Ασυγχώρητος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ένας τοίχος, φτιαγμένος από σταφιδιασμένο δέρμα.
Αυτό βλέπω πλέον στα όνειρά μου, κάθε βράδυ, προτού ξυπνήσω λουσμένος στον ιδρώτα. Ένας τοίχος θεόρατος, χωρίς τέλος, ακλόνητος, που εκτείνεται μέχρι εκεί που βλέπουν τα θολά μάτια μου. Χτυπάω τον τοίχο με γροθιές και νιώθω την αδιόρατη υφή του. Οι γροθιές μου δεν κάνουν θόρυβο, λες και χτυπάω το κενό.
Αλλά τα χέρια μου πονάνε. Κι όσο χτυπάω, τόσο πονάω. Κι όσο πονάω, νομίζω ότι ο τοίχος μεγαλώνει και μεγαλώνει μέχρι που πλέον πετάγομαι από το κρεβάτι αγκαλιάζοντας το μουσκεμένο μαξιλάρι μου.

Η μέρα μου κυλάει το ίδιο αδιάφορα όπως κι η προηγούμενη. Μοιάζει με φωτοτυπία της προηγούμενης, χωρίς καμία αλλαγή, ασπρόμαυρη και μουντή. Κάθομαι πίσω από το γραφείο μου και χαζεύω τα θολά, από την υγρασία, τζάμια. Κόλλες Α4 περνάν από μπροστά μου, σφραγίδες, υπογραφές, κουδουνίσματα τηλεφώνου με τα οποία ασχολούμαι μηχανικά.
Το μόνο που σκέφτομαι είναι γιατί βλέπω συνέχεια αυτόν τον θεόρατο τοίχο στα όνειρά μου.

Επόμενο βράδυ, επόμενο όνειρο, ο ίδιος τοίχος.
Αποφασίζω να τον ακολουθήσω κατά μήκος και ως δια μαγείας τα πόδια μου με υπακούν. Περπατάω με δυσκολία λες και μαγνήτες τραβάν τα βήματά μου προς το έδαφος. Αγγίζω τον τοίχο με το αριστερό χέρι, χαϊδεύω την ρυτιδιασμένη του υφή. Νιώθω ότι περπατάω για ώρες, ημέρες, μήνες. Δεν ξέρω πλέον αν βρίσκομαι σε όνειρο, από πού ξεκίνησα και πού θέλω να φτάσω. Κάποια στιγμή, όμως, ο τοίχος τελειώνει. Στην άκρη του, γκρεμός. Το απόλυτο κενό. Δεν υπάρχει τρόπος να περάσω στην απέναντι πλευρά.
Εκνευρισμένος, τον χτυπάω με γροθιές που πονάνε αλλά δεν κάνουν θόρυβο. Γροθιές κούφιες, άτσαλες, παιδικές. Αλλά νιώθω ότι ο τοίχος πλέον δεν είναι άκαμπτος. Σαν να δέχεται τα χτυπήματα και να υποχωρεί. Να πονάει. Να μικραίνει.
Μέχρι που μία γυναικεία κραυγή με ξυπνάει απότομα και σωριάζομαι στο πάτωμα, προσπαθώντας να πάρω ανάσα.

Δεν πηγαίνω στη δουλειά, ζητάω αναρρωτική άδεια και περιφέρομαι στο σπίτι με κενό βλέμμα. Θέλω να ξανακοιμηθώ, να δω τον τοίχο και να τον χτυπήσω με όλη μου τη δύναμη. Κάτι κρύβεται από πίσω, κάτι που με καλεί και πρέπει να το μάθω. Η υπερένταση όμως δεν με αφήνει να χαλαρώσω, ότι κι αν κάνω.
Τελικά η κούραση του σώματος καταβάλει το μυαλό μου και τελικά πέφτω και κοιμάμαι με το πρώτο σούρουπο.
Ο τοίχος πλέον φαίνεται πιο αδύναμος, η υφή του πιο μαλακή, σαν ζελέ που έχει κάνει κρούστα. Ακολουθώ τον τοίχο από την απέναντι κατεύθυνση, νιώθω εκεί τον αέρα πιο καθαρό και το έδαφος σαν να κατηφορίζει. Τα βήματά μου πλέον είναι πιο σίγουρα, σαν να ελέγχω τον χώρο που μέχρι πρόσφατα με καταπλάκωνε.

Φτάνω στο τέλος κι εκεί βλέπω – επιτέλους! – ένα άνοιγμα στον τοίχο. Μικρό, όσο χωράει το χέρι μου, αλλά είναι κάτι. Το βάζω μέσα μέχρι τον ώμο και προσπαθώ να δω τι βρίσκεται στην απέναντι πλευρά. Δεν αγγίζω τίποτα. Απογοητευμένος, προσπαθώ με τα ίδια μου τα χέρια να ανοίξω τον τοίχο, να μεγαλώσω το άνοιγμα και να τον γκρεμίσω ολόκληρο.
Η κρούστα υποχωρεί, τα χέρια μου ματώνουν αλλά εγώ συνεχίζω. Δεν ξέρω αν πονάς στα όνειρα, δεν με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή.

Κάποια στιγμή ο τοίχος έχει σχεδόν διαλυθεί, το κάποτε ατελείωτο κτίσμα έχει γκρεμιστεί κι έχει μείνει μπροστά μου μόνο ένα κομμάτι σε μέγεθος πόρτας.
Μια πόρτα, με ένα χερούλι και μία κλειδαρότρυπα.
Κλειδί δεν έχω, γυρνάω το χερούλι αλλά η πόρτα δεν ανοίγει.
Απογοητευμένος, ουρλιάζω δυνατά και χτυπάω την πόρτα για να ανοίξει. Τότε, ακούω βήματα. Μικρά, σταθερά, έρχονται από μακριά. Αφουγκράζομαι μέχρι που τα βήματα πλησιάζουν την πόρτα από την άλλη πλευρά.
Ένα κλειδί γρατζουνάει την κλειδαριά, το πόμολο γυρνάει κι η πόρτα ανοίγει.

Είναι εκείνη. Όπως τη θυμόμουν, την μέρα που την εγκατέλειψα κι έφυγα μακριά. Τη μέρα που εγκατέλειψα το σπίτι μας, τα απομεινάρια της οικογένειάς μας.
Με κοιτάει με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. Συμπονετικό. Μου δίνει το κλειδί στα χέρια.
«Εγώ κατάφερα να συγχωρέσω τον εαυτό μου. Πόνεσα, μάτωσα, αλλά τα κατάφερα. Εσύ, ακόμα;»
Το κλειδί πέφτει σαν πούπουλο στα χέρια μου, το σφίγγω στη γροθιά μου και τότε ξυπνάω.

Η μέρα με καλωσορίζει με τις δειλές αχτίδες του ήλιου να τρυπάν τα παραθυρόφυλλα.
Σηκώνομαι, πετάω στη βαλίτσα τα λιγοστά υπάρχοντα μου, κλείνω το διαμέρισμα πίσω μου και φεύγω.
Στο αμάξι προσπαθώ να θυμηθώ την υφή του κλειδιού στο χέρι μου. Τους τοίχους, τελικά, τους υψώνουμε εμείς. Τους ρίχνουμε μπροστά μας, για να τιμωρήσουμε τους εαυτούς μας και να κλειστούμε στην ψεύτικη ασφάλειά τους.
Ανήμποροι να δεχθούμε την συνέχεια, να συγχωρέσουμε την θνητή φύση μας και να προχωρήσουμε μπροστά.
Κι όσο οι σκέψεις, μαζί με εμένα ,ταξιδεύουν ένα κομμάτι ξεκινάει να παίζει στο ραδιόφωνο.

“What I’ve felt, what I’ve known, turn the pages, turn the stone
Behind the door, should I open it for you?
Yeah, what I’ve felt, what I’ve known, sick and tired, I stand alone
Could you be there, ’cause I’m the one who waits for you
Or are you unforgiven too?”

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook