Φορούσε άσπρο. Ναι, το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Άσπρο μπλουζάκι! Ξέβαψε το καφέ κραγιόν μου στην άκρη του γιακά. Έπρεπε να είσαι πολύ παρατηρητικός για να το δεις. Μες στο σκοτάδι τώρα, σιγά!

Εγώ όμως το έβλεπα! Κάθε φορά που τον πλησίαζα το έβλεπα. Δικό μου δημιούργημα εξάλλου. Όχι επίτηδες… Έτυχε!

Φορούσε άσπρο. Ήταν αξύριστος και στα γυαλιά του αντανακλούσαν τα μάτια μου. Ναι, σου λέω, το θυμάμαι χαρακτηριστικά κι εγώ δεν κάνω λάθη! Το γαλάζιο μου καθρεφτίζονταν στο διάφανο τζάμι…

Για κάποιο λόγο, κάτι μ’ ενοχλούσε πάνω του. Απ’ την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα κάτι με πείραζε. Με τάραζε, πες καλύτερα… Ο υπέρμετρος εγωισμός του; Η αχαλίνωτη αυτοπεποίθησή του; Δεν ξέρω κι ειλικρινά δε με νοιάζει. Δε θα χαλούσα τη ζαχαρένια μου! Δεν τη χάλασα απ’ την πρώτη στιγμή, για να τη χαλάσω τώρα.

Βέβαια, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, κάτι παράλληλα με τραβούσε. Τι σκατά συνέβη στο κεφάλι όταν τον πρωτογνώρισα, κανείς δεν ξέρει! Τίποτα δε μ’ εμπόδισε να τον πλησιάσω. Ούτε καν το ζευγάρι χεριών που ήταν τυλιγμένο γύρω του.
Επομένως, αφου δε μ’ εμπόδισε κάτι τότε, σιγά μη μ’ εμποδίσει τώρα που δεν υπάρχουν τυλιγμένα χέρια σε κανενός το κορμί.

Φορούσε άσπρο. Του πάει το άσπρο. Και του πάει πολύ… Όταν έμαθα πως θα τον δω, ένα σφίξιμο ήρθε και κάθισε στο στομάχι μου. Ήξερα πως αυτό το σφίξιμο, το συγκεκριμένο, δε θα μου έβγαινε σε καλό! Το προσπέρασα κι οι ώρες περνούσαν. Κι όσο περνούσαν οι ώρες, τόσο καθόμουν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Είχα συνηθίσει πια… Το ίδιο σφίξιμο κάθε φορά που ήξερα πως θα τον έβλεπα. Η μόνη διαφορά; Τώρα δεν υπάρχει το ζευγάρι χεριών γύρω του! Το ξαναείπα, ε; Είμαι σίγουρη πως το ξαναείπα!

Φορούσε άσπρο, ο άτιμος!
Δεν εστίασα πάνω του με το που τον είδα. Καλύτερα. Τα δευτερόλεπτα που κέρδισα μέχρι τον τυπικό χαιρετισμό καταλάγιασαν την υπερένταση. Έπρεπε να φανώ φυσιολογική! Να φανώ… Το τονίζω… Ένας κύριος. Πραγματικά! Να τακτοποιηθούμε, να βολευτούμε, να πιούμε. Εντυπωσιάστηκα! Και μετά, το χάος…
Οι εναλλαγές των συναισθημάτων και των διαθέσεων ήταν αστραπιαίες. Απ’ τη μια να λέω στον εαυτό μου πως δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει κάποια επαφή κι απ’ την άλλη να μην μπορώ να φύγω…

Αποσυντονιζόμουν…
Τόσο πολύ που δεν κατάλαβα πότε ένιωσα την ανάσα του στο λαιμό μου. Τόσο πολύ που δεν αντιδρούσα όταν τα γένια του έγδερναν τα μάγουλά μου κάθε φορά που με πλησίαζε. Τόσο πολύ που όταν τα χείλη του ακούμπησαν τα δικά μου δε δίστασα να περάσω τα χέρια μου γύρω του, ώστε να έρθει το σώμα του πιο κοντά στο δικό μου.

Στο μυαλό μου έρχονται και φεύγουν εικόνες κι ήχοι. Πόρτες που κλείνουν και μετά ανοίγουν. Γέλια αμήχανα στριμωγμένα σε τοίχους. Βλέμματα αμαρτωλά, λόγια αθώα. Πλάτες ακουμπισμένες σε κρύες επιφάνειες. Χέρια να ταξιδεύουν σε υφάσματα περιττά. Μάτια κλειστά. Χείλη ενωμένα. Ήχοι από μηνύματα που δεν πήραν την απάντηση που απαιτούσαν. Υποσχέσεις που δε δόθηκαν. Κορμιά ντυμένα. Κρεβάτια με πλευρές παγωμένες. Άνθρωποι μόνοι. Μια ακόμα νύχτα δίχως έρωτα. Δίχως πάθος.

Πέρασε καιρός. Δε θυμάμαι και πολλά πια. Ίσως να μη χρειάζεται κιόλας. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Καλύτερα… Είμαστε απλώς δύο άνθρωποι που δεν κατάφεραν να συντονιστούν. Θες από επιλογή; Θες από συγκυρίες; Θες από φόβο; Αυτό είμαστε. Εξάλλου, ό,τι δεν ολοκληρώνεται, κανείς δε το θυμάται. Έτσι λένε… Για μένα δεν ισχύει. Ποτέ δεν ήμουν ρηχή για να γίνω τώρα! Ποτέ δεν ήμουν ρηχή για να γίνω με εκείνον.

Κι ο καιρός θα περάσει κι όλα θα ξεχαστούν. Θα γίνουμε ένα “είχαμε περάσει κάποτε καλά” κι ο καθένας το δρόμο του. Έχει καταντήσει γελοίο πια! Αναμενόμενο…

Βέβαια, αυτό το γδάρσιμο, δε νομίζω να το ξεχάσω. Κάθε φορά που θα τον βλέπω, πάντα αυτή η αίσθηση θα κρατάει σε εγρήγορση κάθε κύτταρο. Θ’ αφυπνίζει κάθε σκέψη. Θα τον βλέπω σαν τον πειρασμό που πρέπει να ενδώσω για να τον ξεπεράσω.

Φορούσε άσπρο και μα τω Θεώ, αυτό το άσπρο ήθελα να το δω πεταμένο στο κρεβάτι δίπλα μου!