Αβοήθητος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

-Ιούλιος 1997-
«Τι ώρα να είναι; Ο ήλιος είναι ψηλά, τον νιώθω καυτό στο σβέρκο μου. Ησυχία. Ο άνεμος ανύπαρκτος, τα ελάχιστα ρούχα που μου έχουν απομείνει κολλάνε πάνω στο δέρμα μου βρεγμένα και βρώμικα. Σηκώνω δειλά τα βλέφαρά μου να αντικρίσω το αέναο. Τα τσίνορά μου έχουν κολλήσει από την αλμύρα και ανοίγω με δυσκολία τα μάτια μου. Θέλω να τα ανοίξω για να δω που βρίσκομαι, να καταλάβω τι έχει γίνει αλλά αυτά δε συνεργάζονται και τα ξανακλείνω.
Κάθομαι ακίνητος, κουλουριασμένος και φοβισμένος. Αναρωτιέμαι πόσος χρόνος να πέρασε και πόσος χρόνος μου μένει και προσπαθώ να τον μετρήσω με τους σφυγμούς μου. Ο ύπνος ήρθε γρήγορα στο τσακισμένο μου μυαλό και τον πλημμύρισε με θύμισες, αγωνία και πόνο και σα μωρό που πρωτανασαίνει ανέπνευσα και ούρλιαξα γιατί ο πόνος στα σωθικά μου ξύπνησε και μαζί του ξύπνησαν και οι αναμνήσεις μου.

Άνοιξα τα μάτια μου βίαια. Κοίταξα με λύσσα ολοτριγύρω μου να βρω κάτι να πιαστώ, κάποιον να με βοηθήσει. Τίποτα. Παντού νερό, μπλε, ατελείωτο σκούρο νερό. Και εγώ ναυαγός στη μέση του πουθενά, ανάμεσα στα συντρίμμια από το καράβι που πριν δέκα ώρες είχα ανέβει για να φύγω μακριά από εκείνη. Εκείνη που τόσο αγαπούσα αλλά που εκείνη δε μ’ αγάπησε ποτέ. Ίσως αν έμενα κοντά της να με αγαπούσε τελικά λιγάκι, αλλά ποιος θέλει αγάπη με όρια; Εγώ σίγουρα όχι, εγώ ήθελα να αγαπηθώ όπως αγαπούσα χωρίς όρια! Αλλά εκείνη…Αχ εκείνη! Έφερα για λίγο, μία στιγμή όλη κι όλη, στο μυαλό μου τη μυρωδιά και τη ζεστασιά του κορμιού της, τα πυκνά εβένινα γεμάτα με βαριά, ανατολίτικα αρώματα μαλλιά της, τα μακριά της δάχτυλα πάνω στο πιάνο, που όταν έπαιζε ξεχνούσε την ύπαρξή μου στο δωμάτιο. Καθόμουν ώρες ακίνητος, καπνίζοντας μανιωδώς σε εκείνη τη παλιά δερμάτινη πολυθρόνα στην άλλη άκρη του δωματίου, μόνο για να τη βλέπω να αναριγά πάνω στα πεντάγραμμα της μουσικής της, μόνο για να μυρίζω τον ιδρώτα της ηδονής της πάνω στα πλήκτρα. Και εγώ με μάτια που καίγανε από πόθο και καρδιά που σπούσε σε κάθε χτύπημα του πεντάλ της να την πλησιάζω κάθε μέρα και περισσότερο… Ώσπου μία μέρα όλες οι μαγικές μας στιγμές σε μιας ζάλης τη νότα χαθήκαν, και μαζί τους χάθηκα και εγώ. Να ‘μαι λοιπόν κι εγώ τώρα εδώ χαμένος και ξεχασμένος να αναζητώ μία πόρτα, μία διέξοδο, μία σανίδα σωτηρίας για να κρατηθώ και ίσως τελικά καταφέρω στο τέλος και σωθώ.

Οι μνήμες μου για αρχίζουν να ξεθωριάζουν σαν η ανάγκη για επιβίωση γίνεται επιτακτική. Στεριά δε βλέπω πουθενά, τα χείλη μου σκασμένα, τα δάχτυλά μου μουλιασμένα, το δέρμα μου με τσούζει και πονά. Πληγές ανοίγουν ολούθε και εγώ κολυμπάω όσο πιο σιγά αλλά σταθερά μπορώ, πότε πότε ξαποσταίνω, κρατάω δυνάμεις και κάνω ένα βήμα τη φορά. Αλλά δε φτάνει.

Άραγε να έχουν περάσει ώρες; Μπορεί και μέρες , έχω χάσει το μέτρημα πια. Νιώθω το σώμα μου να καταρρέει, είμαι μόνος μου τόσες μέρες και κανείς δε με έχει αναζητήσει, κανείς δε θα βρει το κουφάρι μου για να το θάψει, κάνεις δε θα κλάψει για μένα. Ίσως είναι καλύτερα έτσι, σκέφτομαι τελικά, τουλάχιστον θα έχω ήσυχη τη συνείδησή μου, θα φύγω χωρίς φανφάρες και δάκρυα. Θα επιστρέψω στη κρύα υδάτινη αγκαλιά του Δημιουργού, ήσυχα. Το σώμα μου έχει αρχίσει να με εγκαταλείπει οπότε κλείνω τα μάτια μου, κάνω το Σταυρό μου, ψιθυρίζω μία μικρή προσευχή που μου είχε μάθει κάποτε ο παππούς μου και εύχομαι το μαρτύριό μου γρήγορα να τελειώσει. Αρχίζω να βουλιάζω, το πνεύμα μου αντιδρά θέλει να σωθεί αλλά το σώμα μου ανίκανο πια να υπακούσει την οποιαδήποτε εντολή βυθίζεται σιγά σιγά στο έρεβος. Στην αρχή είναι σαν κάψιμο, έπειτα έρχεται ο πανικός και μετά η λήθη…»

-Δεκέμβριος 1997-
«Αναφέρετε το ιστορικό του ασθενούς» , ακούστηκε βαριεστημένη η μπάσα φωνή του διευθυντή της νευρολογικής κλινικής, συνοδευόμενη από το απαραίτητο χασμουρητό.
«Άντρας αγνώστων στοιχείων, ετών κατ’ εκτίμηση 35, ενεπλάκη σε ατύχημα με μοτοσυκλέτα το Σάββατο 12 Ιουλίου. Διακομίσθηκε στο νοσοκομείο με σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και συντριπτικό κάταγμα στο 10ο θωρακικό σπόνδυλο με συνέπεια να επιφέρουν σοβαρή εγκεφαλική βλάβη και παράλυση. Η κλινική κατάστασή του παραμένει εξαιρετικά κρίσιμη. Παραμένει στη μονάδα εντατικής θεραπείας τους τελευταίους πέντε μήνες χωρίς σημάδια βελτίωσης. Η πρόγνωση παραμένει άγνωστη», ακούστηκε σαν από κασέτας εκφώνηση η φωνή του ειδικευόμενου γιατρού, κάπως επιτηδευμένη βέβαια μα σίγουρα αρκετά αγχωμένη.

Πόσες φορές άραγε το είχαν πει αυτό το τροπάρι; Μία , δύο, τριακόσιες; Κι όμως αυτή η φορά δεν έμοιαζε με τις άλλες. Αυτή τη φορά κάτι είχε αλλάξει, κάτι που κανένας μέσα στη βαρεμάρα του ή στην ανάγκη για ξεπέτα δεν είδε. Τα μάγουλα του ασθενούς είχαν πάψει να είναι άσπρα σα τα παστρικά σεντόνια του νοσοκομειακού του κρεβατιού, αντιθέτως είχαν ροδίσει σα να είχε μόλις τρέξει….

«Τι ώρα να είναι; Δε νιώθω πια τον ήλιο πουθενά, ούτε και το νερό όμως. Δε νιώθω πόνο μα μήτε και δίψα. Τα βλέφαρά μου είναι βαριά, ασήκωτα. Τους ακούω, μια στιγμή κάντε ησυχία, λένε για μένα. Πως; Είμαι τελικά ζωντανός; Πως; Είμαι σε κώμα; Ώστε, ώστε δεν πέθανα; Μα πως; Μη μιλάτε πάλι, κάτι λένε… Σκάστε..»
«Τόσους μήνες κανείς δεν τον αναζήτησε;», είπε με απορία η κοινωνική λειτουργός φτιάχνοντας παράλληλα την κάρτα στο πέτο της που έλεγε – επισκέπτης –
«Κανείς» απάντησε με λύπη η νοσοκόμα και του άλλαξε τα σεντόνια με σχολαστικότητα.
“Πως; Κανείς; Τότε γιατί γύρισα πίσω;” Αρχίζω να πανικοβάλλομαι, το νιώθω αλλά οι σφυγμοί μου σταθεροί ούτε καν ένας χτύπος παραπάνω που να μαρτυράει ότι γύρισα, ότι ξύπνησα, ότι είμαι εδώ.
Θέλω να φωνάξω. Αδύνατον.
Θέλω να σηκωθώ. Αδύνατον.
Θέλω να γυρίσω στο θάνατο. Αδύνατον.

Είμαι αβοήθητος…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook