Άτακτη οπισθοχώρηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ολόκληρο το περιεχόμενο της ντουλάπας βρίσκεται τώρα παραταγμένο μπροστά του, επάνω στο κρεβάτι. Παντελόνια, μπλούζες και πουκάμισα σε όλων των ειδών τα σχέδια και χρώματα. Ευτυχώς η Λουκία απουσιάζει, είναι σίγουρο ότι θα πάθαινε υστερία στη θέα της απλωμένης γκαρνταρόμπας. Ο Χρήστος στέκεται ασάλευτος, με τα δυο χέρια να ακουμπούν στη μέση του, κοιτάζοντας με προσοχή τα ενδύματα. Δεκάδες πιθανοί συνδυασμοί παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια του. Πρέπει να επιλέξει τον καταλληλότερο, πρέπει να είναι περιποιημένος κι εντυπωσιακός στην επερχόμενη συνάντηση. Συνειδητοποιεί πως τόση ώρα δίνει τεράστια σημασία στην προετοιμασία και στιγμιαία δυσανασχετεί με τον εαυτό του. Προς τι όλη αυτή η αναστάτωση; Δεν πρόκειται δα και για καμιά ιδιαίτερη περίσταση, μια απλή έξοδος για καφέ με μια φίλη από τα παλιά είναι όλη κι όλη. Γιατί τόση επιμέλεια, λοιπόν; Ένα άλλο κομμάτι του “είναι” του, αρχίζει να δίνει απαντήσεις που δεν του αρέσουν καθόλου. “Ποιον προσπαθείς να ξεγελάσεις, Χρηστάκο; Σε καίει και σε τσουρουφλίζει που θα την ξαναδείς μετά από οκτώ χρόνια. Γι’ αυτό σ’ έχει πιάσει κωλοπιλάλα, παραδέξου το”. Παίρνει βαθιά ανάσα και προσπαθεί να συγκεντρωθεί. Τι σημαίνει για τον ίδιο η συνάντηση αυτή; Πως θα τον υποδεχτεί εκείνη, έπειτα από τόσον καιρό; Γιατί νιώθει την ανάγκη να “θωρακιστεί”, σαν να επρόκειτο για κάποιου είδους μάχη; Η μακρόχρονη σχέση τους είχε ολοκληρωθεί υπό ευνοϊκότατες συνθήκες, με κοινή παραδοχή και των δύο πως όλο αυτό είχε τελειώσει, είχε διανύσει τον κύκλο του. Επιλέγει βιαστικά το αγαπημένο του τζιν κι ένα γαλάζιο κοντομάνικο μπλουζάκι.

Καθώς πλησιάζει στο καφέ όπου είχε δοθεί το ραντεβού, ανασύρει από τη μνήμη το χρονικό της ιστορίας. Ο Χρήστος και η Κάτια υπήρξαν ζευγάρι τρελά ερωτευμένο. Από την πρώτη τους γνωριμία, στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, μέχρι και τον οριστικό χωρισμό τους, δώδεκα χρόνια μετά. Οι φίλοι και οι οικογένειές τους πίστευαν πως αυτοί οι δύο δεν επρόκειτο να “ξεκολλήσουν” ποτέ, τόσο δεμένοι ήταν μεταξύ τους. Στο διάστημα αυτό μοιράστηκαν τα πάντα: σπουδές, αγωνίες, αποφοιτήσεις, επαγγελματικές ανησυχίες… Να όμως, που ακόμα και τα πιο αισιόδοξα… παραμύθια μπορεί να φτάσουν στο τέλος τους. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια ήταν αυτά, δεν τα ξεχνάς εύκολα, ούτε τα διαγράφεις. Κι όπως ξεκίνησαν το “ταξίδι” αυτό, όμορφα και ιδανικά, έτσι και το τελείωσαν. Με αισθήματα βαθειάς, αμοιβαίας αγάπης πια, αλλά με οτιδήποτε ερωτικό να έχει οριστικά παρέλθει. Έκτοτε μεσολάβησαν άλλα οκτώ χρόνια. Οι δυο άλλοτε συγκλίνουσες γραμμές της ζωής τους είναι πλέον δυο παράλληλες, απομακρυσμένες μεταξύ τους ευθείες. Άλλες πόλεις, άλλοι σύντροφοι, άλλα περιβάλλοντα. Έχοντας προχωρήσει αμφότεροι σε καινούργιες σχέσεις, που κατέληξαν σε γάμο. Κι έφτασε η στιγμή εκείνη που οι πάλαι ποτέ “αυτοκόλλητοι” θα ξανασυναντηθούν, σε διαφορετικούς ρόλους αυτήν τη φορά, φορώντας άλλα “κοστούμια”.

Το βλέμμα της Κάτιας ήταν αρκετό για να την αναγνωρίσει μέσα στο πλήθος. Θα ξεχώριζε αυτό το βλέμμα ανάμεσα σε χιλιάδες, τόσο έντονα αποτυπωμένο ήταν μέσα του. Πλησίασε στο τραπέζι και στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα να την κοιτάζει. “Θεέ μου, πόσο ίδια είναι, πόσο ανέγγιχτη παρέμεινε στο πέρασμα του χρόνου!” Η αγκαλιά της άνοιξε διάπλατα, για να τον υποδεχτεί. “Χρήστο μου, αγαπημένε μου, πόσο μου ‘λειψες…” Ανατριχίλα και ηλεκτρισμός διαπερνούν τα κορμιά τους. Δυο κορμιά που δεν “ξέχασαν”, που οι αισθητήρες τους εντόπισαν αμέσως τα κύματα που εκπέμπουν. “Κάτια μου, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω!” Ο Χρήστος βιάστηκε να ξεγλιστρήσει από τα χέρια της, με μια περίεργη αμηχανία να τον κατακλύζει. “Να σου συστήσω τον σύζυγό μου, τον Βίκτωρα”. Οι δύο άντρες αντάλλαξαν μια τυπική χειραψία και τα μέλη της παρέας πήραν τις θέσεις τους στο τραπέζι. “Πόσο κρίμα που δεν μπόρεσε να έρθει και η γυναίκα σου βρε Χρήστο μου, πολύ ήθελα να τη γνωρίσω”, είπε η Κάτια με το χαρακτηριστικό χαμόγελο να κοσμεί τα χείλη της. Αυτό το χαμόγελο που ο Χρήστος γνώριζε καλά, ήταν το τεράστιο, αστραφτερό χαμόγελο που κάποτε τον είχε μαγέψει. Και που τώρα είχε αρχίσει σιγά σιγά να τον κάνει να νιώθει άβολα… “Βρίσκεται στην Κύπρο για ένα συνέδριο η Λουκία, πράγματι κρίμα που δεν είναι εδώ, θα χαιρόταν κι εκείνη πολύ”.

Ενώ η συζήτηση είχε φουντώσει για τα καλά, ο Χρήστος ένιωθε ολοένα και εντονότερα το παράξενο εκείνο συναίσθημα της άβολης συνύπαρξης. Κάτι μέσα του τον έκανε να νιώθει περίεργα, αλλά ακόμα δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς ήταν. Ή μάλλον, δεν ήθελε να το αναγνωρίσει, να το παραδεχτεί στον εαυτό του. Έτσι, αποφάσισε να ανακτήσει την “πολεμική” του στάση. Άλλωστε, είχε ν’ αντιμετωπίσει έναν άτυπο “εχθρό”, στη σκληρή μάχη των εντυπώσεων. Έχοντας αναλύσει τα της ζωής τους και το πως αυτή είχε εξελιχθεί για καθέναν τους μέσα στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, και οι δυο πλέον εξέπεμπαν με τα μάτια τους τα ίδια “μηνύματα”: αυτούς τους μυστικούς κώδικες, που μόνο μεταξύ τους έβρισκαν ερμηνεία. Ήταν βέβαιο, το έβλεπαν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, στη συνάντηση αυτή δεν είχαν μόνο παρατεθεί τα νέα, αλλά είχαν επιπλέον αναδυθεί και τα παλιά. Τα βλέμματά τους σπινθήριζαν, λειτουργώντας σε ένα μήκος κύματος γνώριμο, αποκλειστικά δικό τους. Συναισθήματα βαθιά κρυμμένα μέσα τους για χρόνια, άρχισαν να βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια, αποκτώντας ένα φορτίο ιδιαίτερα επικίνδυνο. Η ολιγόλεπτη απουσία του Βίκτωρα στην τουαλέτα πυροδότησε αυτό που τόση ώρα ο Χρήστος και η Κάτια συνομολογούσαν σιωπηρά. Το χέρι της ακούμπησε πάνω στο δικό του. “Αχ, Χρήστο, μου έλειψες πραγματικά πολύ…” Η κίνηση του “εχθρού” ήταν ματ, κι αιφνιδίασε τον ανυποψίαστο “πολεμιστή”. Με μια απότομη κίνηση, σαν να τον είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα, πετάχτηκε όρθιος. “Κάτια, τι…, τι κάνεις;;; Δεν…. Εγώ… ΟΧΙ!!!”

Ο Χρήστος τράπηκε σε φυγή, σε μια άτακτη οπισθοχώρηση, όπως ο στρατηγός που βλέπει ότι καλείται να πολεμήσει εναντίον ενός εχθρού που υπερτερεί αριθμητικά. Επικαλούμενος μια πρόχειρη και καθόλου πειστική δικαιολογία, αποχαιρέτησε τη “φίλη”του και τον σύζυγό της. Φίλη…; Όχι, το σκέφτηκε ξανά και ξανά. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες αποστάσεις κι αν μεσολαβήσουν, φιλία δεν μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε δυο ψυχές που ταυτίστηκαν και σε δυο σώματα που μπήκαν το ένα μέσα στο άλλο. Η μάχη ήταν εκ των προτέρων άνιση, οπότε προτίμησε να δραπετεύσει, παρά να παραδοθεί στον πανίσχυρο εχθρό. Και τα συναισθήματα θάφτηκαν εκ νέου στα βάθη των ψυχών, δίνοντας ένα τέλος στον ακήρυχτο πόλεμο της καρδιάς.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook