες και μένα διακοπές στις αδερφές σου όλα τα καλοκαίρια – μα εσύ δεν ερχόσουνα σχεδόν ποτέ. Τις λίγες φορές που πάτησες το πόδι σου, ήσουνα κρύα και απόμακρη. Και οι δικοί σου νόμιζαν πως έγινες ‘Αθηναία’ και σε κοιτούσανε με άλλο μάτι. Δεν ξέρανε πως είσαι άγαλμα. Και πως άμα έσπαγε το μάρμαρο, θα ξεχείλιζε η μοναξιά και ο πόνος. Και δεν θα σε άφηναν να φύγεις πια. Μα εσύ ήσουνα αγρίμι. Δεν τον εκάτεχες τον γυρισμό.

Τι θέλεις τώρα από μένα; Είσαι πια σπίτι σου. Τόσα χρόνια τώρα. Γιατί βάζεις τη μικρή να με παιδεύει;

πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;

Δεν έχω χρόνο αγρίμι μου να ανοίγω κουτάκια στο μυαλό και στην ψυχή μου και δεν την μπορώ την Κρήτη σου, μη μου τη φέρνεις άλλο κοντά μου.  Ακούω Αρχάγγελο πια, δεν το αποφεύγω και θα στείλω και την Ευτυχία σου το καλοκαίρι λίγες μέρες να χορέψει μαλεβιζιώτη πάνω στο χώμα σου να γουστάρει η ψυχή σου και να πάρει την ευχή της αύρας σου, μα ως εκεί. Δεν είμαι ακόμα έτοιμη αγρίμι μου να ανοίξουμε τους λογαριασμούς μας, σου έχω θυμό ακόμα.

 

Στη Στέλλα, στη Πέγκυ, στη Ροζ μου και στα άλλα αδέρφια

” Ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά για να ‘ναι ευτυχισμένος.

Φτάνει να ‘χει δυο-τρεις φίλους να τον αγαπούνε πραγματικά, και χρήματα τόσα για να μπορεί να τους κερνά”

(Νίκος Ξυλούρης)

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook